Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παπαδιαμάντης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παπαδιαμάντης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.1.11

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Πρώτη ενότητα
Στην πρώτη ενότητα γνωρίζουμε τον πρωταγωνιστή , ο οποίος συστήνεται μόνος του και απ’
την αρχή αυτοπαρουσιάζεται με δύο διαφορετικά πρόσωπα. Απ’ τη μια ο βοσκός, φτωχός ,
έφηβος, αγράμματος , ωραίος , γυμνασμένος , ζει μέσα στη φύση και προπάντων είναι
ευτυχής. Η ευτυχία του είναι απόρροια όλων των προηγούμενων. Συνδέεται μάλιστα και με
ένα γεγονός του καλοκαιριού- προσήμανση για το όνειρο στο κύμα , το βασικό επεισόδιο του
διηγήματος. Απ’ την άλλη ο δικηγόρος. Ζει στην Αθήνα , εργάζεται ως βοηθός δικηγόρου
χωρίς μεγάλη επαγγελματική και οικονομική επιτυχία, είναι περιορισμένος , σχεδόν δεμένος,
χωρίς περιθώρια πρωτοβουλιών , μίζερος και δυστυχής.
Πώς έχασε την ευτυχία; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος. Έμαθε γράμματα. Αυτά τον έκαναν
να παρατήσει την απλή φυσική ζωή , να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον και να καταλήξει
όμως στη μιζέρια καθώς δε μπόρεσε ποτέ να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Έχει
απαξιώσει στη συνείδηση του τις σπουδές πιστεύοντας ότι τον οδηγούν στη θλιβερή
πραγματικότητα.
Έτσι ποθεί να υπερβεί το ασφυκτικό παρόν και βρίσκει καταφύγιο στις παιδικές αναμνήσεις
και στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Σισώης: Το τότε με το τώρα συνδέονται με τη ιστορία του Σισώη, του ανθρώπου που του
έμαθε γράμματα. Η ιστορία του Σισώη (μια εγκιβωτισμένη αφήγηση) ξενίζει και με το
περιεχόμενό της και με την έκταση που παίρνει και με τη θέση της στην αρχή του
διηγήματος. Η ιστορία όμως αυτή έχει λειτουργική θέση στο κείμενο. Αποτελεί μια
παράλληλη πορεία που έρχεται σε σύγκριση με αυτή του ήρωα. Ο Σισώης ήταν μοναχός,
εξαιτίας ενός έρωτα παράτησε τη μοναστική ζωή, έγινε δάσκαλος(ξέπεσε) , αργότερα όμως
επέστρεψε στο δρόμο του , μετάνιωσε και γύρισε σε αυτό που του ταίριαζε. Ο ήρωάς μας
ήταν ευτυχής ζώντας στη φύση, το ερωτικό επεισόδιο που θα γνωρίσουμε τον έκανε να
ξεπέσει στην αστική ζωή, αλλά αυτός δε μπόρεσε να γυρίσει πίσω , να λυτρωθεί όπως ο
Σισώης. Έτσι η ιστορία του μοναχού τονίζει περισσότερο τη δυστυχία του ήρωα καθώς η
δική του πορεία έμεινε ανολοκλήρωτη.
Απ, την άλλη μεριά η εκμάθηση των γραμμάτων από έναν μοναχό έπαιξε σημαντικό ρόλο
στη ζωή του , αφού διαμόρφωσε τον τρόπο σκέψης και δράσης του, επηρέασε κατά πολύ την
ηθική συμπεριφορά του. Ο Σισώης αποτελεί οδηγό και πρότυπο στη ζωή του αφηγητή γι’
αυτό και δικαιωματικά παίρνει τέτοια θέση στην αρχή της ιστορίας του.
Χωρίς να το ηξεύρω: διάσταση μεταξύ βοσκού και δικηγόρου. Η διαφορά τους είναι η
ώριμη γνώση. Ο βοσκός ζει ασυνείδητα μεν , ευτυχισμένα δε. Ο δικηγόρος μεγάλος πια
μπορεί να καταλάβει την ευτυχία που βίωνε, καθώς έχει να τη συγκρίνει με το θλιβερό του
παρόν
Η φύση: Η φύση δεν είναι μόνο το ειδυλλιακό περιβάλλον , αλλά απ’ την αρχή κιόλας
παίζει λειτουργικό ρόλο καθώς είναι η αιτία της ομορφιάς, της δύναμης και της ευτυχίας του
ήρωα.
Καποδίστριας : οι ιστορικές αναφορές έχουν στόχο να κάνουν πιο πειστική την ιστορία.
Ρεαλιστικό στοιχείο- γνωστή η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια.
Εκκλησιαστικά στοιχεία : δείγματα της εμπειρίας του Παπαδιαμάντη από την ορθόδοξη
χριστιανική ζωή( μοναχός – διάκονος-κοινόβιο Ευαγγελισμού, Ριζάρειος)
Σκύλος- σχοινί: η παρομοίωση αυτή δεν είναι απλό εκφραστικό μέσο. Είναι μια
προσήμανση για τη συνέχεια. Το σχοινί θα παίξει σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Το
σχοίνιασμα το δικό του θα συσχετιστεί με το σχοίνιασμα της Μοσχούλας – κατσίκας
187… ---οριακό σημείο της ευτυχίας του-προσήμανση. Ο αναγνώστης προειδοποιείται ότι
θα ακολουθήσει μια εξομολογητική αφήγηση που θα μας παρουσιάσει την τελευταία στιγμή
ευτυχίας του πρωταγωνιστή.
Δεύτερη ενότητα
Παρελθόν- προετοιμασία του βασικού επεισοδίου- γνωριμία των άλλων προσώπων:
Ο αφηγητής ξεκινά από μια γενική εικόνα της ζωής του γα να καταλήξει στη γνωριμία με τη
Μοσχούλα. Βασικό στοιχείο της ζωής του είναι η επαφή με τη φύση «φυσικός άνθρωπος».
