Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.3.11

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ 2010
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ «ΟΜΟΚΕΝΤΡΟ» Α. ΦΛΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ
ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΟ
Γιώργου Ιωάννου
Στου Κεμάλ το Σπίτι
Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που
ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται
τα μούρα ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’
το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε
όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και
μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει
κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια
αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε
να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να
μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά
το νόημά της: «Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό».
Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.
Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί
να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι
του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό
μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια
και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα
παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε
μούρα απ’ την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ’ όλη τη γειτονιά
και σ’ όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά,
αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που
της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν
από τις συνηθισμένες μουριές, απ’ αυτές που κάνουν εκείνα τα
άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα,
ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν δέντρο
παλιό και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι
μας. Μονάχα ένα κακό είχε. Τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι
μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν,
πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο
πέρα.
Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο
κατώφλι μας, δεν σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα,
όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει
το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα
υπόλοιπα τα έβαλε σ’ ένα χαρτί και έφυγε καταχαρούμενη.
Τη δεύτερη φορά θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια,
πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε
και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ’
τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα
έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα
τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να
καρπίσει.
Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ’
τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ’ τη
βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα,
μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι.
Επειδή την είδαμε πολύ ταραγμένη, θελήσαμε να της
εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει
το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. «Τώρα που σας έφερα
το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι», μας
είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά
εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της
δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που
την έκανε να τιναχτεί: «Θα σου τα έβαζα σ’ ένα κουτί, αλλά δε
βαστάνε για μακριά». Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να
υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από
μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια
ομάδα από τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο
πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά
τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’ τις πάμπολες εκείνες, που δεν
ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών
είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η
αποκάλυψη αυτή στην αρχή μας τάραξε. Δε μας έφτανε που
είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση
της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να
μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε
από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ’ αυτό δεν απαντήσαμε,
κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια
μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από
συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και
αμπελοχώραφα κει κάτω.
Η τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς
καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την
είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του
παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και
φώναξε: «η τουρκάλα!» Βγήκαμε στα παράθυρα και την
κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω
στο σπίτι – τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη
νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη
αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει
την ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδεντρο σπίτι,
χωρίς να καταφέρνει να το γκρεμίσει.
Δεν την ξαναείδαμε από τότε. Ήρθε – δεν ήρθε, άγνωστο.
Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα ‘βρισκε πια το κατώφλι με το
αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό
παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του
υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα
ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι
μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.
Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το
σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να
εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου
εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα
βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του
δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το
ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε
γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι.
Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν
διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για
την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια
και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό
καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά.
Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο
σπαραγμό δεν ματαείδα».
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ:
Α1. Ο Γ. Ιωάννου αντλεί τα θέματά του κυρίως από τα παιδικά
του χρόνια, τον κόσμο της προσφυγιάς, τον πόλεμο, τη
Θεσσαλονίκη, τον τρόπο ζωής των άλλων ανθρώπων. Για
καθεμιά από τις παραπάνω περιπτώσεις να γράψετε ένα
αντίστοιχο παράδειγμα μέσα από το κείμενο.
Μονάδες 15
Β1.α) Ο Αναστάσης Βιστωνίτης παρατηρεί ότι στα
πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου «ο αφηγητής είναι η κυρίαρχη
ατομική συνείδηση». Να αναφέρετε δύο στοιχεία που μπορούν
να στηρίξουν την άποψη αυτή, καθώς και ένα παράδειγμα μέσα
από το κείμενο, για καθένα από αυτά. (μονάδες 8)
β) Να επισημάνετε στο κείμενο τα τρία βασικά χρονικά
επίπεδα πάνω στα οποία οργανώνεται η αφήγηση και να τα
σχολιάσετε συνοπτικά με αναφορές στο κείμενο. (μονάδες 12)
Μονάδες 20
Β2.α) Να ερμηνεύσετε το νόημα των μεταφορών: κλεφτές
ματιές (2η παράγραφος), κάθεται κατατσακισμένη στο
κατώφλι (6η παράγραφος), είχε μαλακώσει την καρδιά (6η
παράγραφος), κατάγυμνη αυλή (6η παράγραφος), αφράτο
μάρμαρο (7η παράγραφος). (Μονάδες 10)
β) «ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια
γριά να σιγολέει: ‘Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που
είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν
φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν
ματαείδα’»: Να σχολιάσετε σε μια παράγραφο το περιεχόμενο
του ανωτέρω αποσπάσματος. (Μονάδες 13)
Μονάδες 25

Δ1. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο, το πεζογράφημα
του Γ. Ιωάννου «Στου Κεμάλ το Σπίτι» με το απόσπασμα που
ακολουθεί από την «Απογραφή ζημιών» του ίδιου συγγραφέα.
Μονάδες 20
Δίπλα στο «Ακρόπολις» και μέχρι την οδό Πλάτωνος ήταν στη
σειρά σπίτια μικρά και παμπάλαια, όπου μέχρι και την Κατοχή
κατοικούσανε οικογένειες Εβραίων. Αυτά, με το ξενοδοχείο
μαζί, σχημάτιζαν τη βορινή πλευρά της πλατείας, που σήμερα
ονομάζεται «Μακεδονομάχων». Τα Σάββατα γριές Εβραίισες με
τις πατροπαράδοτες ατλαζένιες1 φορεσιές της Καστίλλιας, για
να περάσει ήσυχα και αναμάρτητα η άγια αργία2. Τα σπίτια
αυτά, αν δεν είχαν προλάβει να τα γκρεμίσουν οι εργολάβοι, θα
τα κατεδάφιζαν τώρα οπωσδήποτε οι στρατιωτικές
μπουλντόζες, σε συνεργασία, βέβαια, με τους πολιτικούς
μηχανικούς και τους άλλους σπουδαίους, που δεν ξέρω τι να
πω, αλλά σαν πολύ εύκολα, προκειμένου για παλαιά σπίτια,
σημειώνουν την ένδειξη «κατεδαφιστέον». Θαρρείς και το
θεωρούν όλοι τους ευκαιρία να εξωραΐσουν την πόλη κατά τα
γούστα τους και τα πρότυπά τους, απαλλάσσοντάς την από τις
ενοχλητικές αυτές παλιατσαρίες3, που πλαισιώνουν, και πολύ
ταιριαχτά μάλιστα, τα βυζαντινά μνημεία και τους χώρους της
παλαιάς ζωής. Έτσι σαρώθηκε σιγά σιγά, από χρόνια, όλη η
παλιά ελληνική συνοικία της Καμάρας, αυτή που έδινε τον τόνο
και τα επιχειρήματα, και αφέθηκε ο τόπος ελεύθερος για να
φωτογραφίζουν οι τουρίστες με άνεση τη Ροτόντα.
(Γιώργου Ιωάννου, «Απογραφή ζημιών», από τη συλλογή «Το
δικό μας αίμα», 1980)
1 Ατλαζένιες: γυαλιστερές
2 άγια αργία: εννοεί την ημέρα του Σαββάτου, ημέρα αργίας για τους Εβραίους
3 παλιατσαρίες: σύνολα παλαιών, φθαρμένων ή και άχρηστων αντικειμένων

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α1. Ο Ιωάννου αντλεί τα θέματα των πεζογραφημάτων του
στηριζόμενος στο πλούσιο βιωματικό του υλικό και κυρίως στις
αναμνήσεις των παιδικών του χρόνων. Μεγαλωμένος στη
Θεσσαλονίκη, πόλη που δέχτηκε μεγάλο κύμα προσφύγων, έχει
περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια μέσα στη δίνη του πολέμου,
της Κατοχής και των μεταπολεμικών περιπετειών. Η μαρτυρία,
το βίωμα, η εξομολόγηση καταρτίζουν το θεματολόγιό του.
Λειτουργεί ως περιηγητής της γενέτειράς του καταγράφοντας με
ακρίβεια το καθημερινό πρόσωπο των κατοίκων της, των απλών
ανθρώπων.
Παραδείγματα:
Παιδικά χρόνια: «Για να την παρηγορήσουμε … βαστάνε για
μακριά»
Κόσμος προσφυγιάς: «Εμείς ως τότε τη θαρρούσαμε … όχι τη
γλώσσα»
Πόλεμος: «Μια ιταλιάνικη μπόμπα … να το γκρεμίσει»
Θεσσαλονίκη: «Καθόταν ήσυχα για ώρα στο
κατώφλι…παραμελώντας σιγανά».
Τρόπος ζωής απλών ανθρώπων: «Ο σιχαμένος
σπιτονοικοκύρης…στο βαθύ πηγάδι».
Β1.α) Όπως συμβαίνει στα πεζογραφήματα του Ιωάννου, η
αφήγηση είναι κατά κύριο λόγο πρωτοπρόσωπη (εγώ, εμείς),
αυτοδιηγηματική, με εσωτερική εστίαση.
Η εξιστόρηση γίνεται από τη πλευρά του αφηγητή ο οποίος
αποτελεί πρόσωπο του έργου. Η συγκεκριμένη επιλογή
υπαγορεύεται από το βιωματικό χαρακτήρα του
πεζογραφήματος, καθώς ο αφηγητής εκθέτει εμπειρίες μνήμες,
σκέψεις, συναισθήματα. («Το δέντρο μας δεν
ήταν…ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας»). Ένα δεύτερο
στοιχείο που δείχνει την ατομική συνείδηση του αφηγητή είναι
ο χώρος όπου αντλεί ο Ιωάννου το βιωματικό του υλικό.
Πρόκειται για τη Θεσσαλονίκη, το όνομα της οποίας δεν
αναφέρεται ρητά, το αντιλαμβανόμαστε όμως από την αναφορά
στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ, όπου σήμερα στεγάζεται το
τουρκικό προξενείο. («Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας…
στα πόδια μας;»)
Β1.β) Οι χρονικοί προσδιορισμοί στο πεζογράφημα είναι
σαφείς, παρά τη συνηθισμένη τακτική του συγγραφέα να
διαπλέκει παρελθόν και παρόν, ακόμη και μέλλον. Μπορούμε
να διακρίνουμε τρία βασικά χρονικά επίπεδα πάνω στα οποία
οργανώνεται η αφήγηση. Συγκεκριμένα σε πρώτο επίπεδο
έχουμε το περιστατικό γύρω από το οποίο στήνεται το
πεζογράφημα, την εμφάνιση δηλαδή της τουρκάλας, που
συμβαίνει την εποχή που γίνονται τα μούρα (άνοιξη), για πρώτη
φορά το 1936. Η δεύτερη φορά είναι το 1938 («Τη δεύτερη
φορά…μούρα στο χαρτί»), η τρίτη λίγο πριν τον πόλεμο (1939-
1940). Η τελευταία επίσκεψη είναι λίγο μετά τον πόλεμο. Οι
επισκέψεις της τουρκάλας μας μεταφέρουν σε προγενέστερο
χρόνο, σε ένα δεύτερο χρονικό επίπεδο, καθώς ανακαλούν στη
μνήμη του αφηγητή την μικρασιατική καταστροφή και την
προσφυγιά του 1922 («Δεν μας έφτανε που είχαμε…στα πόδια
μας;»). Αναφέρεται, ακόμη, ο τρόπος με τον οποίο έγινε η
ανταλλαγή με κριτήριο τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα και ο
πόνος που προκάλεσε αυτήν στους ξεριζωμένους και από τις
δύο πλευρές. Ένα τρίτο χρονικό επίπεδο έχουμε με την αναφορά
σε «συμμορίες εργολάβων». Μεταφερόμαστε στην περίοδο της
αντιπαροχής τη δεκαετία του 1970, που μεταμόρφωσε
αρχιτεκτονικά και αισθητικά την Ελλάδα καταπατώντας ακόμη
και αρχαιολογικά ευρήματα («Την προηγούμενη
φορά…σταματήσουν οι αρμόδιοι»).
Β2.α) Κλεφτές ματιές (2η παράγραφος): η μεταφορά
υποδηλώνει τη διακριτικότητα και την προσοχή με την οποία η
γυναίκα κοιτάζει το σπίτι για να μην προδοθεί η ταυτότητά της
στους νέους του ιδιοκτήτες.
Κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι (6η παράγραφος): εδώ ο
μεταφορικός λόγος περιγράφει τη συντριβή της γυναίκας, όταν
βλέπει ότι το παλιό σπίτι καταστράφηκε από τους
βομβαρδισμούς των Ιταλών.
Είχε μαλακώσει την καρδιά (6η παράγραφος): τα συναισθήματα
του αφηγητή και της οικογένειάς του προς τη γυναίκα αλλάζουν
μόλις συνειδητοποιούν ότι και αυτοί είναι μια ξεριζωμένη, όπως
και αυτοί άλλωστε. Ο αφηγητής αντιλαμβάνεται ότι η μοίρα
των προσφύγων είναι κοινή.
Κατάγυμνη αυλή (6η παράγραφος): παρουσιάζεται με τον
εικονοπλαστικό λόγο η εικόνα μετά τους βομβαρδισμούς του
σπιτιού. Τίποτα δεν έμεινε για να υπενθυμίζει όσα υπήρχαν εκεί
(το κατώφλι, η μουριά, το πηγάδι).
Αφράτο μάρμαρο (7η παράγραφο): δίνεται η εικόνα του λευκού
και καθαρού μαρμάρου που άλλοτε στόλιζε το κατώφλι του
σπιτιού.
β) Στην 7η παράγραφο εύγλωττα είναι τα ειρωνικά και
αποδοκιμαστικά σχόλια του αφηγητή. Με τις φράσεις «μια
συμμορία εργολάβων», «υψώθηκε μια πολυκατοικία από τις πιο
φρικαλέες», «οι γελοίοι», «το πονηρό μυαλό τους» ο αφηγητής
ευθέως στρέφεται κατά των μηχανικών και των εργολάβων που
είναι υπεύθυνοι για την καταστροφή παλαιών χτισμάτων και
την αισθητική υποβάθμιση της Θεσσαλονίκης.
Γ1.α) Η άγνωστη γυναίκα σε κάθε επίσκεψή της κάθεται στο
κατώφλι. Τρώει μούρα, πίνει νερό από το πηγάδι και ρίχνει
«κλεφτές ματιές» στο σπίτι. Από διακριτικότητα παραμένει
εκεί, χωρίς να ζητά από τους νέους ιδιοκτήτες να μπει στο
εσωτερικό του. Το κατώφλι επίσης θεωρείται ένα από τα
σημαντικότερα μέρη του σπιτιού γιατί εκεί συγκεντρωνόταν η
οικογένεια τις ώρες της ανάπαυλας, εκεί γίνονταν οι υποδοχές
και οι αποχαιρετισμοί των προσώπων. Ιδιαίτερα για τη γυναίκα
το κατώφλι είναι ένα μέρος που της προκαλεί μεγάλη
συναισθηματική φόρτιση. Είναι το τελευταίο μέρος του σπιτιού
με το οποίο είχε επαφή πριν από τον οριστικό ξεριζωμό της.
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια της γριάς: «Κυλιόταν κάτω όταν
φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι».

