Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγωνίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγωνίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.3.11


ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ Γ΄ ΤΑΞΗΣ
ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΕΜΠΤΗ 29 ΜΑÏΟΥ 2008
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ:
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Διδαγμένο κείμενο
Ἀριστοτέλους, Ἠθικὰ Νικομάχεια Β6, 4-10
Ἐν παντὶ δὴ συνεχεῖ καὶ διαιρετῷ ἔστι λαβεῖν τὸ μὲν πλεῖον τὸ δ’ ἔλαττον τὸ δ’ ἴσον, καὶ ταῦτα ἢ κατ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἢ πρὸς ἡμᾶς… Λέγω δὲ τοῦ μὲν πράγματος μέσον τὸ ἴσον ἀπέχον ἀφ’ ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστὶν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πᾶσιν, πρὸς ἡμᾶς δὲ ὃ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ’ οὐχ ἕν, οὐδὲ ταὐτὸν πᾶσιν. Οἷον εἰ τὰ δέκα πολλὰ τὰ δὲ δύο ὀλίγα, τὰ ἓξ μέσα λαμβάνουσι κατὰ τὸ πρᾶγμα· ἴσῳ γὰρ ὑπερέχει τε καὶ ὑπερέχεται· τοῦτο δὲ μέσον ἐστὶ κατὰ τὴν ἀριθμητικὴν ἀναλογίαν. Τὸ δὲ πρὸς ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· οὐ γὰρ εἴ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολὺ δύο δὲ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἓξ μνᾶς προστάξει· ἔστι γὰρ ἴσως καὶ τοῦτο πολὺ τῷ ληψομένῳ ἢ ὀλίγον· Μίλωνι μὲν γὰρ ὀλίγον, τῷ δὲ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. Ὁμοίως ἐπὶ δρόμου καὶ πάλης. Οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων τὴν ὑπερβολὴν μὲν καὶ τὴν ἔλλειψιν φεύγει, τὸ δὲ μέσον ζητεῖ καὶ τοῦθ’ αἱρεῖται, μέσον δὲ οὐ τὸ τοῦ πράγματος ἀλλὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς.
Εἰ δὴ πᾶσα ἐπιστήμη οὕτω τὸ ἔργον εὖ ἐπιτελεῖ, πρὸς τὸ μέσον βλέπουσα καὶ εἰς τοῦτο ἄγουσα τὰ ἔργα (ὅθεν εἰώθασιν ἐπιλέγειν τοῖς εὖ ἔχουσιν ἔργοις ὅτι οὔτ’ ἀφελεῖν ἔστιν οὔτε προσθεῖναι, ὡς τῆς μὲν ὑπερβολῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως φθειρούσης τὸ εὖ, τῆς δὲ μεσότητος σῳζούσης, οἱ δ’ ἀγαθοὶ τεχνῖται, ὡς λέγομεν, πρὸς τοῦτο βλέποντες ἐργάζονται), ἡ δ’ ἀρετὴ πάσης τέχνης ἀκριβεστέρα καὶ ἀμείνων ἐστὶν ὥσπερ καὶ ἡ φύσις, τοῦ μέσου ἂν εἴη στοχαστική. Λέγω δὲ τὴν ἠθικήν· αὕτη γάρ ἐστι περὶ πάθη καὶ πράξεις, ἐν δὲ τούτοις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον.


Α. Από το κείμενο που σας δίνεται να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του αποσπάσματος: «Οὕτω δὴ πᾶς ἐπιστήμων… ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον».
Μονάδες 10

Β. Να απαντήσετε στα παρακάτω:

Β1. Πώς προσδιορίζεται στο κείμενο που σας δόθηκε η έννοια της μεσότητας για τα πράγματα και για τον άνθρωπο; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας και με αναφορές σε συγκεκριμένα χωρία.
Μονάδες 15

Β2. Πώς συσχετίζονται από τον Αριστοτέλη οι έννοιες: ἐπιστήμη (τέχνη)-ἀρετή-φύσις;
Μονάδες 15

Β3. Σε ποια μέρη διέκρινε ο Αριστοτέλης την ψυχή; Μονάδες 10

Β4. Να γράψετε δύο ομόρριζες λέξεις της αρχαίας ή της νέας ελληνικής γλώσσας, απλές ή σύνθετες, για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:
ἀναλογία, ληπτέον, αἱρεῖται, ἄγουσα, προσθεῖναι.
Μονάδες 10

Αδίδακτο κείμενο
Λυσίου, Κατὰ Ἀλκιβιάδου Α 144, 46-47
Ἐγὼ μὲν οὖν ὡς ἐδυνάμην ἄριστα κατηγόρηκα, ἐπίσταμαι δ’ ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι τῶν ἀκροωμένων θαυμάζουσιν, ὅπως ποθ’ οὕτως ἀκριβῶς ἐδυνήθην ἐξευρεῖν τὰ τούτων ἁμαρτήματα, οὗτος δέ μου καταγελᾷ, ὅτι οὐδὲ πολλοστὸν μέρος εἴρηκα τῶν τούτοις ὑπαρχόντων κακῶν. Ὑμεῖς οὖν καὶ τὰ εἰρημένα καὶ τὰ παραλελειμμένα ἀναλογισάμενοι πολὺ μᾶλλον αὐτοῦ καταψηφίσασθε, ἐνθυμηθέντες ὅτι ἔνοχος μέν ἐστι τῇ γραφῇ, μεγάλη δ’ εὐτυχία τὸ τοιούτων πολιτῶν ἀπαλλαγῆναι τῇ πόλει. Ἀνάγνωθι δ’ αὐτοῖς τοὺς νόμους καὶ τοὺς ὅρκους καὶ τὴν γραφήν.
-----------
οὐδὲ πολλοστόν: ούτε το ελάχιστο

Γ. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του κειμένου.
Μονάδες 20

Γ1.α. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:
καταγελᾷ : το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο ευκτικής του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή.
εἴρηκα : το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο οριστικής αορίστου β΄ στην ίδια φωνή.
ἐξευρεῖν : το απαρέμφατο ενεστώτα στην ίδια φωνή.
καταψηφίσασθε : το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο οριστικής μέλλοντα στην ίδια φωνή.
παραλελειμμένα : το τρίτο ενικό πρόσωπο οριστικής του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή.
Μονάδες 5

Γ1.β. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου :
τούτων : τη δοτική πληθυντικού του θηλυκού γένους.
ἁμαρτήματα : τη δοτική πληθυντικού.
μᾶλλον : τον θετικό βαθμό.
μεγάλη : την αιτιατική πληθυντικού του υπερθετικού βαθμού στο ίδιο γένος.
πόλει : την κλητική ενικού.
Μονάδες 5

Γ2.α. Να γίνει πλήρης συντακτική αναγνώριση των παρακάτω λέξεων: τῶν ἀκροωμένων, ἐξευρεῖν, τούτων, αὐτοῦ, ἐνθυμηθέντες, τοιούτων.
Μονάδες 6

Γ2.β. ἐδυνήθην, εἴρηκα: Να γράψετε τις προτάσεις στις οποίες ανήκουν τα παραπάνω ρήματα και να τις αναγνωρίσετε πλήρως συντακτικά (είδος, εισαγωγή, εκφορά, λειτουργία).
Μονάδες 4

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Διδαγμένο κείμενο
Β1. Από αυτήν την ενότητα αρχίζει η προσπάθεια του Αριστοτέλη να
προσδιορίσει το ότι η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα. Βρίσκεται μπροστά στην
ανάγκη να διευκρινίσει την έννοια μεσότητα. Αρχικά, δίνει τα στοιχεία τη̋
διαιρετότητα̋ «εν παντί δη συνεχει και διαιρετω» και τι̋ δυνατότητέ̋ τη̋ «έστι
λαβειν...ίσον». Στη συνέχεια, επισημαίνει ότι ο καθορισμό̋ τη̋ έννοια̋ αυτή̋
είναι δυνατό̋ κατά δύο τρόπου̋: «κατ΄ αυτό το πραγμα / κατά το πραγμα / το
του πράγματο̋» που είναι η αντικειμενική, αριθμητική μεσότητα και
χαρακτηριστικά τη̋ έχει: α) είναι μία «όπερ έστι έν» και β) είναι ίδια για όλου̋
«και το αυτό πασι». Εκφράζει την ίση απόσταση του μέσου από τα δύο άκρα,
έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Η υποκειμενική, η «προ̋ ημα̋», μεσότητα έχει τα
εξή̋ χαρακτηριστικά: α) δεν έχει το στοιχείο τη̋ υπερβολή̋ ούτε τη̋ έλλειψη̋
«μήτε πλεονάζει μήτε ελλείπει» β) δεν είναι μία ούτε ίδια για όλου̋ «ουχ εν ουδέ
ταυτον πασι». Είναι δηλαδή η μεσότητα που έχει επιλεγεί από το λόγο, μια
μεσότητα λογική που συνδέεται με την αναλογία και το μέτρο. Επιπλέον, έχει το
στοιχείο τη̋ προαίρεση̋ «επιστήμων…αιρειται», δηλαδή αναφέρεται στην
πρόθεση, την ελεύθερη απόφαση.
Τι̋ς δύο αυτές βασικές θέσεις ο Αριστοτέλη̋ τις στηρίζει σε παραδείγματα. Για
την πρώτη περίπτωση τη̋ «κατά το πράγμα» μεσότητα̋ το παράδειγμα είναι
αριθμητικό. Σύμφωνα λοιπόν με την αριθμητική το έξι είναι το μέσο διότι
υπερέχει του δύο κατά τόσε̋ μονάδε̋ καθ΄ όσε̋ υπερέχεται του δέκα «τα έξ μέσα
λαμβάνουσι...υπερέχεται». Συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλη̋ αναφέρεται στην
αντικειμενική θεώρηση τη̋ μεσότητα̋, αυτήν που έχει ω̋ μέτρο τα πράγματα και απορρέει από αυτά, από παρατηρήσει̋ και μετρήσει̋ «κατά την αριθμητικήν αναλογίαν».
Στη δεύτερη περίπτωση τη̋ «προ̋ ημα̋» μεσότητα̋, που δεν προσδιορίζεται
όπω̋ η προηγούμενη «το δε προ̋ ημα̋ ουχ ούτω ληπτέον», ο Αριστοτέλη̋
παραθέτει το παράδειγμα του Μίλωνα. Αν σε έναν αθλητή οι δέκα μνε̋ τροφή
είναι πολύ, οι δύο μνε̋ λίγη, στην περίπτωση αυτή ο γυμναστή̋ δεν πρέπει να
προσδιορίσει έξι μνε̋, διότι μπορεί να είναι λιγότερη ή περισσότερη τροφή σε
σχέση με αυτή που χρειάζεται ο συγκεκριμένο̋ αθλητή̋ «ου γαρ ει τω
δέκα…ολίγον». Η ποσότητα δηλαδή τη̋ τροφή̋ μεταβάλλεται και
διαφοροποιείται ανάλογα με τον αθλητή, τι̋ συνθήκε̋, τον τύπο κτλ. Για
παράδειγμα, για τον Μίλωνα, έναν αθλητή φαινόμενο με καταπληκτική δύναμη
που έτρωγε πάρα πολύ, η ποσότητα των δέκα μνων μπορεί να είναι λίγη, και τον
αρχάριο αθλητή όμω̋ ίσω̋ είναι μεγάλη «Μίλωνι μέν…πολύ». Το ίδιο ισχύει και
για τα άλλα αγωνίσματα «Ομοίω̋…πάλη̋».