Ήταν μέρος της φύσης «είχα μεγάλη συγγένεια με τους δύο». Η φύση του έδινε τα πάντα.
Την αίσθηση της ελευθερίας, της κυριαρχίας και της απόλυτης εξουσίας «ήτον δικόν μου-
ήσαν δικά μου – οι λόγγοι , οι φάραγγες , αι κοιλάδες , ο αιγιαλός και τα βουνά» όλα αυτά
ήταν δικά του και μπορούσε όποτε ήθελε να τα καρπωθεί. Κύριο χαρακτηριστικό της
φυσικής ζωής η έλλειψη της ανθρώπινης ιδιοκτησίας. Στο χωράφι του γεωργού , στα
σταφύλια της χήρας είχε και αυτός τα ίδια δικαιώματα. Ο μόνος χώρος που δεν είναι δικός
του είναι μια περιφραγμένη ιδιοκτησία. Έτσι φτάνουμε αβίαστα(πάλι με ένα αντιθετικό
σχήμα) να γνωρίσουμε τον κύριο Μόσχο . Ο κυρ Μόσχος σε αντίθεση με το βοσκό είναι
πλούσιος , κατέχει μεγάλη έκταση γης αλλά αυτοπαγιδεύεται στον περίκλειστο χώρο του
στενεύοντας έτσι τα όρια της ελευθερίας του. Η αλαζονεία του πλούτου του στερεί την πλήρη
ελευθερία που αισθάνεται ο βοσκός.
Ο κυρ Μόσχος συνδέεται επίσης και με την ανηψιά του , τη Μοσχούλα, εκεί που θέλει να
καταλήξει ο αφηγητής. Η ομωνυνία μάλιστα των δύο μπορεί να δικαιολογείται από τη
συνήθεια της εποχής, αλλά για τον Παπαδιαμάντη παίζει διαφορετικός ρόλο. Συνδέει στενά
αυτούς του δύο και κάνει ακόμα πιο απόμακρη τη Μοσχούλα για το βοσκό αφού ανήκει σε
έναν άλλο κόσμο και δικαιολογεί έτσι από τη μια την κρυφή επιθυμία να τη γνωρίσει( η έλξη
του απαγορευμένου) αλλά και την αρχική ντροπή του να έρθει σε επαφή μαζί της.
Πρώτη περιγραφή της Μοσχούλας: Η Μοσχούλα έχει γίνει αντικείμενο της προσοχής και
του θαυμασμού του βοσκού. Την έχει εξιδανικεύσει και έτσι δικαιολογείται και η έλξη του γι’
αυτήν και η λυρική γεμάτη σχήματα λόγου περιγραφή της. Είναι θερμόαιμος(μεταφορά) τα
μάτια της σαν περιστέρια, σαν τη νύμφη του Άσματος , σα πτηνό του γιαλού ( παρομοιώσεις)
, ο λαιμός της απείρως λευκότερος (υπερβολή) ωχρά , ρόδινη, χρυσαυγίζουσα (τριμερές
ασύνδετο σχήμα, αντίθεση). Όλα αυτά τα σχήματα κάνουν έκδηλα τα ερωτικά αισθήματα
του βοσκού, ο οποίος επειδή η Μοσχούλα μοιάζει απλησίαστο αγαθό προβάλλει τα
συναισθήματα του στην αγαπημένη του κατσίκα που της δίνει το όνομα της κοπέλας.
Δεύτερη ομωνυμία που θα προοικονομήσει την πρώτη επαφή και θα συνδέσει στο μυαλό του ήρωα τις δυο αγαπημένες του που θα γίνουν οι πρωταγωνίστριες του βασικού
επεισοδίου του διηγήματος.
Τα δύο πρώτα επεισόδια της γνωριμίας των νέων:
Πρώτο επεισόδιο: η ομωνυμία είναι αυτή που θα φέρει τους δύο νέους σε επαφή. Ήδη ο
αφηγητής έχει προοικονομήσει τη γνωριμία τους αφού τα μέρη που ο βοσκός φέρνει τα
κοπάδια του τα έχει τοποθετήσει κοντά στο παράθυρο της Μοσχούλας. Ενώ όμως δίνεται η
δυνατότητα στο βοσκό να έρθει σε επικοινωνία μαζί της , αυτός σπεύδει να την κόψει και
μάλιστα να αποκλείσει και κάθε πιθανή συνέχεια. Δικαιολογείται ίσως από την αγωνία του
να βρει την κατσίκα του αλλά και από την ντροπή που θα ένιωθε κάθε έφηβος μπροστά στην
έκφραση και την αποκάλυψη των αισθημάτων του.
Δεύτερο επεισόδιο: Το θάρρος αυτή τη φορά το παίρνει η Μοσχούλα. Έχοντας από έμμεσες
πηγές την εικόνα του βοσκού με τη φλογέρα βρίσκει την ευκαιρία να ανοιχτεί στο νέο. Η
πρωτοβουλία της αυτή αλλά και η προσφορά των δώρων δείχνουν πώς και η νέα
ενδιαφερόταν για το βοσκό ή τουλάχιστον έψαχνε σύντροφο στη μοναξιά της. Έτσι ο βοσκός
θα ξεπεράσει και αυτός τη ντροπή του και η σχέση θα προχωρήσει ένα ακόμα βήμα.
Κοινωνικά ζητήματα: Δυο αναφορές της ενότητας αναδεικνύουν τους κοινωνικούς
προβληματισμούς του Παπαδιαμάντη. Στην πρώτη περίπτωση ο συγγραφέας στηλιτεύει
τους ανθρώπους της εξουσίας τους απλούς υπαλλήλους της που εκμεταλλεύονται τη θέση
τους για να καρπώνονται τους κόπους των πολιτών. Στη δεύτερη περίπτωση ο κυρ
Μόσχος γίνεται ο εκπρόσωπος της τάξης των πλουσίων με το απέραντο κτήμα του, τον
πύργο του, προσπαθεί να κρατήσει μακριά του τους φτωχούς ανθρώπους του χωριού με
τον περίβολό του αλλά για τον Παπαδιαμάντη ο περίβολος αυτός γίνεται σύμβολο της
απομόνωσής του και του περιορισμού και της ανελευθερίας του.
