Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παπαδιαμάντης-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παπαδιαμάντης-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8.8.10

• Ο ήρωας – βοσκός είναι φορέας των αξιών και της βιοθεωρίας του ίδιου του Παπαδιαμάντη π.χ. ο Παπαδιαμάντης ασφυκτιούσε στο αστικό κλίμα της Αθήνας και
δραπέτευε συχνά στη Σκιάθο («Και είμαι περιορισμένος… καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον… προϊσταμένου μου» «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα
όρη!…»)
Επιπλέον ο Παπαδιαμάντης επηρεασμένος από την εκκλησιαστική του παιδεία και τη γοητεία του μοναστικού βίου – είχε χαρακτηριστεί ως «κοσμοκαλόγερος» –
ενίοτε προχωρά σε μια ισοπεδωτική απαξίωση του γυναικείου φύλου («Η Μοσχούλα… είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι»).
• Τέλος, πίσω από τα λόγια του αφηγητή: «Τάχα… να γίνω μοναχός. Ορθώς έλεγον… δεν έπρεπε να με στείλουν έξω από το μοναστήρι…», κρύβεται ο συγγραφέας ο
οποίος, αν και αρχικά επεζήτησε την ευτυχία στη μοναχική ζωή του Άγιου Όρους, τελικά επέλεξε την κοσμική ζωή, χωρίς ωστόσο να σταματήσει ποτέ να ενδιαφέρεται
«διά την σωτηρίαν της ψυχής του».
3. Η μοίρα της Μοσχούλας– κατσίκας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν της Μοσχούλας-κοπέλας, αντικείμενο του έρωτα του αφηγητή.
α) Καταρχάς, παρατηρείται μια ομωνυμία που η λειτουργία της στην πλοκή είναι καθοριστική. Το βάπτισμα της αίγας από τον αφηγητή, ως Μοσχούλα, έχει ως πηγή τα
συναισθήματά που αυτός τρέφει για την κοπέλα. Το κοινό όνομα αποτελεί μηχανισμό υποκατάστασης. Τα συναισθήματα που είναι αδύνατον να εκφραστούν, εξαιτίας των
ηθών της εποχής αλλά και της κοινωνικής διαφοράς, διοχετεύονται στην κατσίκα.
β) Λογοτεχνική αξιοποίηση της ομωνυμίας αποτελεί το γεγονός ότι αυτή γίνεται η αφορμή για το διάλογο των δύο νέων. Η πλοκή προωθείται όταν η αναζήτηση της μικρής
αίγας καταλήγει στην πρώτη συνάντηση.
γ) Η σύνδεση της μοίρας αυτών των δύο στα οριακά επίπεδα ‘θανάτου- ζωής’ αποδίδεται στη σκηνή που διαδραματίστηκε στο θαλάσσιο άνδρο. Εκεί οι αποφάσεις που
λαμβάνει ο βοσκός καθορίζουν τη ζωή ή το θάνατο της μίας ή της άλλης.
Αρχικά το πλατάγισμα του γυμνού σώματος(α΄ δραματικό απρόοπτο) της κοπέλας αναστέλλει την πρόθεση του βοσκού να λύσει την κατσίκα του και να φύγει.
Στη συνέχεια το απροσδόκητο βέλασμα της αίγας(β΄ δραματικό απρόοπτο) θα διακόψει το γαλήνιο μπάνιο της κοπέλας και θα συντελέσει ουσιαστικά στην εξέλιξη της
πλοκής. Από την εσωτερική δράση(διλήμματα) που επιβραδύνει την εξέλιξη έξοδο αποτελεί η ακουστική εικόνα(βέλασμα). Η λύση στην εσωτερική σύγκρουση του βοσκού
δίδεται από το εξωτερικό ερέθισμα.
Τέλος η απόφαση του βοσκού να επέμβει αποφασιστικά και να σώσει τη ζωή της κοπέλας που πνίγεται θα επιφέρει και το θάνατο της κατσίκας. Η ζωή του ζώου θυσιάζεται
για χάρη της κοπέλας. “’Aλλ’ ἑγώ ἐπλήρωσα τά λύτρα διά τήν ζωήν της...καί τήν ἔκαμα θυσίαν πρός χάριν της”
Σχοίνισμα
Το σχοίνισμα είναι πραγματικό για την κατσίκα, συμβολικό για τον αφηγητή. Ο θάνατος της κατσίκας θα συμπέσει χρονικά με το τέλος της ευτυχισμένης ζωής του στη φύση. Η
τελική επιλογή του σχετικά με το δίλημμα να παραμείνει να απολαύσει το μπάνιο της κοπέλας ή να λύσει την κατσίκα του και να φύγει, οδήγησε την μεν κατσίκα στον πνιγμό
και τον ίδιο στη δυστυχισμένη και ανωφέλητη ζωή που τώρα βιώνει. Η στιγμή που ενέδωσε στον πειρασμό της γυμνής σάρκας επέφερε δύο θανάτους, πρώτον της κατσίκας-
Μοσχούλας και δεύτερον της αγνότητας μέσα στη φύση.
4. Το διήγημα τελειώνει με μια φράση απαξίωσης της κοσμικής ζωής, της μόρφωσης του πολιτισμού, της ζωής στην πόλη. Αποτελεί στοχαστική παρατήρηση του αφηγητή, που
αναλογιζόμενος την πορεία της ζωής του προβαίνει σε μία αξιολογική κρίση. Η μόρφωση δεν τον οδήγησε, όπως θα ήταν αναμενόμενο, στην κατάκτηση ενός υψηλότερου
επιπέδου ποιότητας ζωής, απαλλάσσοντας από τα δεσμά της άγνοιας, αλλά αποτέλεσε αίτιο δυστυχίας.
Το συμπέρασμα αυτό από τον απολογισμό ζωής, που αναδεικνύει το μικρό βοσκόπουλο ως πιο ευτυχισμένο, οδηγεί στη ρήση «Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη» με την οποία
κλείνει και το διήγημα.
Αν η φράση αυτή συνδεθεί με την αρχή του διηγήματος «Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής» παρατηρείται το μορφικό σχήμα του κύκλου. Το σχήμα κύκλου λειτουργεί
λογοτεχνικά για να παρέχει την αίσθηση της ολοκλήρωσης και της πληρότητας. Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορεί να ερμηνευθεί ως ο εγκλωβισμός του αφηγητή μέσα στα όρια
που προσδιορίζονται απ’ αυτό το σχήμα. Η περιχαράκωση της ζωής του μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια, το τέλος της ελπίδας.
5. Ανάμεσα στα δύο κείμενα εντοπίζονται πολλά κοινά στοιχεία:
• Αρχικά, χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο είναι αυτό του ονείρου και η διαπλοκή του με την πραγματικότητα.
• Και στα δύο κείμενα υπάρχει το μπάνιο της γυμνής κοπέλας που, εν αγνοία της, γίνεται αντικείμενο οπτικής απόλαυσης του αφηγητή.
• Το ερωτικό στοιχείο.
• Ανάλογη θέση παρατήρησης αφηγητή, o οποίος και στα δύο κείμενα, κρύβεται πίσω από τα βράχια
• Ο τρόπος θέασης του γυναικείου κορμιού: λειτουργία αίσθησης(όρασης) και φαντασίας.
• Εσωτερική σύγκρουση. Η λογική και η ηθική αντιμάχονται τον πειρασμό, ο οποίος και στα δύο κείμενα αντιπροσωπεύεται από τη θέα του γυμνού γυναικείου κορμιού.
Παρά τους ενδοιασμούς, και στα δύο κείμενα, τελικά ο αφηγητής ενδίδει στον πειρασμό και απολαμβάνει το θέαμα.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ‐ «Όνειρο στο κύμα»
Απόσπασμα: «Την στιγμήν εκείνην...να επιβάλω σιωπήν εις την αίγα μου» (σχολικό βιβλίο, σελίδες 170‐175).

1. Να σχολιάσετε τις γλωσσικές επιλογές του Αλ. Παπαδιαμάντη στην ενότητα που σας δόθηκε.

2. Ο τίτλος του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα» προμηνύει πως στο συγκεκριμένο έργο κυριαρχεί το ονειρικό στοιχείο. Σε ποια σημεία της ενότητας επιβεβαιώνεται η παραπάνω άποψη και πώς διαφοροποιείται το ονειρικό στοιχείο από τον κόσμο της πρματικότητας;

3. Να χαρακτηρίσετε το είδος του αφηγητή του διηγήματος.

4. «Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τά σύνορά της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται καί τήν νύκτα μέ τό φώς της σελήνης. Εγνώριζα, ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο». Να σχολιάσετε το περιεχόμενο της παραπάνω πρότασης.

5. Να εντοπίσετε τις ομοιότητες ανάμεσα στο απόσπασμα του Μυριβήλη «Το κορμί της άστραψε...χτυπάνε κλοτσιές μέσα στα λαγόνια» (σχολικό βιβλίο σελίδες 351‐352) από την «Παναγιά τη Γοργόνα», και την ενότητα «Ήταν απόλαυσις, όνειρο, θαύμα...δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια» από το «Όνειρο στο κύμα».

