Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενότητες 1-4. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενότητες 1-4. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26.10.12


ΠΛΑΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ 1

Α. ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ: "Το μάθημα ... ισχυρίζομαι πως διδάσκω"



Γενικό ερμηνευτικό σχόλιο:
Είναι γνωστό ότι ο Πρωταγόρας χρησιμοποιώντας την τέχνη της λογικής και ειδικότερα τους λεγόμενους κοινούς τόπους, δηλαδή προετοιμασμένα θέματα που έπρεπε οι μαθητές του να απομνημονεύσουν, δίδασκε την πολιτική τέχνη στους νέους της Αθήνας, οι οποίοι είχαν πολιτικές φιλοδοξίες. Η φήμη του και το πλήθος των μαθητών του στην Αθήνα συνιστούσαν τεκμήρια της αποτελεσματικότητας του διδακτικού έργου του και ενίσχυαν το κύρος του στους πνευματικούς κύκλους της πόλης και την αυτοπεποίθησή του. Το διδακτικό του έργο συμφωνούσε με το βασικό φιλοσοφικό αξίωμά του ότι «μέτρο όλων των πραγμάτων είναι ο άνθρωπος», ότι δηλαδή η κοινή λογική του ατόμου αποτελεί τον κριτή και τον γνώμονα του ορθού και, συνεπώς η αλήθεια είναι σχετική και όχι απόλυτη.

Ο Σωκράτης, στο απόσπασμα που μας απασχολεί, δεν παίρνει θέση φανερά υπέρ ή κατά της σοφιστικής θεώρησης των πραγμάτων συνολικά. Όμως ήδη διαφαίνεται η διαφοροποίησή του από την αντίληψη του Πρωταγόρα, καθώς ο Πρωταγόρας αναφέρεται σε «ικανούς πολίτες», ενώ ο ίδιος σε «αγαθούς πολίτες». Η διαφορά αυτή βρίσκεται στη βάση του στοχασμού και της μεθόδου που επιλέγουν οι δύο συνομιλητές σε όλη τη συνομιλία τους.


  1. «Εὐβουλία»: (<εὖ + βουλεύομαι = σκέφτομαι σωστά, παίρνω σωστές αποφάσεις)

    Ο Πρωταγόρας αρχίζει να απαντά με σαφήνεια στα ερωτήματα που του τέθηκαν προηγουμένως από τον Σωκράτη σχετικά με το αντικείμενο της διδασκαλίας του. Ισχυρίζεται, λοιπόν, ότι αυτό που διδάσκει τους νέους είναι η «εὐβουλία», δηλαδή η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων για:

    α) θέματα που αφορούν την ιδιωτική ζωή («τὰ οἰκεῖα»). Ο πολίτης, δηλαδή, θα γίνει ικανότερος στη διευθέτηση και οργάνωση των υποθέσεων του οίκου του.

    Συγκεκριμένα, «οἶκος» στην αρχαία Ελλάδα δεν σήμαινε μόνο «σπίτι», όπως σήμερα, ούτε δήλωνε μόνο την «οικογένεια» (δηλαδή το σύνολο των μελών μιας ομάδας ανθρώπων που συνδέονται με συγγενικούς δεσμούς). Ο «οἶκος», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του, ήταν η μικρότερη μονάδα, το μικρότερο συστατικό στοιχείο της κοινωνίας˙ φυσικά, ειδικά στις αρχαϊκές κοινωνίες, ο οίκος ήταν συνδεδεμένος και με την κατοχή γης (αυτό δεν ίσχυε πια αναγκαστικά σε κοινωνίες όπως η Αθήνα του 5ου αιώνα, με ανεπτυγμένη εμπορική και βιοτεχνική οικονομία). Το χαρακτηριστικό του οίκου πάντως, στο ιδεολογικό επίπεδο, ήταν ότι είχε μια συνέχεια μέσα στον χρόνο, είχε παρελθόν (τους προγόνους) και μέλλον (τους απογόνους). Γι’ αυτό και ήταν υποχρέωση κάθε ενήλικου άνδρα να σεβαστεί το παρελθόν του οίκου του και να εξασφαλίσει τη συνέχειά του στο μέλλον. Άρα, η κοινωνική στάση και το ήθος κάθε άνδρα είχε συνέπειες όχι μόνο ατομικές, αλλά και ως προς τη συντήρηση και διατήρηση του κύρους του οίκου του. Τα «οἰκεῖα» είναι, επομένως, όλες οι υποθέσεις που σχετίζονταν με την οικονομική και κοινωνική ευμάρεια ενός οίκου και αποτελούσαν ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του ενήλικου άνδρα. Άλλωστε, μόνο αν κάποιος μάθει να διευθετεί σωστά τις υποθέσεις του οίκου του, είναι σε θέση να διευθετεί σωστά και τις πολιτικές υποθέσεις, πράγμα που προδίδει τη νοοτροπία των αρχαίων Ελλήνων να λειτουργούν περισσότερο ως μέλη ενός συνόλου παρά ως άτομα.

    Γενικά οι δύο συνομιλητές φαίνεται ότι δέχονται σιωπηλά ως κοινή βάση της εξέτασης που επιχειρούν ότι η πόλις δεν ακυρώνει τον οίκο, αλλά τον προϋποθέτει και συγχρόνως τον υπερβαίνει με σχέση εσωτερικής αμοιβαιότητας, όπως ακριβώς το δημόσιο συμφέρον δεν καταργεί το ατομικό, αλλά βρίσκονται σε μια σχέση αλληλοτροφοδότησης.

    β) θέματα που αφορούν τη δημόσια ζωή. Ο πολίτης, δηλαδή, θα γίνει ικανός στο να πράττει και να μιλά για πολιτικά θέματα και για τις υποθέσεις της πόλεως.

    Παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας σε αυτό το σημείο προτάσσει το ρήμα «πράξει», που αφορά τις πολιτικές αποφάσεις και ενέργειες, ενώ τοποθετεί δεύτερο στη σειρά το ρήμα «μιλήσει», που αφορά τον πολιτικό λόγο που εκφράζεται κυρίως στην Εκκλησία του Δήμου (πρωθύστερο σχήμα). Η πρόταξη αυτή σκόπιμα επιλέγεται από τον Πρωταγόρα, για να τονιστεί ότι η πολιτική δράση έχει μεγαλύτερη σημασία από τη θεωρία. Μια δεύτερη ερμηνεία της σειράς των ρημάτων «πράξει και μιλήσει» συνδέεται με τον εμπειρισμό του Πρωταγόρα, καθώς υποστηρίζει ότι η εμπειρία/το εμπειρικό δεδομένο κινεί τη νόηση. Με αυτή την οπτική η πράξη (=εμπειρικό δεδομένο) τροφοδοτεί αναγκαία το νοεῖν και τον λόγο του ανθρώπου. Άρα, ο λόγος παράγεται με βάση τα δεδομένα της εμπειρίας και αποτελεί προϊόν της νοητικής επεξεργασίας της.
    Από τα παραπάνω προκύπτει και η τεράστια σημασία που είχε για τον αρχαίο Έλληνα η σύζευξη λόγων και έργων. Η στάση αυτή εκδηλώνεται ήδη στα ομηρικά έπη. Συγκεκριμένα, στη ραψωδία Ι της Ιλιάδας (στ. 443), ο γέροντας Φοίνικας καλεί τον Αχιλλέα να γίνει «μύθων ῥητὴρ πρηκτήρ τε ἔργων», να είναι δηλαδή ικανός στα λόγια και στα έργα, καλός ομιλητής και γενναίος πολεμιστής. Έκτοτε, διαμορφώθηκε σταδιακά η άποψη ότι τα μεγάλα λόγια πρέπει να συνοδεύονται από ανάλογες πράξεις, για να έχουν αξία. Ο Θουκυδίδης μάλιστα στον Ἐπιτάφιο θα μιλήσει με έμφαση για την ανάγκη λόγων και έργων ως στοιχείων αποδεικτικών της ανδρείας και γενικά της αρετής των πολιτών και της πόλεως. Άρα, αντιλαμβανόμαστε ότι το αντικείμενο διδασκαλίας του Πρωταγόρα ανταποκρίνεται στην απαίτηση των Αθηναίων για σύζευξη λόγων και έργων. Εν κατακλείδι, ο ολοκληρωμένος πολίτης οφείλει με την πράξη και τον λόγο του να δραστηριοποιείται και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.

  2. «Πολιτική τέχνη»

    Ο όρος «πολιτική τέχνη» αποδίδεται στο κείμενό μας με τους όρους «ἀρετή», «εὐβουλία», «πολιτικὴ ἀρετή» και «ἀνδρὸς ἀρετή». Όλοι αυτοί οι όροι αφορούν τη δράση του ατόμου στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή ως πολίτη, ως υπεύθυνου μέλους δηλαδή της οργανωμένης πολιτικά συμβιωτικής ομάδας, γιατί μόνο μέσα στην πόλη μπορεί να δράσει και να καταξιωθεί ευεργετικά για τον εαυτό του και για το σύνολο. Ο Πρωταγόρας, λοιπόν, ισχυρίζεται ότι με τη διδασκαλία του μπορεί να μεταδώσει στους νέους αρετή, ήθος, ορθή κρίση, φρόνηση και δεινότητα λόγου, ώστε να δρουν με επιτυχία τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις δημόσιες υποθέσεις.

  3. «... εννοείς πως αναλαμβάνεις να κάνεις τους άνδρες ἀγαθοὺς πολίτες»

    Η πολιτική αρετή, σύμφωνα με τον Σωκράτη, συσχετίζεται με τους «άνδρες» και τους «αγαθούς πολίτες».

    Ο λόγος για τον οποίο ο φιλόσοφος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο σε «άνδρες» είναι γιατί στην αρχαία Ελλάδα μόνον οι άνδρες είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα. Ο ενήλικος ελεύθερος άνδρας είναι ο κύριος του οίκου, δηλαδή είναι αυτός που έχει δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στην περιουσία και δικαιώματα διάθεσης και διοίκησης πάνω στα μέλη της οικογένειας˙ και οι γυναίκες και τα παιδιά και οι δούλοι της οικογένειας κηδεμονεύονται από τον κύριο του οίκου. Στο δημόσιο επίπεδο, οι ενήλικοι ελεύθεροι Αθηναίοι άνδρες είναι οι μόνοι που έχουν δικαιώματα πολίτη, οι μόνοι δηλαδή που έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στις συνελεύσεις του δήμου, να εκλέγονται στα διάφορα αξιώματα της πόλεως, να στρατεύονται (πλην ορισμένων εξαιρέσεων), να γίνονται μέλη των δικαστηρίων και να μηνύουν στα δικαστήρια ή να παρουσιάζονται ως μάρτυρες σε αυτά.