«μιάν ημέραν» ένδειξη επιτάχυνσης και μάλιστα «παύσης» : ο αφηγητής διαλέγει μόνο τα
γεγονότα που τον εξυπηρετούν , διευκολύνουν στο πέρασμά του στο βασικό επεισόδιο της
ιστορίας
απώλεια Μοσχούλας: πρώτος κίνδυνος για τη Μοσχούλα :
-ευκαιρία συνάντησης με την κοπέλα
- προσήμανση του τραγικού τέλους της κατσίκας
-ένδειξη της σημασίας που έχει για το βοσκό , κάτι που θα παίξει ρόλο αργότερα όταν θα
βρεθεί στο δίλημμα σωτηρίας ανάμεσα στην κοπέλα και την κατσίκα
Τρίτη ενότητα
Τρεις περιγραφές : γιαλός – ηλιοβασίλεμα – σπήλαιο:
Οι περιγραφές αυτές έχουν ως στόχο αφ ενός να επιβραδύνουν την πλοκή , να
καθυστερήσουν το βασικό επεισόδιο εντείνοντας την αγωνία του αναγνώστη και αφ ετέρου
να δημιουργήσουν μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα , το περιβάλλον το κατάλληλο για να άντρου προοικονομεί την εμφάνιση της Μοσχούλας καθώς ο αφηγητής αναφέρεται στο
μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι του κυρ- Μόσχου. Τέλος οι περιγραφές αποσκοπούν και στην
αισθητική απόλαυση των αναγνωστών αφού είναι δείγματα της συγγραφικής τέχνης του
Παπαδιαμάντη γεμάτες από λυρισμό και εκφραστικά στολίδια του λόγου.
Πρώτη περιγραφή : γιαλός
Μεταφορές : αγκαλίτσες, ελιγμοί, δαίδαλοι του νερού
Προσωποποιήσεις: νερό μορμυρίζον , χορεύον
Παρομοιώσεις : ομοιάζον με βρέφος
Αυτός ο όμορφος γιαλός είναι ο πρώτος πειρασμός στον οποίο υποκύπτει ο βοσκός
«λιμπίστηκα» «ελαχτάρησα», ο οποίος από τώρα έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον της
προστασίας του κοπαδιού αλλά εξέρχεται νικητής καταδεικνύοντας την αδυναμία του
βοσκού να του αντισταθεί.
Δεύτερη περιγραφή : ηλιοβασίλεμα
Μεταφορές: βασιλέψει
Παρομοιώσεις: λαμπρά πορφύρα
Τάπης
Η περιγραφή αυτή διαμορφώνει την ερωτική ειδυλλιακή ατμόσφαιρα που θα παγιδέψει το
νεαρό βοσκό
Τρίτη περιγραφή : το άντρο
Επίθετα
Παρομοιώσεις : νύμφες
Μεταφορά : έζωνε
Πολλοί τοπικοί προσδιορισμοί : δείγμα ρεαλισμού. Προσπάθεια του Παπαδιαμάντη να
δείξει την ακριβή θέση του βοσκού , έτσι ώστε στη συνέχεια να δικαιολογήσει τις κινήσεις και
τους δισταγμούς του.
Μπάνιο: στην αφήγηση του μπάνιου βλέπουμε για άλλη μια φορά τη σύγκρουση της
σωματικής απόλαυσης ( γλύκα , μαγεία , έν με το κύμα) με το χρέος .Αυτή τη φορά η αίσθηση
του χρέους και η αγάπη για την κατσίκα του θα υπερτερήσουν.
Σχοινί : προσήμανση του σχοινιάσματος αλλά και προοικονομία
Πλατάγιασμα: πρώτος ήχος που αλλάζει την πλοκή του μύθου. Η ήχοι παίζουν σημαντικό
ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας ( δραματική λειτουργία)

Σατυρίσκος του βουνού: ο ήρωας συναισθάνεται τη ενοχή του και την ομολογεί.
Καταλαβαίνει ότι εύκολα θα κατηγορηθεί για κρυφές ερωτικές επιθυμίες. Εξάλλου ο ίδιος
λέει ότι παρακολουθούσε τη Μοσχούλα και ήξερε τις συνήθειές της. Η έκφραση «σατυρίσκος»
είναι μια προσπάθεια απενοχοποίησης αφού επιχειρεί να μικρύνει το έγκλημά
του(υποκοριστικό) και να διώξει κάθε υποψία εσκεμμένης ενέργειας. Βέβαια αυτά δεν τον
αποτρέπουν από το να ανέβει στο βράχο και να δει γυμνή τη Μοσχούλα.
Τέταρτη ενότητα :
Τα διλήμματα του βοσκού:
το βοσκόπουλο βλέπει μέσα σε ένα ονειρικό τοπίο την αναδυόμενη Μοσχούλα(παρομοίωση :
ως ποταμός από μαργαρίτες), τραβά την προσοχή του και σχηματοποιεί τον πειρασμό που
πρέπει να αποφύγει.
Πρώτη σκέψη : να φύγει .
Απορρίπτεται : η Μοσχούλα εξαιτίας της θέσης του θα τον έβλεπε και θα τον κατηγορούσε
για αθέμιτους ανήθικους σκοπούς
Δεύτερη σκέψη : να φωνάξει
Απορρίπτεται : δεν ήξερε να συμπεριφερθεί κόσμια ( αγροίκος)
Τρίτη σκέψη : να μείνει
Απορρίπτεται: ο Σισώης τον είχε συμβουλέψει να αποφεύγει τον γυναικείο πειρασμό.