β) Τα λόγια της γριάς δίνουν τη λύση στο μυστήριο. Η
αινιγματική γυναίκα ήταν τελικά η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που
αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει μετά την απόφαση
ανταλλαγής των πληθυσμών. Καταγράφεται η τραγωδία, το
δράμα των προσφύγων, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Από
άποψη τεχνικής με τα καταληκτικά λόγια του πεζογραφήματος
ερμηνεύονται όλες οι προοικονομίες που έγιναν από την πρώτη
παράγραφο του κειμένου (τεχνική της ανεστραμμένης
πυραμίδας). Δίνεται εξήγηση στο γιατί η γυναίκα καθόταν στο
κατώφλι, γιατί ζητούσε μούρα και νερό από το πηγάδι, γιατί
καταρρακώθηκε όταν είδε γυμνή την αυλή.
Δ1. Διαβάζοντας συγκριτικά τα δυο κείμενα του Ιωάννου
διαπιστώνονται αρκετές θεματολογικές αναλογίες και στα δύο
κείμενα. Ο τόπος είναι η Θεσσαλονίκη, η γενέτειρα και η
αγαπημένη πόλη του Ιωάννου. Η πόλη δεν κατονομάζεται
απευθείας, αλλά αναφέρονται χαρακτηριστικά σημεία της, όπως
«το σπίτι του Κεμάλ» και η πλατεία «Μακεδονομάχων».
Στην «Απογραφή ζημιών» ο αφηγητής ανακαλεί μνήμες από
την παιδική του ηλικία και τις συγκρίνει με την μεταγενέστερη
εποχή. Στα παιδικά του χρόνια και μέχρι την κατοχή υπήρχαν
«σπίτια μικρά και παμπάλαια» που πλαισίωναν τα βυζαντινά
κτίσματα και που τη θέση τους έχουν πάρει οι ακαλαίσθητες
πολυκατοικίες. Η ίδια ακριβώς τεχνική υπάρχει και στο
πεζογράφημα «Στου Κεμάλ το σπίτι», όπου περιγράφεται
αναλυτικά η εικόνα του παλιού σπιτιού, με τη μουριά και το
πηγάδι του και στη συνέχεια η σταδιακή καταστροφή του
πρώτα από τους βομβαρδισμούς και μετά από τους εργολάβους.
Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε στο «κατώφλι» που αποτελεί
κοινό σημείο αναφοράς και στα δύο πεζογραφήματα. Για την
αινιγματική γυναίκα το κατώφλι έχει μεγάλη συναισθηματική
αξία. Αυτό είναι που τη συνδέει με τις ρίζες της. Το ίδιο
συμβαίνει και με τις «γριές Εβραίισες» οι οποίες
«στεκόντουσαν στις εξώπορτες με σταυρωμένα χέρια, για να
περάσει ήσυχα και αναμάρτητα η άγια αργία». Η σημειολογία
που έχει η είσοδος του σπιτιού είναι σημαντική και στα δύο
κείμενα. Το κατώφλι είναι το σύμβολο του σπιτιού και κατ’
επέκταση της οικογένειας, στοιχείο που εξαφανίστηκε όταν τα
παλιά σπίτια γκρεμίστηκαν και τη θέση τους πήραν οι
πολυκατοικίες.
Ως προς τα συναισθήματα του αφηγητή διαπιστώνεται η
αποστροφή του και οι ειρωνικοί σχολιασμοί του τόσο για τις
πολυκατοικίες όσο και για τους εργολάβους και τους
μηχανικούς που είναι άμεσα συνδεόμενοι με την αισθητική
καταστροφή της πόλης. «Γελοίους» τους χαρακτηρίζει ο
Ιωάννου στο πρώτο και «σπουδαίους» στο δεύτερο
πεζογράφημα, με την ειρωνική χροιά να είναι εξαιρετικά
έντονη.
Κάνοντας μια συνολική εκτίμηση και για τα δύο κείμενα
επισημαίνεται ότι ο Ιωάννου στα πεζογραφήματά του έχει την
τάση να εισάγει νέες θεματικές από τους συνειρμούς της
σκέψης του. Η καταστροφή των παλιών σπιτιών ανακινεί στον
Ιωάννου την αγανάκτηση που αισθάνεται κάθε φορά που βλέπει
να χτίζονται νέα μεγάλα και ακαλαίσθητα οικοδομήματα που
αλλοιώνουν την εικόνα της αγαπημένης του πόλης.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ευαγγέλου Μ. – Λάμπρου Μ.

7.3.11


ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ»

ΚΕΙΜΕΝΟ:
Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από γλωσσική απλότητα και σαφήνεια, παρά το «φευγαλέο» νόημά του. Ποιοι εκφραστικοί τρόποι δημιουργούν αυτή την εντύπωση;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20
2. Στο ποίημα χρησιμοποιείται το σχήμα του κύκλου: ο πρώτος στίχος κλείνει και το ποίημα. Πώς συμβάλλει το σχήμα αυτό στη μετάδοση της βασικής ιδέας του ποιήματος;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20
3. Πότε η προσπάθεια του ανθρώπου να ανοίξει την πόρτα της Ποίησης αποκτά δραματική διάσταση;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20

4. Ποια γνωρίσματα της ποιητικής γραφής του Γιώργη Παυλόπουλου προκύπτουν από το συγκεκριμένο ποίημα;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20
 Άρης Δικταίος «Η Ποίηση»
……………………………………
Μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,
μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,
εσύ,
το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,
σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,
την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,
που ο Θάνατος,
που η Μοναξιά,
που η Σιωπή,
τον καρτερούν σε μια στιγμή μελλούμενη.
(απόσπασμα)
5. Πώς συνδέονται οι παραπάνω στίχοι με Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου;
ΜΟΝΑΔΕΣ 20

Καλή επιτυχία!

2.1.11

1
ΗΜΕΡΙΔΑ
«ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ:
ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ»
(Θεσσαλονίκη, 16-12-2009)
Διοργάνωση: Σχολ. Σύμβουλοι Φιλολόγων Δυτικής Θεσσαλονίκης:
Αναστασία Βακαλούδη, Ευγενία Δανιηλίδου, Ευαγγελία Ψυχογυιού
Εισήγηση: Ελένη Χειμαριού
Φιλόλογος ΓΕ.Λ. ΠΑΜΑΚ
 