Β2. Ο Αριστοτέλη̋ για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αρετή έχει ω̋ στόχο
τη̋ μεσότητα, συγκρίνει την τέχνη/επιστήμη, την αρετή και τη φύση. Πρέπει από
την αρχή να επισημανθεί ότι οι όροι επιστήμη και τέχνη είναι σχεδόν
ταυτόσημοι. Με του̋ όρου̋ αυτού̋ ο Αριστοτέλη̋ εννοεί την έλλογη και
πετυχημένη κατασκευαστική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, τέχνη, αρετή και φύση έχουν ένα κοινό
χαρακτηριστικό γνώρισμα, και οι τρει̋ έχουν τη δυνατότητα δημιουργία̋
κάποια̋ μορφή̋: η τέχνη μορφοποιεί το υλικό τη̋, η φύση δημιουργεί επίση̋
μορφέ̋, η αρετή δίνει μορφή στην προσωπικότητα του ανθρώπου.
Η αρετή είναι ακριβέστερη και ανώτερη από την τέχνη «η δ΄αρετή πάση̋ τέχνη̋
ακριβεστέρα και αμείνων εστί», γιατί μορφοποιεί στην ουσία τον άνθρωπο.
Αλλά και η φύση είναι ανώτερη από την τέχνη «ώσπερ και η φύσι̋», γι′ αυτό η
τέχνη μιμείται την φύσιν.
Ωστόσο η ανωτερότητα τη̋ φύση̋ έναντι τη̋ τέχνη̋ θεμελιώνεται στο γεγονό̋
ότι στη φύση κάθε ον κατευθύνεται προ̋ ένα σκοπό, στην τελειότητα, ενώ το
έργο τέχνη̋ μένει αμετάβλητο, δεν τείνει πουθενά.
Το κριτήριο που χρησιμοποιεί στο συσχετισμό αυτό ο φιλόσοφο̋ είναι ακριβώ̋
ότι τα έργα τη̋ τέχνη̋ δεν μεταβάλλονται, δεν αναφέρονται σε κάτι άλλο, ενώ η
φύση μεταβάλλεται, κατευθύνεται προ̋ κάποιο σκοπό. Άρα το κριτήριο είναι η
μεταβολή και η συνεχή̋ βελτίωση και τελείωση.
Σύμφωνα με την Αριστοτελική θεωρία και στην ηθική αρετή υπάρχει βελτίωση
και εξέλιξη, μια και αποσκοπεί στην ηθική τελείωση του ανθρώπου. Η
ανωτερότητά τη̋ έναντι των δύο άλλων εννοιών έγκειται στο γεγονό̋ ότι το
υλικό που μορφοποιεί είναι ο ίδιο̋ ο άνθρωπο̋ και αποτελεί για τον άνθρωπο
το μέσο για την ολοκλήρωση τη̋ φύση̋ του.

Β3. Η απάντηση στην ερώτηση τη̋ εισαγωγή̋ εντοπίζεται στι̋ σελ. 152-153 «Η
ψυχή του ανθρώπου … ηθικέ̋ και διανοητικέ̋».

Β4. αναλογία: παράλογο̋, λογική
ληπτέον: παραλαβή, ανάληψη
αιρειται: διαίρεση, αιρετικό̋
άγουσα: άγημα, διαγωγή
προσθειναι: θήκη, διάθεση
Αδίδακτο κείμενο
Γ. Εγώ λοιπόν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο έχω διατυπώσει την κατηγορία,
αλλά γνωρίζω ότι οι υπόλοιποι από του̋ ακροατέ̋ διερωτώνται με ποιο τρόπο
τέλο̋ πάντων τόσο εξονυχιστικά μπόρεσα να εξιχνιάσω τα αδικήματά του̋, ενώ
αυτό̋ γελά σε βάρο̋ μου, γιατί δεν έχω πει ούτε το ελάχιστο μέρο̋ από τα
ελαττώματα που του̋ χαρακτηρίζουν. Εσεί̋, λοιπόν, αφού αναλογιστείτε και
όσα έχω πει και όσα έχω παραλείψει , με πολύ μεγαλύτερο μένο̋ να τον
καταδικάσετε, αφού λάβετε υπόψη ότι προκύπτει η ενοχή του από την
καταγγελία, ενώ για την πόλη αποτελεί μεγάλη ευτυχία η απαλλαγή από
τέτοιου̋ πολίτε̋. Διάβασέ του̋ λοιπόν του̋ νόμου̋ και του̋ όρκου̋ και την
καταγγελία.
Γ1 α. καταγελωεν
ειπετε
εξευρίσκειν
καταψηφιουνται
παραλέλειπται

Γ1 β. ταύται̋
αμαρτήμασι
μάλα
μεγίστα̋
πόλι

Γ2 α. «των ακροωμένων»: ουσιαστικοποιημένη επιθετική μετοχή ω̋ γενική
διαιρετική στο «οι άλλοι»
«εξευρειν»: αντικείμενο στο «εδυνήθην», τελικό απαρέμφατο
«τούτων»:γενική υποκειμενική στο «αμαρτήματα»
«αυτου»:αντικείμενο στο «καταψηφίσασθε»
«ενθυμηθέντες: επιρρηματική χρονική μετοχή στο «καταψηφίσασθε»
(δηλώνει το προτερόχρονο), συνημμένη στο «υμεις»
«τοιούτων»:επιθετικό̋ προσδιορισμό̋ στο «πολιτων»

Γ2 β. α) «οπως ποθ’ … αμαρτήματα»: δευτερεύουσα ονοματική, πλάγια
ερωτηματική πρόταση μερική̋ άγνοια̋, εισάγεται με το αναφορικό
επίρρημα του τρόπου «οπως, εκφέρεται με οριστική γιατί εκφράζει το
πραγματικό ( στο παρελθόν) , αντικείμενο στο «θαυμάζουσι».

β) «οτι ουδε … κακων»: δευτερεύουσα επιρρηματική, αιτιολογική
πρόταση, εισάγεται με τον αιτιολογικο σύνδεσμο «οτι» ( δηλώνει
αντικειμενική αιτιολογία και εξαρτάται από το ψυχικού πάθου̋ ρήμα
«καταγελα»), εκφέρεται με οριστική γιατί δηλώνει το πραγματικό (στο
παρελθόν), λειτουργεί ως  επιρρηματικός προσδιορισμός της αιτίας στο
«καταγελα

4.1.11

Α Ρ Χ Α Ι Α Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Α Θ Ε Ω Ρ Η Τ Ι Κ Η Σ Κ Α Τ Ε Υ Θ Υ Ν Σ Η Σ Γ ΄ Λ Υ Κ Ε Ι Ο Υ
Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια Β6, 14 – 16.
(Το διδαγμένο κείμενο κι η μετάφρασή του δε δίνονται λόγω οικονομίας του χώρου).
Β. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Θουκυδίδου Ιστορία Α, 118 – 119.
Αὐτοῖς μέν οὖν τοῖς Λακεδαιμονίοις διέγνωστο λελύσθαι τε τάς σπονδάς καί τούς Ἀθηναίους ἀδικεῖν,
πέμψαντες δέ ἐς Δελφούς ἐπηρώτων τόν θεόν εἰ πολεμοῦσιν ἄμεινον ἔσται⋅ ὁ δε ἀνεῖλεν αὐτοῖς, ὡς λέγεται,
κατά κράτος πολεμοῦσι νίκην ἔσεσθαι, καί αὐτός ἔφη ξυλλήψεσθαι καί παρακαλούμενος καί ἄκλητος.
Αὖθις δέ τούς ξυμμάχους παρακαλέσαντες ψῆφον ἐβούλοντο ἐπαγαγεῖν εἰ χρή πολεμεῖν. Καί ἐλθόντων τῶν
πρέσβεων ἀπό τῆς ξυμμαχίας καί ξυνόδου γενομένης οἵ τε ἄλλοι εἶπον ἅ ἐβούλοντο, κατηγοροῦντες οἱ
πλείους τῶν Ἀθηναίων καί τόν πόλεμον ἀξιοῦντες γίγνεσθαι, καί οἱ Κορίνθιοι δεηθέντες μέν καί κατά
πόλεις πρότερον ἑκάστων ἰδίᾳ ὥστε ψηφίσασθαι τόν πόλεμον, δεδιότες περί τῇ Ποτειδαίᾳ μή
προδιαφθαρῇ, παρόντες δέ καί τότε καί τελευταῖοι ἐπελθόντες ἔλεγον τοιάδε.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α. Να μεταφράσετε το απόσπασμα: «Ἔτι τό μέν ἁμαρτάνειν … εὑρίσκειν καί αἱρεῖσθαι».
Α. 1. Ποιο είναι το προσεχές γένος της αρετής και ποια η ειδοποιός διαφορά όπως περιλαμβάνονται στον
ορισμό της.
2. Να προσδιοριστούν οι Αριστοτελικοί όροι «καθ’ ὑπερβολήν» και «κατ’ ἔλλειψιν» αναφορικά με τις
φράσεις «ἐν τε τοῖς πάθεσιν» και «ἐν ταῖς πράξεσι». Σε ποιο συμπέρασμα καταλήγει ο Σταγειρίτης
φιλόσοφος για τον ορισμό της μεσότητας;
3. α. Να δώσετε δύο λέξεις ομόρριζες της Νέας Ελληνικής γλώσσας (απλές ή σύνθετες) για καθεμιά από τις
παρακάτω λέξεις του κειμένου: ἀποτυχεῖν, ἔλλειψις, ὡρισμένῃ, πάθεσι.
β. Με ποιες λέξεις του κειμένου συγγενεύουν ετυμολογικά οι παρακάτω λέξεις της Νέας Ελληνικής
γλώσσας: ραδιουργία, έμπρακτος, μεσόγειος, λειψανδρία, σχέση.
4. Να γράψετε αναλυτικά τη συλλογιστική διαδικασία που ακολούθησε ο Αριστοτέλης για να καταλήξει
στο συμπέρασμα ότι οι αρετές διακρίνονται σε διανοητικές και σε ηθικές.
Β. Να μεταφράσετε το αδίδακτο κείμενο.
Β. 1. α. Να γράψετε τους τύπους που σας ζητούνται για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις:
ἐπηρώτων: στο ίδιο πρόσωπο, αριθμό και φωνή τον Αόριστο
ἀνεῖλεν: στο ίδιο πρόσωπο, αριθμό και φωνή την Προστακτική
χρή: στο ίδιο πρόσωπο, αριθμό και φωνή την Ευκτική
γίγνεσθαι: το απαρέμφατο του Παρακειμένου
δεδιότες: τη μετοχή του Αορίστου.
β. Να γράψετε τις παρακάτω λέξεις στον άλλο αριθμό: τάς σπονδάς, ἅ, κατηγοροῦντες, πλείους,
ψῆφον, αὐτοῖς.
2. α. Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των παρακάτω λέξεων: τοῖς Λακεδαιμονίοις,
παρακαλούμενος, ξυνόδου, τελευταῖοι.
β. Να αναλύσετε τη μετοχή στην αντίστοιχη δευτερεύουσα πρόταση: «πολεμοῦσι κατά κράτος»
.
Α Π Α Ν Τ Η Σ Ε Ι Σ
A. 1. Ο Αριστοτέλης προσδιορίζει το προσεχές γένος της αρετής ως «ἕξις» αποτελεί δηλαδή ένα μόνιμο και
σταθερό στοιχείο του χαρακτήρα του ανθρώπου που εξαρτάται από την ποιότητα της στάσης του
απέναντι στα πάθη, ενώ διαμορφώνεται από την ποιότητα των ενεργειών του. Στη συνέχεια
αναγνωρίζει ως ειδοποιό διαφορά της την προαίρεση και τον ορθό λόγο. Ως προαίρεση ορίζει την
ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου να διαμορφώνει απόψεις και να πραγματοποιεί τις αποφάσεις
του με ελεύθερη επιλογή χωρίς εξωτερικούς και εσωτερικούς καταναγκασμούς. Είναι μια επιλογή που
γίνεται συνειδητά και σχετίζεται με την ώριμη σκέψη καθώς αν κάποιος έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο
ή περισσότερα πράγματα καταλήγει μέσω του ορθού λόγου στην πιο ώριμη σκέψη. Έτσι η προαίρεση
είναι ο πυρήνας της ηθικής πράξης και η βάση της αρετής. Επανειλημμένα υπογραμμίζεται από τον
Αριστοτέλη η σημασία της προαιρέσεως για την ύπαρξη της αρετής. Σ’ ένα άλλο σημείο του ίδιου έργου
αναφέρει τους αναγκαίους όρους για να χαρακτηριστεί μια πράξη ενάρετη: ο άνθρωπος πρέπει να έχει
α) συνείδηση της πράξης του (εἰδώς) β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και
σταθερότητα πραγματοποίηση της βεβαίως καί αμετακίνητος.
Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει την αρετή ως έξη με την οποία το άτομο ολοκληρώνει τον εαυτό του και το
έργο του και τη διαφοροποιεί από το σύνολο γενικά των ανθρώπινων έξεων καθώς εμφατικά προβάλλει
την έννοια της προαίρεσης. Ο ίδιος ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει ν’ αποφασίσει και να εφαρμόσει στη ζωή
του το μέτρο, αποφεύγοντας τις ακρότητες σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Από αυτό το γεγονός
συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αρετή είναι ηθικό ¨αγώνισμα¨ δύσκολο και σχετίζεται άμεσα με το
χαρακτήρα του ανθρώπου, την αγωγή του, τη βούληση και τη λογική του. Ο ορθός λόγος επιτρέπει στον
άνθρωπο να σταθμίσει τα δεδομένα και ν’ αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη. Με αυτόν τον
τρόπο ο φιλόσοφος συνδέει την αρετή με το ¨λόγο ἔχον¨ μέρος της ψυχής και θεωρεί προϋπόθεση για
την κατάκτησή της την ευσυνείδητη επιλογή από πλευράς του ανθρώπου.
Α. 2. Οι αριστοτελικοί όροι «καθ’ ὑπερβολήν» και «κατ’ ἔλλειψιν» συμβολίζουν τις δύο ακραίες τάσεις στην
ανθρώπινη συμπεριφορά. Έτσι ένας άνθρωπος χαρακτηρίζεται ακόλαστος, όταν επιδεικνύει
υπερβολική ροπή στην σωματικές ηδονές. Αντίθετα εκείνος που χαρακτηρίζεται αναίσθητος επιδεικνύει
απαθή συμπεριφορά. Οι δυο αυτές ανθρώπινες τάσεις χαρακτηρίζονται ως κακίες και κατακρίνονται ως
λανθασμένες. Η μεσότητα των τάσεων αυτών είναι η σωφροσύνη η οποία απέχει εξίσου απ’ τα δύο
άκρα και ορίζεται από υποκειμενικά κριτήρια. Η ηθική αρετή κατά τον Αριστοτέλη κρύβεται στα
συναισθήματα, «ἔν τε τοῖς πάθεσι» αλλά και στις πράξεις «ἐν ταῖς πράξεσι». Έτσι π.χ. αν ένας άνθρωπος
ξοδεύει περισσότερα απ’ όσο πρέπει είναι υπερβολή, ενώ λιγότερα έλλειψη. Όταν όμως ξοδεύει χρήματα
για το σκοπό που πρέπει, κάτω απ’ τις συνθήκες που πρέπει, αυτό είναι μεσότητα και επαινείται. Ο
συλλογισμός λοιπόν του Αριστοτέλη δηλώνει ότι η ηθική αρετή είναι μεσότητα, περιβάλλεται από δύο
κακίες, την υπερβολή και την έλλειψη. Δεν είναι όμως αριθμητική μεσότητα αλλά καθορίζεται από
λογικούς και κοινωνικούς παράγοντες, κυρίως όμως από την επιλογή του λογικού και συνετού
ανθρώπου.
Α. 3. α. ἀποτυχεῖν: συνέντευξη, ανεπίτευκτος
ἔλλειψις: λιποταξία, λειψυδρία
ὡρισμένῃ: αόριστος, οριστικός
πάθεσι: πάθηση, εμπαθής
β. ραδιουργία: ῥάδιον
έμπρακτος: πράξεσι
μεσόγειος: μέσον
λειψανδρία: ἔλλειψις
σχέση: ἕξις
Α. 4. Βλ. σχολ. βιβλίο «Αρχαία Ελληνικά – Φιλοσοφικός Λόγος» Ο.Ε.Δ.Β., σελ. 152 – 153: «Το τελευταίο μέρος
… σε ηθικές και διανοητικές».
Β. Οι ίδιοι λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αποφανθεί ότι και είχαν παραβιαστεί οι συνθήκες και ότι οι
Αθηναίοι διέπρατταν αδικίες και αφού έστειλαν πρεσβευτές (απεσταλμένους) στους Δελφούς,
ρωτούσαν το θεό αν θα ήταν καλύτερο (γι’ αυτούς) αν πολεμήσουν⋅ κι αυτός τους χρησμοδότησε, όπως
λένε, ότι αν πολεμήσουν μ’ όλες τους τις δυνάμεις θα νικήσουν, κι ο ίδιος είπε ότι θα βοηθήσει είτε τον
επικαλεστούν είτε όχι. Κι αφού προσκάλεσαν πάλι τους συμμάχους, ήθελαν να υποβάλλουν σε
ψηφοφορία (το ζήτημα) αν πρέπει να πολεμήσουν. Και όταν ήρθαν οι απεσταλμένοι από τις συμμαχικές
πόλεις και έγινε συνέλευση και οι άλλοι είπαν όσα ήθελαν κατηγορώντας οι περισσότεροι τους
Αθηναίους και απαιτώντας να γίνει ο πόλεμος, και οι Κορίνθιοι αφού παρακάλεσαν και πρωτύτερα
χωριστά κάθε πόλη ώστε να ψηφίσει τον πόλεμο, επειδή φοβόντουσαν για την Ποτείδαια μήπως
καταστραφεί πρωτύτερα, αφού ήταν και τότε παρόντες και αφού προσήλθαν στο βήμα τελευταίοι
έλεγαν τα εξής περίπου.
Β. 1. α. ἐπηρώτων: ἐπήροντο
ἀνεῖλεν: ἀνελέτω
χρή: χρείη ή χρεών εἴη
γίγνεσθαι: γεγενῆσθαι
δεδιότες: δείσαντες
β. τάς σπονδάς: τήν σπονδήν
ἅ: ὅ
κατηγοροῦντες: κατηγορῶν
πλείους: πλείων και πλέων
ψῆφον: τάς ψήφους
αὐτοῖς: αὐτῷ
2. α. τοῖς Λακεδαιμονίοις: δοτική προσωπική του ενεργούντος προσώπου ή του ποιητικού αιτίου.
παρακαλούμενος: επιρρηματική υποθετική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ρήματος
«ἔφη»,«αὐτός».
ξυνόδου: υποκείμενο στη γενική απόλυτη χρονική μετοχή «γενομένης».
τελευταῖοι: επιρρηματικό κατηγορούμενο που δηλώνει τάξη.
β. πολεμοῦσι: Επιρρηματική Υποθετική Μετοχή, συνημμένη στο αντικείμενο του ρήματος «ἀνεῖλεν»
«αὐτοῖς» και στην ανάλυσή της σχηματίζει υποθετικό λόγο που δηλώνει το προσδοκώμενο.
Υπόθεση υποθετικού λόγου: ἐάν πολεμῶσι(ν)
Απόδοση υποθετικού λόγου: νίκην (αὐτοῖς) ἔσται.
Αριστοτέλους: «Ηθικά Νικομάχεια» (Ενότητα 10)