Εμφανίζεται πάλι ο Σισώης ο οποίος έχει διαμορφώσει τους ηθικούς κανόνες της ζωής του
βοσκού και δικαιολογεί την απόρριψη της πιο απλής λύσης
Μεταφορές : βραχίονας τορνευτούς / χρυσίζουσαν κόμην / κόλποι γλαφυροί/ ναυς των
ονείρων
Παρομοίωση: ως γάλα / ως ναυς μαγική
Χιαστί: αμαυράν κόμην
Τράχηλον εύγραμμον
Λευκάς ωμοπλάτας
Βραχίονας τορνευτούς
Οξύμωρο : αμαυράν κι όμως χρυσίζουσαν
«Ούτε μου ήλθε τότε η ιδέα….πλέον τα επίγεια» η επίδραση του ονείρου στο βοσκό είναι
καταλυτική. Μένει έκθαμβος. Βρίσκεται σε έκσταση. Απογειώνεται από την πραγματικότητα.
Ξεχνάει τους δισταγμούς του , τα διλήμματά του, τη δύσκολη θέση του. Μόνο απολαμβάνει.
Έτσι δικαιολογεί και στον εαυτό του το ότι δεν άρπαξε την ευκαιρία τώρα που η Μοσχούλα
κοιτούσε προς την άλλη πλευρά να φύγει και να μην τον αντιληφθεί.
Πέμπτη ενότητα : επιστροφή στην πραγματικότητα
«δεν δύναμαι να είπω»: ο δικηγόρος ξεχωρίζει τις σκέψεις του από αυτές του βοσκού
νιώθοντας ντροπή για τους πονηρούς λογισμούς του. Προσπαθεί να απενοχοποιηθεί
λέγοντας πως δε σκέφτηκε τον κίνδυνο της Μοσχούλας αλλά και μόνο η αναφορά
αποδεικνύει τις ένοχες σκέψεις του. Απ’ την άλλη μεριά οι σκέψεις αυτές του βοσκού που
προσπαθεί να αποποιηθεί αποτελούν και προσήμανση του γεγονότος που θα ζήσουμε σε
λίγο με τον απειλούμενο πνιγμό της Μοσχούλας.
«Ήρχισεν αίφνης να βελάζει»: ο δεύτερος ήχος που παίζει δραματικό ρόλο στο διήγημα. Το
βέλασμα της κατσίκας επαναφέρει το βοσκό από το όνειρο στην πραγματικότητα. Είναι ο
εξωτερικός παράγοντας που κινεί την πλοκή του μύθου καθώς θα αναγκάσει το βοσκό πάνω
στην αμηχανία του και στην επιθυμία του να σώσει το αγαπημένο του ζώο να βγει από την
κρυψώνα του και να γίνει φανερός στη Μοσχούλα-κόρη.
Η ομωνυμία κόρης - κατσίκας που έδωσε την ευκαιρία στην αρχή να συναντηθούν για
πρώτη φορά οι δύο νέοι τώρα παίζει έναν ακόμα δραματικό ρόλο. Γίνονται οι δύο πόλοι
(κόρη και κατσίκα) στο δίλημμα του νεαρού βοσκού. Να σώσει την κατσίκα του ή να σώσει
τη σχέση του με τη κόρη που θα βρεθεί σε κίνδυνο αν ανακαλυφθεί; Και αργότερα να σώσει
τη Μοσχούλα ή την κόρη που θα κινδυνεύσει;
«δεν εσκέφθην αν ήτον φόβος να με ιδή»: ο βοσκός μέσα στην αμηχανία του και
κυριευμένος από τον φόβο του σχοινιάσματος της κατσίκας του (προσήμανση) σηκώνεται
από την κρυψώνα του για να γίνει έτσι αντιληπτός από την κόρη.
Έκτη ενότητα :
«άφηκε μισοπνιγμένην κραυγή φόβου»: νέος ήχος που φέρνει τον βοσκό σε νέο δίλημμα.
«να τρέξω» ή να «ριφθώ»;
«μια βάρκα εφάνη»: από το δίλημμά του γλιτώνει πάλι από έναν εξωτερικό παράγοντα.
Αυτή τη φορά είναι μια βάρκα. Ένα ξένο στοιχείο μέχρι αυτή τη στιγμή στην πλοκή γι’ αυτό
και ο Παπαδιαμάντης νιώθει την ανάγκη να το δικαιολογήσει « συγκυρίαν όχι παράδοξον».
Η βάρκα αυτή αντί να δώσει θάρρος στη Μοσχούλα της επιτείνει το φόβο. Δεν πρέπει να μας
παραξενεύει μια τέτοια αντίδραση. Η νεαρή κοπέλα νομίζει ότι έκανε μπάνιο μόνη της.
Ξαφνικά ανακαλύπτει την παρουσία ενός ξένου που την παρακολουθεί και την επόμενη
στιγμή βλέπει κάποιους άλλους με μια βάρκα να την πλησιάζουν. Είναι φυσιολογικό να
τρομάξει αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι πρόκειται για μια περιορισμένη κοπέλα χωρίς
πολλές συναναστροφές.
Η δεύτερη κραυγή της σπρώχνει το βοσκό να πέσει στη θάλασσα για να σώσει την κοπέλα
των ονείρων του.
Η διάσωση
Η περιγραφή της διάσωσης από τον ίδιο τον ήρωα έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας
κινηματογραφικής – επικής προσπάθειας.