    Από την άλλη, ο όρος «ἀγαθός» παραπέμπει στο αγαθό της καλοκαγαθίας που διείπε ως αξία την αρχαία ελληνική κοινωνία. Ο Έλληνας άνδρας έπρεπε να είναι «καλὸς κἀγαθός». Συγκεκριμένα, το επίθετο «καλὸς» υποδηλώνει έναν άνδρα με ωραίο και γυμνασμένο σώμα, ικανό να εκπληρώσει τα καθήκοντά του ως οπλίτη, ενώ το επίθετο «ἀγαθὸς» υποδηλώνει έναν άνδρα σώφρονα, συνετό και μετρημένο, με απόλυτη αυτοσυγκράτηση απέναντι στα πάθη, με ικανότητα να κρίνει και να δρα λελογισμένα στον ιδιωτικό και κυρίως στον δημόσιο βίο. Εδώ ο Πρωταγόρας αναφέρεται μόνο στο δεύτερο συστατικό αυτού του ιδανικού, την αγαθότητα, γιατί προφανώς μόνον αυτή ενδιαφέρει τη συζήτηση που διεξάγεται. 
  4.  
    B. Η ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΓΙΑ ΤΟ "διδακτόν" ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ: "Μάλιστα, ωραία τέχνη ... μη μας αρνηθείς και κάνε το"


    Γενικό ερμηνευτικό σχόλιο:

    Στο απόσπασμα που εξετάζουμε, παρατηρούμε συνεπή εφαρμογή της μαιευτικής μεθόδου από τον Σωκράτη, ο οποίος προσποιούμενος άγνοια και ειρωνευόμενος, με τις ερωτήσεις του επιχειρεί να συναγάγει από τον συνομιλητή του τεκμηριωμένες απόψεις, να «εκμαιεύσει» τελικά από αυτόν την αλήθεια με την κατάλληλη εσωτερική ενεργοποίησή του. Η σωκρατική ειρωνεία ως «τέχνασμα του Λόγου» δεν υποτιμά ούτε προσβάλλει τον συνομιλητή, αλλά διευκολύνει τον διάλογο των δύο προσώπων, γιατί αποτελεί τρόπο αμφισβήτησης τόσο του άλλου όσο και του «εγώ» του ίδιου του ομιλούντος, με αποτέλεσμα να ελευθερώνει τον λόγο και να επιτρέπει την κοινή φιλοσοφική αναζήτηση της αλήθειας. Επιπλέον, ο έλεγχος των θέσεων του Πρωταγόρα γίνεται από έναν φιλόσοφο που προσπαθεί όχι να επιβάλει στον συνομιλητή του ήδη έτοιμες και παγιωμένες αντιλήψεις, αλλά να εξασφαλίσει την κοινή φιλοσοφική αναζήτηση.

    Ειδικότερα στο πλαίσιο της σωκρατικής ειρωνείας μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι τα επιχειρήματα του Σωκράτη σε αυτό το σημείο δείχνουν την ικανότητα του φιλοσόφου να προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις απαιτήσεις των περιστάσεων. Χρησιμοποιεί λοιπόν στην αρχή του λόγου του απλοϊκά επιχειρήματα που μπορούν να κατανοήσουν όσοι έχουν εκπαιδευθεί στα σοφιστικά στερεότυπα (αυτοί κυρίως αποτελούν το ακροατήριό του στη συγκεκριμένη σκηνή, αφού βρίσκεται στον χώρο διδασκαλίας του Πρωταγόρα). Αντιμετωπίζει την επιχειρηματολογία του Πρωταγόρα, η οποία αναπαράγει σοφιστικά στερεότυπα, αρχικά με επιχειρήματα που εκφράζουν μια εμπειρική συλλογιστική, οικεία στους πολλούς. Έτσι, με το πρώτο επιχείρημα επικαλείται τους πολλούς, ενώ με το δεύτερο τους ειδικούς, για να υποστηρίξει λογικά την αμφισβήτησή του για το διδακτό της αρετής και να κάνει τον συνομιλητή του να εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις του. Βέβαια στην οικονομία του διαλόγου η αναλυτική και σύνθετη επιχειρηματολογία του Σωκράτη θα εκτεθεί στην φιλοσοφική κριτική που θα ασκήσει στον Πρωταγόρα, αφού τον αφήσει να παρουσιάσει και να υποστηρίξει τις θέσεις του.

  5. Η θέση του Σωκράτη

    Αφού ο Πρωταγόρας διατύπωσε με σαφήνεια ποιο είναι το αντικείμενο της διδασκαλίας του και τη θέση του ότι η πολιτική αρετή μπορεί να διδαχθεί, τον λόγο παίρνει ο Σωκράτης, ο οποίος εκφράζει μια εντελώς αντίθετη άποψη:

    α) η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται και

    β) οι άνθρωποι δεν μπορούν να τη μεταδώσουν σε άλλους.
  6. Επιχειρήματα Σωκράτη

    Ο Σωκράτης, για να στηρίξει τις παραπάνω θέσεις, διατυπώνει τα εξής επιχειρήματα:

    1ο επιχείρημα: «Μάλιστα, ωραία τέχνη ... κάτι που διδάσκεται»

    Αποδεικτέα θέση: η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται.

    Επιχείρημα: στην Εκκλησία του Δήμου, όταν οι Αθηναίοι, οι οποίοι είναι σοφοί, συζητούν για θέματα που απαιτούν ιδιαίτερη τεχνογνωσία, θεωρούν σωστό να δέχονται τη γνώμη μόνο των ειδικών. Μάλιστα, αν κάποιος μη ειδικός επιχειρήσει να εκφράσει τη γνώμη του για τα θέματα αυτά, τον αποδοκιμάζουν και τον διώχνουν. Αντίθετα, όταν γίνεται λόγος για θέματα που αφορούν τη διοίκηση της πόλης, δέχονται τη συμβουλή οποιουδήποτε πολίτη ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής, γιατί πιστεύουν πως όλοι έχουν πολιτική αρετή χωρίς να την έχουν διδαχτεί από πουθενά.

    Συμπέρασμα: Άρα, οι Αθηναίοι πιστεύουν ότι η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται.

    2ο επιχείρημα: «Αυτή τη στάση φυσικά ... δεν θεωρώ πως η αρετή είναι διδακτή»

    Αποδεικτέα θέση: οι πιο σοφοί και άριστοι των πολιτών μας δεν μπορούν να μεταβιβάσουν αυτή την αρετή (την πολιτική αρετή) που έχουν οι ίδιοι σε άλλους.

    Επιχείρημα: για να στηρίξει την παραπάνω θέση, ο Σωκράτης χρησιμοποιεί δύο εμπειρικά παραδείγματα:

    - ο Περικλής δεν μπόρεσε να μεταδώσει την αρετή που ο ίδιος κατείχε στους γιους του,

    - ο Αρίφρονας δεν μπόρεσε να μεταδώσει την πολιτική αρετή στον Κλεινία.

    Συμπέρασμα: Άρα, η αρετή δεν είναι διδακτή.

    Επισήμανση: παρατηρούμε ότι το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται όχι μόνο με τη δεύτερη αποδεικτέα θέση, αλλά είναι κοινό και για την πρώτη αποδεικτέα θέση. Έτσι, συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα η θέση είναι μία, ότι δηλαδή η αρετή δεν διδάσκεται, και παρουσιάζεται σαν σε σχήμα «ένα με δύο» (ἓν διὰ δυοῖν).
  7. Κριτική της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη

    Τα επιχειρήματα του Σωκράτη έχουν λογική βάση και κρίνονται αρκετά ικανοποιητικά. Ωστόσο, μπορούμε να εντοπίσουμε και τρωτά σημεία. Συγκεκριμένα, όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα παρατηρούμε τα εξής:

    α. Χαρακτηρίζει όλους τους Αθηναίους σοφούς («Εγώ λοιπόν θεωρώ … οι Αθηναίοι είναι σοφοί»), παρόλο που γνωρίζουμε και από την Ἀπολογία Σωκράτους και από άλλα πλατωνικά έργα την υποτιμητική γνώμη που είχε για αυτούς. Εξάλλου, η άποψη αυτή αποτελεί μάλλον μια υπερβολική και υπεραπλουστευτική γενίκευση που δεν μπορεί να ευσταθεί, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ιστορικά παραδείγματα επιφανών πολιτικών της εποχής, όπως ο Κλέων και ο Αλκιβιάδης, οι οποίοι αποδείχτηκαν διεφθαρμένοι.

    β. Ο Σωκράτης θεωρεί ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται, επειδή όλοι οι Αθηναίοι ανεξαρτήτως επαγγέλματος, οικονομικής κατάστασης ή καταγωγής συμμετέχουν ενεργά στα κοινά και εκφράζουν τη γνώμη τους στην Εκκλησία του Δήμου για θέματα που αφορούν την πόλη («Όταν όμως πρέπει … γενιά σπουδαία»). Στην πραγματικότητα, αναφέρεται στα δικαιώματα της ισηγορίας και της παρρησίας, που αποτελούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ομαλή και σωστή λειτουργία της άμεσης δημοκρατίας που ίσχυε τότε στην Αθήνα. Το ότι όμως όλοι οι Αθηναίοι πολίτες εξέφραζαν ελεύθερα τη γνώμη τους δεν αποδεικνύει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται ούτε ότι όλοι τη διέθεταν, καθώς στην Εκκλησία του Δήμου εκφράζονταν και απόψεις που δεν διέπονταν από πολιτική αρετή.

    γ. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι δεν έχουν διδαχτεί από πουθενά την πολιτική αρετή («γιατί εσύ … και συμβουλές»). Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει, γιατί οι Αθηναίοι από τη νεαρή τους κιόλας ηλικία ζούσαν και συμμετείχαν καθημερινά στα πολιτικά δρώμενα της άμεσης δημοκρατίας: συμμετείχαν ενεργά στα κοινά, διατύπωναν πολιτικό λόγο στην Εκκλησία του Δήμου και στην Αγορά, παρακολουθούσαν λόγους επιφανών ρητόρων, γνώριζαν και τηρούσαν τους νόμους, είχαν το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι». Όλα αυτά αποτελούσαν έμμεση και άτυπη δια βίου διδασκαλία της πολιτικής αρετής.

    Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα μπορούμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

    α. Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι ο Περικλής δεν μπόρεσε να μεταδώσει την πολιτική αρετή που ο ίδιος διέθετε στους γιους του («Κι αυτοί … από μόνοι τους την αρετή»). Από αυτό το σημείο αντιλαμβανόμαστε ότι διαφορετικό περιεχόμενο προσδίδει ο Σωκράτης στον όρο «πολιτική αρετή» και διαφορετικό ο Πρωταγόρας (αυτό θα γίνει επίσης εμφανές στην 7η ενότητα, όπου ο Πρωταγόρας προσπαθεί να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα του Σωκράτη). Ειδικότερα, με τον όρο «πολιτική αρετή» ο Σωκράτης εννοεί την τέχνη «τοῦ λέγειν καὶ πράττειν τὰ τῆς πόλεως», ενώ ο Πρωταγόρας εννοεί όλες εκείνες τις αρετές που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να λειτουργεί αποτελεσματικά ως πολίτης. Ο Σωκράτης, λοιπόν, εννοεί την αρετή ως ενιαία ολότητα που είναι σύμφυτη με τη γνώση και όχι άθροισμα επιμέρους αρετών στο οποίο ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει όπως νομίζει, και δεν διαχωρίζει την ικανότητα των μεγάλων πολιτικών ηγετών από την πολιτική αρετή των απλών πολιτών. Το γεγονός, όμως, ότι οι γιοι του Περικλή δεν έφτασαν τις ικανότητες του πατέρα τους και δεν έγιναν μεγάλοι πολιτικοί δεν σημαίνει ότι ήταν διεφθαρμένοι και δεν διέθεταν την πολιτική αρετή ως πολίτες.