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

1. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι η καθαρεύουσα. Δε λείπουν, όμως, και λέξεις της αρχαίας ελληνικής και της δημοτικής, τις οποίες ο διηγηματογράφος χρησιμοποιεί είτε ελεύθερα στους διαλόγους και τις αφηγήσεις των προσώπων, είτε μέσα σε εισαγωγικά. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα του Παπαδιαμάντη αποκτά ένα ιδιαίτερο και προσωπικό ύφος.
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί το γεγονός ότι σε ολόκληρο το διήγημα είναι συχνή η χρήση επιθέτων. Μάλιστα συνήθης είναι η τακτική του Παπαδιαμάντη να τοποθετεί το επίθετο μετά το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό. Στη συγκεκριμένη ενότητα υπάρχουν παραδείγματα που πιστοποιούν την παραπάνω άποψη: «το φως της σελήνης το μελιχρόν», «τον τράχηλόν της τον εύγραμμον». Με τον τρόπο αυτό το κείμενο προσλαμβάνει ποιητικό χαρακτήρα. Εκτός από επιθετικούς προσδιορισμούς, ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί και επιρρηματικούς προσδιορισμούς για να αποκτήσει ο λόγος του σαφήνεια και ακριβολογία («εγνώριζα, ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου συνήθως ελούετο»). Αυτός ο συνδυασμός ονοματικών‐επιρρηματικών προσδιορισμών συμβάλλει στην εξαιρετική εικονοπλασία και στην παραστατικότητα των περιγραφών κρατώντας αμείωτο τονδιαφέρον του αναγνώστη ακόμη και στα σημεία του διηγήματος όπου απουσιάζει η δράση και κυριαρχεί η περιγραφή.
Πέραν των άλλων, ο Παπαδιαμάντης συνηθίζει να επινοεί λέξεις ή να χρησιμοποιεί λέξεις αθησαύριστες με τις οποίες διανθίζεται ο λεξιλογικός πλούς του. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα τέτοιες λέξεις υπάρχουν κυρίως στις περιγραφές του κολπίσκου όπου θα διεξαχθεί το κεντρικό επεισόδιτου διηγήματος («μελιχρόν», «περιαργυρούν»).
Τέλος, αν και δεν επιβεβαιώνεται η κρίση αυτή στη συγκεκριμένη ενότητα, σε όλο το διήγημα υπάρχουν εκκλησιαστικές λέξεις γεγονός που αποδεικνύει το έντονο θρησκευτικό αίσθημα του διηγηματογράφου.

2. Σύμφωνα με τον Κ. Θ. Δημαρά «αυτά που ονομάζουμε διηγήματα (του Παπαδιαμάντη) είναι σύντομες συνήθως αφηγήσεις, όπου περιγράφεται μια στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου...». Πράγματι, στο διήγημα «Όνειρο στο κύμα» αποδεικνύεται πως το κεντρικό επεισόδιο του διηγήματος, το κολύμπι της γυμνής Μοσχούλας, είναι μια στιγμή της ζωής του αφηγητή‐πρωταγωνιστή τόσο καθοριστική για το μέλλον του που αποκτά διαστάσεις συμβόλου.
Ήδη από τον τίτλο του διηγήματος ο αναγνώστης προϊδεάζεται για τη σπουδαία θέση που κατέχει σ’ αυτό το ονειρικό στοιχείο. Έτσι, ενώ το διήγημα ξεκινά με την περιγραφή της καθημερινής ζωής ενός δεκαοχτάχρονου βοσκού
στη Σκιάθο, η κορύφωση της πλοκής και της δράσης του διηγήματος συντελείται όταν ο αφηγητής παραβρίσκεται ως θεατής μπροστά σε ένα γεγονόςξωπραγματικό: το κολύμπι ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού σε έναν ειδυλλιακό κολπίσκο κάτω από το «μελιχρόν» φως της σελήνης. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η περιγραφή του «ονείρου στο κύμα» διαχωρίζεται από την πραγματικότητα για να τονιστεί η διαφοροποίηση αυτού του συμβάντος απ’ ό,τι είχε συμβεί έως εκείνη τη στιγμή στη ζωή του νεαρού βοσκού.
Η σκηνή του ονείρου και ο διαχωρισμός του από την πραγματικότητα αρχίζει με έναν ήχο που προερχόταν από το «σφοδρόν πλατάγισμα» που προκάλεσε το σώμα της Μοσχούλας πέφτοντας στη θάλασσα. Από το σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης προσπαθεί αφενός να περιγράψει τη γυμνή Μοσχούλα που κολυμπά, αφετέρου να αποτυπώσει τα συναισθήματα του αφηγητή, συναισθήματα που πολύ απέχουν από τα «επίγεια». Ενδεικτικά αναφέρεται πως οι παρομοιώσεις («από τους βοστρύχους...ως ποταμός από μαργαρίτας...»), οι μεταφορές («την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους»), τα ασύνδετα σχήματα («ήτο νηρηίς, νύμφη, σειρήν...»), οι κλιμακώσεις («ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα»), τα χιαστά («Έβλεπα...τους τορνευτούς») και οι αποσιωπήσεις («η ναυς των ονείρων...») συνιστούν μερικά μόνο από τα έξοχα δείγματα του ποιητικού λόγου που διέπουν την περιγραφή του ονείρου στο κύμα και αποδίδουν τμαγεία εκείνης της στιγμής στη ζωή του ήρωα. Όμως, το «Όνειρο» απρόσμενα τελειώνει όπως ακριβώς ξαφνικά ξεκίνησε: με έναν ήχο που προήλθε από το βέλασμα της κατσίκας του βοσκού: «Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικού κόσμου μ’ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου».
Από το σημείο αυτό και στο εξής η εικόνα του μπάνιου της Μοσχούλας σημάδεψε τη ζωή του αφηγητή. Η αναπόληση αυτού του περιστατικού είναι η μοναδική ανάμνηση της νεανικής, αθώας και ξένοιαστης εφηβείας του ήρωα στη Σκιάθο σε αντιδιαστολή με το καταθλιπτικό και δυστυχισμένο παρόν του στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως βοηθός δικηγόρου.

3. Σε όλο το διήγημα η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο αφού ο αφηγητής είναι συνάμα και ο πρωγωνιστής της ιστορίας («ομοδιηγητικός – ενδοδιηγητικός αφηγητής»).
Παρόλ’ αυτά, στο συγκεκριμένο απόσπασμα παρατηρείται πως, ενώ η αφηγηματική «φωνή» είναι μία, στην πραγματικότητα διαπιστώνεται πως ο αφηγητής διαθέτει δύο υποστάσεις. Από τη μια μεριά, το όνειρο στο κύμα περιγράφεται από την οπτική γωνία του βοσκού που βίωσε το συγκεκριμένο περιστατικό. Έτσι, αποκαλύπτεται στον αναγνώστη με άμεσο και παραστατικό τρόπο το βίωμα, η εμπειρία του αφηγητή που επηρέασε δραματικά όχι μόνο το επαγγελματικό προσανατολισμό του, αλλά και ολόκληρη τη ζωή του. Από την άλλη μεριά, στην εξιστόρηση του κεντρικού επεισοδίου του διηγήματος,
παρεμβάλλονται τα σχόλια του ώριμου‐αφηγητή, δηλαδή του προλύτη. Αυτός, γνωρίζοντας την τελική έκβαση των γεγονότων, ασκεί κριτική στη συμπεριφορά και τις πράξεις του εφήβου βοσκού και βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί πλήρως την ψυχική κατάστη του δεκαοχτάχρονου εφήβου και τα διλήμματά του εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή μπροστά σε μια εξωπραγματική γι’ αυτόν εμπειρία («Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα ότι, αν επάτουν επάνω εις τον βράχον όρθιος ή κυρτός, με σκοπόν να φύγω, ήτο σχεδόν βέβαιον, ότι η νέα δεν θα μ’ έβλεπε και θα ημπορούσα να αποχωρήσω εν τάξει»).

4. Ο αφηγητής προσπαθεί να απομακρύνει το αίσθημα της ενοχής που τον διακατέχει. Γνωρίζει ότι δε θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά στον κολπίσκο όπου κολυμπούσε η Μοσχούλα. Γι’ αυτό προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα για να δικαιολογήσει την παραμονή του στο χώρο αυτό.
Η επιχειρηματολογία του βασίζεται στο γεγονός ότι η Μοσχούλα δεν κολυμπούσε το βράδυ, αλλά συνήθως το πρωί. Ειδάλλως δε θα σύχναζε στο συγκεκριμένο μέρος. Μάλιστα, για να ενισχύσει την αθωότητά του αυτοχαρακτηρίζεται ως «σατυρίσκος» και όχι ως «σάτυρος» (είναι γνωστό ότι σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία οι σάτυροι ήταν οι τραγόμορφοι ακόλουθοι του θεού Διονύσου, που λόγω της ερωτοτροπίας τους, έγιναν συνώνυμα των ασελγών, των λάγνων και ερωτικά παρενοχλητικών ανθρώπων). Με τη χρήση του υποκοριστικού «σατυρίσκος», αντί για την αρνητικά φορτισμένη λέξη «σάτυρος», ο ήρωας προσπαθεί να εξηγήσει ότι τα κίνητρα των πράξεών του δεν είχαν υποκινηθεί ούτε από ερωτικά ούτε από πονηρά αισθήματα. Η παραπάνω άποψη, όμως, καταρρίφθηκε στη συνέχεια όταν ο νεαρός βοσκός, εκτός του ότι παρέμεινε κρυμμένος στο συγκεκριμένο χώρο, εξέφρασε και πονηρές σκέψεις για τη Μοσχούλα.
Τέλος, αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η αναφορά στο «σατυρίσκο του βουνού» αποτελεί μία από τις επιδράσεις που άσκησε στο έργο του Παπαδιαμάντη η ποιμενική λογοτεχνία που εμφανίστηκε πρώτα στην αρχαιότα στα ποιήματα του Θεοκρίτου και στα έργα του Βιργιλίου αργότερα.