Νίκου Εγγονόπουλου Ποίηση 1949, Μανόλη Αναγνωστάκη Στον Νίκο Ε… 1949: μια
διδακτική προσέγγιση από συγκριτική σκοπιά
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Κατ’ αρχάς θα ήθελα να υπενθυμίσω βασικά στοιχεία από το προλογικό σημείωμα της
ενότητας Ποιήματα για την Ποίηση στην οποία εντάσσονται και τα δύο έργα που θα
προσεγγίσουμε με την συγκεκριμένη διδακτική πρόταση. Η ενότητα, λοιπόν, αυτή μας
επιτρέπει:
1. να αφουγκραστούμε το διάλογο που ανοίγουν οι νεοέλληνες ποιητές με την ίδια την
τέχνη της ποίησης,
2. να αντιληφθούμε πως η ποιητική δημιουργία δε γεννιέται εν κενώ, αλλά είναι μια
συνεχής και αδιάλειπτη επικοινωνία με το έργο των άλλων ποιητών,
3. να παρακολουθήσουμε, έστω και ενδεικτικά, τους τρόπους με τους οποίους οι
ποιητές ανταποκρίνονται στο χρέος τους απέναντι στην εποχή τους και την τέχνη
τους, υπηρετώντας είτε την υψηλή είτε τη χαμηλόφωνη ποίηση. Και
4. να κατανοήσουμε ότι το ποίημα είναι ένας μικρόκοσμος που οικοδομείται με τα
υλικά της γνώσης και της συγκίνησης για τα ανθρώπινα, της εκφραστικής τόλμης
και της αίσθησης της ελευθερίας που χαρίζει η υπέρβαση αυτού που μας πληγώνει.F
1
Β. ΓΕΝΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ
Σύμφωνα με το βιβλίο του καθηγητή ως γενικοί στόχοι της θεματικής ενότητας
Ποιήματα για την Ποίηση ορίζονται:
1. Η εξοικείωση με τη θεματική διερεύνηση των λογοτεχνικών κειμένων
2. Η αποκάλυψη της ποικιλίας και της πολυμορφίας του ποιητικού φαινομένου με
υλικό την ίδια την ποίηση
3. Η ουσιαστικότερη γνωριμία με την «ποιητική» ως τεχνική και ως τέχνη
1 Ακρίβος Κ. κ. άλ. Νεοελληνική Λογοτεχνία, σελ. 57-58.
2
4. Η επισήμανση εκείνων των όρων που γεννούν το ποίημα ως καλλιτεχνική
ανταπόκριση στα κελεύσματα της πραγματικότηταςF
2
Γ. ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ
Με τη διδασκαλία των ποιημάτων Ποίηση 1948 (Νίκος Εγγονόπουλος) και Στον
Νίκο Ε. (Μανόλης Αναγνωστάκης), επιδιώκεται οι μαθητές :
1. να αξιοποιήσουν εξωκειμενικά στοιχεία (επιλεγμένες πληροφορίες για τη ζωή και το
έργο των ποιητών, όπως και για το ιστορικό γεγονός του εμφυλίου πολέμου),
προκειμένου να προσεγγίσουν τα δύο ποιήματα με τρόπο μεθοδικό και ολόπλευρο,
2. να κατανοήσουν τον ενδιαφέροντα διάλογο που ανοίγουν τα δύο ποιήματα γύρω
από το χρέος της ποίησης απέναντι στις επιταγές της ιστορικής πραγματικότητας,
3. να σχολιάσουν τον χρόνο της ποιητικής αφήγησης προκειμένου να
συνειδητοποιήσουν την αντιποιητική εποχή κατά την οποία συντίθενται τα δύο
ποιήματα,
4. να συζητήσουν τους τίτλους των δύο ποιημάτων και να τους συνδέσουν με το
περιεχόμενό τους,
5. να συνδέσουν τον τεμαχισμένο λόγο των δύο ποιημάτων με την περιρρέουσα
ιστορική πραγματικότητα,
6. να εντοπίσουν τα μορφικά χαρακτηριστικά των δύο ποιημάτων, ιδιαίτερα όσα έχουν
υπερρεαλιστική αφετηρία,
7. να διακρίνουν τη διαφορετική άποψη των δύο δημιουργών σχετικά με το ποια πρέπει
να είναι η στάση του ποιητή απέναντι στα τεκταινόμενα,
8. να αξιολογήσουν τη διαφοροποίηση αυτή και να την εντάξουν στην ευρύτερη
συζήτηση περί στρατευμένης και μη τέχνης,
9. να συνθέτουν το δικό τους προφορικό ή γραπτό σχόλιο,
10. να μεταφέρουν και να επεκτείνουν την αναγνωστική τους εμπειρία από τα δύο
ποιήματα κατά την ερμηνευτική προσέγγιση παράλληλων έργων.
Δ. ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ
Η διδασκαλία των δύο ποιημάτων μπορεί να έχει ποικίλες μορφές που εναλλάσσονται από
την ιδεοθύελλα, τη διαλογική / μαιευτική μέχρι και τη διερευνητική μορφή, και
αποτελείται από 3 στάδια.
ΣΤΑΔΙΟ 1Ο
Ως εισαγωγικό πλαίσιο για την θεματική ενότητα Ποιήματα για την Ποίηση ή ως
αφόρμηση για τη διδασκαλία των δύο ποιημάτων προτείνονται ως εργασία για το σπίτι τα
κείμενα : α) ένα απόσπασμα από τη μελέτη της Λύντιας Στεφάνου, Το πρόβλημα της
μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, Κάλβος, 1972 σ. 13-22, που περιλαμβάνεται στη Γ΄ ενότητα
Συνοδευτικά κείμενα του σχολικού βιβλίου (σελ. 304-308), και β) το δοκίμιο του Κλέωνα
2 Ακρίβος Κ. κ. άλ. Νεοελληνική Λογοτεχνία, Βιβλίο του καθηγητή, σελ. 144.
3
Παράσχου Τι είναι η Ποίηση από τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Β΄ Λυκείου
(σελ. 462-469), το οποίο, αν και απηχεί ιδεώδη και αισθητικά κριτήρια της ποιητική γενιάς
του Μεσοπολέμου, είναι αρκετά προσιτό για τους μαθητές.
Για την ανάγνωση των κειμένων αυτών δίδεται και ένα βοηθητικό ερωτηματολόγιο
U(βλ. Παράρτημα Α΄)U, προκείμενου οι μαθητές να εστιάσουν σε βασικά σημεία τους, χωρίς να
υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες που θα αποπροσανατόλιζαν και το μάθημα αλλά και τους
ίδιους.
ΣΤΑΔΙΟ 2Ο : 1η διδακτική ώρα
Αφού δοθούν επιγραμματικά οι απαντήσεις στο προαναφερθέν ερωτηματολόγιο ο
εκπαιδευτικός διαβάζει με «τέχνη και ήθος» τα δύο ποιήματα. Θεωρείται απαραίτητη αυτή η
«παράλληλη» τρόπον τινα ανάγνωση, προκειμένου να αναδειχθεί σε πρώτο επίπεδο η
θεματική σχέση των δύο έργων.
Στη συνέχεια ζητεί από τους μαθητές τις πρώτες προσλαμβάνουσες παραστάσεις τους
και απόψεις τους , προς επίρρωση των οποίων τους παραπέμπει στο κατατοπιστικό σχόλιο
του βιβλίου στη σελ. 86
(Το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, γραμμένο κατά την αιματηρή περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1946-
1949), είναι μία δήλωση για την αδυναμία της ποίησης να αρθρώσει τον λόγο της μέσα στις αιματηρές συνθήκες
του διχασμένου από τον εμφύλιο σπαραγμό έθνους.
Ένα χρόνο αργότερα ο εικοσιτετράχοονος τότε Αναγνωστάκης γράφει ένα ποίημα με ανάλογο περιεχόμενο,
αλλά από διαφορετική σκοπιά. Τα δύο ποιήματα, ανοίγουν έναν ενδιαφέροντα διάλογο γύρω από το χρέος της
ποίησης απέναντι στις επιταγές της ιστορικής πραγματικότητας.)
Επιπρόσθετα, δίνει πληροφορίες γραμματολογικού περιεχομένου, ξεκινώντας από τις
ποιητικές συλλογές που ανήκει το κάθε ποίημα. Για τη συλλογή ΕΛΕΥΣΙΣ ζητά από τους
ίδιους τους μαθητές να διαβάσουν τον τίτλο, προκειμένου να επισημάνουν τη σύγχυση
( Έλευσις ή Ελευσίς ) που προκαλεί η κεφαλαιογράμματη γραφή και η συνακόλουθη
απουσία τόνου.
Η ποιητική συλλογή του Νίκου Αναγνωστάκη Παρενθέσεις αποτελείται από πέντε
ποιήματα και δημοσιεύτηκε το 1956, ενώ αργότερα συμπεριλήφθηκε στη συγκεντρωτική
έκδοση του 1971 Τα Ποιήματα (1941-1971). Η συλλογή γράφτηκε το 1949, εποχή κατά την
οποία ο ποιητής ήταν κρατούμενος στο Γεντί Κουλέ και είχε καταδικαστεί σε θάνατο, ποινή
που τελικά δεν εκτελέστηκε. Αποτελεί πράγματι ένα είδος παρένθεσης ανάμεσα στις
συλλογές Εποχές 2 και Εποχές 3 και αποτυπώνει τις συγκλονιστικές εμπειρίες από τον
εγκλεισμό του και την αγωνία του να γίνει η ποίηση φορέας γνώσης και συνειδητοποίησης
της φρίκης του παρόντος.
Τέλος, ο εκπαιδευτικός μοιράζει υλικό με πληροφορίες για τη ζωή και το έργο των
ποιητών U(Παράρτημα Β΄)U που θα αξιοποιηθούν κατά την ερμηνευτική προσέγγιση των δύο
ποιημάτων. Όσον αφορά το ιστορικό γεγονός του εμφυλίου πολέμου, μπορεί να
παραπέμψει τους μαθητές στο σχολικό βιβλίο της Ιστορίας Γενικής Παιδείας στο οικείο
κεφάλαιο (Η έναρξη του ψυχρού πολέμου, οι επιπτώσεις του στην Ελλάδα και ο εμφύλιος
πόλεμος, σελ. 142-145)
ΣΤΑΔΙΟ 3Ο : 2Η διδακτική ώρα
Με τη βοήθεια διαγράμματος U(Παράρτημα Γ΄)U που μοιράζεται στους μαθητές,
αρχίζει η ερμηνευτική προσέγγιση των δύο ποιημάτων με τρόπο συγκριτικό. Αυτόν,
εξάλλου, επιβάλλει τόσο αυτή καθεαυτή η σχέση των δύο ποιημάτων όσο και η ανάγκη για
4
εξάσκηση – περισσότερο συστηματική- των μαθητών στην απάντηση του τέταρτου θέματος
των Πανελληνίων Εξετάσεων, το οποίο αφορά μεν στο σχολιασμό αδίδακτου λογοτεχνικού
κειμένου, αλλά συνήθως με μια συγκριτική με το εξεταζόμενο κείμενο προοπτική.
Κατ΄ αρχήν σχολιάζεται ο τίτλος των δύο ποιημάτων. Στον πρώτο εύκολα μπορούν
να επισημάνουν οι μαθητές : α) το θέμα που είναι η θέση της ποίησης, β) την απουσία
άρθρου που προσδίδει μια ασάφεια ή γενίκευση και γ) την αναφορά στη συγκεκριμένη
χρονολογία (1948) και τη σχέση της ποίησης με αυτήν. Αξιοποιώντας και τις γνώσεις τους
από την οικεία ενότητα της Ιστορίας διαπιστώνουν ότι πρόκειται για την χρονολογία
κορύφωσης του εμφυλίου σπαραγμού.
Σε αυτό το σημείο θα ήταν σκόπιμο να παρατηρήσουν τον πίνακα ζωγραφικής του
Εγγονόπουλου στη σελ. 86 του σχολικού βιβλίου με τον χαρακτηριστικό τίτλο Εμφύλιος
πόλεμος, αφενός για να έλθουν σε επαφή και με την άλλη τέχνη του ποιητή αξιοποιώντας τις
εξωκειμενικές πληροφορίες που ήδη έχουν, αφετέρου για να αφουγκραστούν περισσότερο το
κείμενο.
Για τον τίτλο του ποιήματος του Αναγνωστάκη εντοπίζουν : α) μια ασάφεια σκόπιμη
όμως, εφόσον οι μαθητές ταυτίζουν το ημιτελές επίθετο με αυτό του ποιητή Εγγονόπουλου.
Ο εκπαιδευτικός όμως τους αποκαλύπτει ότι κατά δήλωση του Αναγνωστάκη το ποίημα
αναφέρεται στο συναγωνιστή του Νίκο Ευστρατιάδη, επομένως πρόκειται για αφιέρωση και
όχι για ποιητική απάντηση στον ομότεχνό του Εγγονόπουλο.
β) την χρονολογία 1949 που αναφέρεται στο τέλος του εμφυλίου πολέμου και στην
κυκλοφορία της ποιητικής συλλογής που εντάσσεται το ποίημα. Πάντως σε ό, τι αφορά στις
πανελλήνιες εξετάσεις ο σχολιασμός των δύο τίτλων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα
δύο θέματα της κατηγορίας Β (δομή του κειμένου, παρατηρήσεις επί των εκφραστικών
μέσων και τρόπων του κειμένου).
Το περιεχόμενο και η μορφή των δύο ποιημάτων συνεξετάζονται ανά στροφικές
ενότητες, οι οποίες μπορεί για λόγους καθαρά διδακτικής πρακτικής να διακριθούν σε
υποενότητες. Συγκεκριμένα:
Στην πρώτη στροφική ενότητα του ποιήματος του Εγγονόπουλου (στ. 1-13) οι
μαθητές εντοπίζουν:
1) τη δήλωση/απόφανση του ποιητή για τον αντιποιητικό χαρακτήρα της εποχής
(στιχ. 1-3) που αποτελεί και την πρώτη υποενότητα. Σε ερώτηση του εκπαιδευτικού για τα
εκφραστικά μέσα με τα οποία δηλώνεται αυτή, επισημαίνουν:
α) την χρήση της λέξης σπαραγμού με τη μεγάλη συναισθηματική φόρτιση,
β) την επανάληψη της λέξης εποχή και την αντίθεση ανάμεσα στο τι είναι η εποχή
στους στιχ. 1-2, η ιστορική δηλ. συγκυρία του 1948 και στο τι δεν είναι, δεν είναι δηλ.
πρόσφορη για ποιητική δημιουργία
γ) τη μίμηση του καβαφικού στίχου από το ποίημα Από την σχολήν του περιωνύμου
φιλοσόφου με τον οποίο επεκτείνει την αρνητική επίδραση της εποχής σε όλες τις μορφές
τέχνης με τρόπο μάλλον ειρωνικό.
Αντίστοιχα, στην πρώτη στροφική ενότητα του ποιήματος του Αναγνωστάκη
(στιχ. 1-10) οι μαθητές εντοπίζουν:
5
1)την πρώτη οπτική εικόνα (στιχ. 1-3) που αναφέρεται στην ξαφνική απώλεια
φίλων, γεγονός που αποτελεί βιωματική εμπειρία του ποιητή,
α) την κλιμάκωση ως προς τον αριθμό των λέξεων του κάθε στίχου (1-2-4) και ως
προς το νόημα: τα πρόσωπα η κατάσταση το αποτέλεσμα
β) τον ενεστωτικό χρόνο που σε συνδυασμό με την ασάφεια μια μέρα τονίζει το
επαναλαμβανόμενο γεγονός.
2) Στη δεύτερη υποενότητα του ποιήματος του Εγγονόπουλου (στ. 6-13) οι μαθητές
αναγνωρίζουν τη δυσκολία της ποιητικής γραφής λόγω του επικρατούντος στον χώρο και
χρόνο θανάτου, η οποία αποδίδεται :
α) με μια υπόθεση (σαν πάει κάτι να γραφτεί),
β) με μια παρομοίωση (άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου) που εμπεριέχει υπόθεση
και χαρακτηρίζεται ως μακάβρια, δηλωτική όμως της κατάστασης που επικρατεί, και
γ) με την ολιγογραφία: χαρακτηριστικό της υπερρεαλιστικής γραφής.
Αντίστοιχα, στη δεύτερη υποενότητα του ποιήματος του Αναγνωστάκη (στιχ. 4-8) οι
μαθητές εντοπίζουν:
α) την πρώτη ηχητική –κυρίως- εικόνα του ανοικτού χώρου με τις κραυγές
απόγνωσης
β) την επανάληψη της λέξης φωνές- μακρινές φωνές
γ) τις νοηματικές αντιθέσεις : φωνές μάνας τρελής ≠ στους έρημους δρόμους, κλάμα
παιδιού ≠ χωρίς απάντηση
δ) τη διακειμενικότητα με την αναφορά της μάνας τρελής από τους Ελεύθερους
Πολιορκημένους του Σολωμού και στους έρημους δρόμους από το ποίημα Η Αποκριά του
Μίλτου Σαχτούρη.
Η τρίτη υποενότητα του ποιήματος (στιχ. 9-10) περιλαμβάνει την οπτική εικόνα ενός
κατεστραμμένου τοπίου, το οποίο μέσω της παρομοίωσης (σα τρυπημένες σάπιες σημαίες)
παραπέμπει στην κατάρρευση ιδεών και αξιών
Με την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της πρώτης στροφικής ενότητας και των δύο
ποιημάτων ο εκπαιδευτικός υποδεικνύει στους μαθητές να διατυπώσουν επιγραμματικά τις
ομοιότητες και διαφορές τους ως προς το περιεχόμενο. Ειδικότερα καταγράφονται οι εξής
ομοιότητες:
Α) το κοινό ιστορικό υπόβαθρο των δύο ποιημάτων
Β) τα τραγικά βιώματα των ποιητών στην περίοδο του Εμφυλίου ως ποιητική
αφόρμηση
Γ) ο θάνατος ως κυρίαρχο στοιχείο
Επισημαίνεται και μία διαφορά: ο Εγγονόπουλος μιλά άμεσα για την ποίηση, ενώ ο
Αναγνωστάκης αποτυπώνει περισσότερο εικόνες φρίκης του Εμφυλίου.
6
Στη δεύτερη στροφική ενότητα του ποιήματος του Εγγονόπουλου (στ. 14-20) οι
μαθητές, στηριζόμενοι στη φράση γι’ αυτό επισημαίνουν:
α) τις δύο συνέπειες της αντιποιητικής εποχής: την ποιητική θλίψη ( πικραμένα) και
την περιορισμένη παραγωγή (τόσο λίγα) , και
β) τα δύο παρενθετικά σχόλια : (και πότε-άλλωστε- δεν ήσαν) που αποτελεί ένα
αυτοχαρακτηρισμό του ποιητή και προ πάντων με το οποίο υπογραμμίζει ο ίδιος την
περιορισμένη παραγωγή και ως εκ τούτου την θλίψη του.
Αντίστοιχα, στη δεύτερη στροφική ενότητα (στιχ. 11-14) του ποιήματος του
Αναγνωστάκη οι μαθητές με τη βοήθεια και του σχετικού σχολίου (αρ. 1, σελ. 85) του
σχολικού βιβλίου επισημαίνουν την επιστροφή στον χώρο παραγωγής του ποιητικού λόγου,
την φυλακή που δηλώνεται υπαινικτικά, καθώς και τα εκφραστικά μέσα:
Α) την χρήση της λέξης εφιάλτες με τη μεγάλη φόρτιση
Β) την εικόνα των σιδερένιων κρεβατιών
Γ) το παιχνίδι του φωτός μέσα από την αντιθετική σχέση του φωτός που λιγοστεύει
και συνυποδηλωτικά παραπέμπει στον θάνατο, και του φωτός στα ξημερώματα που αυξάνει
και πάλι συνυποδηλωτικά παραπέμπει στην πρωινή ώρα των εκτελέσεων.
Το ποίημα ολοκληρώνεται με τον τελευταίο στίχο, την τρίτη στροφική ενότητα, για
τον οποίο οι μαθητές παρατηρούν ότι είναι σε παρένθεση. Πρόκειται για συνήθη τακτική του
Αναγνωστάκη, όταν θίγει κάποια προσωπική θέση του ή προβληματισμό του. Με τη βοήθεια
και του σχετικού σχολίου (αρ. 2, σελ. 85) ανιχνεύουν την αγωνία του ποιητή που
αποτυπώνεται με το ρητορικό ερώτημα και την θέση του για τον κοινωνικό ρόλο της
ποίησης.
Με την ολοκλήρωση της ερμηνευτικής προσέγγισης των δύο ποιημάτων οι μαθητές
μπορούν να συμπληρώσουν τον προηγούμενο κατάλογο ομοιοτήτων και διαφορών ως προς
το περιεχόμενο, καταγράφοντας:
Α) τον κοινό προβληματισμό των δύο ποιητών για το ρόλο της ποίησης στην
περίοδο του Εμφυλίου αλλά και γενικότερα σε κάθε έκρυθμη εποχή, αλλά
Β) τη διαφορετική – σε πρώτη ανάγνωση- στάση τους: Ο Εγγονόπουλος δέχεται ότι
ο πόλεμος ακυρώνει την ποιητική δραστηριότητα, η οποία, όντας αδύναμη να λειτουργήσει,
σιωπά. Ενώ ο Αναγνωστάκης, όσο κι αν είναι επιφυλακτικός για την αποτελεσματικότητα
του ποιητικού λόγου, εξακολουθεί να θεωρεί ότι χρέος του ποιητή είναι η καταγραφή του
καιρού και η καταγγελία για την απανθρωποποίηση της ζωής. Εξάλλου, αυτή τη διαφορά
ενισχύει και το ότι ο Εγγονόπουλος δίνει την φρίκη του πολέμου μέσα από την προσωπική
ματιά του, ενώ ο Αναγνωστάκης, χωρίς να παραλείπει το προσωπικό του συναίσθημα,
αναφέρεται περισσότερο στους ανθρώπους και τα δεινά που υφίστανται.
Στο σημείο αυτό θα είχε ενδιαφέρον να συζητηθεί με τους μαθητές και μία αντίφαση
που παρατηρείται στον Εγγονόπουλο και μπορεί να θεωρηθεί εύρημα για την καταγγελία του
πολέμου: η κατάργηση της ποιητικής γραφής διακηρύσσεται αλλά τελικά δεν
πραγματώνεται.
7
ΣΤΑΔΙΟ 4Ο : 3Η διδακτική ώρα
Ο εκπαιδευτικός αφιερώνει την τρίτη διδακτική ώρα στην ανίχνευση της
αφηγηματικής πράξης των δύο ποιημάτων πάλι από συγκριτική σκοπιά. Ειδικότερα ζητά
από τους μαθητές να διερευνήσουν θέματα, όπως:
Α) Ο αφηγητής που ταυτίζεται με τον ποιητή : στην πρώτη περίπτωση είναι ομοδιηγητικός
με εσωτερική εστίαση λόγω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης που δηλώνεται πολύ διακριτικά
με την κτητική αντωνυμία τα ποιήματά UμουU. Στη δεύτερη περίπτωση προσλαμβάνουμε ως
αναγνώστες και πάλι ένα ομοδιηγητικό αφηγητή χωρίς να υπάρχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση
αλλά λόγω του ρητορικού ερωτήματος που τίθεται στο τέλος.
Β) Ο αφηγηματικός τρόπος είναι κοινός και κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος με μια
χροιά περιγραφής στο πρώτο ποίημα, αν θεωρηθεί εικόνα σαν να γράφουν οι ποιητές πίσω
από αγγελτήρια θανάτου. Αντίθετα, στο δεύτερο ποίημα η περιγραφή είναι πιο έντονη με τις
τέσσερις συνολικά εικόνες που δίνει ο ποιητής για να συνθέσει το σκηνικό του Εμφυλίου.