    β. («Ο Περικλής … να τους εκπαιδεύσουν»:) Η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας εξαρτάται τόσο από τη μεταδοτικότητα του δασκάλου όσο και από τη δεκτικότητα των μαθητών. Το ότι οι γιοι του Περικλή δεν μπόρεσαν να διδαχθούν την πολιτική αρετή, μπορεί να σημαίνει είτε ότι ο Περικλής δεν είχε την ικανότητα να τους μεταδώσει τις αρετές του, είτε ότι οι γιοι του ήταν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποδεικνύεται ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Βέβαια, μια προσεκτικότερη εξέταση του σωκρατικού επιχειρήματος αναδεικνύει τον παιδαγωγικό προβληματισμό του φιλοσόφου σχετικά με τη σημασία του μαθητή ως ιδιαίτερης και μοναδικής ατομικότητας στη διαδικασία μάθησης και διαμόρφωσής του. Η διδασκαλία δεν μπορεί να αγνοεί την «ἰδίαν φύσιν» του μαθητή, αλλά να την προϋποθέτει λογικά και να την οδηγεί σε μια πορεία γνώσης που γίνεται συγχρόνως πορεία αυτογνωσίας και αυτοϋπέρβασης με σκοπό την κατάκτηση της αρετής και της ευδαιμονίας.

    γ. Όλοι γνώριζαν τη διανοητική κατάσταση των γιων του Περικλή. Επομένως, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται.
    δ. Τέλος, ούτε η περίπτωση του Κλεινία («Κι αν θέλεις … τι να κάνει μαζί του») μπορεί να θεωρηθεί παράδειγμα ικανό να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Ο Κλεινίας αποτελούσε μια ειδική περίπτωση μαθητή, ανεπίδεκτου μαθήσεως. Συνιστά δηλαδή μια μεμονωμένη περίπτωση, μια εξαίρεση στον κανόνα, στην οποία δεν μπορούμε να βασιστούμε για να συναγάγουμε γενικά και ασφαλή συμπεράσματα.

    Εξετάζοντας συνολικά την επιχειρηματολογία του Σωκράτη οδηγούμαστε στις εξής διαπιστώσεις και συμπεράσματα:

    α. Τα επιχειρήματά του είναι εμπειρικά και περιγραφικά. Δίνονται με παραδείγματα και όχι με την αλληλουχία διεισδυτικών λογικών κρίσεων και ανήκουν στην κατηγορία των επιχειρημάτων που ο Αριστοτέλης ονομάζει «ἐξ εἰκότων», δηλαδή πιθανολογικά. Ο Σωκράτης φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τα επιχειρήματα εμπειρικής συλλογιστικής που χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας, στην ουσία όμως εξυπηρετείται έτσι η ειρωνεία του και διευκολύνεται ο δρόμος της κοινής φιλοσοφικής αναζήτησης.

    β. Τα επιχειρήματά του εμπεριέχουν αντιφάσεις: από τη μία ο φιλόσοφος ισχυρίζεται ότι όλοι κατέχουν την πολιτική αρετή, ενώ από την άλλη διαπιστώνεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν, όπως οι γιοι του Περικλή ή ο Κλεινίας.

    Όλες αυτές οι αδυναμίες της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη προκαλούν εντύπωση. Όπως, όμως, θα διαπιστώσουμε και στην πορεία του διαλόγου, στην πραγματικότητα εδώ ο φιλόσοφος προσαρμόζει την επιχειρηματολογία του στις απαιτήσεις της περίστασης και προσποιείται ότι υποστηρίζει το μη «διδακτόν» της αρετής, για να προκαλέσει φιλοσοφική αντιπαράθεση με τον Πρωταγόρα, ώστε να εμβαθύνει στην άποψη του συνομιλητή του, να την εξετάσει πολύπλευρα και να ελέγξει τις λογικές αντοχές της επιχειρηματολογίας του. Βέβαιος ότι ο σοφιστής θα αποτύχει στην προσπάθειά του, σκοπεύει να αναπτύξει την πειστική του επιχειρηματολογία στη συνέχεια.
  8. «...αφού θεωρώ … έχεις ανακαλύψει μόνος σου»

    Η φράση αυτή υποδηλώνει ποιες είναι, κατά τον Σωκράτη, οι πηγές γνώσεις. Αυτές, λοιπόν, είναι:

    α. η πείρα: πρόκειται για γνώσεις που προκύπτουν από τα βιώματα και τις καθημερινές εμπειρίες,

    β. η μάθηση: πρόκειται για γνώσεις που κατακτώνται με την παιδεία, τη διδασκαλία και τη μελέτη και

    γ. η έρευνα: πρόκειται για γνώσεις που είναι αποτέλεσμα προσωπικής προσπάθειας και αγώνα για την αναζήτηση της αλήθειας.
  9. Οι σωκρατικές μέθοδοι και η στάση του Σωκράτη απέναντι στον Πρωταγόρα

    Στην ενότητα είναι εμφανείς οι μέθοδοι του Σωκράτη, η ειρωνεία, η διαλεκτική, η μαιευτική και η επαγωγική μέθοδος.

    α. Η σωκρατική ειρωνεία: «σωκρατική ειρωνεία» ονομάζεται η προσποιητή άγνοια που επεδείκνυε ο Σωκράτης στις συζητήσεις του. Προσποιούνταν δηλαδή αρχικά ότι δήθεν δεν γνωρίζει τίποτα, αλλά ότι ενδιαφέρεται να τον διδάξουν οι άλλοι το όσιο και το ανόσιο, το καλό και το άσχημο, το θάρρος και τη δειλία κ.τ.λ. Δεν υποσχόταν ότι διδάσκει κάτι συγκεκριμένο, γιατί πίστευε ότι ο καθένας μπορεί μόνος του να βρει την αλήθεια, αν μάθει να χρησιμοποιεί τον νου του. Συνεπώς, δεν προσέφερε έτοιμες γνώσεις, αλλά με ερωτήσεις προσπαθούσε να οδηγήσει τον συνομιλητή του αρχικά στη συνειδητοποίηση της πλάνης και της πνευματικής του κατωτερότητας και στη συνέχεια σε γνώσεις που είχε ήδη μέσα του.

    Η μέθοδος αυτή μπορεί να εντοπιστεί στο κείμενό μας στα εξής σημεία:

    - «Μάλιστα, ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν, αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά»: σε αυτό το σημείο χρησιμοποιείται η ειρωνεία ως σχήμα λόγου˙ είναι δηλαδή η προσποιητή χρησιμοποίηση λέξεων ή φράσεων που έχουν νόημα αντίθετο από εκείνο που έχει στον νου του αυτός που μιλάει.

    - «… ωραία τέχνη»: ο Σωκράτης χρησιμοποιεί σκόπιμα τη λέξη «τέχνη», η οποία είναι αμφίσημη. Μπορεί να σημαίνει επινόηση, τέχνη, αλλά και πανουργία, απάτη. Έτσι, υποδηλώνεται ειρωνική διάθεση και ο ακροατής προβληματίζεται για το ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενό της.

    - «… ωραία τέχνη κατέχεις», «Αφού όμως το λες εσύ …», «… έχεις μεγάλη πείρα σε πολλά ζητήματα»: στις φράσεις αυτές η ειρωνεία καλύπτεται πίσω από φαινομενικές φιλοφρονήσεις προς το πρόσωπο του Πρωταγόρα.

    - «… αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά»: η ειρωνεία εκφράζεται εδώ με την αμφισβήτηση για την ειδικότητα που ισχυρίζεται ότι κατέχει ο συνομιλητής του.

    Μελετώντας συνολικά τη στάση του Σωκράτη απέναντι στον σοφιστή Πρωταγόρα παρατηρούμε ότι ο φιλόσοφος δεν διατυπώνει τις θέσεις του δογματικά, αλλά εκφράζεται με ευγένεια και μετριοφροσύνη («δεν θεωρούσα …», «νομίζω πως …»). Παράλληλα, δείχνει να σέβεται την άποψη του συνομιλητή του και να αναγνωρίζει το κύρος του («δεν μπορώ να το αμφισβητήσω», «κάμπτομαι και πιστεύω … μόνος σου»). Συνεπώς, η λεπτή ειρωνεία που επισημάναμε στο ύφος του φιλοσόφου δεν έχει ως στόχο να προσβάλει και να υπονομεύσει το κύρος και την αξία του Πρωταγόρα, αλλά απλώς να τον προκαλέσει και να τον αναγκάσει να αναπτύξει διεξοδικά τις θέσεις του.

    β. Η διαλεκτική μέθοδος: η διαλεκτική είναι η μέθοδος του διαλόγου. Πρωταρχικός στόχος του Σωκράτη είναι να αναιρέσει σταδιακά τις θέσεις του συνομιλητή του θέτοντας απλοϊκές ερωτήσεις και στη συνέχεια να προσπαθήσει με μία νέα συζήτηση να συναγάγει ένα νέο συμπέρασμα, μια νέα προσέγγιση της αλήθειας.

    Έτσι, στην ενότητα αυτή παρακολουθούμε τον Σωκράτη να απευθύνει ερώτηση ήπιας και έμμεσης αμφισβήτησης των λεγομένων του Πρωταγόρα («Άραγε, […] παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου;») και έπειτα να διατυπώνει και να εξηγεί τη θέση του ότι η αρετή δεν είναι κάτι που διδάσκεται. Βρισκόμαστε δηλαδή στο στάδιο της διαλεκτικής μεθόδου, κατά το οποίο προσπαθεί να οδηγήσει τον Πρωταγόρα στην αναίρεση των θέσεών του.

    γ. Η μαιευτική μέθοδος: με τη χρήση αυτής της μεθόδου γίνεται προσπάθεια να εξαχθεί η σωκρατική άποψη από τον αντίπαλο. Ο ίδιος ο Σωκράτης, όπως η μαία, βοηθάει τον συνομιλητή του να επαναφέρει στη μνήμη του την αλήθεια που ήδη γνωρίζει.

    Έτσι στην αρχή της ενότητας προσποιείται ότι δεν κατανοεί το περιεχόμενο των λεγομένων του Πρωταγόρα («Άραγε, […] παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου; Γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνω […] κι εννοείς…»), ώστε να κινητοποιήσει τον αντίπαλό του να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Επίσης, στο τέλος του λόγου του τον προκαλεί να αναλύσει «με τρόπο εναργέστερο» το διδακτό της αρετής οδηγώντας τον Πρωταγόρα σε μια διεξοδική ανάπτυξη των απόψεών του.

    δ. Η επαγωγική μέθοδος («ἐπακτικοὶ λόγοι»): επαγωγική είναι η μέθοδος που ακολουθούσε ο Σωκράτης για την αναζήτηση της απόλυτης ουσίας των ηθικών εννοιών, με σκοπό την εξαγωγή καθολικών ορισμών («τὸ ὁρίζεσθαι καθόλου») και συμπερασμάτων, που να ξεπερνούν την εμπειρία και να φτάνουν σε μια απόλυτη γνώση για την αλήθεια του καλού και του κακού, της αδικίας και του δικαίου, της ομορφιάς και της ασχήμιας, της σωφροσύνης και της άνοιας, του θάρρους και της δειλίας, της ορθής διακυβέρνησης και της δεσποτείας. Για να πετύχει τον στόχο αυτό αντλούσε παραδείγματα από την καθημερινή ζωή και την εμπειρία.