Ἔτι τό μέν ἁμαρτάνειν πoλλαχῶς ἔστιν (τό γάρ κακόν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι
εἴκαζον, τό δ΄ ἀγαθόν τοῦ πεπερασμένου), τό δέ κατορθοῦν μοναχῶς (διό καί τό μέν ρᾴ -
διον τό δέ χαλεπόν, ρᾴ διoν μέν τό ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπόν δέ τό ἐπιτυχεῖν) καί
διά ταῦτ' oὖν τῆς μέν κακίας ἡ ὑπερβολή καί ἡ ἔλλειψις, τῆς δ΄ ἀρετῆς ἡ μεσότης.
Ἐσθλοί μέν γάρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δέ κακοί.
Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἓξις προαιρετική, ἐν μεσότητι oὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ
καί ᾧ ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. Μεσότης δέ δύο κακιῶν, τῆς μέν καθ' ὑπερβολήν τῆς δέ κατ'
ἔλλειψιν καί ἔτι τῷ τάς μέν ἐλλείπειν τάς δ΄ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἐν τε τοῖς πάθεσι καί
ἐν ταῖς πράξεσι, τήν δ΄ ἀρετήν τό μέσον καί εὑρίσκειν καί αἱρεῖσθαι.

1. Να μεταφράσετε το χωρίο: «Ἔστιν… αἱρεῖσθαι»
(Ìï íÜ äåò 10)
2. Να σχολιάσετε τη φράση: «Ἔτι τό μέν ἁμαρτάνειν… ἐπιτυχεῖν»
(Ìï íÜ äåò 15)
3. Να καταδείξετε το βουλητικό και νοησιαρχικό χαρακτήρα της αρετής.
(Ìï íÜ äåò 15)
4. Τι γνωρίζετε για την εικοσαετή δράση του Αριστοτέλη στην Ακαδημία και τις σχέσεις με
τους συναδέλφους του;
(Ìï íÜ äåò 10)
5. Να βρεθούν από το πρωτότυπο κείμενο τύποι που να είναι ετυμολογικά συγγενείς των
παρακάτω λέξεων: διάσκεψη, σύνορα, όρθιος, μεσόγειος, πληθωρισμός, υπόλοιπο, βε -
λόνα, ανθεκτικός. (Ìï íÜ äåò 10)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Είναι επομένως η αρετή μόνιμο στοιχείο / έξη του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθερα
από το άτομο˙ που βρίσκεται στο μέσο σε σχέση με μας και καθορίζεται από τη λογική
και συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, από τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος.
Και είναι μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες, από τις οποίες η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής, ενώ η άλλη από την πλευρά της έλλειψης˙ και ακόμα (είναι μεσότητα)
επειδή άλλες από αυτές τις κακίες δε φτάνουν σ' αυτό που πρέπει / υπολείπονται του πρέ-
ποντος μέτρου, και άλλες το ξεπερνούν και στα συναισθήματα και στις πράξεις, ενώ η αρε-
τή και βρίσκει και επιλέγει / προτιμά το μέσο.
2. Στο χωρίο αυτό ο Αριστοτέλης αξιοποιεί το συμπέρασμα στο οποίο είχαν καταλήξει οι
Πυθαγόρειοι ότι το κακό σχετίζεται με το άπειρο, ενώ το καλό με το πεπερασμένο. Δέχε-
ται δηλαδή τη διδασκαλία των Πυθαγoρείων για τις αντιθετικές δυνάμεις, για δέκα αντιθε-
τικά ζεύγη που κυβερνούν τον κόσμο: φῶς σκότος, δεξιόν ἀριστερόν, ἕν πλῆθος, πέρας
ἄπειρον, ἀγαθόν κακόν, περιττόν ἄρτιον, ἄρρεν θῆλυ, ἡρεμοῦν κινούμενον, εὐθύ καμπύλον,
τετράγωνον ἑτερόμηκες. Μέσα απ’ αυτές δημιουργείται η αρμο νία, αφού η αρμονία είναι η
ένωση πολυσύνθετων πραγμάτων και συμφωνία διαφωνούντων.
Κατ’ επέκταση, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, η αποτυχία του επιδιωκόμε-
νου στόχου γίνεται με πολλούς τρόπους, ενώ η επιτυχία του καλού μόνον μ’ έναν. Στην
πραγμάτωση και βίωση της αρετής, στην κατάκτηση του αγαθού μπορεί να φτάσει κα-
νείς μ’ έναν μόνο τρόπο, αφού το μέσο βρίσκεται σε ένα μόνο σημείο. Και σ’ αυτή την
περίπτωση ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το δομικό σχήμα των αντιθέσεων: ἁμαρτάνειν
κατορθοῦν, πολλαχῶς μοναχῶς.
Άρα η μεσότητα είναι κάτι το δύσκολο, γίνεται με ένα τρόπο και είναι χαρακτηριστικό
της αρετής. Πιο συγκεκριμένα, το να κάνουμε λάθος («τό κακόν» των Πυθαγορείων)
είναι κάτι που μπορεί να συμβεί με πολλούς τρόπους («πλῆθος» των Πυθαγορείων), γιατί
το κακό (δηλαδή το να κάνουμε λάθος) ανήκει στο χώρο του αδιαμόρ-φωτου και του
χωρίς όρια. Δηλαδή οι κακές πράξεις είναι «άπειρες», και το άπειρο προκαλεί δέος στην
ανθρώπινη λογική και είναι κακό.
Αντίθετα, το να πετύχουμε το στόχο, το ορθό, (το «ἀγαθόν» των Πυθαγορείων) γίνεται
με έναν τρόπο (το «ἕν» των Πυθαγορείων), γιατί το αγαθό, το να πετύχουμε δηλαδή το
στόχο μας, βρίσκεται μέσα σε ορισμένα όρια («πέρας» των Πυθαγορείων). Παρατηρούμε
ότι ο Αριστοτέλης αισθανόταν απέχθεια απέναντι στην έννοια του απείρου –που ίσως είχε
κληρονομήσει από το δάσκαλό του , τον Πλάτωνα–, αρνιόταν καθετί που συγκρουόταν με
τη λογική αναγκαιότητα. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του «ἀνάγκη στῆναι» (κάπου πρέ-
πει όλα να σταματούν, να έχουν ένα τέλος).
Επομένως, το αγαθό, οι καλές πράξεις, έχουν καθορισμένα όρια, είναι σύμμετρες και
τέλειες, γιατί αυτό που έχει πέρας θεωρείται τελειότερο από το άπειρο και άμορφο. Και οι
τρεις έννοιες («ἀγαθόν, ἕν, πέρας») βρίσκονται στην ίδια στήλη και σε θέση αντίθεσης με
τις έννοιες («κακόν, πλῆθος, ἄπειρον»). Γι' αυτό το ένα είναι εύκολο (να αποτύχουμε στο
στόχο μας) και το άλλο δύσκολο (να επιτύχουμε στο στόχο μας).
3. Στην ενότητα αυτή ο Αριστοτέλης θα μας δώσει τον πλήρη ορισμό της αρετής, της
ικανότητας αυτής που κάνει τα φυσικά όντα να βρίσκονται σε τέλεια κατάσταση, ώστε
να επιτελούν και τον προορισμό τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο (εντελέχεια). Η ηθι-
κή αρετή, λοιπόν, είναι ένα μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα, που επιλέγεται ελεύθερα απ’
το άτομο και βρίσκεται στο μέσο που προσδιορίζεται με κριτήρια υποκειμενικά και καθορίζεται απ’ τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου. Η αρετή δηλαδή έχει βουλητικό (ἓξις προαι-
ρετική) και νοησιαρχικό χαρακτήρα (ὡρισμένῃ λόγῳ).
Ας εξετάσουμε αρχικά το βουλητικό χαρακτήρα προσδιορίζοντας τους όρους «ἓξις
προαιρετική».
α. Ἕξις: (<ἕξω μέλλοντας του ἔχω): Είναι ένα μόνιμο χαρακτηριστικό, μια σταθερή κα-
τάσταση που προκύπτει απ’ τη συνεχή εξάσκηση και τη συνήθεια. Κάθε έξη είναι αποτέ-
λεσμα όμοιων ενεργειών, που επαναλαμβάνονται και αυτό σημαίνει ότι απ’ την ποιότητα
που επιλέγει το άτομο να προσδώσει στις ενέργειές του εξαρτάται και η ποιότητα των
έξεων, αν δηλαδή θα είναι θετικές (αρετές) ή αρνητικές (κακίες). Άρα μία έξη είναι αρετή
όταν βοηθάει αυτόν που την έχει να εκτελεί το έργο του με σωστό τρόπο. Έτσι «έξις»,
γενικά, είναι το να βρίσκεται ένα υποκείμενο ύστερα από άσκηση και επίμονη θέληση σε
μια διαρκή κατάσταση τέτοια, ώστε να ενεργεί με ένα μόνιμο και σταθερό τρόπο, είναι
δηλαδή μια κατάσταση προαίρεσης. Επειδή όμως οι έξεις γίνονται με την επανάληψη
όμοιων ενεργειών, από τις ενέργειες του ανθρώπου μόνο οι καλές έχουν σχέση με την
αρετή.
β. Προαιρετική: Ο Αριστοτέλης, αφού προσδιόρισε το «γένος» της αρετής, δίνει
τώρα την «ειδοποιό διαφορά» της: η αρετή πρέπει να χαρακτηρίζεται και από «προαίρε-
σιν», δηλαδή να προϋποθέτει ελεύθερη επιλoγή Ή πρoαίρεση δεν είναι απλώς μια
εκούσια πράξη (γιατί και τα παιδιά και τα ζώα ενεργούν εκούσια, αλλά όχι ύστερα από
ώριμη σκέψη), ούτε απλή επιθυμία ή «θυμός» (γιατί και τα άλογα ζώα έχουν θυμό, όχι
όμως προαίρεση) ούτε μόνο βούληση (γιατί η βούληση μπορεί να στρέφεται και σε
πράγματα που είναι αδύνατα, όπως η αθανασία, και επιπλέον γιατί η βούληση αποβλέπει
πιο πολύ στο σκοπό και όχι στα μέσα, όπως η προαίρεση).
Η προαίρεση, λοιπόν, δηλώνει προσωπική επιλογή που όμως δε γίνεται στιγμιαία,
τυχαία, επιπόλαια και απερίσκεπτα, αλλά «μετά λόγου και διανοίας», ύστερα από λογική
και ώριμη σκέψη. Η προαίρεση προϋποθέτει τη σκέψη που καταλήγει σε μια τελική επι-
λογή και απόφαση να πράξουμε κάτι. (Εδώ συνυφαίνεται ο βουλητικός και νοησιαρχικός
χαρακτήρας).
Την ποιότητα μιας πράξης, θετική ή αρνητική, τη χαρακτηρίζει η προαίρεση, γιατί η
ενέργειά μας δεν αξιολογείται από τα ενδεχόμενα αποτελέσματά της, αλλά από την προ-
αίρεση με την οποία ξεκίνησε. Αυτή είναι ο πυρήνας της ηθικής πράξης, η βάση της αρε-
τής. Αν αποφασίσουμε ύστερα από ώριμη σκέψη και εφόσον υπάρχoυν και οι άλλες
προϋποθέσεις (π.χ. μεσότητα), τότε η πράξη μας είναι ενάρετη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αρι-
στοτέλης στην ηθική δέχεται την ελευθερία της βούλησης.
Ανακεφαλαιωτικά, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην ελευθερία της βούλησης του
ανθρώπου, δηλαδή της ελευθερίας του να διαμορφώνει τη δράση του σύμφωνα με τη
θέλησή του και τις επιλογές του, χωρίς καταναγκασμό. Είναι σίγουρο ότι αυτός που επιλέ-
γει αυτοβούλως την αρετή έχει συνειδητοποιήσει το υψηλό νόημά της. Ο Αριστοτέλης
τονίζει συχνά τη σημασία της προαίρεσης, αφού για την ύπαρξη της αρετής και για να χα-
ρακτηρισθεί μια πράξη ενάρετη ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει α) συνείδηση της πράξης του (εἰδώς), β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και σταθερότητα
στην πραγματοποίησή της (βεβαίως καί ἀμετακινήτως ἔχει).
Ο νοησιαρχικός χαρακτήρας της αρετής θεμελιώνεται κυρίως με τη φράση «ὡρι-
σμένῃ λόγῳ» και με την αναφορά στο φρόνιμο άνθρωπο. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, προ-
σθέτει ένα αντικειμενικό κριτήριο, τον ορθό λόγο, τη λογική, τη σωστή κρίση για να εξι-
σορροπήσει την κατάσταση με το υποκειμενικό κριτήριο της μεσότητας και να δια-
σφαλίσει την αντικειμενικότητα. Διευκρινίζει μάλιστα ότι αναφέρεται ειδικά στη λογική
όχι του μέσου, κοινού άνθρώπου, αλλά του φρόνιμου, του συνετού, ο οποίος σταθμίζει
τα πάντα με ακρίβεια και κατέχει το αγαθό και στον οποίο ενώνονται και συνυπάρχουν
όλες οι αρετές. Τη φρόνηση την έχει αποκτήσει με το λόγο. Χάρη σ’ αυτή υπάρχουν και
όλες οι άλλες αρετές, ενώ αν λείπει μία αρετή από έναν άνθρωπο, αυτό δείχνει ότι δεν
έχει φρόνηση και αποδιοργανώνεται ως προσωπικότητα. Η φρόνηση είναι θεμελιώδης
προϋπόθεση για την κατάκτηση και την καλλιέργεια της αρετής. Φρόνιμος λοιπόν
άνθρωπος είναι αυτός που υψώθηκε σε ηθική προσωπικότητα και κατόρθωσε να γίνει
παράδειγμα, μέτρο σύγκρισης για τους άλλους, ώστε να έχουν τις πράξεις του ως κρι-
τήριο για την ηθική ποιότητα των δικών τους πράξεων. Είναι ο ιδανικός άνθρωπος που
διέπεται από γενναιοδωρία, μεγαλοπρέπεια, φιλοτιμία, ηρεμία, ανιδιοτέλεια.
Σύμφωνα με τον During ο ορθός λόγος του Αριστοτέλη έχει την ίδια λειτουργία με τη
γνώση των Ιδεών του Πλάτωνα, χωρίς βέβαια να έχει κάτι σκοτεινό και μυστηριώδες.
Είναι δηλαδή μία σταθερά του αριστοτελικού στοχασμού, καρπός της καλλιέργειας, της
εμπειρίας και της σοφίας.
4. Είκοσι χρόνια έμεινε ο Αριστοτέλης στην Ακαδημία. Μετά τη συμπλήρωση των βασικών
σπουδών του κύριο έργο του είχε πια την επιστημονική έρευνα και τη διδασκαλία. Η διδα-
σκαλία του στην Ακαδημία και οι ιδέες που μ’ αυτήν μετέδιδε στους μαθητές του έφεραν
συχνά τον Αριστοτέλη αντιμέτωπο με τους συναδέλφους του στην Ακαδημία, τον Ηρα-
κλείδη, τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη· ήταν αληθινά αλύπητη μερικές φορές η κριτική που
ασκούσε σε βάρος τους. Και του Πλάτωνα οι απόψεις δεν ξέφυγαν από τον έλεγχο του Αρι-
στοτέλη. Τι να πει κανείς για την κριτική που ασκούσε σε βάρος άλλων σχολών και των εκ-
προσώπων τους; Έτσι καταλαβαίνουμε πώς συνέβαινε να έχει ο Αριστοτέλης λίγους μόνο
φίλους, πολλούς όμως εχθρούς. Ο χαρακτήρας του δεν θα ήταν βέβαια άσχετος με αυτό το
γεγονός, σχεδόν όμως τις περισσότερες φορές ήταν η βαθιά του πίστη πως οι δικές του
απόψεις βρίσκονταν πιο κοντά στην αλήθεια· αυτό τον εξωθούσε στην αυστηρή κριτική των
απόψεων των άλλων· όταν είχε να διαλέξει ανάμεσα στους φίλους και στην αλήθεια –μας το
βεβαιώνει ο ίδιος– θεωρούσε «ὅσιον προτιμᾶν τήν ἀλήθειαν». Πώς να συμπεριφερόταν
διαφορετικά ένας άνθρωπος που πίστευε ακράδαντα πως του αληθινού φιλοσόφου γνώρι-
σμα είναι να έχει το κουράγιο ακόμη «καί τά οἰκεῖα ἀναιρεῖν ἐπί σωτηρίᾳ τῆς ἀληθείας», να
θυσιάζει δηλαδή ακόμη και τις πιο προσωπικές του απόψεις, αν είναι να σωθεί η αλήθεια;
5. σκοποῦ, ὡρισμένῃ, κατορθοῦν, μέσον, πολλαχῶς, ἔλλειψις, ὑπερβολήν, ἓξις.
ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Ὡς δέ δή καί ὠφελεῑν ἐδόκει μοι τούς συνόντας τά μέν ἔργῳ δεικνύων ἑαυτόν οἷος ἦν,
τά δέ καί διαλεγόμενος τούτων δή γράψω ὁπόσα ἄν διαμνημονεύσω. Τά μέν τοίνυν πρός
τούς Θεούς φανερός ἦν καί ποιῶν καί λέγων ᾗπερ ἡ Πυθία ἀποκρίνεται τοῑς ἐρωτῶσι πῶς
δεῑ ποιεῑν ἤ περί θυσίας ἤ περί προγόνων θεραπείας ἤ περί ἄλλου τινός τῶν τοιούτων· ἥ τε
γάρ Πυθία νόμῳ πόλεως ἀναιρεῑ ποιοῡντας εὐσεβῶς ἄν ποιεῑν, Σωκράτης τε οὕτω καί
αὐτός ἐποίει καί τοῑς ἄλλοις παρῄνει, τούς δέ ἄλλως πως ποιοῡντας περιέργους καί ματαίο-
υς ἐνόμιζεν εἶναι. Καί ηὔχετο δέ πρός τούς Θεούς ἁπλῶς τἀγαθά διδόναι, ὡς τούς Θεούς
κάλλιστα εἰδότας ὁποῑα ἀγαθά ἐστί· τούς δ’ εὐχομένους χρυσίον ἤ ἀργύριον ἤ τυραννίδα ἤ
ἄλλο τι τῶν τοιούτων οὐδέν διάφορον ἐνόμιζεν εὔχεσθαι ἤ εἰ κυβείαν ἤ μάχην ἤ ἄλλο τι
εὔχοιντο τῶν φανερῶς ἀδήλων ὅπως ἀποβήσοιτο. Θυσίας δέ θύων μικράς ἀπό μικρῶν
οὐδέν ἡγεῑτο μειοῡσθαι τῶν ἀπό πολλῶν καί μεγάλων πολλά καί μεγάλα θυόντων. Οὔτε
γάρ τοῑς Θεοῑς ἔφη καλῶς ἔχειν, εἰ ταῑς μεγάλαις θυσίαις μᾱλλον ἤ ταῑς μικραῑς ἔχαιρον.
(Ξενοφῶντος, Ἀπομνημονεύματα, Α, 3, 1-3)
θεραπεία: λατρεία
κυβεία: παιγνίδι των κύβων