5. Διαβάζοντας παράλληλα τα αποσπάσματα του «Ονείρου στο κύμα» του Παπαδιαμάντη και της «Παναγιάς της Γοργόνας» του Μυριβήλη μπορούμε να καταλήξουμε στη διαπίστωση ότι ανάμεσα στα δύο κείμενα εντοπίζονται αρκετές ομοιότητες.
Και τα δύο αποσπάσματα περιγράφουν δύο νεαρά κορίτσια την ώρα που κολυμπούν ανέμελα στη θάλασσα. Και οι δύο σκηνές εκτυλίσσονται κάτω από το βλέμμα της Παναγίας. Στο «Όνειρο στο κύμα» η Μονή του Ευαγγελισμού
επισκιάζει το βοσκό και τις πράξεις του. Στο Μυριβήλη η σκηνή εποπτεύεται από την «Παναγιά τη Γοργόνα».
Επιπλέον, και στα δύο αποσπάσματα επικρατεί η ίδια ακριβώς λυρική ατμόσφαιρα. Το φως του φεγγαριού περιγράφεται με τρόπο παραστατικό τόσο από τον Παπαδιαμάντη («το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην») όσο και από το Μυριβήλη. Μάλιστα, ο Μυριβήλης εστιάζει περισσότερο την περιγραφή του στους σχηματισμούς που κάνει το φως του φεγγαριού στην επιφάνεια της θάλασσ («το φεγγάρι έριξε μια χεριά μεγάλες ασημένιες μονέδες», «ένας φαρδύς έρημος δρόμος από ρευστό φως, που τραβούσε πέρα, έφτανε ως τ’ ακρούρανα»).
Όμως, το σημείο εκείνο που εντοπίζονται οι περισσότερες αναλογίες ανάμεσα στα δύο αποσπάσματα είναι η περιγραφή του γυμνού κάλλους ν δύο κοριτσιών. Η περιγραφή γίνεται με τη χρήση μιας πληθώρας σχημάτων λόγου που προσδίδουν στα δύο κείμενα έναν λυρισμό έξοχο. Αξίζει να αναφερθεί χαρακτηριστικά, ότι η περιγραφή ξεκινά από το κεφάλι και τα μαλλιά για να συνεχιστεί με την περιγραφή των άνω άκρων (στον Παπαδιαμάντη «είχε βρέξει την κόμην της, από τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμός από μαργαρίτας έρρεε το νερόν» «έβλεπα ... την κόμην της ... τον τράχηλόν της ... τους βραχίονας ...», στο Μυριβήλη «το κεφάλι βγήκε ήρεμα σα λουλούδι μες από το κύμα, κατόπι τα λαιμά, οι λαμπεροί ώμοι»). Βέβαια, ο Παπαδιαμάντης συνεχίζει τη λεπτομερή περιγραφή και των κάτω άκρων της Μοσχούλας «διέβλεπα την οσφύν ... τα ισχία της, τας κνήμας της, τους πόδας της», ενώ ο Μυριβήλης επικεντρώνεται στην περιγραφή των συναισθημάτων της λουομένης κόρης.
Τέλος, ομοιότητες παρατηρούνται και ως προς τα αισθήματα των δύο αφηγητών. Και οι δύο έχουν μείνει έκθαμβοι, αν και ο βοσκός στο «Όνειρο στο κύμα» εκφράζει εντονότερα την έκσταση που νιώθει («είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει...»), σε σύγκριση με το συγκρατημένο θαυμασμό του αφηγητή στην «Παναγιά τη Γοργόνα».
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ

Α. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ : Όνειρο στο κύμα’

Ἡ τελευταία χρονιά πού ἢμην ἀκόμη φυσικός ἀνθρωπος ἦτον τό θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἒτους 187… Ἢμην ὡραῖος ἒφηβος, καστανόμαλλος βοσκός, κ’ ἒβοσκα τάς αἶγας τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἰς τά ὂρη τά παραθαλάσσια, τ’ ἀνερχόμενα ἀποτόμως διά κρημνώδους ἀκτῆς ὓπερθεν τοῦ κράτους τοῦ Βορρᾶ καί τοῦ πελάγους. Ὃλον τό κατάμερον ἐκεῖνο, τό καλούμενον Ξάρμενο, ἀπό τά πλοῖα τά ὁποῖα κατέπλεον ξάρμενα ἢ ξυλάρμενα, ἐξωθούμενα ἀπό τάς τρικυμίας, ἦτον ἰδικόν μου…

…Εἶχα ἐγώ σουραύλι (ἢτοι φλογέραν), ἀλλά δέν εἶχα ἀρκετόν θράσος ὣστε νά παίξω ἐν γνώσει ὃτι θά με ἢκουεν αὐτή… Τήν φοράν ταύτην ἐφιλοτιμήθην νά παίξω πρός χάριν της, ἀλλά δεν ἠξεύρω πῶς τῆς ἐφάνη ἡ τέχνη μου ἡ αὐλητική. Μόνον ἠξεύρω ὃτι μοῦ ἒστειλε δι’ ἀμοιβήν ὀλίγα ξηρά σῦκα, κ’ ἓνα τάσι γεμᾶτο πετμέζι.

Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

1)Βασικά γνωρίσματα στα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θεωρούνται το θρησκευτικό βίωμα και η χριστιανική ευλάβεια. Να επισημάνετε το θρησκευτικό στοιχείο στο συγκεκριμένο απόσπασμα.
(μονάδες 15)

2)Στο απόσπασμα που σας δίνεται να εντοπίσετε τις διαφορές αφηγηματικές τεχνικές που υφίστανται και να προβείτε στο σχολιασμό της λειτουργίας τους.
(μονάδες 15)

3)Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση του αφηγητή με τη φύση; Με ποιους τρόπους ο αφηγητής καταδεικνύει τη σχέση αυτή στο συγκεκριμένο απόσπασμα; (μονάδες 15)

4)Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ως ηθογράφος δε μένει στην επιφάνεια, αλλά διεισδύει και καταγράφει και τα νοσηρά σημεία των κοινωνιών. Τεκμηριώστε την άποψη αυτή βασιζόμενοι στο απόσπασμα που σας δίνεται. (μονάδες 25)

5)Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι στις επιγραφές του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «εκδηλώνεται με όλη της την ένταση η ποιητικότητα της παπαδιαμαντικής γλώσσας». Να συγκρίνετε, ως προς τη γλώσσα και το ύφος, την περιγραφή από το διήγημα «Η βασιλική δρυς» με την περιγραφή της Μοσχούλας στο απόσπασμα που σας έχει δοθεί.
(μονάδες 30)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ,YΠΟ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΙΚΗΝ ΔΡΥΝ

Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζεν καθ’ ύπνον την έννοιαν του δένδρου- μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μία στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίοι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ’ολίγον εξεκόλλησαν και εχωρίσθησαν εις δύο. ο κορμός μου εφάνη, ότι διεπλάσσετο κι εμορφούτο εις oσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέρχοντας οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ’ ης εγώ εκείμην. και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμα πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τα άνω, είτα λυόμενη, κυματίζουσα, χαλαρωμένη προς τα κάτω.






ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ

1)Η θρησκευτικότητα και η χριστιανική ευλάβεια αποτελούν βασικά γνωρίσματα του παπαδιαμαντικού έργου. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα το θρησκευτικό στοιχείο φαίνεται:
Α)Στις αναφορές στη ¨Μονή του Ευαγγελισμού¨ της οποίας ήταν βοσκός .
Β)Στη χρήση της εκκλησιαστικής λέξης ¨φραγγέλιον¨ και στην αναφορά στο γεωργό με την παράθεση της προσευχής του ¨εις το όνομα… κόπο μου!¨
Γ)Στην αναφορά στους ¨πεινασμένους μαθητές του Σωτήρος¨ με τους οποίους παραλληλίζει ο αφηγητής τον εαυτό του καθώς και στο ¨Δευτερονόμιο¨.
Δ)Στην παραπομπή στο ¨Άσμα Ασμάτων¨.
Ε)Στην απώλεια της κατσίκας που παραπέμπει στην παραβολή για το ¨απολωλός πρόβατο¨ του ευαγγελίου.

2)Οι αφηγηματικές τεχνικές στο απόσπασμα αυτό είναι οι ακόλουθες:
Α)Αφήγηση με εσωτερική εστίαση, ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος , ομοδιηγητικός και αυτοδιηγητικός. Ο αφηγητής είναι πρωταγωνιστής και αφηγείται σε α’πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό δίνεται στο κείμενο προσωπικός, εξομολογητικός τόνος και αμεσότητα, ζωντάνια στην αφήγηση.
Β)Αναδρομική αφήγηση: ¨Η τελευταία χρονιά που ήμην….ωραίος έφηβος¨. Ο ώριμος δικηγόρος περιγράφει ένα γεγονός της εφηβείας του.
Γ)Αφηγηματικά κενά: ι)¨Μιαν ημέραν δεν ηξεύρω πως¨ ιι)Μια άλλην ημέραν με είδεν πάλιν από το παράθυρόν της¨.
Με τα αφηγηματικά κενά ο αφηγητής περνά από την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα στο μοναδικό γεγονός που θα καθορίσει τη μετέπειτα ζωή του.
Δ)Προσήμανση: ¨Η τελευταία χρονιά που ήμην ακόμη φυσικός άνθρωπος¨. Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης προετοιμάζει ψυχολογικά για όσα θα ακολουθήσουν στην αφήγηση.
Ε)Προοικονομία: ι)στην περιγραφή του κτήματος του κυρ Μόσχου (προοικονομείται το μανιο της Μοσχούλας) ιι)στην ομωνυμία κοπέλας-κατσίκας (αφετηρία του ειδυλλίου). Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης θα δεχτεί όσα συμβούν ως απόλυτα φυσικά και λογικά.