    Το ίδιο παρατηρούμε ότι συμβαίνει και στην παρούσα ενότητα: προκειμένου ο Σωκράτης να αποδείξει το μη «διδακτόν» της πολιτικής αρετής, χρησιμοποιεί παραδείγματα από την πολιτική πρακτική και την καθημερινή ζωή, όπως το ποιος παίρνει τον λόγο στην Εκκλησία του Δήμου ανάλογα με το θέμα που συζητείται, το αν ο Περικλής κατάφερε να διδάξει την πολιτική αρετή στους γιους του και ο Αρίφρονας στον Κλεινία. 
  10.  
    Γ. ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ: "Όχι, Σωκράτη ... να σας πω έναν μύθο"


    Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν οι σοφιστές ήταν ο μύθος, η διάλεξη και ο σχολιασμός ποιητικών κειμένων. Στις ενότητες που θα διδαχτούμε, θα παρακολουθήσουμε τον Πρωταγόρα να χρησιμοποιεί τις δύο πρώτες μεθόδους, για να αποδείξει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.

    Συγκεκριμένα, ο μύθος είναι μία φανταστική αφήγηση που προέρχεται είτε από την παράδοση, είτε αποτελεί δημιούργημα κάποιου διανοητή (στην προκείμενη περίπτωση, ο μύθος που θα ακολουθήσει είναι μάλλον επινόηση του Πρωταγόρα). Έχει χαρακτήρα ποιητικό (που του προσδίδει χάρη και γοητεία) και συμβολικό (με τη χρήση κυρίως συμβόλων ή αλληγοριών). Ωστόσο, ο μύθος από μόνος του δεν είναι επαρκής μέθοδος απόδειξης ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα. Οι σοφιστές τον χρησιμοποιούσαν συχνά, γιατί καθιστούσε πιο εύληπτα τα νοήματα, τους επέτρεπε να εντυπωσιάζουν το ακροατήριό τους και να κάνουν επίδειξη γνώσεων.

    Από την άλλη, η διάλεξη είναι η θεωρητική διαπραγμάτευση ενός θέματος σε συνεχή λόγο. Πρόκειται για επιδεικτική μακρηγορία, στην οποία αναπτύσσονται επιχειρήματα και συλλογισμοί, και είναι πειστικότερη και αποδεικτικότερη από τον μύθο. Επειδή, όμως, δεν δίνει τον απαραίτητο χρόνο στον ακροατή να εξετάσει τις ιδέες που παρουσιάζονται, θεωρείται περισσότερο μέθοδος πειθούς, κατάλληλη για τις πολιτικές συνελεύσεις και τα δικαστήρια, παρά μέθοδος προσέγγισης και κατάκτησης της αλήθειας. 

    Δ. ΗΘΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ



    Η ζωντάνια και η παραστατικότητα που διέπουν τον διάλογο μεταξύ του Πρωταγόρα και του Σωκράτη μας δίνουν τη δυνατότητα να διαγράψουμε με ενάργεια το ήθος τους.

    Έτσι, παρατηρούμε ότι ο Πρωταγόρας εμφανίζεται γεμάτος αυτοπεποίθηση και σιγουριά ότι μπορεί να διδάξει την «εὐβουλία». Η αυτοπεποίθησή του κορυφώνεται μετά την εσκεμμένη αμφισβήτηση των δυνατοτήτων του από τον Σωκράτη. Διαφοροποιείται από τους άλλους σοφιστές και υπερτονίζει το «εγώ» του. Η αυτεπίγνωση της αξίας του στους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας τον οδηγεί σε αυτοπροβολή και τάση επίδειξης. Άλλωστε, είναι ένας καταξιωμένος και φημισμένος δάσκαλος, που έχει βιώσει τον σεβασμό των συγχρόνων του και το κύρος του είναι αδιαμφισβήτητο. Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτονται από τα εξής χωρία : «Το μάθημα [το οποίο] διδάσκω …», «Αυτό ακριβώς, Σωκράτη, είναι το μάθημα που ισχυρίζομαι πως διδάσκω», «Εγώ νομίζω πως είναι πιο χαριτωμένο να σας πω έναν μύθο».

    Με τη σειρά του, ο Σωκράτης είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί με ευγένεια, σεβασμό και λεπτότητα να διαφωνήσει με τον συνομιλητή του. Χρησιμοποιεί λεπτή «ειρωνεία», χωρίς όμως να γίνεται προσβλητικός. Διακρίνεται για τη λογική και συγκροτημένη σκέψη του, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει την αλήθεια στην οποία είναι προσηλωμένος. Τέλος, δείχνει να αντιμετωπίζει με ηρεμία τις αντίθετες απόψεις και να μην παραφέρεται. Δηλωτικές των παραπάνω γνωρισμάτων του είναι οι φράσεις: «Άραγε παρακολουθώ σωστά τα λεγόμενά σου;», «Αφού όμως το λες εσύ, εγώ δεν μπορώ να το αμφισβητήσω.», «Αλλά το σωστό εκ μέρους μου είναι να πω για ποιο λόγο νομίζω πως …», «Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, …και κάνε το». 

    Ε. ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ



    Το κείμενο είναι πλούσιο σε πληροφορίες που σχετίζονται με τη ζωή στην αρχαία Αθήνα και με τα όργανα με τα οποία λειτουργούσε το δημοκρατικό πολίτευμα. Μπορούμε, λοιπόν, να εντοπίσουμε τα εξής:

    - «… οι Αθηναίοι είναι σοφοί»

    Η φράση παραπέμπει στην κοινή αντίληψη ότι η Αθήνα ήταν το κέντρο της καλλιτεχνικής δραστηριότητας και της καλλιέργειας των γραμμάτων, ένα κέντρο πολιτισμού, στο οποίο συνέρρεαν είτε ως επισκέπτες είτε για μόνιμη εγκατάσταση πνευματικοί άνθρωποι, καλλιτέχνες κ.τ.λ. Έτσι εξηγείται το πλήθος χαρακτηρισμών που αποδόθηκαν από πολλούς αρχαίους συγγραφείς και στους Αθηναίους, αλλά και στην ίδια την Αθήνα για να εξάρουν αυτά της τα γνωρίσματα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο Ισοκράτης χαρακτηρίζει τους Αθηναίους «σοφωτάτους τῶν Ἑλλήνων», ενώ η Αθήνα ονομάζεται από τον Θουκυδίδη (Ἱστορίαι ΙΙ, 41) «τῆς Ἑλλάδος παίδευσις» και από τον Πλάτωνα στον Πρωταγόρα (337 d) «πρυτανεῖον τῆς σοφίας».

    - «η Εκκλησία του Δήμου»

    Η Εκκλησία του Δήμου ήταν το ανώτατο όργανο στην άμεση αθηναϊκή δημοκρατία. Την αποτελούσαν οι γνήσιοι και ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες, που δεν ήταν περισσότεροι από 40.000. Λάβαιναν βέβαια μέρος σ' αυτή πολύ λιγότεροι. Σε έκτακτες συνεδριάσεις ήταν αρκετή η παρουσία 6.000 πολιτών για να ληφθούν αποφάσεις. Η Εκκλησία του Δήμου συνεδρίαζε παλαιότερα στην Αγορά και αργότερα στην Πνύκα. Οι συνελεύσεις του δήμου ήταν τρεις έως τέσσερις στη διάρκεια καθε πρυτανείας (σε διάστημα δηλαδή 36 περίπου ημερών).

    Στην Εκκλησία του Δήμου ο κάθε πολίτης, εφόσον είχε συμπληρώσει το 20ό έτος της ηλικίας του και δεν του είχαν αφαιρεθεί τα πολιτικά δικαιώματα, είχε δικαίωμα να ανέβει στο βήμα και να αναπτύξει τις απόψεις του πάνω σε προτάσεις και προβουλεύματα της βουλής των πεντακοσίων. Η ψηφοφορία και η λήψη αποφάσεων γινόταν συνήθως με ανάταση των χειρών (χειροτονία). Η εκκλησία του δήμου αποφάσιζε για θέματα εξωτερικής πολιτικής (σύναψη συμμαχιών, κήρυξη πολέμου, σύναψη ειρήνης, κ.τ.λ.), ψήφιζε νόμους, εξέλεγε άρχοντες κ.τ.λ.

    - «… και ωραίος και πλούσιος και από μεγάλη οικογένεια»

    Η φράση φανερώνει ποιες κοινωνικές αξίες προσδιόριζαν τη θέση του Αθηναίου πολίτη. Οι αξίες, λοιπόν, αυτές ήταν η ωραία εξωτερική εμφάνιση, ο πλούτος και η ευγενική καταγωγή.

    - «οι τοξότες»

    Ήταν ένα σώμα 1200 περίπου ανδρών, που έπαιρνε διαταγές από τους πρυτάνεις. Ονομάζονταν και Σκύθες, γιατί στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. αποτελούνταν από μισθοφόρους ή δούλους από τη Σκυθία ή άλλες χώρες του βορρά. Έργο των τοξοτών ήταν να επαγρυπνούν για την τάξη στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, στα δικαστήρια και στις γιορτές.

    - «… με διαταγή των πρυτάνεων»

    Πρυτάνεις ονομάζονταν οι 50 βουλευτές κάθε φυλής, οι οποίοι για 35 ή 36 ημέρες ασκούσαν την εξουσία. Η σειρά με την οποία κάθε φυλή είχε αυτή την τιμή καθοριζόταν με κλήρο. Οι πρυτάνεις έμεναν και σιτίζονταν στη Θόλο, ένα ειδικό κυκλικό οικοδόμημα στην αγορά, και αμείβονταν με έναν οβολό περισσότερο από τους άλλους βουλευτές (συνολικά μια δραχμή).

    Καθημερινά εκλεγόταν ο επιστάτης των πρυτάνεων, πρόεδρος της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου, ο οποίος είχε στα χέρια του, για ένα ημερονύχτιο, τα κλειδιά των ιερών, όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί και τα αρχεία, καθώς και η σφραγίδα του κράτους.

    Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. την προεδρία των συνελεύσεων είχε ο επιστάτης των εννέα προέδρων, οι οποίοι εκλέγονταν ανάμεσα από τους βουλευτές των φυλών που δεν είχαν την πρυτανεία. Με τη μεσολάβηση των πρυτάνεων η βουλή ερχόταν σε επαφή με την Εκκλησία του Δήμου, τους άρχοντες και τους απλούς πολίτες. Αυτοί συγκαλούσαν σε περίπτωση ανάγκης τη Βουλή, την Εκκλησία του Δήμου, τους στρατηγούς. Αυτοί πρότειναν στις συνελεύσεις τα σχέδια νόμων, τα οποία, όταν ψηφίζονταν από τον δήμο, αποκτούσαν ισχύ νόμων.

    Οι πρυτάνεις κάθονταν πίσω και ψηλότερα από το βήμα των αγορεύσεων. Όταν ο ομιλητής ξέφευγε από τους κανονισμούς, ή προκαλούσε δικαιολογημένα τα γέλια ή τις διαμαρτυρίες του πλήθους, ο πρόεδρος των πρυτάνεων έδινε εντολή στον κήρυκα να φωνάξει τους τοξότες για να τον απομακρύνουν.

    - «σηκώνεται και δίνει συμβουλές»

    Όποιος πολίτης ήθελε να πάρει τον λόγο στην Εκκλησία του Δήμου, ανέβαινε στο βήμα φορώντας στο κεφάλι στεφάνι από μυρτιά, ένα διακριτικό σημάδι που υποδήλωνε ότι αυτοί που το φορούσαν ήταν αγορητές που μιλούσαν για το δημόσιο συμφέρον.

