8.8.10

1Ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
«ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ»
ΕΝΟΤΗΤΑ : «Δεν ηξεύρω … όρη»
1. Στην ενότητα αυτή η οπτική γωνία της αφήγησης αλλάζει. Να εντοπιστεί αυτή η αλλαγή και να ερμηνεύσετε τη λειτουργικότητα της.
2. «Και τώρα _ταν ‘ενθυμουμαι … ει’ ς τά _ρή…». Ποιο είναι «το παιχνίδι» με τις λέξεις και τις σημασίες του που υπάρχει σ’ αυτό το σημείο του διηγήματος; Ποιος ο ρόλος του; ˜
3. «_ρθ_ς έλεγεν … ήσαν και πολλά …». Για ποιο λόγο ο αφηγητής επανέρχεται στην ιστορία του Σισώη στο τέλος του διηγήματος;
4. Πως συνδέεται η ενότητα αυτή με τον τίτλο του διηγήματος;
5. Να εντοπίσετε τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στο παρακάτω απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Η Παναγία η Γοργόνα» του Στρατή Μυριβήλη και στο «Όνειρο στο κύμα» εστιάζοντας στις συνθήκες πνιγμού των δύο κοριτσιών και στη διάσωσή τους
ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Της ερχόταν να ξεφωνίσει από χαρά, να πάει η φωνή της ως το φεγγάρι, να πάει ακόμα πιο μακριά, ως το Χριστό εκεί που κάθεται ο καημένος και περιμένει να ξαναγίνουν καλοί οι ψαράδες της Σκάλας, να πάρει πάλι την άγια στράτα του, να πάει να τους έβρει στα ανοιχτά την ώρα που καλάρουν. Να βλογήσει τα δίχτυα τους, να πέσει πολύ ψάρι. Να φάει ο φτωχόκοσμος, να περσέψει και για το ρακί τους, να περσέψει και για το σπίτι, να μην γκρινιάζουν οι γυναίκες τους, και να πάψουν να τις χτυπάνε κλωτσιές μέσα στα λαγόνια. Και κει που τ’ ανάδευε ο νους της όλ’ αυτά με τόσο κέφι, πάνω στ’ ανεγάλλιασμα που τη γιόμιζε σύγκορμη, ήρθε το ξαφνικό και τ’ αναπάντεχο. Κοιτώντας τα παιχνίδια που ‘κανε το φως μέσα στο νερό, της φάνηκε πως είδε από κάτω της, καμίαν οργιά μόλις βαθιά, ένα μεγάλο σκοτεινόν ίσκιο, μακρύ και γρήγορο, που έφευγε με ορμή κάτω από το κορμό της. Πάγωσε η καρδία της, μεμιάς της ήρθε στο νού η χηνόγατα που χάλασε τα δίχτυα του Λαθιού, μαζί με το θεριόψαρο που κατάπιε τον Αντώνη το Ψαροξέρασμα. Η τρομάρα χύθηκε μέσα της υγρό και κρύο φίδι. Έκανε μια κίνηση, να γυρίσει τα πίσω μπρός, κατά την ακρογιαλιά. Δε μπορούσε, ένιωθε τα μέλη να μην ακούν, όπως μέσα σε βραχνά. Οι κινήσεις της έγιναν άταχτες, χτυπούσε σα τρελή τα νερά.
Πάσχισε να βγάλει μια φωνή, να πατήσει μια τσιριξιά. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαρύγγι και δεν μπόρεσε. Άρχισε να παλεύει με τα νερά χωρίς να βλέπει, απελπισμένη. Γεμάτη φρίκη, σπάραζε με τα χέρια και με τα πόδια. Κείνη τη στιγμή ένιωσε κάτουθέ της κάτι σκληρό και παγωμένο να περνά κατάσαρκα, ν’ αγγίζει την κοιλία της ξυστά. Τότες τινάχτηκε, έβαλε τα δυνατά της και πάτησε μια τσιριξιά, τρελή από φρίκη: -Φτάξτε! Γλυτώστε με! Της φάνηκε πως βούλιαζε ο νούς της, πως ένιωσε ένα φωσάκι έλιωνε σιγά, πως έχανε τον κόσμο για πάντα. Την ίδια στιγμή ο διακαμός ενός ανθρώπου τινάχθηκε από ψηλά μες από τα σκίνα της