3)Στον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ φύση και άνθρωπος αλληλεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται. Ο άνθρωπος όσο ζει στη φύση μένει φυσικός, αγνός, αθώος. Η φύση βοηθά τον άνθρωπο να συνδιαλλάζει με το Θεό. Πρόκειται για μια εξιδανικευμένοι σχέση που καταδεικνύεται από τις πολλαπλές περιγραφές που εναποθέτει ο ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ στο έργο του. Γι’ αυτόν η φύση είναι πηγή ζωής.

4)Ο ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ είναι από τους ηθογράφους που δεν μένουν σε όσα ακούν και βλέπουν, στο περίγραμμα, προχωρεί και καταγράφει και όσα διαισθάνεται, έτσι δεν ζωγραφίζει απλώς, αλλά δημιουργεί ανθρώπους, κοινωνίες χώρους. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ μπορεί αρχικά να προβαίνει στην εξιδανικευμένη αναπαράσταση της φυσικής ζωής, αλλά δε διατηρεί το ρηχό αυτό πλαίσιο, καταδεικνύει και τα σαθρά στοιχεία της μικρής αυτής κοινωνίας, την κοινωνική αδικία και ανισότητα, τη διάκριση φτωχών και πλουσίων, τη διαφθορά της εξουσίας.
Αρχικά επομένως παρουσιάζει το νεαρό βοσκό που ζει ελεύθερος, ευτυχισμένος, γευόμενος τις ομορφιές της φύσης. Μιλάει για τους γεωργούς που προβαίνουν σε διάφορες εργασίες στο χώρο της ιδιοκτησίας τους («οργώση…σπείρη») αποβλέποντας αφενός να λάβουν την αμοιβή για τον κόπο τους, αφετέρου να θρέψουν τους ξένους, τους διαβάτες και τα πετεινά του ουρανού. Το κτήμα, όπως δηλώνει, δεν είναι ιδιοκτησία του γεωργού, αυτός το εκμεταλλεύεται και γι΄ αυτό οφείλει να προσφέρει τροφή και στους διάφορους περαστικούς. Κάπως έτσι βλέπουμε να διαβιώνει και ο ήρωας, αφού συχνά εκλαμβάνει καρπούς από την άμπελο της φτωχής χήρας. Αρκείται λοιπόν στα λιγοστά χρήματα που εκλαμβάνει όντας βοσκός του Μοναστηρίου και στους διάφορους καρπούς που οικειοποιείται. Στη συνέχεια παρουσιάζεται η σκοτεινή πλευρά της πραγματικότητας. Ο συγγραφέας μιλάει για τους λειτουργούς του κράτους, τους αγροφύλακες, που προφασίζονται ότι προστατεύουν τα περιβόλια του κόσμου, ενώ ουσιαστικά εκλαμβάνουν τους καλύτερους καρπούς.
Περαιτέρω περιγράφει την ιδιοκτησία του κυρ-Μόσχου, του μικρού, ιδιότροπου άρχοντα της περιοχής, που μοιάζει με βασίλειο. Αυτός, όπως μας δηλώνει ο ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, αγόρασε τους αγρούς φτωχών ανθρώπων, τους ένωσε, τους περιτοίχισε και δημιούργησε ένα μεγάλο απρόσιτο κτήμα.

5)Και στα δύο αποσπάσματα οι περιγραφές είναι ενδεικτικές της ποιητικής δεινότητας του ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ. Έτσι, και στις δύο περιγραφές συναντάμε την ευρεία χρήση του επιθέτου και της μετοχής. Στην περιγραφή της Μοσχούλας διακρίνουμε τα επίθετα και τις μετοχές «θερμόαιμος και ανήσυχος», «ωραία μελαχροινή», «ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα», «ηλιοκαυμένην», καθώς και τον υπερθετικό βαθμό επιθέτου «λευκότερος». Αντίστοιχα, στην περιγραφή της «βασιλικής δρυός», διακρίνουμε : «ωραίοι, εύτορνοι», «γλαφυρούς», «βαθύφαιον», «αειθαλές», «πλουσία», «αναδεδημένη», «λυομένη», «κυματίζουσα», «χαλαρουμένη», καθώς και τον υπερθετικό βαθμό επιθέτου «παμμέγιστοι».
Επίσης, και στις δύο περιγραφές συναντάμε πληθώρα σύνθετων λέξεων με εικονοπλαστικό περιεχόμενο. Αρχικά στην περιγραφή της Μοσχούλας οι σύνθετες λέξεις είναι : «θερμόαιμος», «ηλιοκαυμένην», «χρυσαυγίζουσα», «μικρόσωμον», «λεπτοφυή», «κατάστιλπνον», ενώ στην περιγραφή της «βασιλικής δρυός» οι σύνθετες λέξεις είναι : «εύτορνοι», «βαθύφαιον», «αειθαλές». Ακόμη, εντοπίζουμε στην πρώτη περιγραφή το τριμερές ασύνδετο «ωχρά, ροδίνη, χρυσαυγίζουσα» και στη δεύτερη το τριμερές ασύνδετό «λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη».
Επιπρόσθετα και στα δύο κείμενα συναντάμε παρομοιώσεις, που λειτουργούν ως σύνδεσμος ανθρώπου – φύσης και συγκεκριμένα η Μοσχούλα παρομοιάζεται με πτηνό «θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού», ενώ στη «βασιλική δρυν» τα κλαδιά του δέντρου παρομοιάζονται με ανθρώπινα χέρια («οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μου εφάνησαν ως δύο βραχίονες») και το φύλλωμά του παρομοιάζεται με πλούσια κόμη κοπέλας («και το βαθύφαιον και αειθαλές φύλλωμα μού εφάνη ως κόμη πλούσια κόρης»). Επίσης, συναντάμε και στις δύο περιγραφές μεγάλη ποικιλία ρημάτων και ουσιαστικών.
1Ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
«ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ»
ΕΝΟΤΗΤΑ : «Δεν ηξεύρω … όρη»
1. Στην ενότητα αυτή η οπτική γωνία της αφήγησης αλλάζει. Να εντοπιστεί αυτή η αλλαγή και να ερμηνεύσετε τη λειτουργικότητα της.
2. «Και τώρα _ταν ‘ενθυμουμαι … ει’ ς τά _ρή…». Ποιο είναι «το παιχνίδι» με τις λέξεις και τις σημασίες του που υπάρχει σ’ αυτό το σημείο του διηγήματος; Ποιος ο ρόλος του; ˜
3. «_ρθ_ς έλεγεν … ήσαν και πολλά …». Για ποιο λόγο ο αφηγητής επανέρχεται στην ιστορία του Σισώη στο τέλος του διηγήματος;
4. Πως συνδέεται η ενότητα αυτή με τον τίτλο του διηγήματος;
5. Να εντοπίσετε τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στο παρακάτω απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η Παναγία η Γοργόνα» του Στρατή Μυριβήλη και στο «Όνειρο στο κύμα» εστιάζοντας στις συνθήκες πνιγμού των δύο κοριτσιών και στη διάσωσή τους
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Της ερχόταν να ξεφωνίσει από χαρά, να πάει η φωνή της ως το φεγγάρι, να πάει ακόμα πιο μακριά, ως το Χριστό εκεί που κάθεται ο καημένος και περιμένει να ξαναγίνουν καλοί οι ψαράδες της Σκάλας, να πάρει πάλι την άγια στράτα του, να πάει να τους έβρει στα ανοιχτά την ώρα που καλάρουν. Να βλογήσει τα δίχτυα τους, να πέσει πολύ ψάρι. Να φάει ο φτωχόκοσμος, να περσέψει και για το ρακί τους, να περσέψει και για το σπίτι, να μην γκρινιάζουν οι γυναίκες τους, και να πάψουν να τις χτυπάνε κλωτσιές μέσα στα λαγόνια. Και κει που τ’ ανάδευε ο νους της όλ’ αυτά με τόσο κέφι, πάνω στ’ ανεγάλλιασμα που τη γιόμιζε σύγκορμη, ήρθε το ξαφνικό και τ’ αναπάντεχο. Κοιτώντας τα παιχνίδια που ‘κανε το φως μέσα στο νερό, της φάνηκε πως είδε από κάτω της, καμίαν οργιά μόλις βαθιά, ένα μεγάλο σκοτεινόν ίσκιο, μακρύ και γρήγορο, που έφευγε με ορμή κάτω από το κορμό της. Πάγωσε η καρδία της, μεμιάς της ήρθε στο νού η χηνόγατα που χάλασε τα δίχτυα του Λαθιού, μαζί με το θεριόψαρο που κατάπιε τον Αντώνη το Ψαροξέρασμα. Η τρομάρα χύθηκε μέσα της υγρό και κρύο φίδι. Έκανε μια κίνηση, να γυρίσει τα πίσω μπρός, κατά την ακρογιαλιά. Δε μπορούσε, ένιωθε τα μέλη να μην ακούν, όπως μέσα σε βραχνά. Οι κινήσεις της έγιναν άταχτες, χτυπούσε σα τρελή τα νερά.
Πάσχισε να βγάλει μια φωνή, να πατήσει μια τσιριξιά. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαρύγγι και δεν μπόρεσε. Άρχισε να παλεύει με τα νερά χωρίς να βλέπει, απελπισμένη. Γεμάτη φρίκη, σπάραζε με τα χέρια και με τα πόδια. Κείνη τη στιγμή ένιωσε κάτουθέ της κάτι σκληρό και παγωμένο να περνά κατάσαρκα, ν’ αγγίζει την κοιλία της ξυστά. Τότες τινάχτηκε, έβαλε τα δυνατά της και πάτησε μια τσιριξιά, τρελή από φρίκη: -Φτάξτε! Γλυτώστε με! Της φάνηκε πως βούλιαζε ο νούς της, πως ένιωσε ένα φωσάκι έλιωνε σιγά, πως έχανε τον κόσμο για πάντα. Την ίδια στιγμή ο διακαμός ενός ανθρώπου τινάχθηκε από ψηλά μες από τα σκίνα της ράχης και έπεσε με χλαπαταγή στα νερά. Χάθηκε με τη βουτιά, και σαν ξενέρισε, κολυμπούσε με μεγάλες απλωτές προς τη Σμαραγδή. Την πρόφτασε να χτυπιέται ζαλισμένη και να καταπίνει θάλασσες. Την άρπαξε από τα μαλλιά, και πλέβοντας με τα πόδια και με το ‘να χέρι, την έσυρε στα ρηχά, κατά την βάρκα. Τότες, λαχανιασμένος από τον αγώνα, στάθηκε όρθιος στη ρηχοπατιά. Έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά την γυμνή κοπέλα να την αποθέσει στη βάρκα. Δε φορούσε άλλο από ένα παντελόνι δεμένο με λουρί.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. «Δεν ηξέυρω … θαυμασίως» η περιγραφή της διάσωσης της κοπέλας γίνεται απ ‘την προοπτική του ήρωα, ώστε να δοθεί στη σκηνή η απαιτούμενη ένταση. Ο νεαρός που αρχικά επέλεξε να σώσει την κατσίκα του (στην προηγούμενη ενότητα),εγκαταλείποντας για χάρη του ζώου το «όνειρο το επιπλέον εις το κύμα» και μαζί μ’ αυτό και την ερωτική του επιθυμία, όταν θα κινδυνεύσει η κοπέλα, θα την εγκαταλείψει, χωρίς πολλούς δισταγμούς αυτή τη φορά, δίνοντας λύση έτσι και στο δεύτερο δίλημμα. Στις επόμενες δυο παραγράφους «Ησθανθήν … όνειρον του» ο συγγραφέας επανέρχεται στη μηδενική εστίαση, για να αποδώσει σε βάθος τη βιωμένη πλέον εμπειρία. Τη στιγμή της γενναίας πράξης «κανείς ιδιοτελής λογισμός» δεν υπήρχε «εις το πνεύμα» του. Ο ηρωισμός, το φιλότιμο, το πνεύμα αυτοθυσίας υπερνικούν κάθε άλλη σκέψη. Τα συγκινησιακά στοιχεία που περιέχει η μετάδοση της διάσωσης είναι πράγματι αυτά που ένιωσε ο αφηγητής – ήρωας κατά τον χρόνο της εμπειρίας. Περαιτέρω όμως η εμπειρία αξιολογείται από την προοπτική του αφηγητή με το να τη συγκρίνει με τις εμπειρίες και τη γνώση που αποκτήθηκε στο μεταξύ. Η στιγμιαία επαφή με το «όνειρο» μέσα στη θάλασσα υπήρξε η μοναδική γνήσια ερωτική εμπειρία της ζωής του. Στον επίλογο οι παράγραφοι «Η Μοσχούλα … όρη» με την επιστροφή στο παρόν της αφήγησης, αφηγητής και ήρωας (ο ώριμος προλύτης) ταυτίζονται. Στο σημείο αυτό δίνεταί η λύση της ιστορίας. Ο αφηγητής γνωστοποιεί το οικτρό τέλος της κατσίκας, το «σχοίνιασμα», γεγονός αναμενόμενο από την πορεία της ιστορίας. Ομολογεί ότι «μετρίως» λυπήθηκε και τη θυσίασε με όλη του την καρδία για χάρη της Μοσχούλας, της Μοσχούλας βεβαίως του παρελθόντος γιατί το παρόν της δεν απασχολεί τον αφηγητή, που μιλάει με ψυχρότητα για αυτήν, στηριζόμενος μόνο σε υποθέσεις («δεν ηξευρώ … της Εύας, όπως όλαι»).
2. Ο συμβολισμός του σκοινιού είναι το δεύτερο παιχνίδι με τις λέξεις στο διήγημα:
Η αρχική ομωνυμία (ταύτιση των σημαινόντων): Μοσχούλα – κατσίκα v.s. Μοσχούλα – κοπέλα, οδηγεί σε αμφισημία, που καταλήγει σε σύγκρουση και χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Η ανακάλυψη ενός περιβάλλοντος αναφοράς στο οποίο η κατάσταση του θύτη (αφηγητής – ήρωας) και του θύματος (κατσίκα)αποκτούν την ίδια σημασία (συνωνυμία – ταύτιση των σημαινομένων) χαρακτηρίζουν την ωριμότητα. Σχηματικά:

- (σημαίνον) (σημαινόμενο) v.s. (σημαίνον) (σημαινόμενο)

- Μοσχούλα – κοπέλα ζωή: σχοίνισμα (του προλύτη)
Η τύχη του ήρωα είναι παράλληλη με τις κατσίκας του. Και για τους δύο υπάρχει ένα σχοινί. Την κατσίκα του την οδήγησε στο θάνατο, τον ίδιο τον κρατάει δέσμιο σαν το σκύλο της παραβολής, τον οδηγεί στο μαρασμό, στο θάνατο της ψυχής. Η παρομοίωση του δεμένου σκύλου στο τέλος του διηγήματος, τονίζει πως η ζωή του ήρωα κλείνεται σε έναν ασφυκτικό κλοιό δυστυχίας, απ’ όπου δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής. Η ανεκπλήρωτη ευχή: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!» σφραγίζει το τέλος του διηγήματος με τη νοσταλγία για έναν



οριστικά χαμένο παράδεισο ευδαιμονίας και αθωότητας, μέσα από το αστικό περιβάλλον της πτώσης και της φθοράς.

3. Στον επίλογο υπάρχει για δεύτερη φορά αναφορά στο μοναχό Σισώη, την ιστορία του οποίου αφηγήθηκε ο συγγραφέας στην αρχή του διηγήματος, στον πρόλογο. Η σχέση των ιστοριών των δύο προσώπων γίνεται εμφανής στο σημείο αυτό, ενώ στον πρόλογο φάνηκε σαν μια αδικαιολόγητη παρέκβαση.
Στις ιστορίες των δύο προσώπων υπάρχουν κοινά σημεία (ο έρωτας οδήγησε και τους δύο σε μια πράξη τόλμης και γενναιότητας), μα και σημαντικές διαφορές, στην επιλογή του τρόπου ζωής: ο Σισώης, αφού απέκτησε οικογένεια και έκανε το καθήκον του απέναντι της, επιστρέφει στο μοναστήρι, κοντά στη γαλήνη του θεού και της φύσης. Ο αφηγητής αντίθετα εγκαταλείπει την φύση και την απλή ζωή του βοσκού και δεν θα επιστρέψει ξανά σ’ αυτήν, για να δοκιμάσει τα «αγαθά» του πολιτισμού. Το αντίτιμο αυτής της επιλογής ήταν ότι ποτέ πια στη ζωή του δεν μπόρεσε να νιώσει το συγκλονιστικό συναίσθημα εκείνης της μοναδικής στιγμής, όταν κράτησε στην αγκαλιά του το αντικείμενο του έρωτα του, αφού οι έρωτες που γνώρισε στην πόλη ήταν μόνο «ιδιοτελείς περιπτύξεις … λυκοφιλίες και κυνέρωτες». Η γνώση αντί να του χαρίσει την ολοκλήρωση τον γέμισε δυστυχία, έχασε την αθωότητα και τα αγνά του αισθήματα. Η λύτρωση επομένως με την επιλογή της ζωής του μοναχού δεν έχει τόσο την έννοια της λύτρωσης από την αμαρτία. Περισσότερο σημαίνει λύτρωση μέσα στην γαλήνη και στην ηρεμία, μακριά από τη συμβατική και γεμάτη δυστυχία ζωή της πόλης. Αυτήν τη χαμένη αγνότητα της φυσικής ζωής αναπολεί ο αφηγητής.
4. Στην ενότητα αυτή ο συγγραφέας, με εξαιρετικό λυρισμό, απ’ τα στοιχεία της πραγματικότητας μεταβαίνει στη διάσταση του μυθικού, του ιδεατού, του εξωπραγματικού. Η περιγραφή του φυσικού τοπίου και ιδίως του γυμνού κοριτσιού απόκτα ονειρική υπόσταση. Η λουόμενη Μοσχούλα προβάλλεται ως ενσάρκωση του ονείρου. «Ήτον απόλαυσις. όνειρον, θαύμα» και, «ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστο και όνειρον επιπλέον εις το κύμα», μας λέει. Άρα, καθώς στην ενότητα αυτή το ονειρικό στοιχείο κυριαρχεί, είναι εμφανής η σχέση της με τον τίτλο του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα».