    - «… των νεαρών από δω»

    Οι γιοι του Περικλή, οι οποίοι ήταν παρόντες στη συζήτηση του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα, ήταν ο Ξάνθιππος και ο Πάραλος.

    - «… τους μόρφωσε καλά»

    Η εκπαίδευση στην αρχαία Αθήνα ήταν ιδιωτική. Οι εύποροι Αθηναίοι προσελάμβαναν για τα παιδιά τους δάσκαλο στο σπίτι, ο οποίος τους δίδασκε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, μουσική κ.ά.. Υπήρχαν όμως και τα διδασκαλεία στα οποία μπορούσαν να στείλουν τα παιδιά τους. Στόχος της αγωγής τους ήταν η ευρύτερη ηθικοπνευματική καλλιέργεια, η διάπλαση του χαρακτήρα τους και η ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους, ώστε να καταστούν «καλοὶ κἀγαθοὶ πολίτες». Από τα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα οι σοφιστές αναλάμβαναν να δώσουν σε νέους ανώτερη παιδεία, ώστε αυτοί να γίνουν ικανοί να διαπρέψουν στη δημόσια ζωή (στην ενότητα 7 θα γίνει πιο αναλυτικός λόγος για το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας). 

7.3.11

Ερμηνευτικά σχόλια ενότητας 3
γυμνόν τα καὶ ἀνυπόδητον καὶ ἄστρωτον καὶ ἄοπλον: Η απρονοησία του
Επιμηθέα καθιστά την επιβίωση του ανθρώπινου είδους εξαιρετικά δύσκολη,
καθώς ο άνθρωπος είναι «ελλειπτικός» σε σχέση με όλα τα άλλα όντα. Η
σύγχρονη ανθρωπολογία επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση.
ἔντεχνον σοφίαν: το σύνολο των τεχνικών γνώσεων, που αναπληρώνουν την
ελλειπτικότητα του ανθρώπου σε εφόδια και φυσικά μέσα επιβίωσης.
Διός φύλακαι: Το Κράτος και η Βία, οι φρουροί του Δία, ο σκληρός ρόλος των
οποίων παρουσιάζεται με ενάργεια στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.
…κλοπῆς δίκην μετῆλθεν: Ο Προμηθέας τιμωρήθηκε από τον Δία να
αλυσοδεθεί στον Καύκασο και ένας αετός να του τρώει κάθε μέρα το συκώτι, το
οποίο αναγεννάτο στη διάρκεια της νύχτας.
Βασικοί άξονες του μύθου είναι η απερισκεψία του Επιμηθέα, η σωτήρια
παρέμβαση του Προμηθέα και η τιμωρία του τελευταίου από τον Δία. Τελικός
σκοπός της φύσης είναι η επιβίωση των ειδών και αυτό επιχειρείται με τη
σύμμετρη και αντισταθμιστική διανομή των διαφόρων εφοδίων στους ζωντανούς
οργανισμούς. Η απρονοησία του Επιμηθέα διαταράσσει αυτή την ισορροπία, με
αποτέλεσμα ο άνθρωπος να μένει εντελώς ανυπεράσπιστος. Η σωτήρια και
γενναιόδωρη παρέμβαση του Προμηθέα του επιτρέπει, αξιοποιώντας τα δώρα
της έντεχνης εν πυρί σοφίας, να κινητοποιήσει τις φυσικές και νοητικές
ικανότητές του και να θέσει τις βάσεις του τεχνικού πολιτισμού που θα του
επιτρέψει να επιβληθεί στο περιβάλλον του. Η παρέμβαση του Προμηθέα είναι μια
μυθική προσέγγιση με συμβολικό χαρακτήρα στο ζήτημα της σταδιακής
προσαρμογής του ανθρώπου στο περιβάλλον και την επιβολή του σε αυτό με
πολλούς κόπους και θυσίες.
Στο μύθο καταγράφεται αλληγορικά η εξέλιξη του ανθρώπινου γένους.
Στο πρώτο, θεολογικό, στάδιο υπάρχουν μόνο θεοί, με τους οποίους ο κατά τα
άλλα αγνωστικιστής Πρωταγόρας συνδέει το ιστορικό στάδιο με εκείνο της
μακρινής προϊστορικής άγνοιας. Στο δεύτερο στάδιο έχουμε τη «γέννεσιν» των
θνητών και την άστοχη διανομή των εφοδίων από τον Επιμηθέα. Στο τρίτο
στάδιο ο Προμηθέας παρεμβαίνει σωτήρια χαρίζοντας στους ανθρώπους τη
«σπίθα» του νου και του πυρός. Το τέταρτο στάδιο αποτυπώνεται στην 4η
ενότητα, όταν ο Δίας, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι δεν κατορθώσουν να
επιβιώσουν χωρίς την πολιτική αρετή, δίνει μέσω του Ερμή την Αιδώ και τη Δίκη,
δηλ. την πολιτική τέχνη και την πολιτική οργάνωση.
Ετυμολογικά:
· νομή: από το ρ. νέμω
· ἄστρωτος: α στερ. + στρώννυμι
· χρήσιμος: από το ρ. χρήομαι-ῶμαι
· τέχνη: από το ἔτεκον (τίκτω)
7
Ερωτήσεις
1. Ποια στάδια της ιστορικής εξέλιξης του ανθρώπου απηχούνται στο μύθο
του Προμηθέα;
2. Ποιους τύπους ανθρώπων εκπροσωπούν ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας;
3. Ποια η συμβολική σημασία της παρέμβασης του Προμηθέα στην εξέλιξη
της πορείας του ανθρώπινου γένους;



Ερμηνευτικά σχόλια ενότητας 2
ἦν γὰρ ποτε χρόνος: Η έναρξη της αφήγησης θυμίζει παραμύθι (μια φορά κι
έναν καιρό …). Ο Πρωταγόρας έχει την ικανότητα με τέτοια μέσα του δημοτικού
ύφους να γοητεύσει τους ακροατές του.
θεοί μὲν ἦσαν: Ο Πρωταγόρας ήταν αγνωστικιστής. Επομένως η αναφορά σε
θεούς έχει αλληγορική σημασία. Ο Δίας είναι ο Λόγος, δηλαδή η νομοτέλεια που
συγκρατεί τη φύση. Οι άλλοι θεοί αντίστοιχα είναι όργανα αυτής της
νομοτέλειας.
Χρόνος εἰμαρμένος γεννέσεως: Μεταφυσική άποψη του σοφιστή, σύμφωνα με
την οποία οι θεοί κάποτε «γεννήθηκαν».
γῆς ἔνδον: αρχέγονη αντίληψη, που παραπέμπει στον «αυτοχθονισμό» (δηλαδή
ότι κάποιες φυλές «ξεφύτρωσαν» από τα σπλάχνα της γης.)
ἐκ γῆς καὶ πυρὸς: η αντίληψη αυτή παραπέμπει στην κοσμολογία του
Παρμενίδη, ότι όλα τα όντα προέρχονται από τη σύνθεση δύο στοιχείων, της γης
και του πυρός.
Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ: Τιτάνες, γιοι του Ιαπετού και της Κλυμένης. Ο
Προμηθέας θεωρείται ευεργέτης της ανθρωπότητας, γιατί χάρισε στους
ανθρώπους τη φωτιά και την έντεχνο σοφία, δηλαδή τη βάση του τεχνικού
πολιτισμού.
Ο Πρωταγόρας επιστρατεύει τον μύθο του Προμηθέα, για να αποδείξει ότι η
αρετή είναι διδακτή. Επιλέγει το μύθο, γιατί εκτιμά πως αυτός είναι
χαριέστερεος, όμως στη συνέχεια θα χρησιμοποιήσει και λόγον, για να
ερμηνεύσει το μύθο και να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του. Στο μύθο
συναντάμε φιλοσοφικές και κοσμολογικές αντιλήψεις, όπως την άποψη των
5
προσωκρατικών ότι τα έμβια όντα αποτελούνται από χώμα, φωτιά και όσα
αναμειγνύονται με αυτά (νερό και αέρα), καθώς και την ιδέα περί αναπλήρωσης,
δηλ. ότι κάθε οργανισμός υστερεί και υπερέχει έναντι των άλλων, ώστε να
εξασφαλίζεται στη φύση μια κάποια δυνατότητα επιβίωσης σε όλους τους
οργανισμούς, γεγονός που επιφέρει στον κόσμο την έννοια της ισορροπίας και
αρμονίας στη συμβίωση. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στην ειμαρμένη, που
παραπέμπει περισσότερο στο «πλήρωμα» του χρόνου, στην αναγκαστική δηλ.
μετάβαση της ζωής από ένα στάδιο σε άλλο υπό την πίεση της ανάγκης των
ειδών για επιβίωση.
Ο Πρωταγόρας αποδεικνύεται ένας άριστος αφηγητής ιστοριών (story teller) που
με ύφος απλό και παραστατικό κερδίζει την προσοχή του ακροατηρίου.
Ετυμολογικά:
· δύναμις: από το ρ. δύναμαι
· ἀσθενής: α στερ. + σθένος
· ἀμπίσχω: ἀμφί + ἴσχω
· ἱκανός: από το ρ. ἱκνέομαι-οῦμαι
· βορὰ: από το ρ. βιβρώσκω
· Προμηθέας - Ἐπιμηθέας: από το προ/ἐπί + μῆτις = σκέψη
Ερωτήσεις
1. Να σχολιάσετε τη διανομή των εφοδίων-ιδιοτήτων από τον Επιμηθέα.
2. Ποια αλληγορική σημασία αποκτά η παρουσία των θεών στο μύθο;
Ερμηνευτικά σχόλια ενότητας 1
Το θέμα που τίθεται είναι: ποιο ακριβώς είναι το αντικείμενο διδασκαλίας του
Πρωταγόρα. Στη θέση του σοφιστή ότι διδάσκει την πολιτική αρετή, ο Σωκράτης
αντιτείνει ότι αυτή δεν μπορεί να διδαχτεί. Τα επιχειρήματά του είναι:
α) Οι Αθηναίοι είναι σοφοί > Για ειδικά ζητήματα εμπιστεύονται μόνο τους
ειδικούς > όμως για πολιτικά ζητήματα ζητούν τη γνώμη κάθε πολίτη >
επομένως δεν θεωρούν ότι απαιτείται προγενέστερη ειδική γνώση για τέτοια
ζητήματα > άρα δεν τίθεται θέμα ιδιαίτερης διδασκαλίας για θέματα πολιτικής
β) Οι σοφοί και άριστοι Αθηναίοι πολίτες αδυνατούν να μεταβιβάσουν την αρετή
τους στα ίδια τους τα παιδιά και σε άλλους > επομένως η πολιτική αρετή δεν
διδάσκεται.
Τα επιχειρήματα αυτά αντλούνται από την καθημερινή εμπειρία. Αντέχουν στη
λογική, αν και είναι κάπως υπεραπλουστευμένα: Ο Σωκράτης π.χ. επικαλείται τη
θέση των πολλών, αν και ο ίδιος δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τη στάση του συχνά
ανεύθυνου πλήθους. Επίσης, η άποψη ότι οι άριστοι πολίτες αδυνατούν να
διδάξουν οτιδήποτε στους επιγόνους τους είναι συζητήσιμη και σχετική. Το ίδιο
το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργούσε παιδευτικά για τους πολίτες, ενώ ο
Περικλής ονομάζει την Αθήνα «Ἑλλάδος παίδευσιν» (βλ. Επιτάφιο του Περικλή).
Φαίνεται ότι ο Σωκράτης ενδιαφέρεται κυρίως να προκαλέσει τον αντίπαλό του,
ώστε να εκθέσει εκείνος τις απόψεις του και να έχει στη συνέχεια ο ίδιος την
ευκαιρία να τις ανασκευάσει. Η μέθοδος του Σωκράτης είναι επαγωγική: Ξεκινά
από επιμέρους εμπειρικές διαπιστώσεις, για να οδηγηθεί σε ένα γενικό
συμπέρασμα (ότι η αρετή δεν είναι διδακτή). Η συνέχεια του διαλόγου δείχνει ότι
και ο ίδιος ο Σωκράτης δεν πίστευε στο μη διδακτό της αρετής. Επιδιώκει όμως
τεχνηέντως να οδηγήσει τον Πρωταγόρα στη διαδικασία απόδειξης της θέσης
του πεπεισμένος ότι εκείνος θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Τότε θα έχει ο ίδιος ο
Σωκράτης την ευκαιρία να το κάνει με διαλεκτικό τρόπο, αποδομώντας έτσι τη
σοφιστική ηθική ρητορική.
Ερωτήσεις
1. Να σχολιάσετε τη στάση των Αθηναίων να απωθούν τους μη ειδικούς
που θέλουν να εκφέρουν άποψη για ειδικά ζητήματα, αλλά να δίνουν το
λόγο σε όλους τους πολίτες, όταν πρόκειται για ζητήματα γενικής
πολιτικής.
2. Με ποια επιχειρήματα υποστηρίζει τη θέση του ο Σωκράτης; Να τα
αξιολογήσετε.