Η προσπάθεια του χαρακτηρίζεται από ταχύτατες κινήσεις ( πάραυτα –με τρία στιβαρά
πηδήματα εντός ολίγων λεπτών- εγκαίρως) και από υπερβολική δύναμη ( αι δυνάμεις μου
επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως). Η αγωνία του βοσκού για το αν θα προλάβει ζωντανή τη
Μοσχούλα είναι έκδηλη.(ως μνήμα υγρόν- εγγύτερον του θανάτου- δεν παρείχε σημεία ζωής
– ήθελε τη ζωή της – ω ας έζη). Η ανακούφισή του επίσης και αυτή ολοφάνερη. (δόξα τω θεώ
– ποτέ δε θα εζήτουν αμοιβή). Μα πάνω απ’ όλα αυτό που του μένει από την προσπάθεια του
είναι η ευτυχία που ένιωσε από την επαφή του σώματός του με αυτό της Μοσχούλας. Το
αγκάλιασμα αυτό δεν ήταν μια απλή σαρκική επαφή. Ήταν η μόνη ευτυχισμένη στιγμή της
ανώφελούς ζωής του. Ήταν η μεταφορά του ονείρου στην πραγματικότητα. Ο βοσκός
κατάφερε να ζήσει το όνειρό του.
«Επί πόσον…….το ίδιον όνειρόν του»: ο δικηγόρος πια κάνει την αποτίμηση αυτής της
στιγμής του παρελθόντος. Χρόνια μετά και έχοντας ως σύγκριση τις άλλες σαρκικές επαφές
που έζησε , οι οποίες δεν είχαν κανένα συναισθηματικό δέσιμο, δεν ήταν αληθινές, θεωρεί
την επαφή με τη Μοσχούλα ως την ευτυχέστερη στιγμή της ζωής του. Για άλλη μια φορά οι
άσχημες εμπειρίες του παρόντος στρέφουν τον ήρωα στο παρελθόν , το οποίο το εξιδανικεύει
και το ντύνει με το πέπλο του ονείρου και του άπιαστου.
Έβδομη ενότητα: επίλογος
ο επίλογος δεν έχει αφηγηματικό χαρακτήρα αλλά ο ήρωας επιστρέφοντας στο παρόν κάνει
έναν απολογισμό της ζωής του , αναζητά και καταδεικνύει τις αιτίες της δυστυχίας του και
βέβαια κλείνει όλα τα θέματα που έχουν μείνει ανοιχτά στην ιστορία του.
«η Μοσχούλα έζησε»: η κοπέλα πληροφορούμαστε ότι επέζησε. Η έκπληξή μας όμως
βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίζεται από τον ήρωα. Η Μοσχούλα δεν είναι πια η
ονειρώδης ύπαρξη, η μοναδική στη ζωή του αλλά μια ασήμαντη γυναίκα , κοινή σαν
όλες της άλλες κουβαλώντας μάλιστα και το προπατορικό αμάρτημα που κουβαλούν όλες
οι θυγατέρες της Εύας. Η αντίθεση αυτή καταδεικνύει ξεκάθαρα και την αντίθεση του
τότε με το τώρα στη ζωή του δικηγόρου. Το παρελθόν του , η ζωή στη φύση , η ευτυχία
και η αθωότητα ήταν το περιβάλλον στο οποίο η Μοσχούλα μπορούσε να πάρει ονειρικές
διαστάσεις. Το παρόν, η πόλη, η μιζέρια του δεν χωρούν όνειρα, αλλά καθετί το
περιβάλλουν με τη δυστυχία τους . Έτσι και η Μοσχούλα του παρόντος είναι και αυτή ένα
θλιβερό δείγμα της ωριμότητας , του συμβιβασμού που επιβάλλει, του αποπνικτικού
κοσμικού περιβάλλοντος το οποίο αποστρέφεται ο αφηγητής.
«μετρίως ελυπήθην»: αν η κοπέλα σώθηκε , η κατσίκα δεν τα κατάφερε αλλά, όπως ήδη
είχε προσημανθεί, σχοινιάσθηκε. Το παράξενο είναι ότι ο βοσκός και για αυτήν την
πολυαγαπημένη του κατσίκα δε νιώθει καμία λύπη. Βέβαια τα λόγια του αφήνουν να εννοηθεί κάποια συμπόνια για το χαμό του ζώου αλλά ο θάνατός του αντισταθμίζεται αφού
η παραμέληση της κατσίκας του έδωσε την ευκαιρία να απολαύσει το άπιαστο όνειρό του.
Απ’ την άλλη μεριά το ενδιαφέρον τώρα του δικηγόρου μας επικεντρώνεται στην παρούσα
κατάστασή του , όπου τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει είναι μεγαλύτερα και πιο
θλιβερά από το θάνατο της κατσίκας του.
«Κι εγώ»: ο τρίτος πόλος , ο τρίτος ήρωας του διηγήματος. Μαθαίνουμε και τη δική του
κατάληξη που βέβαια μας είναι γνωστή από τον πρόλογο. Εδώ όμως ο αφηγητής προχωρά σε
μια πιο αναλυτική περιγραφή των αιτιών που τον οδήγησαν στη σημερινή του μιζέρια.
1) πρώτα απ’ όλα έμαθε γράμματα και έγινε δικηγόρος. Ο ίδιος ο ήρωας αντιμετωπίζει
ειρωνικά τη μόρφωσή του. Πήγε σε δύο ιερατικές σχολές και έγινε «όπως ήτον επόμενον»
δικηγόρος!. Η κοσμική του μόρφωση όμως δε του εξασφάλισε τη σωτηρία της ψυχής του. Τα
λίγα γράμματα αναγνωρίζει τώρα πια ότι θα του ήταν αρκετά.
2) Η έξοδός του από το μοναστήρι , η κοσμική ζωή γεμάτη πειρασμούς , το επάγγελμά του
τον απομάκρυναν και αυτά από τη λύτρωση , την αγνότητα , τον αυθορμητισμό της φυσικής
ζωής και τον οδήγησαν στον ασφυκτικό κόσμο της πόλης.