5. Ο Παπαδιαμάντης κυμάτισε απαράμιλλα τη Μοσχούλα στο όνειρο. Πολλά φεγγάρια αργότερα στη φεγγαροφώτιστη θάλασσα ενός άλλου νησιού, ο Μυριβήλης λαβαίνει το θάρρος και δοκιμάζει να μπει στο ίδιο όνειρο. Το μυθιστόρημα του Μυριβήλη «Η Παναγία η Γοργόνα» περπατάει στα χνάρια του «Ονείρου στο Κύμα». Ο θαυμασμός του γυμνού κάλλους της γυναίκας, το χριστιανικό στοιχείο, ο ονειρικός έρωτας, όχι ως ερωτοτροπία αλλά ως «κρημνοβασία» είναι μερικά από τα κοινά στοιχεία. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μυριβήλη η κοπέλα κολυμπάει


εκστασιασμένη, όπως και η Μοσχούλα. Καμία από τις δύο δεν γνωρίζει ότι κάποιος την παρακολουθεί. Απρόοπτα γεγονότα και στις δύο περιπτώσεις θα διακόψουν το ονειρικό κολύμπι, θα προκαλέσουν τρόμο στις κοπέλες, οι οποίες χάνοντας την αυτοκυριαρχία τους αδυνατούν πια να κολυμπήσουν και κινδυνεύουν να πνιγούν. Το βέλασμα της κατσίκας, ο διακαχμός του βοσκού, η άφιξη της βάρκας θα τρομοκρατήσουν τη Μοσχούλα ενώ τη Σμαραγδή η σκέψη ότι «ένας μεγάλος και σκοτεινός ίσκιος» βρίσκεται κάτω από το κορμί της. Η Μοσχούλα χάνεται από τα μάτια του βοσκού «εν ακαρεί την είδα να γίνεται άφαντη είς το κύμα», «το ευμορφόν σώμα να παρασέρνει κάτω πλησιέστερον εις το βυθόν». Η Σμαραγδή φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Ο νεαρός την «πρόφτασε να χτυπιέται ζαλισμένη και να καταπίνει θάλασσες». Οι δύο νεαροί αντιδρούν αμέσως. Πέφτουν στη θάλασσα για να σώσουν το αντικείμενο του θαυμασμού τους. Ο βοσκός «ερρίφθην εις την θάλασσα, πηδήσας με την κεφαλήν. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα» και ο νεαρός του Μυριβήλη «τινάχθηκε από ψηλά. χάθηκε με τη βουτιά … προς τη Σμαραγδή». Ευτυχώς και οι δύο φτάνουν έγκαιρα. Ο βοσκός «Είχα φτάσει εγκαίρως … έπλευσα … προς την ξηράν» και ο νεαρός Λάμπης «την έσυρε στα ρηχά … την απόθεσε στη βάρκα».
Δ Ι Α Γ Ω Ν Ι Σ Μ Α Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α Σ Θ Ε Ω Ρ Η Τ Ι Κ Η Σ Κ Α Τ Ε Υ Θ Υ Ν Σ Η Σ Γ ΄ Λ Υ Κ Ε Ι Ο Υ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
«Ἤμην πτωχόν βοσκόπουλον εἰς τα ὄρη. Δεκαοκτώ ἐτῶν, καί δέν ἤξευρα ἀκόμη ἄλφα. Χωρίς νά τό
ἠξεύρω, ἤμην εὐτυχής. Τήν τελευταίαν φοράν ὁπού ἐγεύθην τήν εὐτυχίαν ἦτον τό θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους
187... Ἤμην ὡραῖος ἔφηβος, κ' ἔβλεπα τό πρωίμως στρυφνόν, ἡλιοκαές πρόσωπόν μου νά γυαλίζεται εἰς
τά ρυάκια καί τάς βρύσεις, κ' ἐγύμναζα τό εὐλύγιστον, ὑψηλόν ἀνάστημά μου ἀνά τούς βράχους καί τά
βουνά.
Τόν χειμῶνα πού ἤρχισ' εὐθύς κατόπιν μ' ἐπῆρε πλησίον του ὁ γηραιός πάτερ Σισώης, ἤ Σισώνης,
καθώς τόν ὠνόμαζον οἱ χωρικοί μας, καί μ' ἔμαθε γράμματα. Ἦτον πρῴην διδάσκαλος, καί μέχρι τέλους
τόν προσηγόρευον ὅλοι εἰς τήν κλητικήν «δάσκαλε». Εἰς τούς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτο μοναχός
και διάκονος. Εἶτα ἠγάπησε μίαν Τουρκοπούλαν, καθώς ἔλεγαν, τήν ἔκλεψεν, ἀπό ἕνα χαρέμι τῆς
Σμύρνης, τήν ἐβάπτισε καί τήν ἐνυμφεύθη.
Εὐθύς μετά τήν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἐπί Καποδίστρια κυβερνήτου, ἐδίδασκεν εἰς διάφορα
σχολεῖα ἀνά τήν Ἑλλάδα, καί εἶχεν οὐ μικράν φήμην, ὑπό τό ὄνομα «ὁ Σωκράτης ὁ δάσκαλος».
Ἀργότερα ἀφοῦ ἐξησφάλισε τήν οἰκογένειάν του, ἐνθυμήθη τήν παλαιάν ὑποχρέωσίν του, ἐφόρεσε καί
πάλιν τά ράσα, ὡς ἁπλοῦς μοναχός τήν φοράν ταύτην, κωλυόμενος νά ἱερατεύῃ, κ' ἐγκαταβίωσεν ἐν
μετανοίᾳ, εἰς τό Κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐκεῖ ἔκλαυσε τό ἁμάρτημά του, τό ἔχον γενναίαν
ἀγαθοεργίαν ὡς ἐξόχως ἐλαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ὅτι ἐσώθη.
Ἀφοῦ ἔμαθα τά πρῶτα γράμματα πλησίον τοῦ γηραιοῦ Σισώη, ἐστάλην ὡς ὑπότροφος τῆς μονῆς εἴς
τινα κατ' ἐπαρχίαν ἱερατικήν σχολήν, ὅπου κατετάχθην ἀμέσως εἰς τήν ἀνωτέραν τάξιν, εἶτα εἰς τήν ἐν
Ἀθήναις Ριζάρειον. Τέλος, ἀρχίσας τάς σπουδάς μου σχεδόν εἰκοσαετής, ἐξῆλθα τριακοντούτης ἀπό τό
Πανεπιστήμιον• ἐξῆλθα δικηγόρος μέ δίπλωμα προλύτου ...
Μεγάλην προκοπήν, ἐννοεῖται, δέν ἔκαμα. Σήμερον ἐξακολουθῶ νά ἐργάζωμαι ὡς βοηθός ἀκόμη εἰς τό
γραφεῖον ἐπιφανοῦς τινος δικηγόρου καί πολιτευτοῦ ἐν Ἀθήναις, τόν ὁποίον μισῶ, ἀγνοῶ ἐκ ποίας
σκοτεινῆς ἀφορμῆς, ἀλλά πιθανῶς ἐπειδή τόν ἔχω προστάτην καί εὐεργέτην. Καί εἶμαι περιωρισμένος καί
ἀνεπιτήδειος, οὐδέ δύναμαι νά ὠφεληθῶ ἀπό τήν θέσιν τήν ὁποίαν κατέχω πλησίον τοῦ δικηγόρου μου,
θέσιν οἱονεί αὐλικοῦ.
Καθώς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μέ πολύ κοντόν σχοινίον εἰς τήν αὐλήν τοῦ αὐθέντου του, δέν ἠμπορεῖ νά
γαυγίζῃ οὔτε νά δαγκάσῃ ἔξω ἀπό τήν ἀκτῖνα καί τό τόξον τά ὁποῖα διαγράφει τό κοντόν σχοινίον,
παρομοίως κ' ἐγώ δέν δύναμαι οὔτε νά εἴπω, οὔτε νά πράξω τίποτε περισσότερον παρ' ὅσον μοῦ
ἐπιτρέπει ἡ στενή δικαιοδοσία τήν ὁποίαν ἔχω εἰς τό γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.
* * *
Ἡ Μοσχούλα ἔζησε, δέν ἀπέθανε. Σπανίως τήν εἶδα ἔκτοτε, καί δέν ἠξεύρω τί γίνεται τώρα, ὁπότε
εἶναι ἁπλῆ θυγάτηρ τῆς Εὔας, ὅπως ὅλαι.
Ἀλλ' ἐγώ ἐπλήρωσα τά λύτρα διά τήν ζωήν της. Ἡ ταλαίπωρος μικρή μου κατσίκα, τήν ὁποίαν εἶχα
λησμονήσει πρός χάριν της, πράγματι «ἐσχοινιάσθη»• περιεπλάκη κακά εἰς τό σχοινίον, μέ τό ὁποῖον τήν
εἶχα δεμένην, καί ἐπνίγη! ... Μετρίως ἐλυπήθην, καί τήν ἔκαμα θυσίαν πρός χάριν της.
Κ' ἐγώ ἔμαθα γράμματα, ἐξ εὐνοίας καί ἐλέους τῶν καλογήρων, κ' ἔγινα δικηγόρος... Ἀφοῦ ἐπέρασα
ἀπό δύο ἱερατικάς σχολάς, ἦτον ἑπόμενον!
Τάχα ἡ μοναδική ἐκείνη περίστασις, ἡ ὀνειρώδης ἐκείνη ἀνάμνησις τῆς λουομένης κόρης, μ' ἔκαμε νά
μή γίνω κληρικός; Φεῦ! ἀκριβῶς ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη ἔπρεπε νά μέ κάμῃ νά γίνω μοναχός.
Ὀρθῶς ἔλεγον ὁ γηραιός Σισώης ὅτι «ἄν ἤθελαν νά μέ κάμουν καλόγερον, δέν ἔπρεπε νά μέ στείλουν
ἔξω από τό μοναστήρι...». Διά τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μου ἤρκουν τά ὀλίγα ἐκεῖνα κολλυβογράμματα, τά
ὁποῖα αὐτός μέ εἶχε διδάξει, καί μάλιστα ἦσαν καί πολλά! ...
Καί τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τό κοντόν ἐκεῖνο σχοινίον, ἀπό τό ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ' ἐπνίγη ἡ
Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καί ἀναλογίζομαι τό ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μέ τό ὁποῖον εἶναι