1. Να μεταφραστεί το κείμενο στη νεοελληνική γλώσσα. (MïíÜäåò 20)
2. α. Να γραφούν οι τύποι που ζητούνται των παρακάτω ρημάτων και ρηματικών τύπων:
δεικνύων: το β΄ ενικό πρόσωπο Προστακτικής Ενεστώτα της Ενεργητικής φωνής.
ἐνόμιζεν: το β΄ και γ΄ ενικό πρόσωπο Οριστικής Μέλλοντα Ενεργητικής φωνής.
διδόναι: να γραφεί η Προστακτική του Αορίστου β΄ στην Ενεργητική Φωνή.
εἰδότας: το β΄ ενικό πρόσωπο Προστακτικής του Ενεστώτα.
ἀποβήσοιτο: το β΄ ενικό Προστακτικής του Αορίστου β΄. (MïíÜäåò 5)
β. Να γραφεί η πτώση που ζητείται για κάθε τύπο:
ᾗπερ: η δοτική πληθυντικού.
τινός: η δοτική ενικού.
καλῶς: ο συγκριτικός και ο υπερθετικός βαθμός.
ἀγαθά: η ονομαστική πληθυντικού στο συγκριτικό βαθμό.
(MïíÜäåò 5)
3. α. Να αναγνωριστούν συντακτικά οι τύποι:
ὠφελεῑν, μοι, ποιεῑν, ἀγαθά, τῶν τοιούτων. (MïνÜäåò 3)
β. θυσίας δέ θύων... οὐδέν ἡγεῑτο: Να χαρακτηριστεί η μετοχή και η πρόταση.
(MïíÜäåò 3)
γ. ποιοῡντας εὐσεβῶς ἄν ποιεῑν: Να χαρακτηριστεί η μετοχή και να τραπεί ο πλάγιος
λόγος σε ευθύ. (MïíÜäåò 4)
50
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Ότι βεβαίως κατά τη κρίση μου και ωφελεί τους μαθητές του, αφενός αποδεικνύοντας
μέσα από τα έργα ποιος ήταν ο εαυτός του, αφετέρου μέσα από τη διδασκαλία, θα ανα-
γράψω τώρα όσα μπορώ από αυτά να θυμηθώ. Όσο μεν λοιπόν αφορά τη λατρεία των
θεών (ο Σωκράτης) ήταν φανερό ότι και έπραττε και έλεγε με ποιο ακριβώς τρόπο απο-
κρίνεται η Πυθία στους ερωτώντες αυτήν, πως δηλαδή πρέπει οι άνθρωποι να πράττουν ή
ως προς τις θυσίες ή ως προς τη λατρεία των προγόνων ή ως προς κάτι άλλο ως προς αυ-
τά· διότι και η Πυθία χρησμοδοτεί σε αυτούς οι οποίοι την ερωτούν ότι, εάν πράττουν
σύμφωνα με τον νόμο της πόλης, θα πράττουν ευσεβώς, και ο Σωκράτης έτσι και ο ίδιος
έπραττε και τους άλλους προέτρεπε να πράττουν, όσοι έπρατταν διαφορετικά, νόμιζε ότι
είναι πολυπράγμονες και ματαιόδοξοι. Και ευχόταν ακόμα στους Θεούς να του δίνουν
απλώς τα αγαθά, διότι φρονούσε ότι οι Θεοί γνωρίζουν κάλλιστα ποια πράγματα είναι
αγαθά. Σε αυτούς που εύχονταν χρυσό ή άργυρο ή βασιλική εξουσία ή κάτι άλλο από αυ-
τά, νόμιζε ότι δεν εύχονταν τίποτα διαφορετικό παρά εάν ζητούσαν ευκαιρία να παίζουν
κύβους ή να συνάψουν μάχη ή κάτι άλλο από εκείνα, τα οποία προφανώς είναι άδηλα
πως θα αποβούν. Κάθε φορά που προσέφερε μικρές θυσίες από τη μικρή του περιουσία,
νόμιζε ότι καθόλου δεν υστερούσε από αυτούς που προσέφεραν πολλές και μεγάλες πε-
ριουσίες από πολλή και μεγάλη περιουσία. Διότι έλεγε ότι ούτε τιμητικό θα ήταν για τους
Θεούς, αν ευχαριστούνταν από μεγάλες θυσίες περισσότερο παρά από μικρές.
2. α. δείκνυ, νομιεῑς - νομιεῑ, δός - δότω - δότε - δόντων, ἴσθι, ἀπόβηθι.
β. αἷσπερ, τινί ή τῳ, κάλλιον - κάλλιστα,
ἀμείνονα / ἀμείνω
βελτίονα / βελτίω
λώονα / λώω
κρείττονα / κρείττω
3. α. ὠφελεῑν: Υποκείμενο στο ἐδόκει, μοι: δοτική προσωπική του κρίνοντος προσώπου
από το δοκεῑ, ποιεῑν: Υποκείμενο στο δεῑ, ἀγαθά: κατηγορούμενα στο ὁποῑα,
τῶν τοιούτων: γενική διαιρετική.
β. θύων: χρονικοϋποθετική μετοχή (ὁπότε θύοι): υπόθεση
ἡγεῑτο: απόδοση. Λανθάνων υποθετικός λόγος που δηλώνει το απεριόριστα επανα-
λαμβανόμενο στο παρελθόν.
γ. ποιοῡντας: υποθετική μετοχή (εἰ ποιοῑεν ... ἄν ποιεῑν)
δηλώνει την απλή σκέψη του λέγοντος.
ἥ τε Πυθία νόμῳ πόλεως ἀναιρεῑ εἰ ποιοῑεν ... ἄν ποιεῑν.
Ευθύς λόγος: εἰ ποιοῑτε νόμῳ πόλεως – εὐσεβῶς ἄν ποιοῑτε.
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
Α. ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια Β6 10- 13 & B6 14 – 16 (Ενότητες 9η & 10η).
Β. ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Οἱ δέ Συρακόσιοι τῇ ὑστεραῖᾳ καταλαβόντες αὐτόν ἔλεγον ὅτι οἱ μετά Δημοσθένους παραδεδώκοιεν σφᾶς αὐτούς, κελεύοντες κἀκεῖνον τό αὐτό δρᾶν· ὁ δ’ ἀπιστῶν σπένδεται ἱππέα πέμψαι σκεψόμενον. Ὡς δ’ οἰχόμενος ἀπήγγειλε πάλιν παραδεδωκότας, ἐπικηρυκεύεται Γυλίππῳ καί Συρακοσίοις εἶναι ἕτοιμος ὑπέρ Ἀθηναίων ξυμβῆναι ὅσα ἀνήλωσαν χρήματα Συρακόσιοι ἐς τόν πόλεμον, ταῦτα ἀποδοῡναι, ὥστε τήν μετ’ αὐτοῦ στρατιάν ἀφεῖναι αὐτούς· μέχρι οὗ δ’ ἄν τά χρήματα ἀποδοθῇ, ἄνδρας δώσειν Ἀθηναίων ὁμήρους, ἕνα κατά τάλαντον. Οἱ δέ Συρακόσιοι καί Γύλιππος οὐ προσεδέχοντο τούς λόγους, ἀλλά προσπεσόντες καί περιστάντες πανταχόθεν ἔβαλλον καί τούτους μέχρι ὀψέ.
Θουκυδίδου Ἰστοριών Ζ΄, 83
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
Α. Να μεταφράσετε το απόσπασμα: «Ἡ δ’ ἀρετή περί πάθη … καί αἱρεῖσθαι».
1. Ο Αριστοτέλης διατυπώνει την άποψη ότι η ηθική αρετή είναι μεσότητα που καθορίζεται με υποκειμενικά μέσα. Στηριζόμενοι στο περιεχόμενο της 9ης ενότητας (Β6 10-13), να καταγράψετε και να αναλύσετε τα κριτήρια που προσθέτει, προκειμένου να ορίσει με τρόπο πληρέστερο την προαναφερθείσα μεσότητα.
2. α. Με βάση τον αριστοτελικό ορισμό της 10ης ενότητας, να καταγράψετε το προσεχές γένος της αρετής και την ειδοποιό διαφορά της.
β. ὡρισμένη λόγῳ: Για ποιο λόγο προσθέτει ο Αριστοτέλης αυτήν την παράμετρο στον ορισμό της αρετής;
3. Να αποδώσετε την τριμερή διαίρεση της ψυχής στην οποία κατέληξε ο Αριστοτέλης και να καταδείξετε τη σχέση των μερών της ψυχής με την ηθική και διανοητική αρετή.
4. Να γράψετε από δύο ομόρριζα ουσιαστικά (απλά ή σύνθετα) για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου: ὑπερβολή, ἔλλειψις, ἀποτυχεῖν, προαιρετική.
Β. Να μεταφραστεί το αδίδακτο κείμενο.
1. α. ἱππέα, χρήματα, πόλεμον, ἄνδρας: να γράψετε τις πλάγιες πτώσεις των παραπάνω ουσιαστικών στον πληθυντικό αριθμό.
β. Να γράψετε τους ρηματικούς τύπους που σας ζητούνται:
καταλαβόντες: β΄ενικό προστακτικής του ίδιου χρόνου και στις δύο φωνές.
πέμψαι: χρονική αντικατάσταση
ξυμβῆναι: β΄ πληθυντικό όλων των εγκλίσεων του ίδιου χρόνου
ἀποδοθῇ: εγκλιτική αντικατάσταση
προσπεσόντες: ο ίδιος τύπος σε ενεστώτα και μέλλοντα
περιστάντες: χρονική αντικατάσταση
2. α. σκεψόμενον, Γυλίππῳ, ξυμβῆναι, ἐς τον πόλεμον, ὁμήρους: Να αναγνωρίσετε το συντακτικό ρόλο των παραπάνω λέξεων.
β. κελεύοντες κἀκεῖνον τό αὐτό δρᾶν: Να μετατρέψετε τον πλάγιο λόγο σε ευθύ.
γ. Να αναγνωρίσετε το είδος του υποθετικού λόγου που λανθάνει στο κείμενο.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Η μετάφραση του διδαγμένου κειμένου δε δίδεται για λόγους οικονομίας χώρου.
1. Η ηθική αρετή, σύμφωνα με το Σταγειρίτη φιλόσοφο, συνδέεται με τα πάθη και τις πράξεις. Σε σχέση με τα συναισθήματα ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί ως παραδείγματα (οἷον) το φόβο, το θάρρος, την επιθυμία, την οργή, την ευσπλαχνία και γενικά όλα όσα ακολουθούνται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Στα πάθη και στις πράξεις μπορούμε να παρουσιάσουμε υπερβολή, έλλειψη και μέσον. Η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν λανθασμένη συμπεριφορά, γι' αυτό και επικρίνονται «ἁμαρτάνεται καί ψέγεται». Τη σωστή συμπεριφορά την αποτελεί το μέσον, γι' αυτό και επαινείται «ἐπαινεῖται καί κατορθοῦται». Η ηθική αρετή βρίσκεται στο μέσον κάθε πάθους και πράξης, δε βρίσκεται ούτε στο «μᾶλλον τοῦ δέοντος» ούτε στο «ἧττον τοῦ δέοντος». Η μεσότητα αυτή διασφαλίζεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις, που ο φιλόσοφος καθορίζει με τρόπο κατηγορηματικό (δεῖ). Εξαρτάται από το χρόνο του πάθους «ὅτε δεῖ», τις συνθήκες «ἐφ’ οἷς δεῖ», τους ανθρώπους «πρός οὕς δεῖ», το σκοπό «οὗ ἕνεκα» και τον τρόπο «ὡς δεῖ». Τα διαδοχικά «δεῖ» επιδιώκουν να προσανατολίσουν το άτομο στο ηθικά ορθό, να το απομακρύνουν από την υπερβολή και την έλλειψη και συνδέονται με τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα της πόλης-κράτους. Η εφαρμογή αυτών των κανόνων απαιτεί μόχθο και αγώνα και αποτελεί προσωπική ευθύνη του ανθρώπου να καθορίζει το «δεῖ», προκειμένου να προσεγγίσει και να πετύχει τη μεσότητα, άρα και την ηθική αρετή.
