Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενότητες 5-7. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενότητες 5-7. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4.1.11

Ενότητα 6η (324A-C)
Μετάφραση
Λοιπόν σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο καθένας θυμώνει με τον άλλον
και του δίνει συμβουλές, με την ιδέα ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί με
φροντίδα και μάθηση. Γιατί, αν θέλεις να εννοήσεις, Σωκράτη, τι
σημαίνει το να τιμωρεί κανείς αυτούς που αδικούν, αυτό το γεγονός θα
σε διδάξει, ότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να
καλλιεργηθεί. Γιατί κανείς δεν τιμωρεί όσους αδικούν έχοντας την
προσοχή του σ’ αυτό και για αυτόν τον λόγο, ότι δηλαδή διέπραξε ένα
αδίκημα, εκτός αν κάποιος τιμωρεί ασυλλόγιστα, σαν να τιμωρεί θηρίο.
Αντίθετα εκείνος που νοιάζεται να τιμωρήσει με τη λογική, δεν τιμωρεί
για το αδίκημα που έχει γίνει στο παρελθόν –γιατί δεν θα μπορούσε να
κάνει αυτό που έγινε να μην έχει γίνει- αλλά προνοώντας για το μέλλον,
για να μην αδικήσει άλλη φορά ούτε αυτός ο ίδιος ούτε κανείς άλλος που
είδε ότι αυτός τιμωρήθηκε. Και επειδή έχει τέτοια σκέψη, σκέφτεται ότι η
αρετή μπορεί να διδαχθεί· τιμωρεί λοιπόν για να αποτρέψει. Αυτήν
επομένως τη γνώμη έχουν όλοι όσοι τιμωρούν και στην ιδιωτική και στη
δημόσια ζωή. Έτσι και οι άλλοι άνθρωποι και προπαντός οι Αθηναίοι, οι
συμπολίτες σου, τιμωρούν με αυστηρότητα και επιβάλλουν ποινές σε
αυτούς που νομίζουν ότι διαπράττουν αδικήματα· ώστε σύμφωνα με
αυτόν τον συλλογισμό και οι Αθηναίοι ανήκουν σ’ αυτούς που θεωρούν
ότι η αρετή καλλιεργείται και διδάσκεται. Ότι λοιπόν δικαιολογημένα
δέχονται οι συμπολίτες σου να συμβουλεύει σε θέματα της πολιτείας και
ο μεταλλουργός και ο τσαγκάρης και πιστεύουν ότι η αρετή διδάσκεται
και καλλιεργείται, μου φαίνεται, Σωκράτη, ότι σου αποδείχθηκε με
επάρκεια.



Ενότητα 6η
Ο Πρωταγόρας καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: Εφ’ όσον κάθε πολίτης
προβαίνει στις ενέργειες της νουθεσίας και της τιμωρίας γίνεται φανερό
ότι η αρετή μπορεί να αποκτηθεί με μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης.
Ο σοφιστής αισθάνεται την υποχρέωση να υποστηρίξει περαιτέρω το
σημείο αυτό. Έτσι κάνει μια σύντομη αναφορά στην έννοια της τιμωρίας.
Το χωρίο, πέραν της λειτουργίας του ως απόδειξης μιας θέσης, είναι
χαρακτηριστικό και για τις αντιλήψεις των σοφιστών για το νόημα της
ποινής και την απονομή της δικαιοσύνης.
Σύμφωνα λοιπόν με τη θέση του Πρωταγόρα η τιμωρία και η
επιβαλλόμενη ποινή δεν λειτουργούν ως εκδικητικά αλλά κυρίως ως μέσα
παραδειγματισμού και νουθεσίας των υπολοίπων συμπολιτών. Αυτό
σημαίνει ότι αυτός που τιμωρεί δεν δρα ως άνθρωπος που άγεται και
φέρεται από το ένστικτο και το συναίσθημα, πράγματα που θα
μπορούσαν να οδηγήσουν στην ηθική και σωματική εξαχρείωση του
τιμωρούμενου, αλλά διακατέχεται και οδηγείται από τον νου, τη διάνοιά
του (κολάζειν μετὰ λόγου).
Εδώ η λέξη λόγος, καθώς και η φράση τοιαύτην διάνοιαν
λειτουργούν από κοινού και δηλώνουν την κοινή ενέργεια, άρα και την
κοινή ικανότητα των πολιτών: όλοι τους μπορούν να διακρίνουν το καλό
από το κακό, το δίκαιο από το άδικο, το όσιο από το ανόσιο κ.λ.π. Στο
σημείο γίνεται μάλιστα σύνδεση της ενέργειας αυτής με τους ίδιους τους
Αθηναίους, γεγονός που θα καταστήσει ισχυρότερο το επιχείρημα του
Πρωταγόρα. Βέβαια, εν συνεχεία, η φράση οὓς ἂν οἴωνται ἀδικεῖν
ενδέχεται να εκληφθεί και ως ελάττωμα του ισχυρισμού του. Έχουν όλοι
την ίδια αντίληψη για τα διαπραττόμενα εγκλήματα και αδικήματα; Ο
σοφιστής απαντάει σιωπηλά με καταφατικό τρόπο και έτσι πιστεύει πως
η αρετή είναι διδακτὸν και παρασκευαστόν. Έτσι και ο Σωκράτης
οφείλει να μη διαμαρτύρεται που οι συμπολίτες του ακούν και δέχονται
πολιτικές συμβουλές και από τεχνίτες, όπως είναι ο μεταλλουργός και ο
τσαγκάρης.