3) Το όνειρο. Ο αφηγητής αναρωτιέται μήπως το όνειρο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην
απόφασή του να μην ακολουθήσει τη μοναστική ζωή. Μήπως οι τύψεις του επειδή
παρασύρθηκε από τον πειρασμό , η αδυναμία αντίστασης μπροστά στην απόλαυση της
σάρκας, ήταν αυτά που τον έκαναν να απαρνηθεί τη ζωή του ιερέα και μάλιστα του
μοναχού. Οι ενοχές του λοιπόν τον έπεισαν ότι δεν ήταν άξιος για το ιερατικό αξίωμα και
τον στρέφουν μακριά από τη θρησκευτική ζωή. Όμως, τώρα πια , ο δικηγόρος αναγνωρίζει
ότι η αδυναμία μπροστά στον πειρασμό θα έπρεπε να τον είχαν οδηγήσει στην απόφαση να
ακολουθήσει το μοναχισμό. Εκεί θα έβρισκε τη συγχώρεση , με την άσκηση και την προσευχή
θα έφτανε στη μετάνοια και βέβαια θα κρατιόταν μακριά από το γυναικείο πειρασμό.
Αλίμονο , όμως, τώρα ( φευ) δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος.
Από τις παραπάνω σκέψεις καταλαβαίνουμε ότι ο αφηγητής έχει συνδέσει την ευτυχία με
τη σωτηρία της ψυχής μέσω της θρησκείας και της αφιέρωσης του ανθρώπου στο θεό. Η
ευτυχία γι’ αυτόν έχει μόνο πνευματικό περιεχόμενο αλλά είναι και τόσο μακρινή σχεδόν
άφταστη καθώς δε βρίσκεται στην καθημερινή ζωή μας αλλά έχει μόνο υπερβατικό
χαρακτήρα.
Σχοινί : το σχοινί στο διήγημα παίρνει διαστάσεις συμβόλου. Συμβολίζει την αποπνικτική
ζωή του αφηγητή , τον περιορισμό του από τη δουλειά του, τη στενοχωρία της πόλης αλλά
και το δέσιμό του με αυτή την πραγματικότητα από τη οποία δε μπορεί να ξεφύγει. Το
σχοίνιασμα αυτό του φέρνει στο νου το σχοίνιασμα της κατσίκας του και το δέσιμο του
σκύλου της παραβολής στης αυλή του αφέντη του και αναλογίζεται μήπως όλα αυτά δεν
ήταν τυχαία αλλά αποτέλεσαν γι’ αυτόν ένα σχοίνισμα κληρονομιάς. Καταδεικνύουν
δηλαδή το δικό του μερίδιο στη ζωή, στο οποίο είναι εγκλωβισμένος, δεμένος, ανίκανος να
ξαναβρεί την ευτυχία του.
«Ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη»: ( σχήμα κύκλου: το διήγημα τελειώνει με τον ίδιο
τρόπο που άρχισε).
Η ευχή έρχεται μετά από όλα τα προηγούμενα ως φυσική κατάληξη. Πέρα από τη νοσταλγία
που εκφράζει για την προηγούμενη ζωή του , την πίκρα και την απογοήτευσή του που τον
έχει γεμίσει το παρόν, δείχνει ξεκάθαρα και τη συναίσθηση της αδυναμίας του να γνωρίσει πάλι την ευτυχία. Ο ήρωας ξέρει ότι δε θα μπορέσει πάλι να γυρίσει πίσω, η ευχή του θα
μείνει ανεκπλήρωτη.
«Δια την αντιγραφήν”: ο Παπαδιαμάντης βεβαιώνει ότι μετέφερε τα γεγονότα αυτούσια ,
ως απλός αντιγραφέας , και βάζει απλώς την υπογραφή του. Γνωρίζοντας το βίο του
Παπαδιαμάντη, ο οποίος έχει αρκετά κοινά στοιχεία με αυτό του δικηγόρου του διηγήματος
καταλαβαίνουμε την προσπάθεια του συγγραφέα να αποστασιοποιηθεί από τον ήρωα του.
Δεν θέλει να ταυτιστεί μαζί του , δε θέλει τα γεγονότα που εξιστορεί να θεωρηθούν
αυτοβιογραφικά. Και απ’ την άλλη θέλει να προστατεύσει τον ήρωα του, να τον
αντιμετωπίσουμε ως ξεχωριστή προσωπικότητα και όχι ως προσωπείο του.
Βέβαια η προσπάθεια του δε μπορούμε να τη θεωρήσουμε επιτυχημένη. Γίνεται κατανοητό
ότι πίσω από το δικηγόρο κρύβεται ο Παπαδιαμάντης. Ο δικηγόρος είναι το προσωπείο το
οποίο χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα, τις δικές του
σκέψεις , να παρουσιάσει τους βασικούς άξονες της δικής του ζωής.
«ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ»
(του Απόστολου Μπενάτση, επίκουρου καθηγητή θεωρίας της λογοτεχνίας στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
Διαβάζοντας κανείς Παπαδιαμάντη και προστρέχοντας στην κριτική που ασχολήθηκε με το
έργο του, έχει την εντύπωση ότι πολλά θέματα έχουν θιγεί, αλλά πάντοτε υπάρχει χώρος για
περαιτέρω διερεύνηση. Η γλώσσα, η φύση, το ερωτικό στοιχείο και το αυτοβιογραφικό
υπόβαθρο είναι στοιχεία που τράβηξαν την προσοχή των μελετητών. Ιδιαίτερη προσοχή
δόθηκε στις αφηγηματικές τεχνικές του σκιαθίτη συγγραφέα. Η ενασχόληση ωστόσο με τα
ίδια τα κείμενα του Παπαδιαμάντη μπορεί να οδηγήσει σε μια πληρέστερη ερμηνεία του
έργου του. Έχει συζητηθεί βέβαια η ηθογραφική πλευρά των διηγημάτων του, αλλά το
ενδιαφέρον είναι ότι ο «Άγιος των ελληνικών γραμμάτων» δεν ασχολήθηκε μόνο με τα
ήθη και τα έθιμα της ελληνικής υπαίθρου, αλλά και με τα ανθρώπινα πάθη. Απ' αυτή
λοιπόν την οπτική γωνία θα ερμηνεύσουμε το «Όνειρο στο κύμα».