δεμένος ὁ σκύλος εἰς τήν αὐλήν τοῦ ἀφέντη του, διαπορῶ μέσα μου ἄν τά δύο δέν εἶχαν μεγάλην
συγγένειαν, καί ἄν δέν ἦσαν ὡς «σχοίνισμα κληρονομίας» δι’ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφή λέγει.
Ὤ! ἄς ἤμην ἀκόμη βοσκός εἰς τά ὄρη! ...»
(Διά την ἀντιγραφήν)
Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
B. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Πώς λειτουργεί στο κείμενο η εγκιβωτισμένη αφήγηση που αναφέρεται στον Πάτερ – Σισώη;
2. Ο Παπαδιαμάντης αποποιείται την πατρότητα του κειμένου.
α. Από ποια στοιχεία στα αποσπάσματα διαφαίνεται η διάθεσή του αυτή;
β. Ποια στοιχεία συνηγορούν ώστε το κείμενο να αποδίδεται σ’ αυτόν;
3. Ποιος ο ρόλος της αίγας – Μοσχούλας στο διήγημα; Τι συμβολίζει το σχοίνισμά της;
4. Σχολιάστε τη φράση «Ὤ! ἄς ἤμην ἀκόμη βοσκός εἰς τά ὄρη!». Πως συνδέεται με την αρχή του
διηγήματος: «Χωρίς νά τό ἠξεύρω, ἤμην εὐτυχής»;
5. Στ. Μυριβήλη: «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια»
«…Κοιμήθηκε άσκημα. Προς την αυγή είδε ένα όνειρο, ίσως κιόλας νάτανε μια φαντασία του πολύ
έντονη, που τούρθε ζωντανή σα να είδε. Τόνε κράτησε ταραγμένο κάμποσο, ακόμα και σα σηκώθηκε
από το κρεβάτι. Είτανε στης Βίγλας τα ράχτα. Η Σαπφώ. Κολυμπούσε ξένιαστη. Δεν τόξερε πως
κάποιος είναι και τη παραφυλάει, και σέρνει τη ματιά του πάνω της, κρυμμένος κάπου. Είταν
ολόγυμνη, κι απορούσε ο Δρίβας πως έγινε κ’ ήξαιρε κατά λεπτώς όλες τις μυστικές λεπτομέρειες
αυτού του κορμιού. Έπαιζε στην ακρογιαλιά. Έριχνε λιθάρια και σκιρτούσε από πέτρα σε πέτρα.
Αυτός, κουλουριασμένος πίσω από έναν βράχο, την έβλεπε, ήταν γεμάτος απ’ τη θωριά της. Σα νάταν
όλο το κορμί του σκεπασμένο με μάτια, πεινασμένα από ερωτική περιέργεια. Ένιωθε όλη τη ντροπή
για το κάμωμά του, και μαζί την αχορταγιά της όρασής του…»
• Ποια κοινά στοιχεία εντοπίζετε από άποψη περιεχομένου ανάμεσα στα κείμενα του Παπαδιαμάντη
και του Μυριβήλη;
Κ α λ ή Ε π ι τ υ χ ί α !
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
1. Στην εισαγωγική ενότητα του διηγήματος ενσωματώνεται η εγκιβωτισμένη αφήγηση της ιστορίας του
πάτερ Σισώη. Η ενσωμάτωση αυτής της μικρότερης ιστορίας, που φαινομενικά είναι αταίριαστη με την
κεντρική ιστορία έχει, στην ουσία θεματική σχέση με αυτήν, εφόσον αποσκοπεί στο να παρουσιάσει την
πορεία του αφηγητή μέχρι την τωρινή του κατάσταση.
Η ιστορία του αφηγητή και του πατέρα Σισώη έχουν αρκετά κοινά στοιχεία, αλλά διαφορετική κατάληξη.
Ο πάτερ Σισώης ήταν αρχικά μοναχός και διάκονος, ακολουθεί ο έρωτάς του προς μια αλλόθρησκη, ο
γάμος του με αυτήν• και τέλος επιλέγει πάλι τη ζωή του μοναχού. Ο πάτερ Σισώης ακολουθεί λοιπόν την
πορεία: αγνότητα 􀃆 αμαρτία (ερωτική) 􀃆 μετάνοια 􀃆 λύτρωση. Ο βίος του μοναχού ακολουθεί μια
κυκλική πορεία: ξεκινά από την αγνότητα, για ƒ____να καταλήξει στο ίδιο σημείο.
Η πορεία του αφηγητή έχει την ίδια αρχή αλλά διαφορετική κατάληξη. Ο νεαρός βοσκός διάγει έναν αγνό
βίο στη φύση αλλά, όταν εμφανίζεται ο πειρασμός με τη μορφή της γυμνής κόρης, υποκύπτει σε αυτόν και
επιλέγει τελικά όχι τη μετάνοια και τη λύτρωση, αλλά τη ζωή στην πόλη και τελικά τη δυστυχία. Ο βίος του
αφηγητή δηλαδή ακολουθεί την εξής διαδρομή: αγνότητα 􀃆 αμαρτία (ερωτική) 􀃆 εμμονή στην ανάμνησή
της 􀃆 απομάκρυνση από τη λύτρωση και τη σωτηρία.
Συμπερασματικά λοιπόν, η εγκιβωτισμένη αφήγηση, αν και δίνει την εντύπωση παρέκβασης άσχετης με την
κεντρική ιστορία, λειτουργεί ως στοιχείο της υπόθεσης. Η επισήμανση της αναλογίας ανάμεσα στον ηθικό
βίο των δυο ηρώων αλλά και στο δρόμο προς τη λύτρωση, που ο ένας τελικά κατακτά και ο άλλος όχι,
καταδεικνύει την πορεία του αφηγητή μέχρι το δυστυχισμένο αφηγηματικό παρόν.
Επίσης, ο ρόλος του ανθρώπου αυτού στάθηκε καθοριστικός για τη ζωή και την προσωπικότητα του
νεαρού βοσκού, εφόσον οι συμβουλές που ο δάσκαλος έδωσε στο νεαρό μαθητή του επηρέασαν τη σκέψη
και τη διαμόρφωση του ηθικού του κόσμου.
2. Στα πλαίσια του ρεαλισμού (ρεαλιστική ηθογραφία) τον οποίο προσεγγίζει με τα διηγήματά του, ο
Παπαδιαμάντης αποποιείται την πατρότητα του κειμένου, αρνείται δηλαδή την ταύτισή του με τον
αφηγητή και την αυτοβιογραφικότητα των βιωμάτων του ήρωα – βοσκού, πιθανόν για να προσδώσει την
απαραίτητη αντικειμενικότητα στη συγγραφική παρατήρηση, πιθανόν, όμως και για να αρνηθεί την
αμεσότητα των συναισθημάτων και της ερωτικής συγκίνησης που διαχέεται σ’ ολόκληρο το κείμενο.
α) Συγγραφικό τέχνασμα που υποδεικνύει τη διάθεση του Παπαδιαμάντη να αποποιηθεί την πατρότητα
του συγκεκριμένου κειμένου είναι ο συγγραφικός δόλος, το στοιχείο δηλαδή της «πλαστοπροσωπίας».
Αυτή επιτυγχάνεται αφενός με τη χρήση των εισαγωγικών, μέσα στα οποία ο συγγραφέας κλείνει το
κείμενο δηλώνοντας έτσι ότι το σύνολο της αφήγησης είναι μια πιστή μεταφορά όσων βίωσε ένα τρίτο
πρόσωπο και αφετέρου με την ενυπόγραφη ένδειξη «Διά την αντιγραφήν», διαχωρίζοντας έτσι σαφώς
την πράξη της συγγραφής από την πράξη της αφήγησης.
Τέλος, η σύνδεση του χρόνου της ιστορίας με το χρόνο μιας αντικειμενικής εξωτερικής
πραγματικότητας, με την παράθεση συγκεκριμένης, σχεδόν, χρονολόγησης («το θέρος εκείνο του έτους
187…») εξυπηρετεί την ανάπλαση ενός χωρόχρονου στον οποίο εντάσσεται ο ήρωας – αφηγητής ως
αυθύπαρκτο πρόσωπο, ξεχωριστό από αυτό του συγγραφέα – Παπαδιαμάντη.
Ωστόσο, το «Όνειρο στο Κύμα» κατατάσσεται από την κριτική στα λεγόμενα «αυτοβιογραφικά» του
Παπαδιαμάντη, έστω κι αν οι απόψεις για το βαθμό της αυτοβιογραφικότητας των διηγημάτων αυτών
διίστανται ανάμεσα στην «εντύπωση πως ενσωματώνονται σελίδες από προσωπικό ημερολόγιο»
(Π. Μουλλάς) και στην πίστη πως ο Παπαδιαμάντης είναι «πιο πολύ βιωματικός παρά αυτοβιογραφικός
συγγραφέας» (Γ. Ιωάννου).
β) Στοιχεία που συνηγορούν, ώστε να αποδίδεται το διήγημα στον Παπαδιαμάντη, είναι τα εξής:
i. Από τη άποψη της αφηγηματικής τεχνικής:
Ο ισχυρός τύπος της ομοδιηγητικής αφήγησης και πιο συγκεκριμένα της αυτοδιηγητικής αφήγησης,
όπου ο αφηγητής είναι και ο πρωταγωνιστής των δρωμένων, εξακριβώνεται ήδη από την πρώτη
αράδα του κειμένου («Ήμην…») ενώ παράλληλα ο εξομολογητικός τόνος της αφήγησης εστιάζει από