2. α. Ο Αριστοτέλης ολοκληρώνοντας τους συλλογισμούς του καταλήγει στον ορισμό της έννοιας της αρετής: «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή … τήν δ’ ἀρετήν τό μέσον καί εὑρίσκειν καί αἱρεῖσθαι». Ο Αριστοτέλης προσδιορίζει το προσεχές γένος της αρετής ως «ἕξις». Αποτελεί δηλαδή ένα μόνιμο και σταθερό στοιχείο του χαρακτήρα του ανθρώπου που προκύπτει από τη συνήθεια και την άσκηση, εξαρτάται από την ποιότητα της στάσης του απέναντι στα πάθη και διαμορφώνεται ανάλογα με την ποιότητα των ενεργειών του. Στη συνέχεια αναγνωρίζει ως ειδοποιό διαφορά της την προαίρεση και τον ορθό λόγο. Ως προαίρεση ορίζει την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου να διαμορφώνει απόψεις και να πραγματοποιεί τις αποφάσεις του με ελεύθερη επιλογή χωρίς εξωτερικούς και εσωτερικούς καταναγκασμούς. Είναι μια επιλογή που γίνεται συνειδητά και σχετίζεται με την ώριμη σκέψη, καθώς, αν κάποιος έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα, καταλήγει μέσω του ορθού λόγου στην πιο ώριμη απόφαση. Έτσι η προαίρεση είναι ο πυρήνας της ηθικής πράξης και η βάση της αρετής. Επανειλημμένα υπογραμμίζεται από τον Αριστοτέλη η σημασία της προαιρέσεως για την ύπαρξη της αρετής. Σ’ ένα άλλο σημείο του ίδιου έργου αναφέρει τους αναγκαίους όρους για να χαρακτηριστεί μια πράξη ενάρετη: ο άνθρωπος πρέπει να έχει α) συνείδηση της πράξης του (εἰδώς) β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και σταθερότητα πραγματοποίηση της (βεβαίως καί ἀμετακινήτως). Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει την αρετή ως «ἐν μεσότητι οὖσα»,
βρίσκεται σε ένα μέσο, ανάμεσα σε δύο κακίες την υπερβολή και την έλλειψη, το οποίο προσδιορίζεται με μέτρο τον άνθρωπο («πρός ἡμᾶς»). Το μέσον, κατά τον Αριστοτέλη, καθορίζεται από τον ορθό λόγο («ὡρισμένῃ λόγῳ»), τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου κι όχι την κοινή λογική, γεγονός που διασφαλίζει την αντικειμενικότητα.
Ο φιλόσοφος αναγνωρίζει την αρετή ως έξη με την οποία το άτομο ολοκληρώνει τον εαυτό του και το έργο του και τη διαφοροποιεί από το σύνολο γενικά των ανθρώπινων έξεων, καθώς εμφατικά προβάλλει την έννοια της προαίρεσης. Ο ίδιος ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει ν’ αποφασίσει και να εφαρμόσει στη ζωή του το μέτρο, αποφεύγοντας τις ακρότητες σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Από αυτό το γεγονός συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αρετή είναι ηθικό «αγώνισμα» δύσκολο και σχετίζεται άμεσα με το χαρακτήρα του ανθρώπου, την αγωγή του, τη βούληση και τη λογική του. Ο ορθός λόγος επιτρέπει στον άνθρωπο να σταθμίσει τα δεδομένα και ν’ αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη. Με αυτόν τον τρόπο ο φιλόσοφος συνδέει την αρετή με το «λόγο ἔχον» μέρος της ψυχής και θεωρεί προϋπόθεση για την κατάκτησή της την ευσυνείδητη επιλογή από πλευράς του ανθρώπου.
β. Τα στοιχεία τα οποία είχαν αναφερθεί από τον Αριστοτέλη πριν από την τελική διατύπωση του ορισμού της αρετής θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η αρετή είναι μια έννοια απόλυτα υποκειμενική, η οποία διαφοροποιείται από άτομο σε άτομο και προσδιορίζεται από την προσωπικότητα και την εμπειρία του. Κάθε επιμέρους άτομο θα μπορούσε να ορίζει το δικό του «μέσον», να αποδίδει τη δική του σημασία στο περιεχόμενο και την ουσία της έννοιας της αρετής. Για να αποφευχθεί αυτή η αυθαιρεσία και να μη δημιουργηθεί η εντύπωση αυτή, ο Αριστοτέλης επιστρατεύει ως «κοινό κανόνα» την ανθρώπινη λογική, τον ορθό λόγο ως καθοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της μεσότητας, αφού μόνο μέσω αυτού εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και αποφεύγονται οι τυχόν παρερμηνείες. Καθορίζοντας ακόμα αυστηρότερα το αντικειμενικό αυτό κριτήριο ο Αριστοτέλης τονίζει ότι πρόκειται για τον ορθό λόγο, όπως αρθρώνεται από το φρόνιμο, το συνετό άνθρωπο και όχι για την κοινή λογική.
3. Βλ. σχολικό εγχειρίδιο «Αρχαία Ελληνικά – Φιλοσοφικός Λόγος» Ο.Ε.Δ.Β., σελ. 152 – 153: «Το τελευταίο μέρος … σε ηθικές και διανοητικές».
4. ὑπερβολή: εισβολή, βλήμα / ἔλλειψη: λιποταξία, λειψυδρία
ἀποτυχεῖν: αποτυχία, τυχοδιώκτης / προαιρετική: καθαίρεση, αρχαιρεσίες
Β. Την επόμενη μέρα, αφού οι Συρακούσιοι τον έφτασαν (τον Νικία), έλεγαν ότι οι άνδρες του Δημοσθένη είχαν παραδοθεί προτρέποντας και εκείνον να κάνει το ίδιο· αυτός όμως, επειδή δυσπιστούσε, συμφώνησε να στείλει ιππέα για να (το) εξετάσει. Όταν ανήγγειλε, αφού γύρισε, ότι είχαν παραδοθεί, παρήγγειλε (ο Νικίας) στο Γύλιππο και στους Συρακουσίους ότι ήταν πρόθυμος προς υπεράσπιση των Αθηναίων να συμφωνήσει να πληρώσουν (οι Αθηναίοι) αυτά, όσα δηλαδή χρήματα ξόδεψαν οι Συρακούσιοι για τον πόλεμο, ώστε να αφήσουν αυτοί ελεύθερο το στρατό του· και μέχρι τυχόν να πληρωθούν τα χρήματα, (είπε) ότι θα δώσει άνδρες Αθηναίων ως ομήρους, έναν για κάθε τάλαντο. Οι Συρακούσιοι όμως και ο Γύλιππος δεν δέχονταν τις προτάσεις, αλλά αφού επιτέθηκαν και τους περικύκλωσαν, τους χτυπούσαν μέχρι αργά.
1. α.
Γενική
τῶν ἱππέων
τῶν χρημάτων
τῶν πολέμων
τῶν ἀνδρῶν
Δοτική
τοῑς ἱππεῦσι
τοῑς χρήμασι
τοῖς πολέμοις
τοῖς ἀνδράσι
Αιτιατική
τούς ἱππέας
τά χρήματα
τούς πολέμους
τούς ἄνδρας
β. καταλαβόντες: κατάλαβε, καταλαβοῦ
πέμψαι:
Ενεστ: πέμπειν
Μελλ: πέμψειν
Αόρ: πέμψαι
Πρκ: πεπομφέναι
ξυμβῆναι: ξυνέβητε, ξυμβῆτε, ξυμβαίητε (ξυμβαῖτε), ξύμβητε
ἀποδοθῇ: ἀπεδόθη, ἀποδοθῇ, ἀποδοθείη, ἀποδοθήτω
προσπεσόντες: προσπίπτοντες, προσπεσούμενοι
περιστάντες:
Ενεστ:περιιστάμενοι
Μέλλ: περιστησόμενοι / περισταθησόμενοι
Αόρ: περιστησάμενοι / περισταθέντες / περιστάντες
Πρκ: περιεστηκότες, περιεστῶτες
2. α. σκεψόμενον: επιρρηματική τελική μετοχή ως επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο «πέμψαι», συνημμένη στο αντικείμενο του απαρεμφάτου «πέμψαι» που είναι το «ἱππέα».
Γυλίππῳ: έμμεσο αντικείμενο στο «ἐπικηρυκεύεται»
ξυμβῆναι: απαρέμφατο της αναφοράς στο «ἕτοιμος»
ἐς τόν πόλεμον: εμπρόθετος προσδιορισμός του σκοπού στο «ἀνήλωσαν»
ὁμήρους: επιρρηματικό κατηγορούμενο του τρόπου από το απαρέμφατο «δώσειν» στο ἄνδρας
β. «Τό αὐτό δρᾶ!»: κύρια πρόταση επιθυμίας, εκφερόμενη με προστακτική.
γ. Υπόθεση: μέχρι οὗ δ’ ἄν τα χρήματα ἀποδοθῆ (ἄν + Υποτακτική)
Απόδοση: δώσειν ἄνδρας Ἀθηναίων ὁμήρους (απαρέμφατο μέλλοντα)
Ο υποθετικός λόγος εκφράζει το προσδοκώμενο. Είναι απλός, λανθάνων, γιατί η υπόθεση βρίσκεται σε δευτερεύουσα χρονικοϋποθετική πρόταση και εξαρτημένος, γιατί η απόδοση βρίσκεται σε απαρέμφατο.
γραπτή εξέταση στα Α Ρ Χ Α Ι Α Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Α Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ (διδαγμένο)