Από χρονική σκοπιά το έργο μπορεί να διακριθεί σε δυο μεγάλες κατηγορίες, το πριν και το
μετά. Το πριν αναφέρεται σε γεγονότα που αρχίζουν από «το θέρος εκείνο του έτους 187...»,
συνεχίζονται το «χειμώνα που ήρχισ' ευθύς κατόπιν» και φτάνουν ως τη στιγμή που ο ήρωας
εξέρχεται του Πανεπιστημίου: «δικηγόρος με δίπλωμα προλύτου», χωρίς ωστόσο να έχει
πετύχει κάτι σημαντικό στη ζωή του. Όσα ακολουθούν μετά απ' αυτά τα συμβάντα
αναφέρονται στη δράση του ήρωα που τοποθετείται στη χρονική στιγμή που ορίζεται με το
λέξημα «σήμερον».
Το αφήγημα ξεκινάει με μια αρχική κατάσταση στην οποία εμφανίζεται ο μελλοντικός
ήρωας με τις ιδιαίτερες ιδιότητές του «Ήμην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως
στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις, κ’ εγύμναζα
το ευλύγιστον, υψηλόν ανάστημά μου ανά τους βράχους και τα βουνά». Στις ιδιότητες αυτές
θα πρέπει να προστεθεί και το «καστανόμαλλος», που βρίσκεται μερικές παραγράφους πιο
κάτω. Πρόκειται για στερεότυπα γνωρίσματα της ανδρικής ομορφιάς που όλα αναφέρονται
στο σώμα του ήρωα. Μπορούμε όμως να τονίσουμε εδώ προκαταβολικά ότι όλα αυτά συγκροτούν το στοιχείο της έλξης, πράγμα που υπονοεί ότι ο ήρωας θα γίνει το αντικείμενο
παρατήρησης κάποιου άλλου δρώντος προσώπου στη συνέχεια.
Ο αφηγητής περιγράφει αρχικά το χώρο στον οποίο τοποθετείται η δράση του:
… έβοσκα τας αίγας της Μονής του Ευαγγελισμού εις τα όρη τα παραθαλάσσια, τ'
ανερχόμενα αποτόμως δια κρημνώδους ακτής, ύπερθεν του κράτους του Βορρά και του
πελάγους. Όλον το κατάμερον εκείνο, το καλούμενον Ξάρμενο, από τα πλοία τα οποία
κατέπλεον ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας, ήτον ιδικόν μου.
Η πετρώδης, απότομος ακτή μου, η Πλατάνα, ο Μέγας Γιαλός, το Κλήμα, έβλεπε προς τον
Καικίαν, και ήτον αναπεπταμένη προς τον Βορράν. Εφαινόμην κ' εγώ ως να είχα μεγάλην
συγγένειαν με τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν
να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ' αι αγριελαίαι, τας οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον
φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον.
Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου. Οι λόγγοι, αι φάραγγες, αι κοιλάδες, όλος ο αιγιαλός, και τα
βουνά. Το χωράφι ήτον του γεωργού μόνον εις τας ημέρας που ήρχετο να οργώση ή να
σπείρη, κ' έκαμνε τρις το σημείον του Σταυρού, κ' έλεγεν: «Εις το όνομα του Πατρός και του
Υιού και του Αγίου Πνεύματος,
σπέρνω αυτό το χωράφι, για να φάνε όλ’ οι ξένοι κ’ οι διαβάτες, και τα πετεινά τ' ουρανού,
και να πάρω κ' εγώ τον κόπο μου!»
Εγώ, χωρίς ποτέ να οργώσω ή να σπείρω, το εθέριζα εν μέρει. Εμιμούμην τους πεινασμένους
μαθητάς του Σωτήρος, κ' έβαλλα εις εφαρμογήν τας διατάξεις του Δευτερονομίου χωρίς να
τας γνωρί- ζω.
Της πτωχής χήρας ήτον η άμπελος μόνον εις τας ώρας που ήρχετο η ιδία δια να θειαφίση, ν'
αργολογήση, να γεμίση ένα καλάθι σταφύλια, ή να τρυγήση, αν έμενε τίποτε δια τρύγημα.
Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.
Μόνους αντιζήλους εις την νομήν και την κάρπωσιν ταύτην είχα τους μισθωτούς της
δημαρχίας, τους αγροφύλακας, οι οποίοι επί τη προφάσει, ότι εφύλαγαν τα περιβόλια του
κόσμου, εννοούσαν να εκλέγουν αυτοί τας καλυτέρας οπώρας. Αυτοί πράγματι δεν μου
ήθελαν το καλόν μου. Ήσαν τρομεροί ανταγωνισταί δι' εμέ.
Το παράθεμα συνδηλώνει ότι πρόκειται για ένα οικείο χώρο στον οποίο είναι αρμονικά
ενταγμένος ο αφηγητής. Το ενδιαφέρον ωστόσο στον Παπαδιαμάντη δεν είναι τόσο οι
περιγραφές του, που κάποτε ίσως φαίνονται αρκετά εκτεταμένες, αλλά η οπτική γωνία από
την οποία βλέπει κάθε φο-
ρά το χώρο ο ήρωας. Πιστοποιούμε εδώ την αντιληπτική οξύτητα του υποκειμένου που
μπορεί να προσλάβει όλες τις θετικές εκδηλώσεις του χώρου. Κυριαρχεί σ’ αυτόν και
αντιλαμβάνεται πλήρως τα πράγματα. Αγκαλιάζει με το βλέμμα του όλο τον περιβάλλοντα
χώρο. Βλέπει τη φύση στην ολότητά
της.