Ενότητα 5η (323A-Ε)
Μετάφραση
Και για να μην νομίζεις ότι σε εξαπατώ, ότι δηλαδή όλοι οι
άνθρωποι πιστεύουν πως κάθε πολίτης έχει μερίδιο στη δικαιοσύνη και
σε κάθε πολιτική αρετή, άκουσε και την εξής απόδειξη. Όσον αφορά τις
άλλες ικανότητες, αυτές που εσύ αναφέρεις, αν κάποιος διατείνεται ότι
είναι ικανός στο παίξιμο του αυλού ή σε κάθε άλλη τέχνη, στην οποία
όμως δεν είναι, γελούν εις βάρος του ή θυμώνουν, και οι συγγενείς του
τον πλησιάζουν και τον συμβουλεύουν σαν να είναι τρελός. Στη
δικαιοσύνη όμως και στις άλλες πολιτικές αρετές, μολονότι ξέρουν πως
κάποιος είναι άδικος, αν αυτός ο ίδιος λέει την αλήθεια εναντίον του
εαυτού του μπροστά σε πολύ κόσμο, αυτό το οποίο στην προηγούμενη
περίπτωση το θεωρούσαν σωφροσύνη, το να λέει κανείς την αλήθεια,
τώρα το θεωρούν τρέλα και ισχυρίζονται ότι όλοι πρέπει να λένε ότι
είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε δεν είναι, διαφορετικά ότι είναι τρελός αυτός
που δεν παριστάνει τον δίκαιο. Είναι τόσο αναγκαίο ο καθένας να έχει
κατά τούτον τον τρόπο το μερίδιό του στη δικαιοσύνη, ειδάλλως να μη
συγκαταλέγεται μεταξύ των ανθρώπων.
Λοιπόν για το ότι δέχονται εύλογα κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο των
πραγμάτων που έχουν σχέση με αυτή την αρετή, επειδή πιστεύουν ότι
όλοι μετέχουν σ’ αυτή, αυτά είχα να πω. Θα προσπαθήσω όμως στη
συνέχεια να σου αποδείξω το εξής· θεωρούν δηλαδή ότι αυτή δεν
προέρχεται από τη φύση ούτε από την τύχη, αλλά ότι μπορεί να διδαχθεί
και ότι γίνεται κτήμα ύστερα από φροντίδα σε όποιον την κάνει κτήμα
του. Γιατί, για όσα ελαττώματα πιστεύουν οι άνθρωποι ότι τα έχουν ο
ένας και ο άλλος από τη φύση ή από την τύχη, κανένας δεν τους θυμώνει
ούτε τους συμβουλεύει ούτε τους διδάσκει ούτε τιμωρεί όσους τα έχουν,
για να πάψουν να είναι τέτοιοι, αλλά τους λυπούνται· λόγου χάρη, ποιος
είναι τόσο άμυαλος, ώστε να τολμήσει να κάμει κάτι τέτοιο στους
άσχημους ή στους μικρόσωμους ή στους ασθενικούς; Γιατί ξέρουν,
νομίζω, ότι αυτά εμφανίζονται στους ανθρώπους από τη φύση και την
τύχη, και τα χαρίσματα και τα αντίθετά τους. Όσα όμως καλά πιστεύουν
ότι εμφανίζονται στους ανθρώπους χάρη στη φροντίδα και την άσκηση
και τη διδασκαλία, και αν δεν τα έχει κανείς αυτά αλλά τα αντίθετά τους
κακά, σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε θυμούς, τιμωρίες και συμβουλές·
ένα από αυτά τα κακά είναι και η αδικία και η ασέβεια και γενικά
καθετί το αντίθετο προς την πολιτική αρετή.



Ενότητα 5η
Μετά τον μύθο ο Πρωταγόρας προχωρεί στην ορθολογική ερμηνεία του.