την αρχή στα συναισθήματα του ήρωα («ήμην ευτυχής») ακόμα κι αν αυτά βρίσκονται στα μύχια της
ψυχής του (μίσος προς τον προστάτη και ευεργέτη του)
ii. Από την άποψη του περιεχομένου:
• Το σκηνικό μέσα στο οποίο εξελίσσεται η δράση δεν περιορίζεται μονάχα στην εποχή του
συγγραφέα αλλά συγκεκριμενοποιείται στους δύο τόπους που έδρασε ο Παπαδιαμάντης, τη
Σκιάθο και την Αθήνα.
• Ο εκκλησιαστικός χαραχτήρας της παιδείας του ήρωα («μ’ επήρε πλησίον του ο γηραιός πάτερ
Σισώης… και μ’ έμαθε γράμματα», «…εστάλην ως υπότροφος της μονής εις τίνα κατ’ επαρχίαν
ιερατικήν σχολήν») συνάδει με το χαραχτήρα της αγωγής και της εκπαίδευσης του
Παπαδιαμάντη, ο οποίος όχι μόνο μεγάλωσε δίπλα στον ιερέα πατέρα του αλλά διετέλεσε και
ψάλτης, επισκέφτηκε το Άγιο Όρος και γενικότερα ήταν βαθιά θρησκευόμενο άτομο.
• Ο ήρωας – βοσκός είναι φορέας των αξιών και της βιοθεωρίας του ίδιου του Παπαδιαμάντη π.χ. ο
Παπαδιαμάντης ασφυκτιούσε στο αστικό κλίμα της Αθήνας και δραπέτευε συχνά στη Σκιάθο
(«Και είμαι περιορισμένος… καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον… προϊσταμένου
μου» «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…»)
Επιπλέον ο Παπαδιαμάντης επηρεασμένος από την εκκλησιαστική του παιδεία και τη γοητεία
του μοναστικού βίου – είχε χαρακτηριστεί ως «κοσμοκαλόγερος» – ενίοτε προχωρά σε μια
ισοπεδωτική απαξίωση του γυναικείου φύλου («Η Μοσχούλα… είναι απλή θυγάτηρ της Εύας,
όπως όλαι»).
• Τέλος, πίσω από τα λόγια του αφηγητή: «Τάχα… να γίνω μοναχός. Ορθώς έλεγον… δεν έπρεπε να
με στείλουν έξω από το μοναστήρι…», κρύβεται ο συγγραφέας ο οποίος, αν και αρχικά επεζήτησε
την ευτυχία στη μοναχική ζωή του Άγιου Όρους, τελικά επέλεξε την κοσμική ζωή, χωρίς ωστόσο
να σταματήσει ποτέ να ενδιαφέρεται «διά την σωτηρίαν της ψυχής του».
3. Η μοίρα της Μοσχούλας– κατσίκας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν της Μοσχούλας-κοπέλας,
αντικείμενο του έρωτα του αφηγητή.
α) Καταρχάς, παρατηρείται μια ομωνυμία που η λειτουργία της στην πλοκή είναι καθοριστική. Το
βάπτισμα της αίγας από τον αφηγητή, ως Μοσχούλα, έχει ως πηγή τα συναισθήματά που αυτός τρέφει
για την κοπέλα. Το κοινό όνομα αποτελεί μηχανισμό υποκατάστασης. Τα συναισθήματα που είναι
αδύνατον να εκφραστούν, εξαιτίας των ηθών της εποχής αλλά και της κοινωνικής διαφοράς,
διοχετεύονται στην κατσίκα.
β) Λογοτεχνική αξιοποίηση της ομωνυμίας αποτελεί το γεγονός ότι αυτή γίνεται η αφορμή για το διάλογο
των δύο νέων. Η πλοκή προωθείται όταν η αναζήτηση της μικρής αίγας καταλήγει στην πρώτη
συνάντηση.
γ) Η σύνδεση της μοίρας αυτών των δύο στα οριακά επίπεδα ‘θανάτου- ζωής’ αποδίδεται στη σκηνή που
διαδραματίστηκε στο θαλάσσιο άνδρο. Εκεί οι αποφάσεις που λαμβάνει ο βοσκός καθορίζουν τη ζωή ή
το θάνατο της μίας ή της άλλης.
Αρχικά το πλατάγισμα του γυμνού σώματος(α΄ δραματικό απρόοπτο) της κοπέλας αναστέλλει την
πρόθεση του βοσκού να λύσει την κατσίκα του και να φύγει.
Στη συνέχεια το απροσδόκητο βέλασμα της αίγας(β΄ δραματικό απρόοπτο) θα διακόψει το γαλήνιο
μπάνιο της κοπέλας και θα συντελέσει ουσιαστικά στην εξέλιξη της πλοκής. Από την εσωτερική
δράση(διλήμματα) που επιβραδύνει την εξέλιξη έξοδο αποτελεί η ακουστική εικόνα(βέλασμα). Η λύση
στην εσωτερική σύγκρουση του βοσκού δίδεται από το εξωτερικό ερέθισμα.
Τέλος η απόφαση του βοσκού να επέμβει αποφασιστικά και να σώσει τη ζωή της κοπέλας που πνίγεται
θα επιφέρει και το θάνατο της κατσίκας. Η ζωή του ζώου θυσιάζεται για χάρη της κοπέλας. “’Aλλ’ ἑγώ
ἐπλήρωσα τά λύτρα διά τήν ζωήν της...καί τήν ἔκαμα θυσίαν πρός χάριν της”
Σχοίνισμα
Το σχοίνισμα είναι πραγματικό για την κατσίκα, συμβολικό για τον αφηγητή. Ο θάνατος της κατσίκας θα
συμπέσει χρονικά με το τέλος της ευτυχισμένης ζωής του στη φύση. Η τελική επιλογή του σχετικά με το
δίλημμα να παραμείνει να απολαύσει το μπάνιο της κοπέλας ή να λύσει την κατσίκα του και να φύγει,
οδήγησε την μεν κατσίκα στον πνιγμό και τον ίδιο στη δυστυχισμένη και ανωφέλητη ζωή που τώρα βιώνει.
Η στιγμή που ενέδωσε στον πειρασμό της γυμνής σάρκας επέφερε δύο θανάτους, πρώτον της κατσίκας-
Μοσχούλας και δεύτερον της αγνότητας μέσα στη φύση.
4. Το διήγημα τελειώνει με μια φράση απαξίωσης της κοσμικής ζωής, της μόρφωσης του πολιτισμού, της ζωής
στην πόλη. Αποτελεί στοχαστική παρατήρηση του αφηγητή, που αναλογιζόμενος την πορεία της ζωής του
προβαίνει σε μία αξιολογική κρίση. Η μόρφωση δεν τον οδήγησε, όπως θα ήταν αναμενόμενο, στην
κατάκτηση ενός υψηλότερου επιπέδου ποιότητας ζωής, απαλλάσσοντας από τα δεσμά της άγνοιας, αλλά
αποτέλεσε αίτιο δυστυχίας.
Το συμπέρασμα αυτό από τον απολογισμό ζωής, που αναδεικνύει το μικρό βοσκόπουλο ως πιο
ευτυχισμένο, οδηγεί στη ρήση «Ω ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη» με την οποία κλείνει και το διήγημα.
Αν η φράση αυτή συνδεθεί με την αρχή του διηγήματος «Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής» παρατηρείται
το μορφικό σχήμα του κύκλου. Το σχήμα κύκλου λειτουργεί λογοτεχνικά για να παρέχει την αίσθηση της
ολοκλήρωσης και της πληρότητας. Στο συγκεκριμένο διήγημα μπορεί να ερμηνευθεί ως ο εγκλωβισμός του
αφηγητή μέσα στα όρια που προσδιορίζονται απ’ αυτό το σχήμα. Η περιχαράκωση της ζωής του μέσα σε
συγκεκριμένα πλαίσια, το τέλος της ελπίδας.
5. Ανάμεσα στα δύο κείμενα εντοπίζονται πολλά κοινά στοιχεία:
• Αρχικά, χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο είναι αυτό του ονείρου και η διαπλοκή του με την
πραγματικότητα.
• Και στα δύο κείμενα υπάρχει το μπάνιο της γυμνής κοπέλας που, εν αγνοία της, γίνεται αντικείμενο
οπτικής απόλαυσης του αφηγητή.
• Το ερωτικό στοιχείο.
• Ανάλογη θέση παρατήρησης αφηγητή, o οποίος και στα δύο κείμενα, κρύβεται πίσω από τα βράχια
• Ο τρόπος θέασης του γυναικείου κορμιού: λειτουργία αίσθησης(όρασης) και φαντασίας.
• Εσωτερική σύγκρουση. Η λογική και η ηθική αντιμάχονται τον πειρασμό, ο οποίος και στα δύο κείμενα
αντιπροσωπεύεται από τη θέα του γυμνού γυναικείου κορμιού.
Παρά τους ενδοιασμούς, και στα δύο κείμενα, τελικά ο αφηγητής ενδίδει στον πειρασμό και απολαμβάνει
το θέαμα.__