4.1.11

Ενότητα 4η (322A-323A)
Μετάφραση
Και επειδή ο άνθρωπος πήρε μερίδιο από τον κλήρο των θεών,
πρώτα μόνος από τα ζωντανά πίστεψε σε θεούς λόγω της συγγένειάς του
με τον θεό, και προσπαθούσε να εγκαθιδρύσει βωμούς και αγάλματα των
θεών· έπειτα με την επιδεξιότητά του γρήγορα ανακάλυψε τη γλώσσα
και τις λέξεις και βρήκε κατοικίες και ρούχα και υποδήματα και
σκεπάσματα και τις τροφές από τη γη. Έτσι λοιπόν εφοδιασμένοι οι
άνθρωποι τον πρώτο καιρό κατοικούσαν διασκορπισμένοι, πόλεις όμως
δεν υπήρχαν· καταστρέφονταν λοιπόν από τα θηρία, επειδή ήταν από
όλες τις πλευρές πιο αδύναμοι από αυτά, και οι τεχνικές τους γνώσεις
ήταν σε αυτούς σημαντική βοήθεια για την τροφή τους, ανεπαρκής
ωστόσο για τον πόλεμο με τα θηρία· γιατί δεν είχαν ακόμη την τέχνη για
την οργάνωση της πολιτείας, μέρος της οποίας είναι η πολεμική τέχνη·
ένιωθαν λοιπόν την ανάγκη να μαζεύονται πολλοί και να εξασφαλίζουν
την σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις. Όμως, όποτε συγκεντρώνονταν,
αδικούσαν ο ένας τον άλλο, μια και δεν είχαν την πολιτική τέχνη, ώστε
πάλι διασκορπίζονταν και καταστρέφονταν.
Ο Δίας τότε επειδή φοβήθηκε για το γένος μας, μήπως αφανισθεί
εντελώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους τον σεβασμό και τη
δικαιοσύνη, για να επικρατήσει τάξη στις πόλεις και σχέσεις που
συνδέουν με φιλία τους ανθρώπους. Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής τον Δία με
ποιον τέλος πάντων τρόπο να δώσει στους ανθρώπους τον σεβασμό και
τη δικαιοσύνη· ‘‘ποιο από τα δύο, όπως έχουν μοιραστεί οι
επαγγελματικές τέχνες, έτσι να μοιράσω και αυτές; Και έχουν μοιραστεί
ως εξής: ένας που κατέχει την ιατρική είναι επαρκής για πολλούς πολίτες,
το ίδιο και οι άλλοι τεχνίτες· με τον ίδιο λοιπόν τρόπο να βάλω μέσα
στους ανθρώπους και τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό ή να τις μοιράσω
σε όλους;’’ ‘‘Σε όλους,’’ είπε ο Δίας, ‘‘και όλοι να έχουν μερίδιο· γιατί δεν
θα γινόταν να υπάρξουν πολιτείες, αν λίγοι έχουν μερίδιο σε αυτές, όπως
ακριβώς σε άλλες τέχνες επαγγελμάτων· και θέσπισε ένα νόμο εκ μέρους
μου, αυτόν που δεν μπορεί να κρατήσει το μερίδιό του στον σεβασμό και
τη δικαιοσύνη να τον σκοτώνουν, γιατί είναι αρρώστια της πολιτείας.’’
Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και για αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και
οι Αθηναίοι, όταν γίνεται λόγος για ζήτημα σχετικό με την ικανότητα
του αρχιτέκτονα ή για κάποια άλλη τεχνική ικανότητα, νομίζουν ότι
λίγοι έχουν το δικαίωμα συμβουλής, και εάν κάποιος που είναι έξω από
τους λίγους επιχειρεί να δίνει συμβουλές δεν τον δέχονται, όπως το λες·
ορθά, όπως εγώ ισχυρίζομαι. Όταν όμως πάνε να συσκεφθούν για
σχετικό με την πολιτική αρετή, η οποία πρέπει να διέπεται ολόκληρη από
δικαιοσύνη και σωφροσύνη, ορθά δέχονται κάθε άνθρωπο με την ιδέα
ότι αρμόζει ασφαλώς στον καθένα να μετέχει σε αυτήν την αρετή, αλλιώς
δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν πολιτείες. Αυτή, Σωκράτη, είναι η αιτία
αυτού του πράγματος.


Ενότητα 4η
Η πολιτική οργάνωση και η ικανότητα δημιουργίας θεσμών είναι η τρίτη
και ουσιωδέστερη δωρεά των θεών στους ανθρώπους· προέρχεται
μάλιστα από τον ίδιο τον Δία. Στην ενότητα αυτή ο Δίας παρουσιάζεται
ως θεός που προνοεί και ενδιαφέρεται για το μέλλον του ανθρώπινου
γένους. Ενδιαφέρον προκαλεί ο τρόπος της διανομής της αἰδοῦς και της
δίκης. Ήδη έχουν διανεμηθεί στους ανθρώπους οι άλλες δημιουργικές
τέχνες -προφανώς ως απόρροια της ἔντεχνης σοφίας και του πυρός- με
τον εξής τρόπο: ἑκάστη καθ' ἕκαστον. Όμως η εντολή στην περίπτωση
της αἰδοῦς και της δίκης είναι ρητή: Να διανεμηθούν σε όλους, χωρίς
εξαίρεση.
Για ποιον τότε λόγο ο Δίας θέτει ως συμπλήρωμα της δωρεάς του
την εντολή να σκοτώνεται ως νόσος της πόλεως αυτός που δεν θα
μετάσχει στα δύο θεϊκά αγαθά; Προφανώς ο Πρωταγόρας, που διηγείται
τον μύθο, δέχεται κάποια φυσική κλίση και βαθμό άσκησης στα
προσφερόμενα αγαθά. Έτσι είναι δυνατόν να παρατηρηθούν
διαβαθμίσεις κατά την κατοχή τους που ίσως να οδηγούσαν -έστω
λίγους- σε άρνηση της θεϊκής δωρεάς. Ορισμένοι δηλαδή άνθρωποι δεν
θα είχαν την ανάλογη φυσική κλίση ώστε να δεχθούν τη θεϊκή δωρεά.
Τότε θα κατέρρεε και το επιχείρημα του Πρωταγόρα σχετικά με την
πολιτική τέχνη, αφού δεν θα ήταν κοινό κτήμα, απόκτημα όλων των
ανθρώπων.
Ο σοφιστής όμως, καθώς ολοκληρώνει τη διήγησή του, δηλώνει ότι
η πολιτική ικανότητα είναι κοινό αγαθό και θεωρεί ότι αποδείχθηκε το
ζητούμενο. Ο Σωκράτης δεν μπορεί πλέον να αμφισβητεί την πρακτική
που ακολουθεί η πόλη των Αθηνών κατά τις συνελεύσεις της εκκλησίας
του δήμου. Όλοι οι πολίτες ως κάτοχοι των ιδιοτήτων που απορρέουν
από την αἰδῶ και την δίκη μπορούν και έχουν το δικαίωμα να
εκφράζουν τη γνώμη τους και να φέρουν την αντίστοιχη ευθύνη για
αυτήν την πράξη τους. Η πόλη ωφελείται από τη συγκεκριμένη
συμπεριφορά των πολιτών. Βέβαια στη σοφιστική αυτή θέση οφείλουμε
να αναγνωρίσουμε και το εξής γεγονός. Εδώ διαφαίνεται για πρώτη
φορά η συμβατικότητα της κοινωνίας σχετικά με αυτό το θέμα· η
κοινωνία αποδέχεται σιωπηρά κάθε πολίτη και τον θεωρεί ικανό στα
πολιτικά. Ποιος όμως εγγυάται και το ορθό αποτέλεσμα της κοινής, κατά
τον Πρωταγόρα, πολιτικής ικανότητας; Στη συνέχεια του διαλόγου θα
φανεί το σαθρό του επιχειρήματος.
Ενότητα 3η (321B-322A)
Μετάφραση
Eπειδή όμως ο Επιμηθέας δεν ήταν και πολύ σοφός δεν πήρε είδηση ότι
ξόδεψε όλες τις ικανότητες στα άλογα ζώα· του έμενε ωστόσο
αφρόντιστο το ανθρώπινο γένος και δεν ήξερε τι να κάνει. Την ώρα που
βρισκόταν σε αμηχανία έρχεται ο Προμηθέας, για να επιθεωρήσει τη
μοιρασιά. Και βλέπει τα άλλα ζώα εφοδιασμένα με όλα και όπως τους
ταίριαζε, τον άνθρωπο όμως γυμνό και ξυπόλυτο, δίχως σκεπάσματα και
αρματωσιά. Είχε φτάσει κιόλας η ημέρα που όρισε η μοίρα να βγει και ο
άνθρωπος από τη γη στο φως του ήλιου. Καθώς ο Προμηθέας βρισκόταν
σε δύσκολη θέση, με ποιον τρόπο να σώσει το ανθρώπινο γένος, κλέβει
από τον Ήφαιστο και την Αθηνά τη σοφή τέχνη και τη φωτιά -γιατί
χωρίς φωτιά η τέχνη αυτή δεν μπορεί να γίνει κτήμα κανενός ούτε να του
σταθεί χρήσιμη- και έτσι την κάνει δώρο στον άνθρωπο.
Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο άνθρωπος πήρε την τέχνη που τον
βοηθά να ζήσει, αλλά δεν είχε την πολιτική τέχνη· γιατί αυτή βρισκόταν
δίπλα στο θρόνο του Δία. Όμως δεν επιτρεπόταν πλέον στον Προμηθέα
να μπει στην ακρόπολη του Δία· υπήρχαν εκεί οι φοβεροί
καστροφύλακες του Δία. Μπήκε όμως κρυφά στο συνεταιρικό εργαστήρι
της Αθηνάς και του Ηφαίστου, που μέσα εκεί ασκούσαν την τέχνη τους,
και κλέβει και του Ηφαίστου την τέχνη της φωτιάς και την άλλη, της
Αθηνάς, και τις δίνει στον άνθρωπο. Και έτσι ο άνθρωπος απόκτησε
εφόδια για να ζήσει, ο Προμηθέας όμως, όπως λένε, εξαιτίας του
Επιμηθέα σε λίγο δικάστηκε για κλοπή.