Γ) Ο αφηγηματικός χώρος διαφοροποιείται. Στο πρώτο ποίημα παραμένει ασαφής και μόνο
μέσω του αφηγηματικού χρόνου μπορεί να προσδιοριστεί (η Ελλάδα), ενώ στο δεύτερο
εναλλάσσεται ανάμεσα στο ρημαγμένο ανοικτό χώρο και τον κλειστό χώρο της φυλακής.
Δ) Ο αφηγηματικός χρόνος έχει ήδη αποσαφηνιστεί από την επεξεργασία του τίτλου.
Ε) Στοιχεία μορφής- γλώσσα- ύφος.
Καλό είναι ο εκπαιδευτικός να έχει ήδη μοιράσει στους μαθητές μία σύνοψη των
βασικών χαρακτηριστικών του υπερρεαλισμού (βλ. Παράρτημα Δ). Με την καθοδήγησή του
τους ζητά να αναζητήσουν τα χαρακτηριστικά αυτά στα δύο ποιήματα εντοπίζοντας βέβαια
και τα αντίστοιχα τεκμήρια. Εύκολα οι μαθητές διαπιστώνουν ότι τα δύο κείμενα δεν είναι
ακραιφνώς υπερρεαλιστικά. Δεν παρατηρείται ούτε κυριαρχία των αισθήσεων και του
υποσυνείδητου ούτε και η «αυτόματη» συνειρμική γραφή. Αντίθετα, η δομή τους
διαρθρώνεται λογικά και τα νοήματα είναι σαφή. Εκείνο όμως που προβάλλει - μεταξύ των
άλλων - ως υπερρεαλιστικό στοιχείο είναι ο τεμαχισμένος λόγος που μοιάζει, όπως
επισημαίνει ο Κ. Μπαλάσκας, σα να σπαράχτηκε και αυτός από το μακελειό. Λόγος
ακρωτηριασμένος, σχεδόν συλλαβικός, ένα μοναχικό ψέλλισμα.F
3
F Αυτόν τον ακρωτηριασμό
του λόγου υιοθετεί και ο Αναγνωστάκης στο δικό του ποίημα, γιατί τον αναγνωρίζει. Και
βέβαια οι μαθητές θα εντοπίσουν τα επιμέρους μορφικά στοιχεία που συναπαρτίζουν αυτόν
τον τεμαχισμένο λόγο :
Α) στίχοι σύντομοι, ανισοσύλλαβοι και ανομοιοκατάληκτοι, με φόρτιση, η οποία επιβάλλει
ειδικά στο ποίημα του Αναγνωστάκη την έναρξη του κάθε στίχου με κεφαλαίο γράμμα,
Β) ελάχιστη παρουσία σημείων στίξης (ιδιαίτερη προσοχή στο ερωτηματικό που και στα
δύο ποιήματα βρίσκεται στον παρενθετικό λόγο),
Γ) γλώσσα δημοτική με ελάχιστες λόγιες εκφράσεις σε καίρια σημεία στο πρώτο ποίημα (να
γραφεί, ως αν, προ πάντων,
Δ) ύφος χαμηλόφωνο και εξομολογητικό, ακόμα και στην περίπτωση του Αναγνωστάκη που
κυριαρχούν τα ουσιαστικά χωρίς άρθρα (Φίλοι, Φωνές, Ερείπια, Εφιάλτες) και παραπέμπουν
3 Μπαλάσκας, Κ. (1980), σελ. 123-125.
8
σε ποιητικές εικόνες ιδωμένες όμως με συναισθηματισμό και χωρίς να αγγίζουν τα όρια του
μελοδραματισμού.
Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Ο εκπαιδευτικός δίνει εργασία για το σπίτι με ασκήσεις που μπορεί να επιλέξει από
την τράπεζα ερωτήσεων του Κέντρου Εκπαιδευτικής Έρευνας ανά κατηγορία ερωτήσεων
(βλ. Παράρτημα Ε΄).
Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση της διδακτικής προσέγγισης και για να
θυμηθούμε την χαμένη-αναρωτιέμαι -αισθητική απόλαυση της λογοτεχνίας , ας διαβάσουμε
το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη που προτάσσεται της θεματικής ενότητας Ποιήματα για την
Ποίηση στο σχολικό βιβλίο:
Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα.
Όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί
το ίδιο τα λόγια
φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου
κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί.
Γιώργος Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα
9
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
1. Ακρίβος, Κ. κ. άλ. (2009). Νεοελληνική Λογοτεχνία: Γ΄ Γενικού Λυκείου, Θεωρητική
Κατεύθυνση, Θετική Κατεύθυνση (επιλογής). Αθήνα: ΟΕΔΒ.
2. Ακρίβος, Κ. κ. άλ. (2004). Νεοελληνική Λογοτεχνία: Γ΄ Γενικού Λυκείου, Θεωρητική
Κατεύθυνση, Θετική Κατεύθυνση (επιλογής), Βιβλίο καθηγητή. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
3. Αμπατζοπούλου, Φρ. (επιμ.) (2008). Εισαγωγή στην ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου: επιλογή
κριτικών κειμένων. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
4. Αργυρίου, Αλ. (1948). Νίκου Εγγονόπουλου: ΕΛΕΥΣΙΣ στο βιβλίο Αμπατζοπούλου, Φρ. (επιμ.)
(2008), σελ. 33-37.
5. Αργυροπούλου, Χρ. (2005). Η ατομική και συλλογική μνήμη ως βιωμένη ιστορία στο έργο του
Μανόλη Αναγνωστάκη, περ. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ, τευχ. 93, σελ. 10-14.
6. Αφιέρωμα περιοδικού ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τευχ. 71, 2005.
7. Γρηγοριάδης, Ν. κ.άλ. (2008).Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β΄ Λυκείου. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
8. Κοσμόπουλος , Δ. (2004). Ο ποιητής Ν. Εγγονόπουλος, ο μοντερνισμός και η παράδοση, περ. Η
ΛΕΞΗ, τευχ. 179, σ. 110-117
9. Μαρκόγλου, Π. (2005). Μανόλης Αναγνωστάκης «Τα Ποιήματα 1941-1971»: σημειώσεις ενός
αναγνώστη, περ. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ, τευχ. 121, σελ. 399-405.
10. Μαυροσκούφης, Δ. (2004). Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ΄ Λυκείου θεωρητικής κατεύθυνσης.
Θεσσαλονίκη: Γκατζούλης.
11. Μουλλάς, Π. (1997). Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη, επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής
του Α.Π.Θ, περ. ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ, τευχ. 90, σελ. 454-468.
12. Μπαλάσκας, Κ. (1980). Νεοελληνική Ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία. Αθήνα:
Επικαιρότητα, 1980.
13. Μπουκόρου, Κ., Μπουκόρου, Μ. (2007). Νεοελληνική λογοτεχνία: ποίηση. Αθήνα: Σαββάλας.
14. Παγανός, Γ. (1991). Η ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη: εισηγήσεις στα Α΄ και Β΄ συνέδρια
ποίησης και πεζογραφίας, Λευκωσία: χ.ε.
15. Παρίσης, Ι., Παρίσης, Ν. (1999). Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων. Αθήνα: Πατάκης-ΟΕΔΒ.
16. Ταχοπούλου, Ο. (2007). Νίκος Εγγονόπουλος εν έτει 2007, περ. ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ, τευχ. 101, σελ.
3-7
17. ΥΠΕΠΘ (2008). Οδηγίες για τη διδασκαλία των φιλολογικών μαθημάτων. Αθήνα: ΟΕΔΒ.
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ
http://www.kee.gr
ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Hhttp://www.e-yliko.gr/htmls/glossa/diktibibl/filoganagnostakis.aspx
Hhttp://perilogotexnias.blogspot.com/2009/01/blog-post_14.html
http://www.greece2001.gr/writers/ManolisAnagnostakis.html
ΓΙΑ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟ
Hhttp://www.engonopoulos.gr/_homeEL/
http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/06/475081.html
10
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α΄
ΦΥΛΛΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Α. Αφού διαβάσετε το δοκίμιο του Κλέωνα Παράσχου Τι είναι η ποίηση στο σχολικό βιβλίο των
Κειμένων της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄ Λυκείου (σελ. 462- 470), να υπογραμμίσετε τις
απαντήσεις στις παρακάτω ερωτήσεις:
Παράγραφος 1η: Γιατί είναι αδύνατο κατά τον Valery να ορίσουμε την ποίηση; Ποιες είναι οι
συνέπειες της αδυναμίας αυτής;
Παράγραφος 2η: Ποιο είναι το πρώτο μέσο για την απόπειρα ορισμού; Τι αποκομίζει ο
αναγνώστης από αυτό;
Παράγραφος 3η: Ποια είναι η δεύτερη δυσκολία στην απόπειρα αυτή;
Παράγραφος 4η: Ποιος είναι ένας πρώτος προτεινόμενος ορισμός της Ποίησης;
Παράγραφος 5η: Ποιο στοιχείο του προηγούμενου ορισμού αίρεται στην πράξη;
Παράγραφος 6η : Ποιο είναι το βασικό ερώτημα και ποια η απάντηση του Rilke;
Παράγραφος 7η : Πώς λειτουργούν οι αναμνήσεις ως γενεσιουργός αιτία της ποίησης;
Παράγραφος 8η: Τι είναι το ποιητικό βίωμα κατά τον Καρλάυλ;
Παράγραφος 9η: Τι είναι το ποιητικό βίωμα κατά τον Πόε;
Παράγραφος 10η: Πώς εννοεί ο Πόε την ποιητική εμπειρία;
Παράγραφος 11η: Τι είναι ποίηση για τους θεωρητικούς της καθαρής ποίησης;
Παράγραφος 12η: Συμφωνείτε με την ποιητικότητα των στίχων του Λέρμοντοφ:
Παράγραφος 13η: Ποιος ορισμός της ποίησης λανθάνει;
Παράγραφος 14η: Ποιο είναι το ερώτημα που θέτει ο Λέρμοντοφ;
Παράγραφος 15η: Τι συνιστά τη μαγεία της ποίησης;
Παράγραφος 16η: Ένας καλύτερος ορισμός;
Παράγραφος 17η: Τελικά έχει σημασία να ορίσουμε τι είναι η ποίηση...;
Β. Αφού διαβάσετε το απόσπασμα από τη μελέτη της Λύντιας Στεφάνου, Το πρόβλημα της
μεθόδου στη μελέτη της ποίησης, Κάλβος, 1972, σσ. 13-22, (σχολικό βιβλίο σσ. 304-308), να
απαντήσετε στις παρακάτω ερωτήσεις:
1. Τι αποτυπώνεται στην ποίηση;
2. Ποιο είναι το έργο του κριτικού;
3. Ποιο είναι το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγουμε κατά την προσπάθειά μας να ορίσουμε
την ποίηση;
4. Γιατί υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί για την ποίηση;
Γ. Προαιρετικά μπορείτε να διαβάσετε τα εξής βασικά σημεία από το άρθρο του Δημήτρη
Μαρωνίτη, «Παρανάγνωση, ανάγνωση, φιλολογική ανάγνωση ενός ποιήματος», στο βιβλίο «Η
11
διδασκαλία της σύγχρονης ποίησης στη Μέση Εκπαίδευση, Αθήνα: Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη, 1978,
σσ. 147-68.
ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ
• Αναγνώστες - δάσκαλοι και μαθητές- τείνουν να θεωρήσουν κάθε παραδοσιακό ποίημα προσιτό,
και κάθε μοντέρνο άβολο και απρόσιτο (...)
• Η ανάγνωση της ποίησης προϋποθέτει μία ειδική σχέση του αναγνώστη με την κοινή γλώσσα και
την υποκείμενη της πραγματικότητα. Δίχως την ειδική αυτή σχέση, η γλώσσα της ποίησης γίνεται
αφρός για κοσμικούς κυρίους και τούλι για φιλάρεσκες κυρίες.
• Παρανάγνωση: διαβάζω ή ακούω ένα ποίημα, σταθμίζοντας και εκφράζοντας κυρίως τους
ερεθισμούς που μου δημιούργησε, δίχως ακόμα να ανάγομαι στο ίδιο το ερέθισμα ή μία
πρωτοβάθμια, λοξή προανάγνωση, συμπτωματική κάπως, ανακλαστική και υποκειμενικά
προσδιορισμένη που μεροληπτεί προς όφελος του δέκτη της ποίησης.
• Ανάγνωση: η μετάβαση από τον ποιητικό ερεθισμό στο ποιητικό ερέθισμα, η σύγκλιση του
αναγνώστη προς το ποίημα, η στροφή της έντασης του όχι μόνο στα πρόδηλα μέρη του, αλλά και
στους δηλωτικούς υπαινιγμούς του.
• Φιλολογική ανάγνωση: η είσοδος μας στη μουσική υποδομή του ποιήματος, η αναγνώριση των
ακραίων ορίων του λόγου του, η επαφή μας με την αντιστεκόμενη σιωπή του (...)
• Στην παρανάγνωση ο δέκτης αντιδρά με ό,τι έχει πρόχειρο και δικό του. Στην ανάγνωση ζητά τη
βοήθεια του ποιητή και του ποιήματος. Στη φιλολογική ανάγνωση με πάθος ερευνητικό
αγκιστρώνεται στις ρίζες της ίδιας της ποίησης.
• Η παρανάγνωση αρνείται τη σπουδή για χάρη της συγκίνησης. Η ανάγνωση προσθέτει στη
συγκίνηση τη μελέτη. Η φιλολογική ανάγνωση επιβάλλει στην αντανακλαστική συγκίνηση και στην
εντατική μελέτη το φιλέρευνο πάθος για τις τύχες του ποιητικού λόγου...
• Αν ο αναγνώστης συνδυάσει και τα τρία επίπεδα, το ποίημα λάμπει πια ολόκληρο, ξαναγυρνώντας
στη σιωπή του.
Η ποίηση τελικά είναι τα καλά ποιήματα και βρίσκεται μέσα σε αυτά
για να ακούμε το σφυγμό της.
12
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β΄
ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1907-1985)
Α. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
(μια επιλογή από τη διεύθυνση: www. engonopoulos.gr/_homeEL/bio.html)
1907 : 21 Οκτωβρίου: Γέννηση του Νίκου Εγγονόπουλου στην Αθήνα, δεύτερος γιος του Παναγιώτη και της Ερριέττης
1914 :Καλοκαίρι : Ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένεια εγκαθίσταται αναγκαστικά εκεί μετά την κήρυξη του πολέμου
1923-1927: Ο Νίκος Εγγονόπουλος γράφεται εσωτερικός σε Λύκειο στο Παρίσι.
1927 (Νοέμβριος) - 1928 (Ιούλιος): Υπηρετεί τη θητεία του ως στρατιώτης ακροβολιστής στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού.
1932 : Γράφεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και γίνεται μαθητής του Κωνσταντίνου Παρθένη. Παράλληλα φοιτά στο
εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου όπου ένα χρόνο πριν είχε ξεκινήσει ο Γιάννης Τσαρούχης. Οι δύο μαθητές θα βοηθήσουν τον
Κόντογλου στις τοιχογραφίες του σπιτιού του.
1934 : Διορίζεται στην Τοπογραφική Υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίων Έργων ως ημερομίσθιος υπάλληλος. Μετά έξι χρόνια
ακριβώς, τον Μάιο του 1940, μονιμοποιείται.
1938: Ιανουάριος : Παρουσιάζει για πρώτη φορά έργα του, τέμπερες σε χαρτί που εικονίζουν παλιά σπίτια πόλεων της Δ. Μακεδονίας,
στην Έκθεση «Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως», οργανωμένη από το σύλλογο «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» στην Αίθουσα
Στρατηγοπούλου. Συνεργάζεται ακόμη στις μακέτες των αρχοντικών που κατασκευάζει Δ. Πικιώνης με χορηγία του Υφυπουργού
Τουρισμού.
Φεβρουάριος : Μεταφράζει ποιήματα του Tristan Tzara που δημοσιεύονται στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α'.
Τελειώνει τις εργαστηριακές σπουδές στη Σχολή του. (Το δίπλωμα θα το πάρει αρκετά χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 1956].
Δημοσιεύει τρία ποιήματα - Εκεί, Ο μυστικός ποιητής, Νυκτερινή Μαρία - στο περ. Ο Κύκλος (τεύχος 4) του Απόστολου Μελαχρινού.
Ιούνιος : Τυπώνεται η πρώτη ποιητική του συλλογή: Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, Αθήναι: Κύκλος, 1938. Σχεδιάζει τα σκηνικά και
τα κουστούμια για το έργο του Πλαύτου Μέναιχμοι (Θέατρο Κοτοπούλη, Σκηνοθεσία Γ. Σαραντίδης).
1939: Νοέμβριος: Πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Κυκλοφορεί το Λεύκωμα Ελληνικής Μόδας με
εξώφυλλο και σχέδια του Νίκου Εγγονόπουλου. Κατασκευάζει μετάλλιο για λογαριασμό του Υπουργείου Τύπου και Τουρισμού.
Σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κουστούμια για την Ηλέκτρα του Σοφοκλή (Θέατρο Κοτοπούλη. Σκηνοθεσία Κάρολου Κουν). Συμμετέχει
σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στην Ν.Υόρκη.
1941: Επιστρατεύεται για το Αλβανικό μέτωπο.
1942: Συμμετέχει στην «Επαγγελματική» έκθεση ζωγραφικής του Ζαππείου. Το ίδιο και τον επόμενο χρόνο(1943).
Ο σύλλογος «Ελληνική Λαϊκή Τέχνη» αναθέτει στους αρχιτέκτονες Ν. Αργυρόπουλο κα Αλ. Παπαγεωργίου καθώς και στον Νίκο
Εγγονόπουλο να σχεδιάσουν παλιά σπίτια της Αθήνας. Γράφει το Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα.
1948: Δεκέμβριος : Τυπώνεται η συλλογή του: Έλευσις, Αθήνα: Ίκαρος, 1948.
1949 : Δουλεύει στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως με την ομάδα αρχιτεκτόνων του Δ. Πικιώνη για τον σχεδιασμό νέων
κτιρίων στις καταστραμμένες περιοχές (Πειραιάς κ.α.). Σχεδιάζει τη μακέτα της Πανελληνίου Εκθέσεως Λαϊκής Βιοτεχνίας και
Χειροτεχνίας.
1950: Γάμος με τη Νέλη Ανδρικοπούλου
13
1954: Εκπροσωπεί την Ελλάδα στην 27η Διεθνή Έκθεση Biennale της Βενετίας με 72 έργα του. Βγαίνει το διαζύγιο του με τη Νέλη
Ανδρικοπούλου. Εκλέγεται μόνιμος επιμελητής του Ε. Μ. Πολυτεχνείου (Εισηγητές είναι ο Δ. Πικιώνης και Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας).
Διορίζεται στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Παραιτείται οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων.
1958 : Παίρνει το Πρώτο Βραβείο Ποιήσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για τη συλλογή, Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω, Αθήνα:
Ίκαρος, 1957.
1960: Δεύτερος γάμος του Νίκου Εγγονόπουλου με την Ελένη Τσιόκου
1961: Γέννηση της κόρης του Ερριέττης
1964: Κυκλοφορεί ο δίσκος Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο από την εταιρεία «Διόνυσος».
1966: Τιμάται για το ζωγραφικό του έργο με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου του Α'.
1967: Εκλέγεται έκτακτος μόνιμος καθηγητής του Ε. Μ. Πολυτεχνείου στην έδρα του Ελευθέρου Σχεδίου
1968 : Δημοσιεύει στο περ. Λωτός (τεύχος 3) τα ποιήματα «Σύντομος βιογραφία του ποιητού Κωνσταντίνου Καβάφη» και «Essai sur l’
inegalite des races humaines». Κυκλοφορεί ο δίσκος Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα: μια σύνθεση του Νίκου Μαμαγκάκη σε φόρμα
λαϊκής καντάτας. Τραγούδι Γιώργος Ζωγράφος από την εταιρεία «Λύρα».
1978: Τυπώνεται από τον «Ίκαρο» η ποιητική του συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, με είκοσι έγχρωμους πίνακες και ένα σχέδιο.
«Είναι τα ποιήματα μιας εικοσαετίας, μαζί με μερικά άλλα». (Από τις «Σημειώσεις» του ίδιου).
1979: Του απονέμεται για δεύτερη φορά το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως. «Το Ηράκλειο Κρήτης και το Γ' Χριστιανικόν
Παρθεναγωγείον», κείμενο στο βιβλίο Έλλη Αλεξίου. Μικρό αφιέρωμα. Εκδ. «Καστανιώτη».
1983 : Αναδρομική έκθεση του έργου του με 105 πίνακες στην Εθνική Πινακοθήκη / Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.
1985 : 31 Οκτωβρίου: Ο Νίκος Εγγονόπουλος πεθαίνει από ανακοπή της καρδιάς. Κηδεύεται στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας με
δημόσια δαπάνη.
1997: Μεγάλη αναδρομική έκθεση στα πλαίσια της «Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα» στην Δημοτική Πινακοθήκη της
Θεσσαλονίκης (Μαϊος). Αφιέρωμα στο ένθετο της Κυριακάτικης Καθημερινής «Επτά ημέρες» με τίτλο «Νίκος Εγγονόπουλος
Ζωγράφος και ποιητής».
2007 : Ανακήρυξη του 2007 ως "Έτος Εγγονόπουλου" με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννησή του, από το Εθνικό