Αισθάνεται την ανάγκη να προβεί σε αυτήν την ενέργεια, αφού η μυθική
διήγηση σχετικά με τη θεϊκή προέλευση της πολιτικής ικανότητας αφήνει
ανοιχτά προς συζήτηση ορισμένα σημεία. Το σημαντικότερο, όπως ήδη
παρατηρήθηκε, είναι ένοχη σιωπή, η αποδοχή από την κοινωνία του
κάθε πολίτη ως ικανού στα πολιτικά, χωρίς αναφορά στην έννοια της
ευθύνης, η οποία απορρέει κατ’ ανάγκη από μια τέτοια επιλογή. Η θέση
του σοφιστή είναι η εξής: Η κατοχή της δικαιοσύνης και κάθε άλλης
πολιτικής αρετής είναι υποχρεωτική και όλοι οι πολίτες θα παραδεχθούν
κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι η περίπτωση κατά την οποία κάποιος
παραδεχθεί ότι είναι άδικος και δεν συμμορφωθεί με την επιταγή της
πόλης είναι ανύπαρκτη. Ο άδικος πολίτης οφείλει να προσποιηθεί ότι
είναι δίκαιος αλλιώς τον περιμένει εξόντωση. Προφανώς εννοείται η
εξορία και ο θάνατος. Με αυτήν την απειλή μόνο ένας που θα τον
κατείχε μανία θα τολμούσε να πει την αλήθεια. Πρέπει δηλαδή να
θεωρηθεί μαινόμενος αυτός που θα ομολογήσει ότι δεν κατέχει την
πολιτική αρετή.
Ο Πρωταγόρας λοιπόν ανάγει τη σιωπή της πόλης σε επιχείρημα
και πιστεύει ότι απέδειξε στον Σωκράτη ότι η περίπτωση της κοινής
πολιτικής ικανότητας είναι ένα κατοχυρωμένο δικαίωμα από την
πολιτεία. Ποια όμως ηθική ποιότητα αποδίδει ο σοφιστής σε αυτήν την
πολιτεία; Ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται για τίποτα περισσότερο και δεν δίνει
καμία άλλη εξήγηση.
Στη δεύτερη παράγραφο της ενότητας ο Πρωταγόρας εξετάζει και
ένα ακόμη σημείο, απαραίτητο για να στηρίξει τη θέση του σχετικά με
την κοινή πολιτική ικανότητα. Σπεύδει να αποδείξει ότι η ικανότητα
αυτή (=αρετή) μπορεί να διδαχθεί. Εδώ παρατηρείται η εξής αντίφαση·
από τη μια ο σοφιστής μίλησε για θεϊκή δωρεά των κοινών ικανοτήτων
και από την άλλη αναφέρεται σε αυτές τις ικανότητες σαν να αποτελούν
αντικείμενο και ζήτημα διδασκαλίας. Προφανώς θέλει να υποδείξει ότι
την αρετή δεν την κατέχουν όλοι στον ίδιο βαθμό, η κατοχή της δηλαδή
είναι και ζήτημα διδασκαλίας. Ήδη υπαινίχθηκε κάτι τέτοιο στο τέλος
της μυθικής διήγησης με τη διαταγή του Δία να σκοτώνουν ως νόσο της
πόλης αυτόν που δεν θα μετάσχει στη δωρεά του. Την απόδειξή του εδώ
ο Πρωταγόρας την επιχειρεί με την εξ αντιθέτου μέθοδο. Επισημαίνει
δηλαδή το γεγονός ότι οι πολίτες γνωρίζουν να τιμωρούν καθετί άδικο
και ασεβές που βλέπουν γύρω τους, στους συμπολίτες τους, και όχι
φυσικά κάποιο φυσικό τους ελάττωμα. Η ενέργεια αυτή δείχνει ότι όλοι
έχουν μέσα τους, στη ψυχή και τον νου τους, και τις αντίθετες έννοιες και
ιδιότητες από αυτές που επιπλήττουν, δηλαδή τη δικαιοσύνη και τη
σωφροσύνη (στην έβδομη ενότητα θα προσθέσει και την οσιότητα).

22.12.10

«ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
7η ΕΝΟΤΗΤΑ

Η διδασκαλία της αρετής από την οικογένεια και την κοινωνία
«Υπάρχει ακόμη μια απορία…» Είναι προφανές ότι ο Σωκράτης διατύπωσε μια
γνώμη, όχι μια απορία. Ο Πρωταγόρας όμως την αντιμετωπίζει ως απορία.
Βλέπει και το Σωκράτη ως μαθητή, που μόνο απορίες διατυπώνει και περιμένει
απαντήσεις από το δάσκαλό του.
λόγου Ο Πρωταγόρας στην απάντησή του δε θα χρησιμοποιήσει μύθο
με χαρακτηριστικούς συμβολισμούς, ποιητική γλώσσα και φιλοσοφικές
αλληγορίες, αλλά λόγο δηλ. επιχειρηματολογία με λογική αλληλουχία,
αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τεκμηριωμένα στοιχεία.