Ενότητα 3η
Μετά τη σπάταλη νομή του Επιμηθέα ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως το
μόνο θνητό ον που στερείται δεξιοτήτων και δημιουργικών ιδιοτήτων. Ο
Επιμηθέας βρίσκεται σε αμηχανία διότι δεν προνόησε να δώσει στον
άνθρωπο ούτε τις βασικές ‘δυνάμεις’, οι οποίες θα χρησίμευαν ως μέσο
συντήρησης και διαιώνισής του. Ο ρόλος του Προμηθέα. Η ειμαρμένη
ημέρα ωθεί τον προνοητικό θεό στην κλοπή των δώρων που θα
διατηρήσουν στη ζωή το γένος των ανθρώπων. Πρώτο του μέλημα η
χορήγηση των αναγκαίων μέσων συντήρησης αλλά όχι μόνον. Η έντεχνος
σοφία (ο όρος μάλλον υποδεικνύει την πνευματική υπεροχή και την
ικανότητα της εφεύρεσης, καθώς και τις πρακτικές, κατασκευαστικές
δεξιότητες) είναι δωρεά που υπερέχει σε σύγκριση με τις απλές
χορηγήσεις του Επιμηθέα στα ζώα.
Η λέξη εὐπορία δείχνει την ποιότητα αυτής της δωρεάς. Πρόκειται
για το δεύτερο σκαλί της θεϊκής χορηγίας: ο άνθρωπος είναι ικανός
πλέον να προστατευθεί από τη φύση αλλά και να δημιουργήσει τεχνικό
πολιτισμό. Δεν μπορεί πάντως να αντιτάξει και αποτελεσματική άμυνα
κατά των φυσικών εχθρών του ούτε και να συγκροτήσει πολιτική
κοινωνία. Όμως η έντεχνος σοφία και το πυρ θα υποδείξουν, στη
συνέχεια της αφήγησης του Πρωταγόρα (βλ.4η εν.), τη συγγένεια του
ανθρώπου με τους θεούς, καθώς και το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της
συγγένειας που είναι η πίστη στους θεούς και η εφεύρεση της γλώσσας.
Το βασικό πάντως αγαθό με το οποίο ο άνθρωπος θα καταστεί ικανός να
οργανώσει ένα σύστημα πολιτικής διοίκησης και να θεσπίσει νόμους δεν
περιλαμβάνεται στην προμηθεϊκή δωρεά. Ο Πρωταγόρας στον μύθο του
προετοιμάζει την ύψιστη δωρεά, η οποία δεν μπορεί να προέρχεται από
κανέναν άλλον παρά μόνον από τον ύπατο των θεών, τον Δία.
Πλάτωνος Πρωταγόρας, Ενότητα 2η (320D-321B)
Μετάφραση
Ήταν κάποτε μια εποχή, όταν υπήρχαν θεοί, αλλά δεν υπήρχαν ζώα
καμιάς ράτσας επάνω στη γη. Και όταν ήρθε η ώρα που όρισε και για
αυτά η μοίρα να έρθουν στον κόσμο, τα πλάθουν οι θεοί μέσα στη γη,
αφού ανέμειξαν χώμα και φωτιά και ό,τι μπορεί να αναμειχθεί με χώμα
και φωτιά. Λοιπόν, την ώρα που ήταν να τα ανεβάσουν στο φως του
ήλιου, έδωσαν εντολή στον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να τα
κοσμήσουν και να τους μοιράσουν ικανότητες, τέτοιες που να ταιριάζουν
στο καθένα τους. Τότε ο Επιμηθέας παρακαλεί τον Προμηθέα να κάνει
μόνος του την μοιρασιά: Αφού τα μοιράσω, είπε, έλα να τα επιθεωρήσεις.
Έτσι τον έπεισε και κάνει αυτός τη μοιρασιά. Κάνοντας όμως την
μοιρασιά σε μερικά έδινε δύναμη, όχι όμως και ταχύτητα, τα πιο
αδύνατα πάντως τα εφοδίαζε με ταχύτητα· σε άλλα έδινε όπλα, για όσα
όμως άφηνε χωρίς οπλισμό σοφιζόταν κάποια άλλη ικανότητα, για να
διατηρούνται στη ζωή. Δηλαδή σε αυτά που έκλεισε μέσα σε μικρό σώμα
χάριζε γοργά φτερά ή υπόγεια κατοικία· όσα πάλι τα προίκιζε με μεγάλο
σώμα, με αυτό το ίδιο τα διέσωζε· και τις άλλες χάρες τις μοίραζε
κρατώντας αυτό το δίκαιο μέτρο.
Και τα σοφιζόταν αυτά γιατί φοβόταν μήπως καμιά ράτσα
εξαφανισθεί. Ύστερα, αφού τα εφοδίασε με αυτά που δεν θα αφάνιζαν
το ένα το άλλο, σοφιζόταν τρόπους να τα προστατεύσει από τις αλλαγές
του καιρού, που τις ρυθμίζει ο Δίας, ντύνοντάς τα με πυκνό τρίχωμα και
χοντρές προβιές, ικανά να τα προφυλάξουν από το κρύο, αλλά και να τα
φυλάξουν από τη ζέστη. Και όταν πάνε για ύπνο, φρόντισε πάλι το
καθένα τους να έχει σκεπάσματα ταιριαστά και δοσμένα από τη φύση.
Και ως παπούτσια έδωσε σε άλλα οπλές, σε άλλα[τρίχες] και δέρματα
χοντρά χωρίς αίμα. Νοιάστηκε ακόμη για το καθένα τους να βρίσκει
διαφορετική τροφή, άλλο χορτάρι της γης, άλλο καρπούς δέντρων και
άλλο ρίζες· μάλιστα σε μερικά έδωσε ως τροφή τη σάρκα άλλων ζώων.
Αυτά τα τελευταία καθόρισε να γεννούν λίγα, τα θύματά τους όμως να
γεννούν πολλά μικρά, βρίσκοντας έτσι τρόπο να σωθεί η ράτσα τους.

Πλάτωνος Πρωταγόρας, Ενότητα 2η
Ερμηνευτικός σχολιασμός
Το κείμενο της 2ης, 3ης και 4ης ενότητας ακολουθεί αμέσως μετά τις δύο
αντιρρήσεις - ενστάσεις του Σωκράτη σχετικά με το μάθημα που διδάσκει
ο Πρωταγόρας. Οι αντιρρήσεις αυτές εν περιλήψει ήταν: α) η αυθαίρετη
δικαιοδοσία κάθε Αθηναίου πολίτη να μιλήσει για θέματα της πόλης και
β) η αποτυχία των γνωστών Αθηναίων πολιτικών να δημιουργήσουν
απογόνους που θα κατέχουν την πολιτική ικανότητα. Αυτό το τελευταίο
συνεπάγεται πως αυτού του είδους η ικανότητα δεν είναι διδακτή.
Ο Πρωταγόρας αρχικά απαντά και τοποθετείται απέναντι στην
πρώτη αντίρρηση με έναν κοσμογονικό μύθο. Σκοπός του ασφαλώς είναι
να αποδείξει ότι η ικανότητα στην πολιτική -δεν έχει ακόμη ονομασθεί
αρετή- είναι κοινό κτήμα όλων των πολιτών. Υποστηρίζει λοιπόν ότι η
πολιτική ικανότητα συγκροτείται από μια τριμερή διάκριση δυνάμεων ή
ικανοτήτων, τις οποίες θα χορηγήσουν στα θνητά όντα διάφορες
θεότητες. Πρώτα ο Επιμηθέας (ἐπὶ+μῆτις=σκέψη) διανέμει στα άλογα ζώα
δυνάμεις και ικανότητες προς διαιώνιση του είδους. Δεύτερη χορηγία
είναι αυτή του Προμηθέα (πρὸ+μῆτις). Αυτός που θα λάβει τη χορηγία
αυτή, του δεύτερου επιπέδου, είναι ο άνθρωπος, στον οποίο δωρίζεται η
έντεχνος σοφία και το πυρ. Τρίτη και ουσιωδέστερη δωρεά είναι αυτή
του Δία. Ο ύπατος των θεών δωρίζει στον άνθρωπο την πολιτική
ικανότητα (αιδώς και δίκη).
2η ενότητα: Ἦν χρόνος· η φράση αυτή δημιουργεί ένα σκηνικό,
ένα κάλυμμα μυθικό στη διήγηση του Πρωταγόρα: η δημιουργία του
κόσμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διήγηση οι θεοί προϋπάρχουν πριν από
τη δημιουργία του κόσμου, ενώ τα θνητά γένη (κάθε είδους)
δημιουργούνται από τους θεούς. Η φωτιά και η γη αποτελούν το υλικό
κατασκευής των γενών, το πρωταρχικό τους στοιχείο. Τα υπόλοιπα
χαρακτηριστικά, διαφορετικής ποιότητας για κάθε γένος, αναλαμβάνουν
να τα παράσχουν ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας. Τα ονόματα των δύο
θεών είναι δηλωτικά και των προθέσεών τους (προμηθοῦμαι=προνοώ για
κάτι εκ των προτέρων, ἐπιμηθής= αυτός που δείχνει καθυστερημένη
επιμέλεια, φροντίδα). Ο ρόλος του Επιμηθέα: διανομέας αλλά και αυτός
που καταναλώνει τις φυσικές ικανότητες και δυνάμεις. Πού εξαντλείται
η ευλάβεια (=φόβος) του Επιμηθέα; Μή τι γένος ἀϊστωθείη. Εξάλλου το
ρήμα εμηχανάτο δείχνει τον βαθμό της προνοητικότητάς του: δημιουργεί
παντού ζεύγη ισχύος και φυσικής αδυναμίας με άμεσο σκοπό τη σωτηρία
(=διαιώνιση) του εκάστοτε άλογου ζώου. Η διανομή του είναι πλήρης,
αφού δεν στερεί κανένα είδος ζώων από τα αναγκαία εφόδια επιβίωσης.
Στο κείμενο δεν αναφέρεται ρητά κάποια υπέρμετρη κατανάλωση
των φυσικών εφοδίων αλλά η λεπτομερής περιγραφή της διανομής
υποδεικνύει το ατόπημα του Επιμηθέα, το οποίο θα γίνει αντιληπτό όταν
έρθει η σειρά του ανθρώπου να λάβει τις ‘δυνάμεις’ του. Η μετέπειτα
συνεισφορά του Προμηθέα στο ανθρώπινο γένος έχει προοικονομηθεί με
έντεχνο τρόπο.