�� Κ ε ί μ ε ν ο α π ό τ ο π ρ ω τ ό τ υ π ο
Ἀριστοτέλους Ἠθικὰ Νικομάχεια Β6, 10‐16
Οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι καὶ ἐπιθυμῆσαι καὶ ὀργισθῆναι καὶ ἐλεῆσαι καὶ ὅλως
ἡσθῆναι καὶ λυπηθῆναι ἔστι καὶ μᾶλλον καὶ ἧττον, καὶ ἀμφότερα οὐκ εὖ· τὸ δ’ ὅτε δεῖ καὶ ἐφ’
οἷς καὶ πρὸς οὓς καὶ οὗ ἕνεκα καὶ ὡς δεῖ, μέσον τε καὶ ἄριστον, ὅπερ ἐστὶ τῆς ἀρετῆς. Ὁμοίως
δὲ καὶ περὶ τὰς πράξεις ἔστιν ὑπερβολὴ καὶ ἔλλειψις καὶ τὸ μέσον. Ἡ δ’ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ
πράξεις ἐστίν, ἐν οἷς ἡ μὲν ὑπερβολὴ ἁμαρτάνεται καὶ ψέγεται καὶ ἡ ἔλλειψις, τὸ δὲ μέσον
ἐπαινεῖται καὶ κατορθοῦται· ταῦτα δ’ ἄμφω τῆς ἀρετῆς. Μεσότης τις ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή,
στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.
Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι
εἴκαζον, τὸ δ’ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς (διὸ καὶ τὸ μὲν ῥᾴδιον τὸ
δὲ χαλεπόν, ῥᾴδιον μὲν τὸ ἀποτυχεῖν τοῦ σκοποῦ, χαλεπὸν δὲ τὸ ἐπιτυχεῖν)· καὶ διὰ ταῦτ’ οὖν
τῆς μὲν κακίας ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἡ ἔλλειψις, τῆς δ’ ἀρετῆς ἡ μεσότης·
ἐσθλοὶ μὲν γὰρ ἁπλῶς, παντοδαπῶς δὲ κακοί.
Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ
ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. Μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ’ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ’ ἔλλειψιν·
καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ’ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς
πράξεσι, τὴν δ’ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι.
�� Π α ρ α τ η ρ ή σ ε ι ς
Α. Από το παραπάνω κείμενο να μεταφράσετε το απόσπασμα: «Ἡ δʹ ἀρετὴ περὶ πάθη καὶ
πράξεις ἐστίν … καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν.».
Μονάδες 10
Β1. «Οἷον καὶ φοβηθῆναι καὶ θαρρῆσαι ... στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου.». Σύμφωνα με
τα δεδομένα του παραπάνω αποσπάσματος ποια στάση πρέπει να κρατά ο άνθρωπος
απέναντι στα πάθη και τις πράξεις;
Μονάδες 15
Β2. «Ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ
ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν.». Να εξηγήσετε τους υπογραμμισμένους όρους του ο‐
ρισμού της αρετής.
Μονάδες 15
Β3. Ποια φιλοσοφική και συγγραφική δραστηριότητα ανέπτυξε ο Αριστοτέλης κατά την
περίοδο στην οποία ανήκουν τα Ἠθικά Νικομάχεια;
Μονάδες 10
Β4. Να γράψετε δύο ομόρριζες λέξεις της νέας ελληνικής γλώσσας, απλές ή σύνθετες, για
καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:
ἡσθῆναι, ψέγεται, ῥᾴδιον, ἔλλειψιν, δέοντος. Μονάδες 10
Τύχῃ ἀγαθῇ !

Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
Ἐκεῖνος μὲν οὖν ἐλθὼν εἰς Λακεδαίμονα ἔμεινεν ἐκεῖ πολὺν χρόνον,
καταλιπὼν ὑμᾶς πολιορκουμένους, εἰδὼς τὸ ὑμέτερον πλῆθος ἐν ἀπορίᾳ
ἐχόμενον καὶ διὰ τὸν πόλεμον καὶ τὰ κακὰ τοὺς πολλοὺς τῶν ἐπιτηδείων ἐνδεεῖς
ὄντας, νομίζων, εἰ διαθείη ὑμᾶς ἀπόρως, ὥσπερ διέθηκεν, ἀσμένως ὁποιαντινοῦν
ἐθελῆσαι ἄν εἰρήνην ποιήσασθαι. Οἱ δ’ ἐνθάδε ὑπομένοντες καὶ ἐπιβουλεύοντες
καταλῦσαι τὴν δημοκρατίαν εἰς ἀγῶνα Κλεοφῶντα καθιστᾶσιν, πρόφασιν μὲν, ὅτι
οὐκ ἦλθεν εἰς τὰ ὅπλα ἀναπαυσόμενος, τὸ δ’ ἀληθές, ὅτι ἀντεῖπεν ὑπὲρ ὑμῶν μὴ
καθαιρεῖν τὰ τείχη. Ἐκείνῳ μὲν οὖν δικαστήριον παρασκευάσαντες καὶ
εἰσελθόντες οἱ βουλόμενοι ὀλιγαρχίαν καταστήσασθαι ἀπέκτειναν ἐν τῇ προφάσει
ταύτῃ.
Λυσίου, κατά Ἀγοράτου 11‐12
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: ἐν ἀπορίᾳ ἔχομαι: βρίσκομαι σε άθλια κατάσταση // ἀσμένως: πρόθυμα // ἐνδεὴς
τῶν ἐπιτηδείων εἰμί: στερούμαι τα απαραίτητα // διατίθημί τινα ἀπόρως: φέρνω σε δύσκολη
θέση κάποιον // καθίστημί τινα εἰς ἀγῶνα: οδηγώ κάποιον σε δίκη // δικαστήριον
παρασκευάζω τινί: προετοιμάζω δικαστήριο από φίλους ενόρκους, για να δικάσουν κάποιον //
τὰ ὅπλα: το στρατόπεδο
Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1. Να μεταφράσετε το κείμενο
2 α) ἐνδεεῖς, ἀσμένως: α) να γραφεί ο ίδιος τύπος στους άλλους βαθμούς
β) ἐνδεεῖς: να γραφούν οι πλάγιες πτώσεις του ενικού αριθμού στο γένος που
βρίσκεται.
γ) να γράψετε ό,τι σάς ζητείται:
ἔμεινεν: απαρέμφατο μέλλοντα
ἀγῶνα: δοτική πληθυντικού
πρόφασιν: κλητική ενικού
εἰσελθόντες: κλητική ενικού και δοτική πληθυντικού
δ) εἰσελθόντες, διέθηκεν: να γραφεί το β΄ ενικό του ίδιου χρόνου σ΄ όλες τις
εγκλίσεις
3. α) Να αναγνωρίσετε συντακτικά τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου
[6Χ1=6]
β) Να αναγνωρίσετε τον πλάγιο υποθετικό λόγο του κειμένου και να τον
μετατρέψετε σε ευθύ. [2Χ2=4]
γ) ἐλθών, νομίζων, ἀναπαυσόμενος: Να αναγνωριστούν συντακτικά οι μετοχές
και να αναλυθούν σε δευτερεύουσες προτάσεις [3Χ2=6]
δ) «ὅτι οὐκ ἦλθεν εἰς τὰ ὅπλα ἀναπαυσόμενος»: Να αναγνωρισθεί η
δευτερεύουσα πρόταση (εισαγωγή, εκφορά, συντακτικός ρόλος)[4]

Α Π Α Ν Τ Η Σ Ε Ι Σ Σ Τ O Μ Α Θ Η Μ Α
Α Ρ Χ Α Ι Α Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Α ( Δ Ι Δ Α Γ Μ Ε Ν Ο )
�� Παρατηρήσεις
Α. Η αρετή έχει σχέση με τα συναισθήματα και τις πράξεις, στα οποία η υπερβολή και η έλ‐
λειψη αποτελούν λάθος και κατακρίνονται, ενώ το μέσο επαινείται και είναι το σωστό∙ και
τα δύο αυτά έχουν σχέση με την αρετή. Επομένως, η αρετή είναι μια μεσότητα, αφού βέ‐
βαια έχει για στόχο της το μέσο.
Επίσης, το σφάλμα μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους (γιατί το κακό [είναι γνώρισμα]
του απείρου, όπως υπέθεταν οι Πυθαγόρειοι, ενώ το καλό [είναι γνώρισμα] του πεπερα‐
σμένου), όμως το να πράττεις το σωστό [μπορεί να γίνει] με έναν μόνο τρόπο (γι’ αυτό και
το ένα [είναι] εύκολο και το άλλο [είναι] δύσκολο, εύκολο δηλαδή το να αποτύχει [κανείς]
στο σκοπό του και δύσκολο το να επιτύχει)∙ γι’ αυτούς τους λόγους λοιπόν η υπερβολή και
η έλλειψη [είναι γνωρίσματα] της κακίας, ενώ η μεσότητα της αρετής∙
καλοί βέβαια [γινόμαστε] με έναν μόνο τρόπο, κακοί όμως με πολλούς.
Επομένως, η αρετή είναι μια έξη που επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, η οποία βρί‐
σκεται στη μεσότητα τη σχετική με εμάς, η οποία καθορίζεται από τη λογική και συγκε‐
κριμένα, κατά τη γνώμη μου, με τη λογική που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος.
Β1. Στο απόσπασμα αυτό ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει με παραδείγματα τη θέση που
διατύπωσε προηγουμένως, ότι η ηθική αρετή σχετίζεται με συναισθήματα και πράξεις,
όπου υπάρχει η υπερβολή, η έλλειψη και το μέσον, γι’ αυτό και ξεκινά με τη λέξη οἷον. Ο
φιλόσοφος αναφέρει ενδεικτικά ορισμένα συναισθήματα, όπως : ο φόβος, το θάρρος, η
επιθυμία, η οργή και η ευσπλαχνία, τα οποία εντάσσει σε δύο γενικές ομάδες, στα
ευχάριστα (ἡσθῆναι) και στα δυσάρεστα (λυπηθῆναι), και επισημαίνει ότι αυτά τα
συναισθήματα μπορούν να εκδηλωθούν είτε με υπερβολικό τρόπο (μᾶλλον) είτε με
ελλειμματικό (ἧττον)· αυτήν την υπερβολή και την έλλειψη στα συναισθήματα την
αξιολογεί αρνητικά (ἀμφότερα οὐκ εὖ), γιατί απομακρύνει από τη μεσότητα. Κατόπιν,
προσθέτει πέντε κριτήρια, τα οποία πρέπει να ακολουθεί ο καθένας, σύμφωνα με τα
οποία προσδιορίζεται το μέσον στα συναισθήματα (πρόκειται για τα ποιοτικά κριτήρια
που διαμορφώνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα) και είναι τα εξής : α) η χρονική στιγμή κα‐
τά την οποία πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα (ὅτε δεῖ), β) τα πράγματα σε σχέση με
τα οποία πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα (ἐφ’ οἷς δεῖ), γ) οι άνθρωποι σε σχέση με
τους οποίους πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα (πρὸς οὓς δεῖ), δ) ο λόγος για τον οποίο
πρέπει να νιώθουμε ένα συναίσθημα (οὗ ἕνεκα δεῖ) και ε) ο τρόπος με τον οποίο πρέπει
να εκδηλώνουμε ένα συναίσθημα (ὡς δεῖ). Επομένως, η μεσότητα δεν είναι πάντοτε η ίδια
σε σχέση πρὸς ἡμᾶς, αλλά προσαρμόζεται και αναζητείται μέσα στις πολλαπλές συνθή‐
κες και καταστάσεις που εκδηλώνεται∙ συνεπώς, εναπόκειται στην προσωπική ευθύνη
του ίδιου του ατόμου που μετά από προσεκτικούς υπολογισμούς θα καταλήξει στο καλύ‐
τερο δυνατό αποτέλεσμα∙ ο ίδιος ο άνθρωπος οφείλει να καθορίζει κάθε φορά το περιε‐
χόμενο των δεῖ. Όταν τα συναισθήματά μας πληρούν τις πέντε παραπάνω προϋποθέσεις,
τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι εντοπίσαμε την έννοια του μέτρου κι ότι πετύχα‐
με το άριστο αποτέλεσμα. Ο φιλόσοφος διευκρινίζει ότι ισχύουν τα ίδια με τα παραπάνω
για τον καθορισμό της μεσότητας και στις πράξεις, όπου και εκεί υπάρχει η υπερβολή, η
έλλειψη και το μέσον. Τα συνεχόμενα δεῖ, που επιδιώκουν να κατευθύνουν στο ηθικά ορ‐