Κέντρο Βιβλίου με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού.
B. ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
1. Ιδιότυπος ποιητής ως προς το προσωπικό κλίμα, την ένταση και τη γλώσσα της ποίησής του
2. Με άνεση αφομοιώνει στην απολύτως προσωπική ποιητική γεωγραφία του χαρακτηριστικά του
υπερρρεαλισμού, τα οποία ανανεώνει με ελληνικά στοιχεία
3. Προβάλλει την ελληνικότητα και όχι τον ελληνοκεντρισμό. (από το άρθρο του Δ. Κοσμόπουλου, Ο
ποιητής Ν. Εγγονόπουλος, ο μοντερνισμός και η παράδοση, περ. Η ΛΕΞΗ, τχ. 179, 2004, σ. 110-117)
Γ. ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ «ΠΟΙΗΣΗ 1948»
1. ΘΕΜΑ: η σχέση της ποίησης με την ιστορική πραγματικότητα
2. Γράφεται το 1948 = αποκορύφωση του Εμφυλίου σπαραγμού Αντιποιητική εποχή = η
ποίηση μάταιη και ως εξωπραγματική πολυτέλεια
3. Τεμαχισμένος λόγος εξαιτίας τη θητεία του ποιητή στον υπερρεαλισμό ΑΛΛΑ και των ιστορικών
γεγονότων
(Κ. Μπαλάσκας, Νεοελληνική ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία, Αθήνα: Επικαιρότητα, 1980, σ.
123-125)
4. Το ποίημα ανήκει στη Β΄ περίοδο ποιητικής παραγωγής του Εγγονόπουλου (1944-1957). Λίγο πιο
αναλυτικά:
(…) Η περίοδος αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για όλη την Ελλάδα, και φυσικά για τον ποιητή. Λήγει ο πόλεμος και η
Κατοχή αλλά αρχίζει ένας μακροχρόνιος Εμφύλιος. Όταν ύστερα από πέντε χρόνια τελειώνει και ο Εμφύλιος, η χώρα
αρχίζει να μετρά τις πληγές της μέσα σε κλίμα μισαλλοδοξίας, καταπίεσης και διχασμού. Είναι λοιπόν φυσικό πως όλη
σχεδόν η παραγόμενη ποίηση τότε στην Ελλάδα είναι βαθύτατα πολιτική. Τώρα επομένως είναι που κορυφώνεται ο
πολιτικός ριζοσπαστισμός του και ολοκληρώνεται η στροφή του σε μια ποίηση με σαφέστερη την πολιτική της διάθεση,
χωρίς ωστόσο η γραφή του να χάνει τίποτε από τον αρχικό της υπερρεαλιστικό και «επιθετικό» χαρακτήρα. Στα χρόνια
1944-1957 εκδίδονται πέντε ποιητικές συλλογές, που απαρτίζουν τον δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των Ποιημάτων:
Μπολιβάρ (1944), Η επιστροφή των πουλιών (1946), Έλευσις (1948), Ο Ατλαντικός (1954), Εν Ανθηρώ ΄Ελληνι Λόγω
(1957).
14
Ένα κύριο χαρακτηριστικό των ποιημάτων αυτής της γόνιμης περιόδου είναι πως ο ποιητής φαίνεται να
συνομιλεί εμφανέστερα με την τρέχουσα ιστορία σε σύγκριση με τις προπολεμικές συλλογές. Όχι ότι από τις πρώτες
συλλογές απουσιάζει η τρέχουσα ιστορία και η κριτική της (αρνητική, ειρωνική και σαρκαστική). Όμως στα ποιήματα της
δεύτερης περιόδου, λόγω των όσων διαδραματίζονται στον κόσμο όλο και στην Ελλάδα, ο ποιητής σχολιάζει καθαρότερα
τα ιστορικά δρώμενα. Η ποιητική του έμπνευση και παραγωγή, η ποιητική του διάθεση και ύπαρξη είναι άρρηκτα δεμένες
με το ιστορικό παρόν (π.χ. «Ποίηση 1948»). Επιπλέον, καθώς τώρα η αναφορά στην τρέχουσα (κυρίως) ιστορία είναι
εμφανής, μπορεί και ο ίδιος και εμπλέκεται πιο ενεργά στα γεγονότα, αλλά πάντα σχεδόν αποκρυμμένος πίσω από
ιστορικά, μυθικά ή καλλιτεχνικά προσωπεία. Όπως ο «συνοδίτης» Εμπειρίκος, έτσι κι εκείνος εξαγγέλλει και εξυμνεί με
επική κάποτε διάθεση (όπως λ.χ. στον Μπολιβάρ) το όραμα της οικουμενικής ελευθερίας και ευτυχίας, καθώς και οι δύο
Έλληνες ποιητές φαίνεται να παραμένουν περισσότερο σταθεροί, από όσο οι ομόλογοι ποιητές της Ευρώπης, στην
απελευθερωτική και ανατρεπτική ιδεολογία του υπερρεαλιστικού κινήματος. (…)
Το κείμενο ανακτήθηκε από τη διεύθυνση http://spoudasterion.pblogs.gr/2009/06/475081.html
15
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (1925- 2ΟΟ5 )
Α. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
- Γεννήθηκε το 1925 στη Θεσσαλονίκη από Κρητικούς γονείς. (Αδελφή του η θεατρική συγγραφέας Λούλα Αναγνωστάκη).
- Σπούδασε Ιατρική και άσκησε για πολλά χρόνια το επάγγελμα του ακτινολόγου.
- Το 1945 τύπωσε την πρώτη ποιητική συλλογή οι Εποχές. Ακολούθησαν οι Εποχές 2, 1948, οι Εποχές 3, 1951, Η συνέχεια, 1954. Τα
παραπάνω κυκλοφόρησαν σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων εκτός εμπορίου στην έκδοση Τα Ποιήματα 1941-1956 μαζί με τη μικρή
σειρά Παρενθέσεις και Συνέχεια 2. Η Συνέχεια 3 κυκλοφόρησε το 1962 και το μεγαλύτερο μέρος της σειράς του Στόχου δημοσιεύτηκε
στην ομαδική έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα,1970.
- Το 1956 νυμφεύεται τη Νόρα Βαρβέρη και το 1957 γεννιέται ο γιος του Ανέστης.
- Μέχρι το 1978 ζούσε στη Θεσσαλονίκη και έκτοτε στην Πεύκη της Αθήνας.
- Το 1979 τύπωσε το Περιθώριο 68-69, το 1992 το Υ.Γ. και το 1987, το αυτοβιογραφικό ρομάντζο, ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Το
κριτικό του έργο αντιπροσωπεύεται από τα: Υπέρ κατά, 1965, Αντιδογματικά, 1978, και Τα συμπληρωματικά, 1985.
- Κατά τη διάρκεια της κατοχής διηύθυνε το φοιτητικό περιοδικό Το ξεκίνημα και την περίοδο 1959-1961 την Κριτική.
- Πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στους μεταπολεμικούς αγώνες της Αριστεράς. Για τη συμμετοχή του στην Εθνική
Αντίσταση καταδικάστηκε σε θάνατο το 1949.
- Συμμετείχε ενεργά στην μεταπολεμική αριστερά και συνέβαλε αποφασιστικά στην ανανέωση των ιδεών της Αριστεράς στον πολιτικό
και πνευματικό τομέα. Υπήρξε υποψήφιος του χώρου στο ελληνικό κοινοβούλιο και στην ευρωβουλή.
- Από το 1987-1993 διηύθυνε στις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ τη σειρά της Πεζογραφικής Παράδοσης. Στις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ βγήκε και Η
Χαμηλή Φωνή που είναι μια προσωπική ανθολόγηση της ποιητικής μας παράδοσης.
- Πέθανε το 2005.
Β. ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ
1. Ο χαρακτήρας της ποίησής του είναι εξομολογητικός- επεξεργάζεται ποιητικά μνήμες και βιώματα
2. Ο απαισιόδοξος τόνος της ποίησής του παραμένει πάντοτε αιχμηρός και διδακτικός: κριτικός ή αυτοκριτικός,
σατιρικός ή σαρκαστικός
3. Η ειρωνεία σύμφωνα με τη μέθοδο του Καβάφη, όπου υπάρχει, λειτουργεί ως στοιχείο υφολογικό
4. Η κυριολεξία και η ακριβολογία με τη χρήση του καθημερινού λεξιλογίου είναι βασική και επίπονη επιλογή
του
5. 0BΤα ποιητικά του μοτίβα, ο χρόνος, η επίκληση ενός σκοπού, π.χ. «Θα ΄ρθει μια μέρα», η μάνα και το παιδί
στον πόλεμο, π.χ. «Φωνές/ Τη νύχτα/ Μακρινές φωνές/Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους/Κλάμα παιδιού
χωρίς απάντηση/ Ερείπια/ Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες», το χρέος, ο συλλογικός αγώνας, η πρωτοπρόσωπη
ποιητική αφήγηση, η κριτική στάση, π.χ. «τις νύχτες που σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου/ αυταπάτη.», ο
θάνατος «Πικρών και ανεξήγητων θανάτων/ Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις» όλα συνθέτουν την
ποιητική και πολιτική ηθική του Μ. Αναγνωστάκη.
6. Επιλέγει τη σιωπή όταν πια οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, όταν η αλήθεια και το ψέμα έγιναν δυσδιάκριτα
και η συναλλαγή έγινε πιο πολύπλοκη.
7. Υιοθετεί την αστική γλώσσα με μικρές προσωπικές αποκλίσεις, γλώσσα λιτή, ελλειπτική, κλειστή κάποτε,
ερμητική με σκοπιμότητα, υπαινίσσεται και κάποτε καταγγέλλει, ειρωνεύεται, αποκαλύπτει. Δίνει στα ποιήματά
του μιαν απλή μορφή, καθαρή, που αναδείχνει το περιεχόμενο.
8. Η αγωνία και τα πάθη της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, ενός εμφυλίου πολέμου που σιωπηρά
παρατάθηκε μέχρι το 1974, ποτίζουν, στοιχειώνουν τα αισθήματα, τη νόηση του ποιητή. Τα ποιήματα είναι η
προσωπική μαρτυρία μιας στοιχειώδους συνέπειας ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις. Ποιήματα σκέψης και
16
δράσης που επιζούν και υπερβαίνουν τον τόπο και την εποχή. Αποτυπώνουν ακόμη περισσότερο την εσωτερική
καμπύλη της εικόνας της εποχής. Το σπαραγμό. Ποίηση υπαρξιακή και κοινωνική.
9. Ο ποιητής δημιουργεί με προσήλωση και γνώση. Με πάθος ανιχνεύει. Δείχνει το δίκιο του. Δεν υπάρχει ήττα
της ποίησης. Παραμένει στοχαστικός. Επιμένει.
10. Για την ποιητική συλλογή Τα ποιήματα (1941-1971) όπου συμπεριλαμβάνονται και τα ποιήματα των
Παρενθέσεων : (…) Τα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη διατρέχουν μια επώδυνη διαδρομή ανάμεσα στο ατομικό και το
συλλογικό, τηρώντας στο ακέραιο τη λειτουργική τους σύζευξη. Ο φορέας τους υπήρξε προσωπικός όταν χρειάστηκε να γίνει εξόχως
πολιτικός και συνολικός , όταν στάθηκε απαραίτητο να παραγράψει το προσωπικό χάριν του πολιτικού. Σήμερα σιωπά. Δεν είναι μόνο πως
το ήδη πραγματωμένο έργο αρκεί για να μιλήσει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον, αλλά και το ότι ο ποιητής απομακρύνθηκε
από την ποίηση χωρίς να την εγκαταλείψει. Όπως λέει ο ίδιος. "Πράξη και σιωπή είναι εξίσου δραστικές μορφές έκφρασης.»
Το κείμενο ανακτήθηκε από τη διεύθυνση
http://www.greece2001.gr/writers/ManolisAnagnostakis.html
17
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ΄
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ
Ν. Εγγονόπουλου, Ποίηση 1948 (ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948)
Μανόλη Αναγνωστάκη, Στον Ν…1949 ( Παρενθέσεις, 1949)
ΘΕΜΑ: Ένας ποιητικός διάλογος γύρω από τη σχέση της ποίησης με την ιστορική πραγματικότητα
(βλ. σχόλιο βιβλίου σ. 86)
Ν. Εγγονόπουλου, Ποίηση 1948 Μανόλη Αναγνωστάκη, Στον Νίκο
Ε…1949
ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ
1. Τίτλος 1. Τίτλος
α) χωρίς άρθρο – γενίκευση
β) 1948: χρονολογία κορύφωσης του εμφύλιου
σπαραγμού
α) ασάφεια σκόπιμη = Ε…= Ευστρατιάδης
συναγωνιστής (κατά προφορική δήλωση του ίδιου
του ποιητή
β) σύμπτωση χρονολογιών + κυκλοφορία της
ποιητικής συλλογής
2. ΠΡΩΤΗ ΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στιχ.1-13) 2. ΠΡΩΤΗ ΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στιχ. 1-10)
Υποενότητες
2.1. στ. 1-5 : η δήλωση του ποιητή για τον
αντιποιητικό χαρακτήρα της εποχής
Εκφραστικά μέσα:
α) σπαραγμού: ελλειπτική διατύπωση- τεμαχισμένος
λόγος= «σπάραγμα» κειμενικού λόγου
β) εποχή : επανάληψη και αντίθεση = τι είναι (στ.
1-2) και τι δεν είναι (στ. 3-4)
γ) μίμηση του καβαφικού στίχου: αρνητική
επίδραση της εποχής σε όλες τις μορφές τέχνης
Υποενότητες
2. 1. στ. 1-3: η ξαφνική απώλεια φίλων –βιωματική
εμπειρία
Εκφραστικά μέσα
α) οπτική εικόνα
β) κλιμάκωση ως προς τον αριθμό των λέξεων του
κάθε στίχου (1-2-4) και ως προς το νόημα: τα
πρόσωπα η κατάσταση το αποτέλεσμα
γ) ενεστωτικός χρόνος + μια μέρα = έμφαση στο
επαναλαμβανόμενο γεγονός
2. 2. στ. 6-13: η δυσκολία της ποιητικής γραφής
λόγω του επικρατούντος στο χώρο και χρόνο
θανάτου
Εκφραστικά μέσα :
α) με μια υπόθεση (σαν πάει κάτι να γραφτεί),
β) «αγγελτηρίων θανάτου»: παρομοίωση
ρεαλιστικού περιεχομένου
γ) ολιγογραφία : χαρακτηριστικό υπερρεαλιστικής
γραφής
2. 2. στ. 4-8: ο ανοικτός χώρος με τις κραυγές
απόγνωσης
Εκφραστικά μέσα:
α) ηχητική εικόνα
β) επανάληψη της λέξης φωνές- μακρινές φωνές
γ) νοηματικές αντιθέσεις : φωνές μάνας τρελής ≠
στους έρημους δρόμους, κλάμα παιδιού ≠ χωρίς
απάντηση
δ) τρελής μάνας (Δ. Σολωμού, Ελεύθεροι
18
πολιορκημένοι)
ε) έρημους δρόμους ( Μ. Σαχτούρη, Η Αποκριά)
2. 3. στ. 9-10 : οπτική εικόνα του κατεστραμμένου
τοπίου κατάρρευση αξιών και ιδεωδών
Εκφραστικά μέσα: παρομοίωση
3. ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στιχ. 14-
20)
3. ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ (στιχ. 11-
14)
3. Οι συνέπειες της αντιποιητικής εποχής = η
ποιητική θλίψη + η περιορισμένη παραγωγή
Εκφραστικά μέσα: παρενθέσεις για έμφαση
3. 1. στ. 11-14: επιστροφή στο χώρο παραγωγής
του ποιητικού λόγου, στη φυλακή
Εκφραστικά μέσα: εφιάλτες + το παιχνίδι του
φωτός: λιγοστεύει ( συνυποδήλωση του θανάτου) ≠
Τα ξημερώματα (συνυποδήλωση της πρωινής ώρας
των εκτελέσεων)
3. 2. στ. 15 : παρενθετικός στίχος με το ρητορικό
ερώτημα ο ποιητής και ο κοινωνικός ρόλος
του
Η ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
Α) Αφηγητής: ομοδιηγητικός με εσωτερική εστίαση
Β) Αφηγηματικός τρόπος : εσωτερικός μονόλογος με στοιχεία περιγραφής
Γ) Αφηγηματικός χώρος: διαφοροποιημένος
Δ) Αφηγηματικός χρόνος : βλ. σχολιασμό τίτλου
Ε) Μορφή –γλώσσα- ύφος: αναζήτηση υπερρεαλιστικών στοιχείων- δημοτική γλώσσα-
χαμηλόφωνο και εξομολογητικό ύφος
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΟΡΦΙΚΕΣ
α) η άποψη του ποιητή στην αρχή
β) πρωτοπρόσωπο, υποκειμενικό ανεικονικό ύφος
α) η άποψη του ποιητή στο τέλος
β) χρήση ηχητικών και οπτικών εικόνων
γ) ύφος με ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
α) η αδυναμία της ποίησης και η αναγκαστική
σιωπή
β) η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ως εύρημα για την καταγγελία του
εμφυλίου πολέμου = η κατάργηση της ποιητικής
γραφής διακηρύσσεται αλλά δεν πραγματώνεται
Χρέος του ποιητή η κοινωνική και πολιτική
διαμαρτυρία και καταγγελία
19
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ΄
ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ/ ΣΟΥΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ
( από το σχολικό βιβλίο των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄Λυκείου, σελ. 196-199 και το
Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων σελ. 191-193)
• ΣΚΟΠΟΣ: η υπέρβαση του πραγματικού κόσμου με την καταγραφή των υποσυνείδητων ενεργειών
της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεών της χωρίς την επέμβαση της λογικής
• 1924: το μανιφέστο από τον ψυχαναλυτή Αντρέ Μπρετόν
• ΑΡΧΕΣ (επηρεασμένες από την ψυχανάλυση και τον μαρξισμό) :
1. παντοδυναμία του ονείρου, του ενστίκτου, της επανάστασης
2. στροφή ενάντια σε κάθε μορφή λογικής, ηθικής ή κοινωνικής τάξης
3. τα μέσα = η αυτόματη γραφή ( ο παράγοντας τύχη) και η καταγραφή των ονείρων ( ο παράγοντας
υποσυνείδητο)
• ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ:
1. ονειρικές εντυπώσεις χωρίς την επέμβαση της λογικής
2. χαλάρωση της λογικής αλληλουχίας
3. υποσυνείδητες ενέργειες της ψυχής
4. εμφανείς οι μηχανισμοί των προεκτάσεων και των συνειρμών
5. ζωηρές λεκτικές εντυπώσεις
6. τολμηρές εικόνες
7. απουσία ομοιοκαταληξίας
8. ανισοσυλλαβία στους στίχους
9. απουσία ομοιόμορφων στροφών
10. απουσία στίξης
20
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ε΄
Ασκήσεις τύπου Πανελληνίων Εξετάσεων (μια επιλογή από την Τράπεζα θεμάτων του
ΚΕΕ)
Α. Στοιχεία που αφορούν στο συγγραφέα, λογοτεχνικό περιβάλλον και λοιπά γραμματολογικά
στοιχεία:
1. Να καταγράψετε για το καθένα από τα δύο ποιήματα πέντε υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά με
συγκεκριμένες παραπομπές στα κείμενα (Μον. 15)
Β. Δομή του κειμένου, επαλήθευση ή διάψευσης μιας κρίσης με βάση το κείμενο, εκφραστικά
μέσα και τρόποι του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του
δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης):
1. Να εντοπίσετε στοιχεία της ποιητικής γραφής που υποστηρίζουν το χαμηλόφωνο και
εξομολογητικό ύφος και των δύο ποιημάτων. (Μον. 20)
2. Εκτιμάται ότι το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη Στον Νίκο Ε… 1949 αποτελεί μια ποιητική
απάντηση στο ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου Ποίηση 1948. Να επαληθεύσετε την εκτίμηση
αυτή με συγκεκριμένα τεκμήρια από τα δύο ποιήματα. (Μον. 20)
Γ. Σχολιασμός ή σύντομη ανάπτυξη χωρίων του κειμένου:
«(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)», « (Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)».
Να σχολιάσετε το περιεχόμενο των δύο στίχων από το ποίημα του Εγγονόπουλου και του
Αναγνωστάκη αντίστοιχα σε δύο παραγράφους (140-160 λέξεις) (Μον. 25)
Δ. Σχολιασμός αδίδακτου λογοτεχνικού κειμένου:
Να συγκρίνετε τη στάση που κρατούν για το ρόλο της ποίησης σε δυσμενείς συνθήκες οι ποιητές
Νίκος Εγγονόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης και Τάκης Βαρβιτσιώτης με βάση τα ποιήματα
Ποίηση 1948, Στον Νίκο Ε… 1949, Όταν ο ποιητής… αντίστοιχα. (Μον. 20)
Τ. Βαρβιτσιώτη: Όταν ο ποιητής…
Όταν ο ποιητής
Ανοίγει τα μάτια του
Στο καθημερινό θαύμα
Εμφανίζονται σιγά - σιγά
Όλα τα πένθιμα φαντάσματα
Όλα τα όνειρα τα λυπητερά
Σαν κεριά που καπνίζουν
Τότε με το χλωμό του δάκτυλο
Χαράζει τ’ αρχικά της αστραπής
Πάνω στη στιβαγμένη σκόνη
Πάνω στο πρόσωπο της χρονιάς
Που γέρνει
Μαστιγωμένο απ’ όλους τους ανέμους
Αλλάζει τη λάσπη
Σε κρουνούς από φωτεινό αίμα
Μεταμορφώνει το θάνατο
Σ’ ερωτικό τραγούδι
Ω ποίηση αναμάρτητη
Εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας
Ω ποίηση ατελεύτητη
Φτεροκόπημα χελιδονιών.
ΗΜΕΡΙΔΑ
«ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ: ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ»
(Θεσσαλονίκη, 16-12-2009)
 
Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, “ΠΟΙΗΣΗ 1948”
Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, “ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949”
Εισαγωγικό Σημείωμα
Αναστασία Βακαλούδη
Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων
Δυτικής Θεσσαλονίκης
http://users.sch.gr/avakalou

Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ,
“ΠΟΙΗΣΗ 1948”
Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,
“ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949”

«Ποίηση 1948»
Tούτη εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια
σαν πάει κάτι
να γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι αυτό και
τα ποιήματά μου
είναι τόσο πικραμένα
(και πότε άλλωστε- δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα
Ν. Εγγονόπουλος
«ΕΛΕΥΣΙΣ», 1948
«Στον Νίκο Ε…1949»
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους
δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει
για όλα
αυτά;)
Μ. Αναγνωστάκης
«ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ», 1949
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1907 στην Αθήνα. Ο
πατέρας του Παναγιώτης ήταν Κωνσταντινουπολίτης και
ασκούσε το επάγγελμα του εμπόρου. Από το 1923 (σε ηλικία
12 χρόνων) μέχρι το 1927 φοίτησε εσωτερικός σε ένα Λύκειο
στο Παρίσι, όπου διδάχθηκε και την κλασική γαλλική ποίηση.
Το 1924, το μανιφέστο του Αντρέ Μπρετόν θα επηρεάσει και
τον Εγγονόπουλο.
Το 1927 επέστρεψε στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη θητεία
του. Εργάστηκε αρχικά ως σχεδιαστής εξωφύλλων σε
περιοδικά και το 1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών της
Αθήνας, με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Παράλληλα,
μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη, φοίτησε και στο καλλιτεχνικό
εργαστήρι του Φώτη Κόντογλου. Την ίδια εποχή άρχισε να
δημοσιεύει και τις πρώτες του ποιητικές συλλογές (είναι
επηρεασμένος αρχικά από τον Σολωμό και τον Μπωντλαίρ).
Από τότε ξεκινά και ο διασυρμός της ποίησής του. Πολλά
περιοδικά και εφημερίδες, ελληνικές και ξένες, παρωδούσαν τα
ποιήματά του με εξευτελιστικά στο τέλος σχόλια. Το 1939
οργάνωσε και την πρώτη έκθεση των έργων του στη
ζωγραφική.