22.12.10

«ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
4η ΕΝΟΤΗΤΑ

ΣΧΟΛΙΑ
Στο μύθο του Πρωταγόρα διακρίνουμε τρεις φάσεις εξέλιξης:
α) Η φάση του Επιμηθέα ® συντελείται ο βιολογικός σχηματισμός του
ανθρώπου
β) Η φάση του Προμηθέα ® πραγματοποιείται η γένεση των τεχνών.
γ) Η φάση του σχηματισμού πόλεων ® σχηματίζονται οι πόλεις που
διέπονται από ξεχωριστούς νόμους και έχουν ξεχωριστή πολιτική
εξουσία.
Κριτική του μύθου – επιχειρημάτων Πρωταγόρα
Ο Πρωταγόρας στο μύθο δεν απέδειξε ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί αλλά ότι
πρέπει να διδάσκεται, αφού χωρίς αυτήν και τη δικαιοσύνη δεν μπορεί να
σταθεί καμιά πολιτική κοινωνία. Η ίδια η κοινωνία νιώθει την ανάγκη να
επιβάλει την ποινή του θανάτου σε όποιον απορρίπτει τους κανόνες της
συμβίωσης για να μην αυτοδιαλυθεί. Στην εποχή μας βέβαια αυτή η ποινή
έχει αντικατασταθεί από ηπιότερες.
Είναι βέβαιο ότι χωρίς ηθική και κανόνες δικαίου δεν μπορεί να υπάρξει
οργανωμένη κοινωνία. Αυτό το έβλεπαν κι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Άρα θα
μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι εκείνοι που επινόησαν και καθιέρωσαν την
ηθική κι όχι κάποιο υπερφυσικό όν. Θα μπορούσαν επίσης να είναι κάποια
άτομα που κατέλαβαν την εξουσία οι δημιουργοί της έννομης τάξης, η οποία
θα ήταν υποχρεωμένη να κατοχυρώνει τα συμφέροντα των φορέων της
εξουσίας, όπως υποστήριζε ο σοφιστής Θρασύμαχος.

- Κατά τον Πλάτωνα η πόλη – κράτος δημιουργήθηκε για να καλύψει το
άτομο τις ποικίλες ανάγκες του που δεν μπορούσε να καλύψει μόνο
του. Το μεμονωμένο άτομο δεν έχει καμία αυτάρκεια, γι’ αυτό και
καθιέρωσε τον καταμερισμό εργασιών. Άρα, τα αίτια δημιουργίας των
πόλεων κρατών ήταν οικονομικά και δεν προκύπτουν από την ανάγκη
του ανθρώπου να προστατευτεί από τα θηρία.
- Και ο Αριστοτέλης έβλεπε οικονομικά αίτια. Οι άνθρωποι οργανώθηκαν
σε κοινωνία για να μπορέσουν να ζήσουν, αλλά και να εξασφαλίσουν τα
απαραίτητα για τη ζωή. Στη συνέχεια ενδιαφέρθηκαν για το «εὖ ζῆν»
δηλαδή την ποιοτική βελτίωση της ζωής τους. Επίσης ο Αριστοτέλης
αναφέρεται στην έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπου. Για το θέμα
της καθιέρωσης δίκαιων κανόνων συμβίωσης ο Αριστοτέλης δεν
αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει στο Δία. Θεωρεί το δίκαιο και το
άδικο διακρίσεις που κάνει η ανθρώπινη λογική.
- Κατά τον Αισχύλο το λογικό και η σκέψη ήταν δώρα του Προμηθέα.
- Ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη πλέκει το εγκώμιο του ανθρώπου που
αποδείχτηκε με δική του προσπάθεια πολυμήχανος και πολυτεχνίτης.
Μόνο η ηθική τάξη και το δίκαιο προέρχεται από τους Θεούς.
Μετά το μύθο ο Πρωταγόρας προχωρεί στο λόγο, στη θεωρητική εξέταση του
θέματος και παραθέτει επιχειρήματα που δεν είναι τόσο πειστικά.
Το ότι όλοι οι πολίτες μιλούν για τα προβλήματα της πόλης στην εκκλησία του
δήμου δεν οφείλεται στο ότι έχουν διδαχτεί τα στοιχεία της πολιτικής τέχνης.
Ποιος να διδάξει σε ποιον, αφού όλοι κατέχουν την πολιτική αρετή; Ο μόνος
λόγος που θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο είναι το ενδεχόμενο να είχαν πέσει
μερικοί σε λήθη της πολιτικής αρετής η οποία έχει ανάγκη καλλιέργειας και
συνεχούς φροντίδας. Από την άποψη αυτή είναι αναγκαία η διδασκαλία της
από όσους την κατέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό.

Αυτό που έδινε σε οποιονδήποτε Αθηναίο πολίτη το δικαίωμα να ανεβαίνει στο
βήμα και να διατυπώνει τη γνώμη του για τα προβλήματα της πόλης δεν ήταν
το γεγονός ότι γνώριζε την πολιτική αρετή, αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα
της πόλης που προάσπιζε το δικαίωμα της ισηγορίας και παρρησίας.
Ένα άλλο στοιχείο που παραβλέπει ο Πρωταγόρας είναι ότι στην εκκλησία του
δήμου δεν μιλούσαν για θέματα αιδούς και δίκης. Σε θέματα εξωτερικής
πολιτικής κυριαρχούσαν άλλα κριτήρια: το συμφέρον της πόλης, το γόητρο κι
η δύναμή της.
Τέλος, στην εκκλησία του δήμου κυριαρχούσαν όσοι εκλέγονταν στα ανώτερα
αξιώματα της πόλης. Τα άτομα αυτά ήταν συνήθως αριστοκρατικής
καταγωγής με άφθονα οικονομικά μέσα. Χάρη στα μέσα αυτά σπούδαζαν
κοντά σε σοφιστές και ρητοροδιδασκάλους την πολιτική και τη ρητορική
τέχνη. Αργότερα γίνονταν ικανοί ρήτορες και ασχολούνταν με τα κοινά, αφού
δεν τους απασχολούσε κανένα οικονομικό πρόβλημα. Αυτό ήταν και το
επάγγελμα του Πρωταγόρα, για το οποίο έπαιρνε πολύ μεγάλες αμοιβές. Σε
καμιά περίπτωση δεν πλησίαζε απλούς ανθρώπους για να τους διδάξει
ανιδιοτελώς.


«ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
1η ΕΝΟΤΗΤΑ

Μπορεί η αρετή να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας;
Ευβουλία = η ορθή σκέψη που πρέπει να χαρακτηρίζει το “πράττειν” όσο και
το “λέγειν”. Ο Πρωταγόρας προτάσσει το “πράττειν” αν και έρχεται μετά το
“λέγειν”, γιατί θεωρεί την πολιτική δράση πιο βασική για έναν πολιτικό.
Τα μαθήματα του Πρωταγόρα αφορούν:
α. τη διοίκηση του σπιτιού,
β. την επίλυση προβλημάτων της πόλης.
Η πρώτη αποτελεί προπαρασκευή για την πολιτική δραστηριότητα.
Αγαθοί πολίτες = Ο Πρωταγόρας δεν είπε ότι αναλαμβάνει να κάνει τους
άνδρες καλούς πολίτες. Είπε ότι έργο του είναι να φτιάχνει ικανούς πολιτικούς.
Μάλλον η άποψη του Σωκράτη είναι διαφορετική. Σκοπός είναι να μορφώσει
καλούς πολίτες, γιατί μόνο αυτοί μπορούν να γίνουν καλοί πολιτικοί.
Ωραία τέχνη …..πραγματικά = Ο Σωκράτης δεν αμφισβητεί την ικανότητα
του Πρωταγόρα, αλλά δεν πιστεύει ότι υπάρχει μια τέτοια τέχνη και
αμφιβάλλει για το ότι διδάσκεται.
Θεωρώ …….πως οι Αθηναίοι είναι σοφοί = για τη σοφία των Αθηναίων
μιλούν ο Ηρόδοτος, ο Ιππίας , ο Θουκυδίδης και ο Ισοκράτης. Όταν ο
Σωκράτης χαρακτηρίζει τους Αθηναίους σοφούς, εννοεί ότι ήξεραν να κάνουν
το σωστό. Όμως δεν αποκλείεται να μιλά ειρωνικά για τη σοφία των
Αθηναίων.

Εκκλησία του Δήμου = αποτελούνταν από γνωστούς κι ελεύθερους
Αθηναίους πολίτες ( περίπου 40.000). Σε έκτακτες συνεδριάσεις ήταν αρκετή η
παρουσία 6.000 πολιτών. Αρχικά η εκκλησία του δήμου συνεδρίαζε στην
Αγορά.
Τοξότες = αστυνομικά όργανα. Ονομάζονται και Σκύθες.
Πρυτάνεις = 50 βουλευτές μιας φυλής που διοικούσαν για 36 περίπου μέρες
την πόλη. Προέδρευαν στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του Δήμου.
Το πράγμα αυτό = η πολιτική τέχνη. Ο Σωκράτης αποφεύγει να αναφερθεί
στο γεγονός ότι οι Αθηναίοι ακούγοντας τους ρήτορες και τους πολιτικούς να
μιλούν στην εκκλησία του δήμου καλλιεργούσαν την πολιτική τους κρίση. Έτσι
για το φιλόσοφο οι Αθηναίοι δεν πιστεύουν στην αναγκαιότητα της
διδασκαλίας της τέχνης αυτής, γιατί τη γνωρίζουν ήδη.
Οι πιο σοφοί και άριστοι των πολιτών = οι πολιτικοί, τους οποίους ο
Σωκράτης αποφεύγει να κατονομάσει λόγω της αντιπάθειας που τους είχε.
Αυτό που δεν μπορούν να μεταδώσουν οι άριστοι πολίτες στους γιους τους
είναι όχι η πολιτική τέχνη, αλλά η πολιτική αρετή.
Κριτική = Η επιχειρηματολογία του Σωκράτη δεν είναι τόσο πειστική γιατί:
α. δεν είναι δυνατό να λέμε ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν ιδέα από πολιτική, αφού
άκουγαν διάσημους πολιτικούς στην εκκλησία του Δήμου.
β. δεν είναι αλήθεια ότι ο Περικλής δεν φρόντισε για την πολιτική μόρφωση
των γιων του. Όμως αυτοί δεν είχαν τις ικανότητες του πατέρα τους, το
δυναμικό του χαρακτήρα και την ευφυΐα του. Ο Πάραλος και ο Ξάνθιππος
ήταν ανάξια παιδιά ενός άξιου πατέρα.
Είναι γνωστό ότι τα παιδιά μεγάλων ανδρών γίνονται συχνά μετριότητες,
γιατί αισθάνονται μια μεγάλη απόσταση να τους χωρίζει από τους γονείς τους
που έχουν κατακτήσει την κορυφή. Με ενθάρρυνση όμως, μπορεί να έχουν
μια καλή εξέλιξη. 

γ. Παιδιά προβληματικά όπως ο Κλεινίας χρειάζονται ειδική αγωγή για να
διορθωθούν. Με όσα λέει εδώ ο Σωκράτης μοιάζει να πιστεύει ότι κάποιοι
άνθρωποι είναι από τη φύση τους κακοί και δε διορθώνονται με κανένα μέσο.
Μια τέτοια άποψη αναιρεί το « οὐδείς ἑκών κακός». Ο Σωκράτης θεωρούσε
την κακία ως έλλειψη γνώσης. Η αρετή είναι γνώση και ως τέτοια μπορεί να
διδαχτεί. Είναι γνωστό ότι πολλές φορές ο Σωκράτης έλεγε πράγματα που δεν
τα πίστευε (σωκρατική ειρωνεία). Προφανώς έχουμε να κάνουμε με τέχνασμα
του Πρωταγόρα για να αποδείξει ότι η αρετή διδάσκεται.