υπάρχει ένα πράγμα Αφού έρχεται κάποια στιγμή που οι άνθρωποι
προσθέτουν στη ζωή τους κάτι που πριν δεν το είχαν, συγκροτούν
δηλαδή πολιτεία, ιδρύουν κράτος, πρέπει να αναγνωρίσουμε το ένα
και μοναδικό θεμέλιο που κάνει δυνατή τη συγκρότηση και
διατήρησή της. Πρέπει να είναι μια ορισμένη ανθρώπινη ιδιότητα
που τον ατελή-αρχέγονο άνθρωπο τον ανυψώνει σε άρτιο πολιτικό
άνθρωπο, τον κάνει άνθρωπο-πολίτη. Αυτή είναι η τελειότητα του
ανθρώπου: ἡ ἀνδρός ἀρετή.
Συστατικά της αρετής: Δικαιοσύνη
σωφροσύνη
οσιότητα
Την αρετή έχει κατεξοχήν ένας άνδρας, γιατί μόνο αυτός είναι πολίτης, όχι και
η γυναίκα, που βρίσκεται στο περιθώριο της ζωής και δεν έχει πολιτικά καθήκοντα και δικαιώματα. Αρετή της γυναίκας ήταν να κάνει τις δουλειές
του σπιτιού και να υπακούει στον άνδρα της. Η αθηναϊκή κοινωνία ήταν μια
ανδροκρατική κοινωνία. Στο θέμα της δικαιοσύνης όμως, κρινόταν και η
γυναίκα. Και αυτή πρέπει να διδάσκεται την αρετή και να τιμωρείται, αν
αδιαφορεί για την αρετή.
Ανίατος, δηλαδή αθεράπευτος και αδιόρθωτος αποδεικνύεται εκείνος που,
παρόλες τις νουθεσίες και τιμωρίες, δε δέχεται να κάνει κτήμα του την αρετή.
Έχουμε εδώ επανάληψη της θεϊκής εντολής: «την μη δυνάμενον αἰδοῦς και
δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως.» Μόνο που εδώ αναφέρεται εκτός
από τη θανατική ποινή και η ποινή της εξορίας.
Α΄ επιχείρημα «Σκέψου …. ἀγαθοί ἄνδρες!»
Ο Πρωταγόρας προσπαθεί να βγάλει το συμπέρασμα ότι οι άξιοι άνθρωποι
είναι αδύνατο να σκεφτούμε ότι δε μαθαίνουν στα παιδιά τους την αρετή –
γιατί τότε τι είδους αγαθοί άνδρες θα ήταν. Το σκεπτικό του δε φαίνεται
πειστικό.
Β΄ επιχείρημα Αν οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους όλα εκείνα, η
άγνοια των οποίων δε συνεπάγεται τη θανάτωσή τους, είναι αδύνατο να μην
τους διδάσκουν την αρετή, η άγνοια της οποίας συνεπάγεται το θάνατο.
(συλλογισμός εκ του ελάσσονος στο μείζον: αφού διδάσκουν τα λιγότερο
σπουδαία, οπωσδήποτε θα διδάσκουν και τα περισσότερο σπουδαία).
Με το συλλογισμό αυτό έχουμε μια αρνητική διατύπωση της θέσης του
Πρωταγόρα: Δεν είναι δυνατό να μην αποτελεί αντικείμενο διδαχής η αρετή!
ΚΡΙΤΙΚΗ
Α) Η επιχειρηματολογία παρουσιάζεται λογικά αδύνατη, γιατί:
i. δεν προβάλλει κάποιο αξιόλογο αποδεικτικό στοιχείο, μόνο εκφράζει
την απορία του πώς είναι δυνατό οι άξιοι άνδρες να διδάσκουν
μικρότερης σημασίας πράγματα και όχι την πολιτική αρετή. 

ii. Δε δηλώνει τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά τι πρέπει να συμβαίνει.
iii. Τη διδασκαλία της αρετής τη θεωρεί γεγονός συνεπαγόμενο από τις
πιθανές ποινές της πολιτείας.
iv. Το πιο σοβαρό είναι ότι ο Πρωταγόρας διαπράττει το λογικό σφάλμα
που λέγεται μετάβαση σε άλλο γένος ή ετεροζήτηση. Ἀλλο πράγμα
είπε ο Σωκράτης και άλλο προσπαθεί να αποδείξει ο Πρωταγόρας. Ο
Σωκράτης είπε ότι ο Περικλής δεν κατάφερε να κάνει τους γιους του
ικανούς πολιτικούς, δεν τους δίδαξε την τέχνη του λέγειν και πράττειν
τα της πόλεως, και όχι ότι δεν τους δίδαξε την αιδώ και τη δίκη, ότι δεν
τους έμαθε να σέβονται τους νόμους της πολιτείας και να είναι καλοί
πολίτες, όπως φαντάστηκε ο Πρωταγόρας.
Γενικά χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας τις λέξεις «αρετή»και «πολιτική
αρετή» και «πολιτική τέχνη» άλλοτε με τη σημασία του σεβασμού της
έννομης τάξης και της ηθικής αρετής (δικαιοσύνης, σωφροσύνης,
ευσέβειας, αιδούς και δίκης) και άλλοτε με τη σημασία της ικανότητας
του πολίτη «εἰς τό πρᾶττειν καί τό λέγειν τά τῆς πόλεως
μετ’εὐβουλίας».