θό, συνδέονται άμεσα με τη συγκεκριμένη ιστορική ‐ πολιτική πραγματικότητα της πόλης
‐ κράτους, την οποία βιώνει ο φιλόσοφος, έτσι ο Αριστοτέλης συνδέει την ηθική με την
πολιτική. Ο ενάρετος πολίτης στην προκείμενη περίπτωση είναι ο καλός πολίτης. Η αρε‐
τή, δηλαδή, δεν είναι ατομική αλλά πολιτική, έχει σχέση με τον άνθρωπο ως πολιτικό ον.
Η εκδήλωση των συναισθημάτων ‐ παθών και των πράξεων από το άτομο με υπερβολικό
ή ελλειμματικό τρόπο έχει σαν αποτέλεσμα την κοινωνική επίκριση (ἁμαρτάνεται,
ψέγεται), ενώ η εκδήλωσή τους με μέτρο έχει σαν αποτέλεσμα την κοινωνική
επιδοκιμασία (ἐπαινεῖται, κατορθοῦται). Η κοινωνική επιδοκιμασία, ως κάτι το ἄριστον,
είναι γνώρισμα της αρετής. Άρα η ηθική αρετή είναι μια μορφή μεσότητας (Μεσότης τις
ἄρα ἐστὶν ἡ ἀρετή, στοχαστική γε οὖσα τοῦ μέσου).
Β2. Η αρετή, κατά τον Αριστοτέλη, είναι ἕξις, που ως αριστοτελικός όρος σημαίνει τη
μόνιμη κατάσταση, τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, που προκύπτουν από
συνήθεια ή άσκηση. Οι έξεις μπορεί να είναι καλές ή κακές, αρετές ή κακίες και αυτό
σημαίνει ότι από την ποιότητα των ενεργειών εξαρτάται και η ποιότητα των έξεων. Με
τον όρο προαιρετική προσεγγίζεται το γενικότερο ζήτημα της ελευθερίας της βούλησης
του ανθρώπου και της προσωπικής επιλογής∙ της ελευθερίας του ανθρώπου να διαμορ‐
φώνει απόψεις και να πραγματοποιεί τις αποφάσεις του σύμφωνα με τη θέλησή του χω‐
ρίς καταναγκασμούς. Ο φιλόσοφος ταυτίζει την προαίρεση με την ελεύθερη και έλλογη
εκλογή και βούληση, που είναι απαραίτητες για την ηθική ζωή. Επανειλημμένα
υπογραμμίζεται από τον Αριστοτέλη η σημασία της προαιρέσεως για την ύπαρξη της
αρετής. Σε ένα άλλο χωρίο του ίδιου έργου διαβάζουμε τους αναγκαίους όρους για να
χαρακτηρισθεί μια πράξη ενάρετη : ο άνθρωπος πρέπει να έχει α) συνείδηση της πράξης
του (εἰδώς), β) την ανάλογη προαίρεση (προαιρούμενος), γ) σιγουριά και σταθερότητα
στην πραγματοποίησή της (βεβαίως καὶ ἀμετακινήτως). Ο ίδιος ο άνθρωπος λοιπόν
πρέπει να αποφασίσει και να εφαρμόσει στη ζωή του το μέτρο, αποφεύγοντας τις
ακρότητες σε όλες τις πράξεις του και τις ενέργειές του. Αν ο δρόμος προς την αρετή ήταν
υποχρεωτικός για όλους, αν δεν υπήρχε δηλαδή η δυνατότητα επιλογής, τότε καμιά αξία
δε θα είχε για τον άνθρωπο η αρετή. Η αρετή είναι ηθικό αγώνισμα δύσκολο, συνδέεται
με τον χαρακτήρα του ανθρώπου, την αγωγή του, τη λογική του και εξαρτάται από τη
δική του θέληση και βούληση, αν θα αγωνιστεί για την κατάκτησή της.
Η ηθική αρετή συνδέεται με τη μεσότητα σε σχέση με εμάς, με κριτήρια υποκειμενικά.
Επειδή όμως δημιουργείται η εντύπωση ότι το κάθε άτομο προσδιορίζει το μέσο με το δικό
του τρόπο και ορίζει την αρετή με κριτήρια υποκειμενικά, ο Αριστοτέλης προσθέτει ένα
κοινό κριτήριο, τον ὀρθὸν λόγον (τη λογική), για τη σύλληψη της έννοιας της αρετής που
διασφαλίζει την αντικειμενικότητα∙ έτσι συρρικνώνεται ο υποκειμενισμός του πρὸς ἡμᾶς.
Αλλού στο ίδιο έργο διαβάζουμε : «ἡ μετὰ τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἕξις ἀρετή ἐστιν». Αρχικά
λοιπόν είναι ο νόμος που συνηθίζει τους πολίτες να ενεργούν ενάρετα∙ έπειτα έρχεται η
λογική, η φρόνηση, που βοηθά το νόμο και τελειοποιεί το έργο του. Διευκρινίζει μάλιστα
ότι αναφέρεται στη λογική του φρόνιμου ανθρώπου και όχι στην κοινή ανθρώπινη
λογική. Ο φρόνιμος άνθρωπος θα καθορίσει με τη λογική του τη μεσότητα των παθών
και των πράξεων, θα καθορίσει το δέον, αυτό που πρέπει να γίνει. Επομένως, ο χαρακτή‐
ρας της αρετής είναι αντικειμενικός και όχι υποκειμενικός. Φρόνιμος για τον Αριστοτέλη
είναι αυτός που έχει εμπειρία ζωής και πρακτική σοφία, ο μυαλωμένος και σκεπτόμενος
με πείρα και υπευθυνότητα που κρίνει ορθά τα δεδομένα. Στον φρόνιμο άνθρωπο
ενώνονται και συνυπάρχουν όλες οι αρετές. Όταν υπάρχει η φρόνηση, γράφει αλλού ο

Αριστοτέλης, όλες οι αρετές θα υπάρξουν. Οι διάφορες αρετές δείχνουν πώς αντιδρά ο
φρόνιμος στις διάφορες περιστάσεις· αν λείψει μια αρετή, αποδιοργανώνεται το όλον.
Έτσι, ο ηθικά σπουδαῖος αποτελεί μέτρο σύγκρισης για τους άλλους.
Β3. Στη Μακεδονία ο Αριστοτέλης έμεινε ως το 335. Το κλίμα που επικρατούσε τώρα στην
Αθήνα ευνοούσε την επάνοδό του εκεί. Συνοδευμένος λοιπόν από τον Θεόφραστο ξανα‐
γύρισε στον τόπο που είχε γίνει γι’ αυτόν μια δεύτερη πατρίδα. Εκεί συνέχισε τις έρευνές
του∙ μαζί, φυσικά, και τη διδασκαλία του, όχι όμως πια στην Ακαδημία, που τη διηύθυνε
τώρα ο Ξενοκράτης, αλλά στο Λύκειο, το δημόσιο γυμναστήριο στον Λυκαβηττό, όπου δί‐
δασκαν συνήθως ρήτορες και σοφιστές. Αργότερα, όταν ο Θεόφραστος ίδρυσε σχολή που
θα διαφύλαττε και θα πρόβαλλε τις διδασκαλίες του Αριστοτέλη, αυτή πήρε το όνομα Πε‐
ρίπατος, ίσως από τον περίπατον, τη στεγασμένη στοά του Λυκείου.
Δώδεκα χρόνια έζησε τη δεύτερη αυτή φορά ο Αριστοτέλης στην Αθήνα. Και ήταν όλα
χρόνια απερίσπαστης δουλειάς. Ο φιλόσοφος συνθέτει τώρα το σημαντικότερο μέρος των
Πολιτικῶν του (έχει άλλωστε προηγηθεί ‐κατά την περίοδο των ταξιδιών του‐ η συγκέ‐
ντρωση των 158 Πολιτειῶν του, των μορφών διακυβέρνησης ή, όπως θα λέγαμε εμείς σή‐
μερα, των συνταγμάτων ενός πλήθους ελληνικών πόλεων), ενώ παράλληλα συγγράφει
σημαντικό μέρος από τα Μετὰ τὰ φυσικά του, το βιολογικού περιεχομένου έργο Περὶ ζῴων
γενέσεως, τα Ἠθικὰ Νικομάχεια.
Β4. ἡσθῆναι : ηδονή, φιλήδονος
ψέγεται : αψεγάδιαστος, ψόγος
ῥᾴδιον : ραδιουργία, ραδιούργος
ἔλλειψιν : έλλειμμα, ελλειπτικός
δέοντος : αντιδεοντολογικός, δεοντολογία
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Α. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
(Λυσίου, κατά Ἀγοράτου 11‐12)
Εκείνος λοιπόν αφού πήγε στη Σπάρτη έμεινε εκεί πολύ καιρό, αφού πρώτα
άφησε εσάς να πολιορκείσθε, αν και γνώριζε ότι ο λαός βρισκόταν σε άθλια
κατάσταση και ότι εξαιτίας του πολέμου και της επελθούσης συμφοράς υπήρχε
στην πόλη πολύ μεγάλη έλλειψη τροφίμων, [έμεινε όμως τόσον καιρό], γιατί
πίστευε ότι, αν βρεθείτε σε τόσο δύσκολη θέση εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων,
όπως ακριβώς βρεθήκατε, πρόθυμα θα θελήσετε να κάνετε ειρήνη με
οποιουσδήποτε όρους. Αυτοί που έμειναν εδώ (στην Αθήνα φίλοι του Θηραμένη)
και σχεδίαζαν να καταργήσουν τη δημοκρατία οδήγησαν σε δίκη τον Κλεοφώντα
με την πρόφαση ότι δεν προσήλθε να αναπαυθεί στη θέση στην οποίαν όφειλε
ένοπλος να φρουρεί, πραγματικά όμως γιατί αντέκρουσε για χάρη σας στη
συνέλευση του λαού την πρόταση για το γκρέμισμα των μακρών τειχών. Αφού
λοιπόν συγκρότησαν για εκείνον έκτακτο δικαστήριο, και αφού πήραν μέρος σ΄
αυτό αυτοί που επιθυμούσαν να εγκαταστήσουν ολιγαρχία τον καταδίκασαν σε
θάνατο με την ψευδή αυτή κατηγορία.
Β. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
2 α) ἐνδεεῖς, ἀσμένως: α) να γραφεί ο ίδιος τύπος στους άλλους βαθμούς
(ἐνδεεῖς, ἐνδεεστέρους, ἐνδεεστάτους // ἀσμένως, ἀσμενέστερον, ἀσμενέστατα)
β) ἐνδεεῖς: να γραφούν οι πλάγιες πτώσεις του ενικού αριθμού στο γένος που
βρίσκεται
(ἐνδεοῦς, ἐνδεεῖ, ἐνδεᾶ & ἐνδεῆ)
γ) να γράψετε ό,τι σάς ζητείται:
ἔμεινεν: απαρέμφατο μέλλοντα: μενεῖν
ἀγῶνα: δοτική πληθυντικού: ἀγῶσι
πρόφασιν: κλητική ενικού: πρόφασι
εἰσελθόντες: κλητική ενικού και δοτική πληθυντικού: εἰσελθών, εἰσελθοῦσι
δ) ἀντεῖπεν, διέθηκεν: να γραφεί το β΄ ενικό του ίδιου χρόνου σ΄ όλες τις εγκλίσεις
εἰσῆλθες, εἰσέλθῃς, εἰσέλθοις, εἴσελθε
διέθηκας, διαθῇς, διαθείης, διάθες
3. α) Να αναγνωρίσετε συντακτικά τις υπογραμμισμένες λέξεις του κειμένου
[6Χ1=6]
χρόνον: αιτιατική του χρόνου στο ἔμεινεν
εἰδὼς: εναντιωματική μετοχή συνημμένη στο ἐκεῖνος, υποκείμενο του ρ.
ἐχόμενον: κατηγορηματική μετοχή που αναφέρεται στο αντικείμενο της μετοχής
(εἰδώς), τὸ πλῆθος
τῶν ἐπιτηδείων: γενική αντικειμενική στο ἐνδεεῖς
ἐνδεεῖς: κατηγορούμενο στο πολλούς μέσω του ὄντας
καταλῦσαι: τελικό απαρέμφατο, αντικείμενο στη μετοχή ἐπιβουλεύοντες
β) Να αναγνωρίσετε τον πλάγιο υποθετικό λόγο του κειμένου και να τον
μετατρέψετε σε ευθύ. [2Χ2=4]
ἔμεινεν νομίζων, εἰ διαθείη ὑμᾶς ἀπόρως, ὥσπερ διέθηκεν, ἀσμένως
ὁποιαντινοῦν ἐθελῆσαι ἄν εἰρήνην ποιήσασθαι: εξαρτημένος υποθετικός λόγος
της απλής σκέψης
ΕΥΘΥΣ ΛΟΓΟΣ: εἰ διαθείην αὐτούς, ἂν ἐθελήσαιεν
γ) ἐλθών, νομίζων, ἀναπαυσόμενος: Να αναγνωριστούν συντακτικά οι μετοχές
και να αναλυθούν σε δευτερεύουσες προτάσεις [3Χ2=6]
ἐλθών: χρονική μετοχή (προτερόχρονο), συνημμένη στο ἐκεῖνος // ἐπεί ἦλθεν
νομίζων: αιτιολογική, συνημμένη στο ἐκεῖνος // ἐπειδή ἐνόμιζεν
ἀναπαυσόμενος: τελική μετοχή, συνημμένη στο υποκείμενο του ἦλθεν, ἵνα
ἀναπαύσαιτο
δ) «ὅτι οὐκ ἦλθεν εἰς τὰ ὅπλα ἀναπαυσόμενος»: Να αναγνωρισθεί η
δευτερεύουσα πρόταση (εισαγωγή, εκφορά, συντακτικός ρόλος)[4]
αιτιολογική πρόταση, εισάγεται με το ὅτι, γιατί δηλώνει αντικειμενική αιτιολογία,
εκφέρεται με οριστική, γιατί δηλώνει το πραγματικό και έχει θέση επιρρηματικού
προσδιορισμού της αιτίας στο εἰς ἀγῶνα Κλεοφῶντα καθιστᾶσιν