ράχης και έπεσε με χλαπαταγή στα νερά. Χάθηκε με τη βουτιά, και σαν ξενέρισε, κολυμπούσε με μεγάλες απλωτές προς τη Σμαραγδή. Την πρόφτασε να χτυπιέται ζαλισμένη και να καταπίνει θάλασσες. Την άρπαξε από τα μαλλιά, και πλέβοντας με τα πόδια και με το ‘να χέρι, την έσυρε στα ρηχά, κατά την βάρκα. Τότες, λαχανιασμένος από τον αγώνα, στάθηκε όρθιος στη ρηχοπατιά. Έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά την γυμνή κοπέλα να την αποθέσει στη βάρκα. Δε φορούσε άλλο από ένα παντελόνι δεμένο με λουρί.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. «Δεν ηξέυρω … θαυμασίως» η περιγραφή της διάσωσης της κοπέλας γίνεται απ ‘την προοπτική του ήρωα, ώστε να δοθεί στη σκηνή η απαιτούμενη ένταση. Ο νεαρός που αρχικά επέλεξε να σώσει την κατσίκα του (στην προηγούμενη ενότητα),εγκαταλείποντας για χάρη του ζώου το «όνειρο το επιπλέον εις το κύμα» και μαζί μ’ αυτό και την ερωτική του επιθυμία, όταν θα κινδυνεύσει η κοπέλα, θα την εγκαταλείψει, χωρίς πολλούς δισταγμούς αυτή τη φορά, δίνοντας λύση έτσι και στο δεύτερο δίλημμα. Στις επόμενες δυο παραγράφους «Ησθανθήν … όνειρον του» ο συγγραφέας επανέρχεται στη μηδενική εστίαση, για να αποδώσει σε βάθος τη βιωμένη πλέον εμπειρία. Τη στιγμή της γενναίας πράξης «κανείς ιδιοτελής λογισμός» δεν υπήρχε «εις το πνεύμα» του. Ο ηρωισμός, το φιλότιμο, το πνεύμα αυτοθυσίας υπερνικούν κάθε άλλη σκέψη. Τα συγκινησιακά στοιχεία που περιέχει η μετάδοση της διάσωσης είναι πράγματι αυτά που ένιωσε ο αφηγητής – ήρωας κατά τον χρόνο της εμπειρίας. Περαιτέρω όμως η εμπειρία αξιολογείται από την προοπτική του αφηγητή με το να τη συγκρίνει με τις εμπειρίες και τη γνώση που αποκτήθηκε στο μεταξύ. Η στιγμιαία επαφή με το «όνειρο» μέσα στη θάλασσα υπήρξε η μοναδική γνήσια ερωτική εμπειρία της ζωής του. Στον επίλογο οι παράγραφοι «Η Μοσχούλα … όρη» με την επιστροφή στο παρόν της αφήγησης, αφηγητής και ήρωας (ο ώριμος προλύτης) ταυτίζονται. Στο σημείο αυτό δίνεταί η λύση της ιστορίας. Ο αφηγητής γνωστοποιεί το οικτρό τέλος της κατσίκας, το «σχοίνιασμα», γεγονός αναμενόμενο από την πορεία της ιστορίας. Ομολογεί ότι «μετρίως» λυπήθηκε και τη θυσίασε με όλη του την καρδία για χάρη της Μοσχούλας, της Μοσχούλας βεβαίως του παρελθόντος γιατί το παρόν της δεν απασχολεί τον αφηγητή, που μιλάει με ψυχρότητα για αυτήν, στηριζόμενος μόνο σε υποθέσεις («δεν ηξευρώ … της Εύας, όπως όλαι»).
2. Ο συμβολισμός του σκοινιού είναι το δεύτερο παιχνίδι με τις λέξεις στο διήγημα:
Η αρχική ομωνυμία (ταύτιση των σημαινόντων): Μοσχούλα – κατσίκα v.s. Μοσχούλα – κοπέλα, οδηγεί σε αμφισημία, που καταλήγει σε σύγκρουση και χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία. Η ανακάλυψη ενός περιβάλλοντος αναφοράς στο οποίο η κατάσταση του θύτη (αφηγητής – ήρωας) και του θύματος (κατσίκα)αποκτούν την ίδια σημασία (συνωνυμία – ταύτιση των σημαινομένων) χαρακτηρίζουν την ωριμότητα. Σχηματικά:

- (σημαίνον) (σημαινόμενο) v.s. (σημαίνον) (σημαινόμενο)

- Μοσχούλα – κοπέλα ζωή: σχοίνισμα (του προλύτη)
Η τύχη του ήρωα είναι παράλληλη με τις κατσίκας του. Και για τους δύο υπάρχει ένα σχοινί. Την κατσίκα του την οδήγησε στο θάνατο, τον ίδιο τον κρατάει δέσμιο σαν το σκύλο της παραβολής, τον οδηγεί στο μαρασμό, στο θάνατο της ψυχής. Η παρομοίωση του δεμένου σκύλου στο τέλος του διηγήματος, τονίζει πως η ζωή του ήρωα κλείνεται σε έναν ασφυκτικό κλοιό δυστυχίας, απ’ όπου δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής. Η ανεκπλήρωτη ευχή: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!» σφραγίζει το τέλος του διηγήματος με τη νοσταλγία για έναν



οριστικά χαμένο παράδεισο ευδαιμονίας και αθωότητας, μέσα από το αστικό περιβάλλον της πτώσης και της φθοράς.

3. Στον επίλογο υπάρχει για δεύτερη φορά αναφορά στο μοναχό Σισώη, την ιστορία του οποίου αφηγήθηκε ο συγγραφέας στην αρχή του διηγήματος, στον πρόλογο. Η σχέση των ιστοριών των δύο προσώπων γίνεται εμφανής στο σημείο αυτό, ενώ στον πρόλογο φάνηκε σαν μια αδικαιολόγητη παρέκβαση.
Στις ιστορίες των δύο προσώπων υπάρχουν κοινά σημεία (ο έρωτας οδήγησε και τους δύο σε μια πράξη τόλμης και γενναιότητας), μα και σημαντικές διαφορές, στην επιλογή του τρόπου ζωής: ο Σισώης, αφού απέκτησε οικογένεια και έκανε το καθήκον του απέναντι της, επιστρέφει στο μοναστήρι, κοντά στη γαλήνη του θεού και της φύσης. Ο αφηγητής αντίθετα εγκαταλείπει την φύση και την απλή ζωή του βοσκού και δεν θα επιστρέψει ξανά σ’ αυτήν, για να δοκιμάσει τα «αγαθά» του πολιτισμού. Το αντίτιμο αυτής της επιλογής ήταν ότι ποτέ πια στη ζωή του δεν μπόρεσε να νιώσει το συγκλονιστικό συναίσθημα εκείνης της μοναδικής στιγμής, όταν κράτησε στην αγκαλιά του το αντικείμενο του έρωτα του, αφού οι έρωτες που γνώρισε στην πόλη ήταν μόνο «ιδιοτελείς περιπτύξεις … λυκοφιλίες και κυνέρωτες». Η γνώση αντί να του χαρίσει την ολοκλήρωση τον γέμισε δυστυχία, έχασε την αθωότητα και τα αγνά του αισθήματα. Η λύτρωση επομένως με την επιλογή της ζωής του μοναχού δεν έχει τόσο την έννοια της λύτρωσης από την αμαρτία. Περισσότερο σημαίνει λύτρωση μέσα στην γαλήνη και στην ηρεμία, μακριά από τη συμβατική και γεμάτη δυστυχία ζωή της πόλης. Αυτήν τη χαμένη αγνότητα της φυσικής ζωής αναπολεί ο αφηγητής.
4. Στην ενότητα αυτή ο συγγραφέας, με εξαιρετικό λυρισμό, απ’ τα στοιχεία της πραγματικότητας μεταβαίνει στη διάσταση του μυθικού, του ιδεατού, του εξωπραγματικού. Η περιγραφή του φυσικού τοπίου και ιδίως του γυμνού κοριτσιού απόκτα ονειρική υπόσταση. Η λουόμενη Μοσχούλα προβάλλεται ως ενσάρκωση του ονείρου. «Ήτον απόλαυσις. όνειρον, θαύμα» και, «ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστο και όνειρον επιπλέον εις το κύμα», μας λέει. Άρα, καθώς στην ενότητα αυτή το ονειρικό στοιχείο κυριαρχεί, είναι εμφανής η σχέση της με τον τίτλο του διηγήματος «Όνειρο στο κύμα».