Το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας
Η εκπαίδευση ξεκινούσε από το 6ο και 7ο χρόνο και ολοκληρωνόταν στο 18ο.
Είχε αφεθεί κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία και μολονότι αποτελούσε
μέλημα όλων των Αθηναίων, ήταν φανερό πως μόνο οι πλούσιοι μπορούσαν
να δώσουν ολοκληρωμένη μόρφωση στα παιδιά της. Η Αθηναϊκή πολιτεία
έλεγχε μόνο τη διαγωγή των παιδιών και των πολιτών, δηλαδή τα τελικά
αποτελέσματα της αγωγής.
Α΄ στάδιο εκπαίδευσης κατ’ οίκον διαπαιδαγώγηση από τη νηπιακή
ηλικία.
Φορείς: οι γονείς (κυρίως η μητέρα), οι τροφοί και οι παιδαγωγοί.
Μέσα διαπαιδαγώγησης: συμβουλές, απειλές τιμωρίες Τροφός/ τίτθη: α) θήλαζε το παιδί κατά τη βρεφική περίοδο
β) φρόντιζε για την τροφή και τις άλλες περιποιήσεις του
παιδιού κατά την προσχολική του ηλικία.
Παιδαγωγός: ήταν συνήθως δούλος ξενικής καταγωγής και είχε σπουδαίο ρόλο
στην αγωγή των παιδιών.
Συγκεκριμένα:
· Συνόδευε το παιδί στο σπίτι, στο σχολείο, στον περίπατο.
· Έμενε στο σχολείο, όσο διαρκούσε η διδασκαλία.
· Έδινε συμβουλές στο παιδί σε κάθε περίσταση.
· Ξυλοκοπούσε το παιδί για φρονηματισμό.
· Απαγόρευε τις κακές συναναστροφές.
Β΄ στάδιο εκπαίδευσης: σχολείο
Φορείς: δάσκαλοι, κιθαριστές, παιδοτρίβες
Μέσα αγωγής: διδασκαλία, παιδονομία
Προληπτικά μέτρα συμβουλές /παραδείγματα
Αποτρεπτικά μέτρα τιμωρίες, ξυλοδαρμοί, απειλές
Μέσο διδασκαλίας:απομνημόνευση
Στόχος: μόρφωση και ηθική διαπαιδαγώγηση των νέων
Σχολεία
1. Διδασκαλεία: φροντίζουν για την ηθικοπνευματική διάπλαση των
παιδιών.
Γραμματιστής: δίδασκε ανάγνωση, αριθμητική και γραφή.
Συνήθιζε τα παιδιά να απομνημονεύουν και να απαγγέλλουν ποιήματα
(επικά, ελεγειακά και ιαμβικά). Από τα ποιήματα οι μαθητές αντλούσαν
συμβουλές και διδάγματα. Εξάλλου εκεί διάβαζαν ιστορίες που περιείχαν
εγκώμια για σπουδαίους άντρες –πράγμα που έκανε τα παιδιά και τους
εφήβους να θέλουν να μιμηθούν αυτά τα πρότυπα. 

Κιθαριστής: δίδασκε «μουσική» δηλαδή την τέχνη του αυλού, της
κιθάρας και της λύρας. Η μουσική είχε σπουδαία θέση στην εκπαίδευση
των Αθηναίων, γιατί υπήρχε η πεποίθηση πως οι ρυθμοί και οι αρμονίες
επενεργούν καθοριστικά στις ψυχές των παιδιών.
2. Παλαίστρα: τετράγωνο γήπεδο περιτριγυρισμένο από τοίχους.
Στόχος ήταν η σωματική διάπλαση των νέων. Το ιδεώδες της αγωγής
ήταν η υγιής και ισόρροπη ψυχή σε υγιές και ισόρροπο σώμα. Οι
Αθηναίοι φρόντιζαν να διατηρούν το σώμα τους σφριγηλό, χωρίς να
καταπονούνται υπερβολικά, όπως οι Σπαρτιάτες.
Παιδοτρίβης: ο δάσκαλος της γυμναστικής φρόντιζε για την εκγύμναση
των νέων.
Γ΄ στάδιο εκπαίδευσης: οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές και οι
ρητοροδιδάσκαλοι είχαν στα χέρια τους την ανώτατη εκπαίδευση.
Δ΄ στάδιο εκπαίδευσης: η πολιτεία επισφραγίζει την αγωγή με τους
νόμους®υποχρεώνει τους πολίτες να μαθαίνουν και να ρυθμίζουν τη ζωή
τους με τις επιταγές των νόμων.