Από το 1940 αρχίζει η προσωπική του περιπέτεια.
Ήταν στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου
από την αρχή μέχρι το τέλος. Συνελήφθη από τους
Γερμανούς και αιχμάλωτος, εργάστηκε σε στρατόπεδα
συγκέντρωσης. Δεν σταμάτησε να γράφει ποιήματα με
όποιον τρόπο μπορούσε. Στην ελεύθερη Ελλάδα
απέκτησε ένα πλήθος από καλλιτεχνικές
πρωτοβουλίες με την ίδρυση συλλόγων, στους
οποίους συμμετείχε ενεργά, χωρίς να σταματήσει ποτέ
να ζωγραφίζει ή να γράφει. Το 1967 έγινε καθηγητής
στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, στο ελεύθερο
σχέδιο. Από το 1967 μέχρι και τον Αύγουστο του 1973
(οπότε και συνταξιοδοτήθηκε), θα επηρεάσει
σημαντικά τη φοιτητική ζωή μέσα και έξω από το
Πολυτεχνείο. Στις 31 Οκτωβρίου 1985 άφησε την
τελευταία του πνοή στην Αθήνα.
Έργα του: - Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν - Τα
κλειδοκύμβαλα της ζωής - Επτά ποιήματα - Έλευσις - Εν
ανθηρώ έλληνι λόγω κ.ά. Επίσης μετέφρασε πολλά έργα
ξένων ποιητών.
Βαθύτατα πνευματικός άνθρωπος ο Νίκος Εγγονόπουλος,
δεν ήταν μόνον ζωγράφος και ποιητής, αλλά και αληθινός
στοχαστής. Παθιασμένος με τον υπερρεαλισμό μάς
κληρονόμησε ένα διαχρονικό έργο μιας αποκλειστικά δικής
του ατμόσφαιρας.
Το έργο του Εγγονόπουλου αντιμετώπισε αρνητικές
αντιδράσεις που έφτασαν τα όρια του εμπαιγμού και της
κατασυκοφάντησης. Μοναδικός συμπαραστάτης του
υπήρξε ο επίσης υπερρεαλιστής Α. Εμπειρίκος. Ο ίδιος
στάθηκε ακλόνητος στην κακία και την επιπόλαια άγνοια,
παρ' όλη την πίκρα που ένοιωσε.
Στη ζωγραφική, δάσκαλοί του ήταν ο Κ. Παρθένης και ο Φ.
Κόντογλου, άνθρωποι στους οποίους ο Εγγονόπουλος
αναφερόταν πάντοτε με θαυμασμό. Ο ίδιος έλεγε: "Ως είμαι
ζωγράφος το επάγγελμα και θεωρώ άλλωστε την ποίηση
σαν ζήτημα εντελώς προσωπικό".

«ΠΟΙΗΣΗ 1948»
Ν. Εγγονόπουλος- Βασικά
χαρακτηριστικά της ποίησης του
• Επιρροή από το κίνημα του
υπερρεαλισμού.
• Τα ποιήματά του διαθέτουν
χιούμορ, ταυτόχρονα όμως
πικρία.
• Λόγος απλός / λιτός /
καθημερινός.
Ο Εγγονόπουλος όχι μόνον έχει θητεύσει
στον υπερρεαλισμό αλλά θεωρείται και από
του θεμελιωτές του ως λογοτεχνικού
ρεύματος, ειδικά στην ποίηση. Έτσι και στο
κείμενο αυτό μπορούμε να διακρίνουμε
αρκετά στοιχεία υπερρεαλισμού όπως:
• Αφαιρετικός λόγος, πύκνωση νοημάτων.
• Συνυποδήλωση νοημάτων, ιστορικών
γεγονότων και συναισθημάτων (στ. 2).
• Συνειρμική δίπλωση νοημάτων, αυτόματη
γραφή (στίχος 17).
Και τα τρία αυτά στοιχεία εξυπηρετούν το
χαμηλόφωνο ύφος και τον εξομολογητικό
τόνο του κειμένου.

Απουσία μέτρου, ομοιοκαταληξίας, στίξης
και γενικά η ελευθερία στίχου.
• Ο θρυμματισμός του στίχου που εξυπηρετεί
την αναλογία ατμόσφαιρας ποιήματος και
εποχής αλλά και ποιήματος – ψυχισμού του
ποιητή.
• Η έντονη και μακάβρια εικόνα που
δημιουργείται με την παρομοίωση στους
στίχους 9-13.
• Η χρήση της ποίησης ως μέσου σύζευξης
του παρόντος με το παρελθόν, των
ιστορικών γεγονότων και των
συναισθημάτων, γενικών και ατομικών.
Γενικά ο υπερρεαλισμός βοηθάει στην
απόδοση, με λιτότητα και χωρίς
μελοδραματισμό, μιας κατάστασης
σπαραγμού και θανάτου που χαρακτηρίζει
την εποχή στην οποία αναφέρεται το
ποίημα.
Παράλληλα, διευκολύνει τον ποιητή να
κάνει φανερό το στόχο γραφής του
ποιήματος.
Ο Εγγονόπουλος, με το ποίημα αυτό,
εξομολογείται τα συναισθήματά του σε
σχέση με την εποχή, δικαιολογείται για την
πενιχρή ποιητική του δημιουργία και
εξομολογείται για τη φαινομενική απουσία
του από τα δρώμενα.

Ν.
Εγγονόπουλου,
«ΕΜΦΥΛΙΟΣ»
Θεματικός πυρήνας του ποιήματος
Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα αυτό το
1948, στην κορύφωση του εμφυλίου
πολέμου, εποχή όπου κυριαρχεί ο θάνατος
και ο σπαραγμός.
Το ποίημα αναφέρεται στο χρέος των
ποιητών και των πνευματικών ανθρώπων,
γενικότερα, απέναντι στις επιταγές της
πραγματικότητας.
Ο Εγγονόπουλος εκφράζει την αδυναμία
του να ανταποκριθεί στο χρέος του
απέναντι στην εποχή και την τέχνη του,
λόγω των τραγικών συνθηκών της εμφύλιας
διαμάχης.

Το ποίημα "Ποίηση 1948",
αποτελεί το αποκορύφωμα
της ευαισθησίας, της
αποδοκιμασίας, και της
αυτοσυνειδησίας, στοιχεία
που δηλώνουν ακόμα μια
φορά τη πολιτική ηθική του
Νίκου Εγγονόπουλου.
Στο ποίημα αυτό ο
Εγγονόπουλος σημειώνει
την αδυναμία του να
εκφράσει με λόγια την
τραγωδία που ξετυλίγεται
γύρω του κι έτσι παραβολικά
εξομοιώνει τη διαδικασία της
ποιητικής γραφής με τη
διαδικασία γραφής
αγγελτηρίων θανάτου.

Μορφή → Λόγος τεμαχισμένος (σχεδόν
συλλαβικός) >
α) λόγω της υπερρεαλιστικής επιρροής
β) σπαραγμένος από την εποχή
«εποχή του εμφυλίου σπαραγμού» →
χρονική τοποθέτηση, ιδιαίτερο
νοηματικό βάρος >
α) κατασπάραξη αλλήλων,
β) βαθύς ψυχικός πόνος, συντριβή.
Ο ρόλος της παρομοίωσης «ως αν να
γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων
θανάτου» → τραγικότητα εμφυλίου → η
ποίηση αναζητά τη θέση της ανάμεσα στο
θάνατο.
Ο ρόλος της παρένθεσης (και πότε –
άλλωστε- δεν ήσαν) → Αναφορά στο σταθερό
τόνο απαισιοδοξίας στην ποίησή του, ακόμη
και έξω από το χρονικό πλαίσιο του
εμφυλίου.
«τόσο λίγα» → στάση ποιητή → Η ποιητική
δημιουργία αναστέλλεται λόγω της εποχής →
η σιωπή αποδίδει πιο παραστατικά την
αίσθηση της τραγικότητας.

Βασικές γραμμές
Στο ποίημα του Εγγονόπουλου «Ποίηση 1948», με
τη χρονολογία στον τίτλο, αλλά και με τη σαφή
αναφορά στην αρχή του ποιήματος τονίζεται η
εποχή, καθώς και το δράμα του ελληνικού λαού
από τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται
για μια εποχή αντιποιητική, καθώς κυριαρχεί ο
θάνατος και ο σπαραγμός.
Ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να απολογηθεί για
την ποιητική στειρότητα και δυστοκία που τον
διακρίνει. Απολογείται τόσο απέναντι στην
ποίησή του, όσο και απέναντι στον ίδιο του τον
εαυτό. Η εποχή είναι απαγορευτική τόσο για την
ποίηση όσο και για τις υπόλοιπες μορφές της
τέχνης.
Η παρομοίωση «ως αν να γράφονταν
από την άλλη μεριά αγγελτηρίων
θανάτου» φανερώνει το πλήθος των
νεκρών, το θάνατο που αποκλείει την
παρουσία της ποίησης από τη ζωή των
ανθρώπων και ειδικά των ποιητών.
Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε πως η
αδυναμία του ποιητή να λειτουργήσει
παραγωγικά εξαιτίας της περιρρέουσας
πραγματικότητας αποτελεί μια
επιφανειακή αντινομία, καθώς μας το
ομολογεί μέσω ενός ποιήματος.

Η αντινομία αυτή μετριάζεται με τη
συνειδητοποίηση πως η ποίησή του
είναι πικραμένη, καθώς και ο ίδιος ο
ποιητής, εξαιτίας της επίγνωσης της
σκληρής πραγματικότητας.
Η παρενθετική πρόταση, που
ακολουθεί, δηλώνει τη σταθερή
μελαγχολία και απαισιοδοξία που
διακρίνει την ποίηση του
Εγγονόπουλου, αποτέλεσμα όλων των
τραγικών ιστορικών στιγμών του
ελληνικού λαού.
Το ποίημα ολοκληρώνεται με την πικρία
που νιώθει ο ποιητής για την ολοένα
φθίνουσα ποιητική παραγωγή του, στοιχείο
που αισθητοποιείται και μέσα από τους
τρεις τελευταίους στίχους που
αποτελούνται ο καθένας από μία και μόνο
λέξη.
Ο Εγγονόπουλος εκφράζει μια παραίτηση,
μια πίκρα, αδυναμία ανταπόκρισης στο
χρέος του ποιητή, λόγω των συνθηκών του
εμφυλίου πολέμου.
Ο θάνατος λειτουργεί απαγορευτικά ως
προς την επιτέλεση του χρέους του ποιητή.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το
1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη
Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη
Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο
διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από
έκτακτο στρατοδικείο.
Εμφανίστηκε στα γράμματα από το περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα
(1942) και το φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944), του οποίου
διετέλεσε και αρχισυντάκτης, από το τεύχος 1 (15 Φεβρ. 1944)
μέχρι και το 11-12 (1 και 15 Οκτ. 1944).
Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά,
ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα Αυγή, με κείμενα για
θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό Κριτική
(Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας
των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του
περιοδικού Η Συνέχεια (1973).
Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά,
ιταλικά. Ακόμη, ποιήματά του μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης,
ο Θάνος Μικρούτσικος, η Αγγελική Ιονάτου και ο Μιχάλης
Γρηγορίου.
Εργογραφία
• Εποχές, Θεσσαλονίκη, (ιδιωτ. έκδοση), 1945, σελ. 32.
• Εποχές 2, Σέρρες, (διωτ. έκδοση), 1948, σελ. 24.
• Εποχές 3, Θεσσαλονίκη, ( ιδιωτ. έκδοση), 1954, σελ. 16.
• Τα Ποιήματα (1941-1956): [Εποχές - Εποχές 2 - Παρενθέσεις, Εποχές 3 - Η
Συνέχεια 2], Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1956.
• Η Συνέχεια 3, Θεσσαλονίκη, (ιδιωτ. έκδοση), 1962, σελ. 32.
• Υπέρ και Κατά, Θεσσαλονίκη, Α.Σ.Ε., 1965, σελ. 112.
• Τα Ποιήματα (1941-1971): [Εποχές - Εποχές 2 - Παρενθέσεις - Εποχές 3 - Η
Συνέχεια - Η Συνέχεια 3 - Ο στόχος], Θεσσαλονίκη, (ιδιωτ. έκδοση), 1971,
Αθήνα, Πλειάς, 1976, Αθήνα, Στιγμή, 1985, Αθήνα, Νεφέλη, 2000, σελ. 192.
• Αντιδογματικά, Άρθρα και Σημειώματα (1946-1977), Αθήνα, Πλειάς, 1978,
Αθήνα, Στιγμή, 1985, σελ. 232.
• Το περιθώριο '68-69, Αθήνα, Πλειάς, 1979, Αθήνα, Στιγμή, 1985, Αθήνα,
Νεφέλη, 2000, σελ. 48.
• Μανούσος Φάσσης, Παιδική Μούσα (Τραγούδια για την προσχολική και
σχολική ηλικία), Αθήνα, Αμοργός, 1980.
• Υ.Γ., Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1983, Αθήνα, Νεφέλη, 1992, σελ. 40.
• Τα Συμπληρωματικά, (Σημειώσεις κριτικής), Αθήνα, Στιγμή, 1985, σελ. 176.
• Ο ποιητής Μαούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα
κριτικής προσέγγισης, Αθήνα, Στιγμή, 1987, 1996, σελ. 144.
• Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς
ρυθμούς - μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Αθήνα,
Νεφέλη, 1990, σελ. 224.

Μεταφράσεις
In English:
• Poems. [tr. by]: Philip Ramp. Beeston, Shoestring Press, 1998, pp. 103.
• Ιn Spanish:
• Los Poemas (1941-1971) [tr. by]: Alfonso Silvan. Madrid, Ediciones Clasicas,
1996, pp. 309.
• Seleccion poetica, [tr. by]: Manuel Gonzalez Rincon. Fin de Siglo, 11 (Marzo
1985), pp. 26-28 & 37-38.
• Diez poemas. [tr. by]: Alfonso Silvan Rodriguez. Cervantes, 1 (1986), pp. 58-77.
• Seleccion de poemas de… [tr. by]: Manuel Gonzalez Rincon. Alor Novissimo,
16,17,18 (Octubre 1988-Junio 1989), pp. 89-93.
In Italian:
• Poesie di. [tr. by]: Paola Minucci. [s. l.]: Milella, 1978.
In Greek- Italian:
• Poesie. [tr. by]: Vincenzo Orsina. Milano: Crocetti Editore, 1997, pp. 247.
In Serbocratian:
• Manolis Anagnostakis. Brodolom [tr. by]: Zoran Mutic. Titograd: Univerzitetska
Rijec, 1990, pp. 48.
• Pesme [tr. by]: Kseni Maritski Gatsanski. Smederevo: Smederevska Pesmitska
Jesen, 1997, pp. 163.
In Greek-French:
• Les poemes: (1941-1971). [tr. by]: Xavier Bordes.Bruxelles: Le cri, pp. 270.
• In Greek - German:
• Balladen [tr. by]: Niki Eideneier. Koln: Romiosini, 1987, pp. 288.
«ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε…1949»
Μ. Αναγνωστάκης - Βασικά χαρακτηριστικά
της ποίησης του
• Η ποίησή του είναι έντονα πολιτική.
• Χαρακτήρας εξομολογητικός, επεξεργάζεται
ποιητικά μνήμες και βιώματα.
• Η ειρωνεία.
• Ο τόνος της ποίησής του είναι
απαισιόδοξος, αιχμηρός και διδακτικός.
• Η κυριολεξία, η ακριβολογία, η χρήση του
καθημερινού λεξιλογίου.

Θεματικός πυρήνας του ποιήματος
Ο ποιητής αντιμέτωπος με το χρέος του → να
καταγγέλλει, να προβληματίζει και να αφυπνίζει
την κοινή γνώμη.
• Το ποίημα δομείται πάνω σε τέσσερα ουσιαστικά
(φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες).
• Παραστατικότητα → κλίμα απόγνωσης, φρίκης,
θανάτου, εφιαλτικών εικόνων καταστροφής, αλλά
σε τόνο χαμηλό και πικρό.
• Ρόλος παρομοίωσης «Σαν τρυπημένες σάπιες
σημαίες» → χρεοκοπία των ιδανικών.
• Καταληκτήριος στίχος σε παρένθεση → Η φωνή
του ποιητή → Ο κοινωνικός ρόλος που καλείται να
διαδραματίσει.
Ο βασικός στόχος του Αναγνωστάκη είναι να
δώσει με το κείμενό του μια ξεκάθαρη και
ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας
του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.
Κατά συνέπεια, κάθε εκφραστικό μέσο στο
κείμενο εξυπηρετεί αυτόν το στόχο.
Τον ίδιο λοιπόν ρόλο επιτελεί και η γλώσσα, οι
συγκεκριμένες λέξεις, ο τρόπος με τον οποίο
εκφράζεται ο ποιητής.
Ο λόγος χρησιμοποιείται από τον
Αναγνωστάκη ώστε να αποδοθεί με
πληρότητα το κλίμα της καταστροφής, του
πόνου και της οδύνης που κυριαρχεί στην
Ελλάδα εκείνη την εποχή.