5. Ο Παπαδιαμάντης κυμάτισε απαράμιλλα τη Μοσχούλα στο όνειρο. Πολλά φεγγάρια αργότερα στη φεγγαροφώτιστη θάλασσα ενός άλλου νησιού, ο Μυριβήλης λαβαίνει το θάρρος και δοκιμάζει να μπει στο ίδιο όνειρο. Το μυθιστόρημα του Μυριβήλη «Η Παναγία η Γοργόνα» περπατάει στα χνάρια του «Ονείρου στο Κύμα». Ο θαυμασμός του γυμνού κάλλους της γυναίκας, το χριστιανικό στοιχείο, ο ονειρικός έρωτας, όχι ως ερωτοτροπία αλλά ως «κρημνοβασία» είναι μερικά από τα κοινά στοιχεία. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μυριβήλη η κοπέλα κολυμπάει


εκστασιασμένη, όπως και η Μοσχούλα. Καμία από τις δύο δεν γνωρίζει ότι κάποιος την παρακολουθεί. Απρόοπτα γεγονότα και στις δύο περιπτώσεις θα διακόψουν το ονειρικό κολύμπι, θα προκαλέσουν τρόμο στις κοπέλες, οι οποίες χάνοντας την αυτοκυριαρχία τους αδυνατούν πια να κολυμπήσουν και κινδυνεύουν να πνιγούν. Το βέλασμα της κατσίκας, ο διακαχμός του βοσκού, η άφιξη της βάρκας θα τρομοκρατήσουν τη Μοσχούλα ενώ τη Σμαραγδή η σκέψη ότι «ένας μεγάλος και σκοτεινός ίσκιος» βρίσκεται κάτω από το κορμί της. Η Μοσχούλα χάνεται από τα μάτια του βοσκού «εν ακαρεί την είδα να γίνεται άφαντη είς το κύμα», «το ευμορφόν σώμα να παρασέρνει κάτω πλησιέστερον εις το βυθόν». Η Σμαραγδή φωνάζει ζητώντας βοήθεια. Ο νεαρός την «πρόφτασε να χτυπιέται ζαλισμένη και να καταπίνει θάλασσες». Οι δύο νεαροί αντιδρούν αμέσως. Πέφτουν στη θάλασσα για να σώσουν το αντικείμενο του θαυμασμού τους. Ο βοσκός «ερρίφθην εις την θάλασσα, πηδήσας με την κεφαλήν. Έφθασα σχεδόν εις τον πυθμένα» και ο νεαρός του Μυριβήλη «τινάχθηκε από ψηλά. χάθηκε με τη βουτιά … προς τη Σμαραγδή». Ευτυχώς και οι δύο φτάνουν έγκαιρα. Ο βοσκός «Είχα φτάσει εγκαίρως … έπλευσα … προς την ξηράν» και ο νεαρός Λάμπης «την έσυρε στα ρηχά … την απόθεσε στη βάρκα».