Ο ρόλος της πολιτείας αποδίδεται πετυχημένα με τη χρήση μιας
παρομοίωσης: όπως ο μεθοδικός δάσκαλος της γραφής χαράζει στην
πλάκα ευθείες γραμμές και μ’ αυτό τον τρόπο βοηθάει το παιδί να φέρνει
το κοντύλι του εκεί όπου αυτές οδηγούν, έτσι κι η πολιτεία οριοθετεί τη
συμπεριφορά των νέων, αφού πρώτα θεσμοθετήσει νόμους παλαιών και
έμπειρων νομοθετών.
Στην αρχαία Ελλάδα ήταν σχεδόν κοινή πεποίθηση ότι ο καλύτερος
τρόπος διαπαιδαγώγησης των νέων και όλων των πολιτών ήταν οι καλοί
νόμοι. Οι νόμοι θεωρούνταν οι ανώτεροι δάσκαλοι και δεσπότες των
πολιτών.

Σκοπός του εκπαιδευτικού συστήματος:
Α. Η καλοκαγαθία = η σύμμετρη ανάπτυξη του σώματος και του
πνεύματος των νέων
Β. Η δυνατότητα του «λέγειν και πράττειν»
Γ. Η συμμετοχή των νέων στα κοινά, δηλαδή η εκμάθηση του
«άρχειν και άρχεσθαι»
«ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
6η ΕΝΟΤΗΤΑ

ΣΧΟΛΙΑ
- Ο Πρωταγόρας δίνει περιεχόμενο παιδαγωγικό –τελεολογικό
στην ποινή και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρετή διδάσκεται, αφού
αποδεχτεί ότι:
α. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την αδικία, γι’ αυτό τιμωρείται.
β. Η ποινή αποσκοπεί στο να διορθωθεί αυτός που αδικεί και να
αποκτήσει την πολιτική αρετή.
Αν η αρετή δε διδασκόταν, οι παραπάνω απόψεις δε θα ευσταθούσαν,
γιατί θα σήμαινε ότι κάποιος είναι καλός ή κακός εκ φύσεως. Τότε
όμως δε θα ήταν δυνατό να αλλάξει, άρα δε θα ήταν υπεύθυνος για
την αδικία, ούτε θα μπορούσε να του επιβληθεί ποινή.
- Ο σκοπός της ποινής:
Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα η ποινή έχει παιδευτικό και όχι
κατασταλτικό σκοπό. Απορρίπτονται μ’ αυτόν τον τρόπο τα κίνητρα της
ανταπόδοσης και αντεκδίκησης. Η θέση, αυτή αποτελεί ρηξικέλευθη
καινοτομία για την εποχή, αφού η τιμωρία θεωρούνταν ως ανταπόδοση
για την αδικία.
Ο Ιταλός Τσεζάρε Μπεκαρία στο έργο του «Περί εγκλημάτων και
Ποινών» είχε τονίσει πώς «σκοπός της ποινής δεν είναι η εκδίκηση, αλλά
ο παραδειγματισμός των άλλων.

Κριτική
1. Η πεποίθηση ότι οι άλλοι άνθρωποι επιβάλλουν ποινές σε
όλους εκείνους που διαπράττουν αδικήματα με το σκεπτικό ότι
αδιαφόρησαν να αποκτήσουν την αρετή, δεν είναι δυνατό να
υιοθετηθεί ανεπιφύλακτα, γιατί είναι κάτι που δεν έχει αποδειχτεί
(σόφισμα λήψεως αιτουμένου).
2. Η άποψη ότι η τιμωρία επιβάλλεται για σωφρονισμό και όχι
ως ανταπόδοση της αδικίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεικτική
αρχή γενικής αποδοχής, αφού είναι γνωστό ότι την εποχή εκείνη η
τιμωρία αποτελούσε μέσο εκδίκησης και καταστολής.
3. Καταφεύγει σε «σόφισμα λήψης του ζητουμένου» για να
αποδείξει το διδακτό της αρετής. Βλέπει την αρετή χρησιμοθηρικά
σύμφωνα με τη θεωρία του «πραγματισμού»που πρεσβεύει ότι μόνο
το ωφέλιμο είναι αληθινό.
4. Ο Πρωταγόρας γίνεται σ’ αυτήν την ενότητα ο εισηγητής
μιας νέας αντίληψης για τη δικαιοσύνη. Ζητά τον εξανθρωπισμό της
δικαιοσύνης. Ωστόσο, ο Πρωταγόρας είναι εκείνος που στον μύθο
έκανε λόγο για επιβολή της θανατικής ποινής σε όσους δεν σέβονται
την αιδώ και τη δίκη, και ασφαλώς ενέκρινε την ποινή αυτή. Εδώ
φαίνεται να αντιφάσκει με τον εαυτό του. Ίσως αναφέρεται σε μικρά
αδικήματα και όχι σε μια ολοκληρωτική και προκλητική απόρριψη των
ηθικών και νομικών κανόνων.