Σύγκριση των δύο ποιημάτων
Ποιητικός διάλογος γύρω από τη σχέση της ποίησης με την
ιστορική πραγματικότητα
Ο τίτλος του ποιήματος του Αναγνωστάκη, Στον Νίκο Ε., η
χρονολογία έκδοσής του (1949), ο ακρωτηριασμένος λόγος
και το θεματικό κέντρο του ποιήματος (εμφύλιος πόλεμος)
συνηγορούν στη διαπίστωση ότι απευθύνεται στο Ν.
Εγγονόπουλο. Ο ίδιος ο Αναγνωστάκης, βέβαια, αρνείται
ότι πρόκειται για απάντηση στον Εγγονόπουλο, αλλά
αναφέρεται σ’ έναν νεκρό φίλο του και συναγωνιστή.
Στοιχείο που επιτείνει την άποψη ότι πρόκειται για
απάντηση είναι και ο στίχος σε παρένθεση, που δείχνει
την πρόθεση από μέρους του Αναγνωστάκη για έναν
ευρύτερο ποιητικό διάλογο. Υπό το πρίσμα αυτό
μπορούμε πράγματι να θεωρήσουμε το ποίημα του
Αναγνωστάκη ως απάντηση στον Εγγονόπουλο.
Ομοιότητες υπάρχουν ως προς το κοινό ιστορικό πλαίσιο
και τη συμφωνία για την τραγικότητα της εποχής,
αξιοσημείωτες είναι και οι ομοιότητες στην τεχνική των
δύο κειμένων (ελεύθερος στίχος, ελάχιστη στίξη κ.λπ).
Ως προς τη μορφή:
• ο λόγος είναι τεμαχισμένος, η
διατύπωση ελλειπτική, ενώ
χαρακτηρίζεται από λιτότητα
εκφραστικών μέσων
• ο στίχος είναι ανισοσύλλαβος και
ανομοιοκατάληκτος
• η στίξη είναι σχεδόν απούσα
• δίνονται φράσεις – στίχοι σε
παρενθέσεις.

Ως προς το περιεχόμενο:
Και τα δύο ποιήματα πραγματεύονται
το ίδιο θέμα: το χρέος της ποίησης και
του ποιητή σε δύσκολες και αιματηρές
περιόδους.
Ο χρονικός πυρήνας είναι ο εμφύλιος
πόλεμος και ο θεματικός τους
πυρήνας η φρίκη, ο θάνατος και ο
σπαραγμός που κυριαρχούν σε
εποχή εμφύλιας διαμάχης.
Κοινό σημείο των δύο ποιημάτων
είναι και το ότι αποτελούν
ποιήματα για την ποίηση.
Δεν αρκούνται, δηλαδή, στο να
καταγράψουν ή να σχολιάσουν την
ιστορική πραγματικότητα, αλλά
δηλώνουν και την άποψή τους για
το ρόλο της ποίησης και το χρέος
του ποιητή μέσα σ’ αυτήν την
εποχή καθώς και για την επίδραση
της εποχής στην ποιητική τους
δημιουργία.

Μελετώντας συγκριτικά τα
δύο ποιήματα
διαπιστώνουμε ότι η
διαφοροποίησή τους
έγκειται σε κάποια
νοηματικά στοιχεία:
Ο Εγγονόπουλος αναφέρεται
υπαινικτικά στον εμφύλιο και
στο κλίμα του με την επιλογή
συγκεκριμένων λέξεων
(εμφύλιου σπαραγμού,
αγγελτήρια θανάτου).
Ο Αναγνωστάκης παρουσιάζει
παραστατικά την εφιαλτική
εποχή με την παράθεση
οπτικοακουστικών εικόνων.

Η σημαντικότερη διαφορά, όμως, έγκειται
στη θέση τους για τη στάση του
πνευματικού ανθρώπου και ειδικότερα του
ποιητή απέναντι στη ζοφερή
πραγματικότητα.
Ο Εγγονόπουλος υποστηρίζει ότι η ποίηση
σε στιγμές τραγικές για το λαό και τη χώρα
προβάλλει ως περιττή πολυτέλεια, είναι
μάταιη. Γι’ αυτό και ο ίδιος λαμβάνει
απόφαση για ακύρωση της λειτουργίας της
ποίησης, για σιωπηρή αποχή από τα
τραγικά δρώμενα.
Πιστεύει ότι δεν ταιριάζει στην ποίηση να
καταγράφει και να σχολιάζει την ιστορική
πραγματικότητα, ειδικά σε τέτοιες τραγικές
εποχές. Δε θεωρεί χρέος του ποιητή να
σχολιάζει την πραγματικότητα και να
χρησιμοποιεί την πένα του για να εκφράσει
τις απόψεις του.
Μια τέτοια ενέργεια κάνει την ποίηση να
μοιάζει παράταιρη και ιερόσυλη. Μάλιστα,
μας δηλώνει και την επίδραση της εποχής
στην ποίησή του. Έτσι, η εποχή συνθλίβει
την έμπνευσή του και παράλληλα φορτίζει
αρνητικά την ατμόσφαιρα του έργου του.

Ο Αναγνωστάκης αντίθετα, θεωρεί ότι χρέος
του ποιητή είναι να καταγράψει ποιητικά και
να καταγγείλει τη ζοφερή πραγματικότητα,
να αφήσει δηλαδή ένα αδιάψευστο
ντοκουμέντο της τραγικής εποχής.
Ακολουθεί έναν δρόμο πιο μαχητικό ·
εκλαμβάνει την ποίηση ως μέσον
καταγγελίας των γεγονότων.
Θεωρεί ότι η ποίηση και ο ίδιος ως ποιητής
έχουν χρέος όχι μόνο να καταγράψουν την
ιστορική πραγματικότητα αλλά και να τη
σχολιάσουν, να την καυτηριάσουν, να
εκφράσουν την άποψή τους.
Έτσι, η ποίησή του αποδίδει με ωμό
ρεαλισμό την πραγματικότητα και
μοιάζει να αποτίει φόρο τιμής στους
«χαμένους φίλους».
Αυτό, μάλιστα, δεν αποτελεί μόνο
χρέος συνείδησης, αλλά και ευθύνη
απέναντι στην κοινωνία, στους
συνανθρώπους του. Είναι χρέος και
μάλιστα ύψιστο του ποιητή να
εκφράζεται για να καθοδηγεί τους
συνανθρώπους του, να τους
ευαισθητοποιεί και να τους παρακινεί
σε δράση.

Ο Αναγνωστάκης, κινούμενος στα πλαίσια
της «αντιστασιακής ποίησης», προσπαθεί
να δημιουργήσει στους αναγνώστες του
μηχανισμούς εσωτερικής αντίστασης και να
προωθήσει έτσι την αντίδραση προς την
καθεστηκυία τάξη.
Παράλληλα, με την αποστροφή του προς
τους άλλους ποιητές, «μα ποιος με πόνο θα
μιλήσει για όλα αυτά;», προσδίδει στην
ποίηση και μία ακόμη ιδιότητα. Την καθιστά
βήμα και αφορμή διαλόγου, ανταλλαγής
απόψεων και επικοινωνίας μεταξύ των
ποιητών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΥ
• Αμπατζοπούλου Φραγκίσκη, Νίκος Εγγονόπουλος · Ο
Υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής. Αθήνα, Εταιρεία
Συγγραφέων, 1988.
• Ανδρικοπούλου Νέλλη, «Άγνωστες πτυχές από τη ζωή και το
έργο του Νίκου Εγγονόπουλου», Η λέξη 77, 9/1988, σσ. 650-657.
• Αργυρίου Αλέξ., «Νίκος Εγγονόπουλος», Η ελληνική ποίηση ·
Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, σ.205-213 (της εισαγωγής)
και 338-340 (της ανθολογίας). Αθήνα, Σοκόλης, 1979.
• Αργυρίου Αλέξ., «Νίκου Εγγονόπουλου: Έλευσις», Ποιητική
Τέχνη Β’, αρ. 25, 1/4/1947 (τώρα και στον τόμο Διαδοχικές
αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, σσ.149-154. Αθήνα,
Γνώση, 1983).
• Γεωργουσόπουλος Κώστας, «Μαγνόλια ή περί των πτητικών
φυτών», Η λέξη 1, 1/1981, σσ. 4-7.
• Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Νίκος Εγγονόπουλος · Ο θάνατός
του στον ελληνικό Τύπο», Διπλή Εικόνα 7, 4/1986, σσ. 62-67.
• Διάλεξη, Επιθεώρηση Τέχνης 99, 3/1963, σσ. 193-197.
• Ελύτης Οδυσσέας, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά Χαρτιά,
σσ. 293-294. Αθήνα, Αστερίας, 1974.

Εμπειρίκος Ανδρέας, «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασσάν
και του Βοσπόρου», Αμπατζοπούλου Φραγκίσκη, …δεν άνθησαν ματαίως ·
Ανθολογία υπερρεαλισμού, σσ. 331-334. Αθήνα, Νεφέλη, 1980.
• Ζαμάρη Ρένα, Ο ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος · Επίσκεψη τόπων και
προσώπων. Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1993.
• ΙΔΡΥΜΑ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ-ΧΟΡΝ, Νίκος Εγγονόπουλος: Ωραίος σαν Έλληνας
[εννέα μελέτες], επιμ. Γ. Γιατρομανωλάκης, εκδ. Ι.Γ.Χ., Αθήνα 1996.
• Κεντρωτής Γιώργος, «Τα πικρά ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου. Μια
προσέγγιση», Διαβάζω 369, 12/1996, σσ. 62-68.
• Κουμπής Αδαμάντιος, Πίνακας Λέξεων των ποιημάτων του Νίκου
Εγγονόπουλου. Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998.
• Μπελεζίνης Ανδρέας, «Ένας διάλογος με ομότεχνους και αντίτεχνους» (κριτική
για την Κοιλάδα με τους ροδώνες), Διαβάζω 21, 6/1979, σσ.70-74.
• Παρίσης Ν., «Μια ποιητική συνομιλία: Ο Αναγνωστάκης ‘συνομιλεί’ με τον
Εγγονόπουλο», περιοδ. Ελί-τροχος, τ.χ. 7, Πάτρα, Φθινόπωρο 1995, σσ. 57-64.
• Πετρίδης Λ., «Βράχε τραχύτατε του Ελμπασάν και πράσινη απαλή δαντέλα του
Βοσπόρου», Ο Ταχυδρόμος 669, 4/2/1967, σσ. 41-52.
• Σπητέρης Τώνης Π. – Αργυρίου Αλέξ., «Εγγονόπουλος Νίκος», Παγκόσμιο
Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.
• Χατζηφώτης Ι.Μ., «Εγγονόπουλος Νίκος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 6. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Connoly D., «Έλληνες υπερρεαλιστές σε αγγλική μετάφραση · Προβλήματα,
Παράμετροι και Δυνατότητες», Πόρφυρας 71-72 (Κέρκυρα), 10/1994 - 3/1995,
σσ. 7-20.
• Friar K., Modern greek poetry · From Cavafis to Elytis. New York, Simon &
Schuster, 1986.
Αφιερώματα περιοδικών - Συνεντεύξεις
• «Μια συνομιλία με τον Νίκο Εγγονόπουλο», Η λέξη
1, 1/1981, σσ. 54-55.
• Ηριδανός 4, 2-3/1976, σσ. 33-156.
• Διαβάζω 381, 1/1998.
• «Η ζωή και το έργο του Νίκου Εγγονόπουλου», Ο
Ταχυδρόμος 669, 4/2/1967.
• Χάρτης 25-26, 11/1988.
• Επτά Ημέρες Καθημερινής, 25/5/1997.
Διαδικτυακή Βιβλιογραφία
• http://www.engonopoulos.gr/
• http://www.eikastikon.gr.zografiki.egonopoulos.html
• http://www.engonopoulos.gr/_homeEL/
• http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=737
• http://www.greeklanguage.
gr/greekLang/portal/blog/archive/2007/03/14
/668.html

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
• «Αφιέρωμα» στο περιοδικό Αντί, περίοδος β΄, τεύχος 846, 1
Ιουλίου 2005.
• «Ο Στόχος και η Σιωπή Εισαγωγή στην ποίηση του Μ.
Αναγνωστάκη», Vincenzo Orsina, Νεφέλη, Αθήνα 1995.
• «Ο Χρόνος Ο Λόγος Η ποιητική δοκιμασία του Μανόλη
Αναγνωστάκη· μια οπτική», Άννα Τζούμα, Νεφέλη, Αθήνα
1982.
• «Μανόλης Αναγνωστάκης Ένας φανατικός πεζοπόρος της
ποίησης», Γιάννης Πιπίνης, Σόκολης, Αθήνα 1999.
• «Τρία κείμενα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη», Παν. Μουλλάς,
στιγμή, Αθήνα 1998.
• «Μανόλης Αναγνωστάκης, Αφιέρωμα», περιοδ. Εντευκτήριο,
τεύχος 71, Θεσσαλονίκη Δεκέμβριος 2005.
• «Μανόλης Αναγνωστάκης», περιοδ. Η λέξη, τεύχος Οκτ.-Δεκ.
2005.
• «Μανόλης Αναγνωστάκης – Ντίνος Χριστιανόπουλος Πέραν
των Ανομοιοτήτων», Δημήτρης Κόκορης, περιοδ. Αντί, τεύχος
775, 2002.
• «Το ΥΓ. του Μανόλη Αναγνωστάκη Η ποίηση
έξω από τη σελίδα», Φραγκίσκη
Αμπατζοπούλου, περιοδ. Γράμματα και Τέχνες
Ιανουάριος 1984.
• «Πολιτική και ποίηση», Δ.Ν. Μαρωνίτης,
Εφημερίδα Το ΒΗΜΑ, Αθήνα 3/7/2005.
• ΑΦΙΕΡΩΜΑ, περιοδ. Ελί-τροχος, τεύχος 7, «Μ.
Αναγνωστάκης», Πάτρα, Φθινόπωρο 1995, σσ.
7-86.
• «Για τον Αναγνωστάκη κριτικά κείμενα»,
Επιλογή: Νάσος Βαγενάς, εκδ. Αιγαίον,
Λευκωσία 1996.
• Σαμαρά Ζ., «Προοπτικές του Κειμένου»,
Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 66-67.

ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Ποιήματα
• http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_a
nagnwstakhs_poems.htm
• http://www.snhell.gr/lections/writer.asp?id=1
Μελοποιημένα ποιήματα
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=index
&sort=alpha&lyricist_id=143
Διαδικτυακή Βιβλιογραφία
• http://www.eyliko.
gr/htmls/glossa/diktibibl/filoganagnostakis.aspx
• http://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,6781.0
.html
• http://greece.poetryinternationalweb.org/piw_cms/cms/
cms_module/index.php?obj_name=greece
• http://www.greece2001.gr/writers/ManolisAnagnostaki
s.html