5. Συνηθισμένες ποινές στην Αθήνα ήταν το χρηματικό
πρόστιμο, η αποζημίωση αυτού που αδικήθηκε, η στέρηση των
πολιτικών δικαιωμάτων (ατιμία), η δήμευση ενός μέρους ή και
ολόκληρης της περιουσίας, η εξορία για ένα χρονικό διάστημα ή και
για πάντα και η θανατική ποινή. Φυλάκιση και στέρηση της
ελευθερίας ως αυτοτελής ποινή δεν υπήρχε. Φυλακίζονταν για ένα
μικρό χρονικό διάστημα συνήθως οι υπόδικοι (ως τη μέρα της δίκης)
και οι καταδικασμένοι σε θάνατο μέχρι να γίνει η εκτέλεσή τους. Σε μαστίγωση και βασανιστήρια υποβάλλονταν μόνο δούλοι, όχι
ελεύθεροι πολίτες.
6. Ο Πρωταγόρας θεωρεί την τιμωρία μέσο διδασκαλίας της
αρετής. Ωστόσο τιμωρία σημαίνει χρήση βίας και εκφοβισμού. Όταν
μιλάμε για διδασκαλία, εννοούμε χρήση του λόγου και της πειθούς και
όχι απειλές και άσκηση βίας.
7. Αφού η αρετή είναι διδακτή, αυτό σημαίνει πώς ακόμη και
ένας κακός ή άδικος μπορεί να ακολουθήσει το δρόμο της αρετής
ύστερα από μια σωφρονιστική τιμωρία. Σήμερα, όμως, βλέπουμε
εγκληματίες που όταν αποφυλακίζονται επαναλαμβάνουν τις
εγκληματικές πράξεις, άρα αμφιβάλλουμε για την αποτελεσματικότητα
των ποινών.
8. Μια τελευταία κριτική εναντίον του Πρωταγόρα είναι ότι στο
τέλος της ενότητας παρουσιάζει την αρετή ως προϊόν της άκριτης και
αθεμελίωτης γνώμης των πολλών που αλλάζει ανάλογα με τον τόπο
και την κοινωνική παράδοση. Αν δεχτεί όμως κάποιος την άποψη
αυτή, σημαίνει ότι αμφισβητεί την αρχή της πλειοψηφίας, την ίδια τη
βάση της δημοκρατίας.
«ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ»
5η ΕΝΟΤΗΤΑ

ΣΧΟΛΙΑ
- Όταν κάποιος ισχυριστεί ότι στερείται ηθικών αξιών και είναι
άδικος, κανείς δεν τον πιστεύει, γιατί υπάρχει η πεποίθηση ότι όλοι οι
άνθρωποι έχουν ηθικές καταβολές.
- Η ποινή για την έλλειψη αρετής, είναι η εξορία, η
απομάκρυνση από την κοινωνία. Φαίνεται να είναι λιγότερο αυστηρή σε
σχέση με την ποινή που όρισε ο Δίας (θανατική καταδίκη), έχουν όμως
και οι δύο τον ίδιο σκοπό: Να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην αρετή
(παιδευτικός ρόλος των νόμων). Αν λάβουμε υπόψη τη σημασία που έχει
η πόλη και η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά την εποχή εκείνη,
καταλαβαίνουμε πώς η ποινή του Πρωταγόρα είναι εξίσου αυστηρή με
την προτεινόμενη από το Δία.
- Αν και ο Δίας έδωσε σε όλους τους ανθρώπους την πολιτική
αρετή, δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την καθολικότητά της , αφού δεν
αποτελούσε μέρος της αρχικής τους φύσης. Η αρετή αυτή είναι – όπως
λέει ο Πρωταγόρας – αποτέλεσμα μάθησης, διδασκαλίας, φροντίδων και
κόπου.
- Μέσα στην πολιτική αρετή περιλαμβάνονται η δικαιοσύνη, η
ευσέβεια, η σωφροσύνη, η αιδώς……
- Ο σοφιστής δέχεται ότι υπάρχει σκοπιμότητα στη φύση, όχι
όμως απεριόριστη. Δέχεται και το τυχαίο και το άσκοπο. Και η
περιορισμένη αυτή σκοπιμότητα δεν εκπορεύεται από τη θεία βούληση
(θεία πρόνοια), αλλά είναι υποταγμένη σε μια μηχανιστική αιτιοκρατία
(=φιλοσοφική θεωρία που ερμηνεύει όλα τα φαινόμενα της φύσης σύμφωνα με τη σχέση αιτίας –αποτελέσματος αποκλείοντας κάθε έννοια
σκοπιμότητας).
- Ο Πρωταγόρας διακρίνει τα ελαττώματα – προτερήματα σε:
A. Φυσικά (Φύση –τύχη)
=ομορφιά, ασχήμια, υγεία κ.α. ® Οι άνθρωποι κρατούν στάση
συμπονετική, γιατί δε θεωρούν τους συνανθρώπους τους υπεύθυνους
για αυτά.
B. Επίκτητα= δικαιοσύνη, αδικία ευσέβεια, ασέβεια ® Αυτά
αποκτούνται με φροντίδα, άσκηση, διδαχή. Οι άνθρωποι θυμώνουν
για αυτά, γιατί οι συνάνθρωποί τους δεν προσπαθούν να τα
αποφύγουν.
Άρα Η πολιτική αρετή μπορεί να διδαχτεί! Η παιδεία αποτελεί την
κινητήρια δύναμη που μετατρέπει τον άνθρωπο από «δυνάμει» σε «ενεργεία»
ον πολιτικό.
- Ο Πρωταγόρας θεωρεί την ευσέβεια προς τους θεούς
στοιχείο της πολιτικής αρετής. Η πολιτεία καθιέρωσε τη λατρεία των
θεών και απαιτούσε το σεβασμό σ’ αυτούς, γιατί από τους θεούς
περίμενε να την προστατεύσουν και να χαρίσουν υγεία και ευτυχία
στους πολίτες.
ΚΡΙΤΙΚΗ
1Ο επιχείρημα Πρωταγόρα®
Αρχική είναι η αποδεικτέα θέση, δηλαδή το συμπέρασμα: «ἡγοῦνται πάντες
ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα μετέχειν δικαιοσύνης τε καί τῆς ἄλλης πολιτικῆς
ἀρετῆς»
Δηλαδή: Όλοι οι άνθρωποι νομίζουν πώς κάθε άνδρας έχει μερίδιο στην
πολιτική αρετή. 



ΕΠΕΙΔΗ:
α΄προκείμενη: «πάντας δεῖν φάναι εἶναι δικαίους» = όλοι πρέπει να
ισχυρίζονται πως είναι δίκαιοι. και
β΄προκείμενη: «ἀναγκαῖον οὐδένα ὅντιν’ οὐχί ἁμῶς γέ πως μετέχειν
αὐταῆς» =είναι αναγκαίο να έχει ο καθένας μερίδιο στην
πολιτική αρετή.
Η αποδεικτέα θέση έχει κατηγορηματική διατύπωση. Οι δύο αιτιολογήσεις
έχουν δεοντολογική διατύπωση, η οποία δεν έχει αποδεικτική ισχύ. Το
ζητούμενο είναι τι συμβαίνει και όχι τι πρέπει να συμβαίνει.
Ο συλλογισμός θα ήταν λογικά ορθός αν είχε το εξής συμπέρασμα: ἡγοῦνται
πάντες ἄνθρωποι πάντα ἄνδρα δεῖν μετέχειν δικαιοσύνης τε καί τῆς ἄλλης
πολιτικῆς ἀρετῆς».
2Ο επιχείρημα Πρωταγόρα®
Η αποδεικτέα θέση, συμπέρασμα:
«ὅτι δέ αὐτήν οὐ φύσει ἡγοῦνται εἶναι, οὐδ’ ἀπό τοῦ αὐτομάτου, ἀλλά
διδακτόν και ἐξ ἐπιμελείας παραγίγνεσθαι ὧ ἄν παραγίγνηται, τοῦτο σοι μετά
τοῦτο περάσομαι ἀποδείξαι»
Δηλαδή θα αποδείξει ότι η αρετή δεν είναι φυσική αλλά διδακτή.
Οι προκείμενες:
α΄προκείμενη: ® Τα ελαττώματα που οφείλονται στη φύση ή στην τύχη δε
διορθώνονται.
β΄προκείμενη: ® Όμως τα ελαττώματα που δεν προέρχονται από τη φύση
και την τύχη μπορούν να διορθωθούν: επιδέχονται διδασκαλία για να γίνουν
προτερήματα, δηλαδή αρετές.

α. Η αποδεικτέα θέση / συμπέρασμα ταυτίζεται με τη β΄ προκείμενη,
δηλαδή χρησιμοποιείται παράλληλα και ως αποδεικτικό επιχείρημα.
Αυτός ο τρόπος απόδειξης είναι ένα σόφισμα που λέγεται «λήψις τοῦ
ζητουμένου».
β. Οι φράσεις «ὧ ἄν παραγίγνηται» και «ἐάν τις ταῦτα μη ἔχῃ» έρχονται
σε αντίφαση με την καθολικότητα της αρετής, επειδή υποδηλώνουν
πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν την αρετή και την αποκτούν με
διδασκαλία.
Αν όμως δώσουμε αυτή την ερμηνεία, καταρρέει η θεωρία για την
καθολικότητα της αρετής. Αν πάλι δεχτούμε ότι η αρετή είναι
καθολική, καταρρέει η θεωρία για το διδακτό της αρετής. Επομένως
πρέπει να θεωρήσουμε ότι η αιδώ και η δίκη υπάρχουν «εν δυνάμει»
στους ανθρώπους και καλλιεργούνται σε κάποιους με κόπο, επιμέλεια
και διδαχή.