Ενδιαφέρον ωστόσο παρουσιάζουν και τα παρακάτω : «Όλον το κατάμερον εκείνο, το
καλούμενον Ξάρμενο, … ήτον ιδικόν μου.». «Όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου», «για να φάνε όλ’
οι ξένοι κ’ οι διαβάτες», «Όλον τον άλλον καιρόν ήτον κτήμα ιδικόν μου.»
Αποκαλύπτουν μια έμμονη επανάληψη του «ιδικόν μου». Το γεγονός αυτό πιστοποιεί
μια ταύτιση και μια κυριαρχία του ήρωα πάνω στο χώρο. Έχει την ελευθερία, μπορεί να
βρει δηλαδή ελεύθερα την τροφή του. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η παρέμβαση των
αγροφυλάκων που παίρνουν αυτοί «τας καλυτέρας οπώρας». Το χαριτωμένο αυτό
παράπονο του βοσκού υποδηλώνει ότι βρίσκεται σε μια πολεμική σχέση με τους
αγροφύλακες γιατί και τα δυο υποκείμενα στοχεύουν το ίδιο αντικείμενο και επομένως ερίζουν για την απόκτησή του. Η κατάσταση αυτή ενέχει το στοιχείο της σύγκρισης. Οι
αγροφύλακες ασφαλώς υπερτερούν. Ο ήρωας έχει την αναγκαία γνώση ώστε να μην μπλέξει
μαζί τους. Αυτός κινείται ανεξάρτητα.
Έχει λοιπόν σφαιρική αντίληψη του χώρου και τον χρησιμοποιεί κατά βούληση. Τελικά
οι εμπειρίες, οι σκέψεις και οι λίγες ιστορικές του γνώσεις συνθέτουν το συνδετικό ιστό του
χώρου.
Ο ήρωας έχει μια αίσθηση ανεξαρτησίας και αποδέσμευσης από τους τυπικούς κανόνες
της κοινωνίας που ορίζουν τα όρια της ιδιοκτησίας. Αυτός ενταγμένος μέσα στη φύση,
που ενεργεί ως παραγωγός και τροφός, δύναται να ζει σε μια παραδείσια απλότητα
παίρνοντας από τη φύση ό,τι χρειάζεται για να συμπληρώσει τις παροχές του
μοναστηριού.
Ο χώρος ωστόσο για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, αποκτά ιδιαίτερη σημασία από την
παρουσία και τα δράση των ανθρώπων σ’ αυτόν. Έτσι και στο υπό εξέταση αφήγημα η
εμφάνιση του κυρ Μόσχου και της ανεψιάς του Μοσχούλας δίνει διαφορετική διάσταση στα
πράγματα.
Ο κυρ Μόσχος είχεν ως συντροφιάν το τσιμπούκι του, το κομβολόγι του, το σκαλιστήρι του
και την ανεψιάν του την Μοσχούλαν. Η παιδίσκη θα ήτον ως δύο έτη νεωτέρα εμού. Μικρή
επήδα από βράχον εις βράχον, έτρεχεν από κολπίσκον εις κολπίσκον, κάτω εις τον αιγιαλόν,
έβγαζε κοχύλια, κ' ε-
κυνηγούσε τα καβούρια. Ήτον θερμόαιμος και ανήσυχος ως πτηνόν του αιγιαλού. Ήτον
ωραία μελαχροινή, κ' ενθύμιζε την νύμφην του Άσματος την ηλιοκαυμένην, την οποίαν οι
υιοί της μητρός της είχαν βάλει να φυλάη τ' αμπέλια· «Ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει
καλή· οφθαλμοί σου περιστεραί...» Ο λαιμός της, καθώς έφεγγε και υπέφωσκεν υπό την
τραχηλιάν της, ήτον απείρως λευκότερος από τον χρώτα του προσώπου της. Ήτον ωχρά,
ροδίνη, χρυσαυγίζουσα ….
Έχουμε εδώ πάλι την περιγραφή ενός δρώντος προσώπου που εκφράζεται με το σώμα του. Η
παιδίσκη δε μιλάει στον ήρωα, αλλά η ομορφιά της του προκαλεί μια ευχάριστη εντύπωση.
Πρόκειται θα λέγαμε για μια ανατροπή της κατάστασης, που έχει σχέση με την ψυχική του
κατάσταση. Η Μοσχούλα τον ελκύει, αλλά αυτό το αίσθημα δεν μπορεί ακόμη να
εκφραστεί. Πρόκειται για μια αδιόρατη συγκίνηση, για μια αύξηση της έντασης και για μια
συναισθηματική αφύπνιση του ήρωα. Εισερχόμαστε στη φάση
κατά την οποία ο βοσκός «καθίσταται ικανός» να αισθάνεται κάτι. Φυσικά δεν έχουμε ποτέ
μια ρητή δήλωση του αφηγητή ότι τον ενδιαφέρει η Μοσχούλα. Μπορούμε όμως να το
συμπεράνουμε από το γεγονός ότι ονομάζει Μοσχούλα την πιο αγαπημένη του κατσίκα.
Ο ίδιος βέβαια δικαιολογεί τη στάση του: «μου εφαίνετο να ομοιάζει με την μικρήν στέρφαν
αίγα, την μικρόσωμον και λεπτοφυή, με κατάστιλπνον τρίχωμα, την οποία εγώ είχα
ονομάσει Μοσχούλαν». Πρόκειται ασφαλώς για μια δήλωση που δεν κρύβει κανένα πάθος.
Το ξεχωριστό του όμως ενδιαφέρον για την κατσίκα φαίνεται από τη συμπεριφορά του ήρωα
όταν κάποτε τη χάνει: «Ετρόμαξα. Τάχα ο αετός μου την επήρε;»… «Εφώναζα ως τρελός –
Μοσχούλα! πού είν’ η Μοσχούλα;» Πρόκειται ασφαλώς για μια ταραχή που του προκαλεί
ιδιαίτερη ενόχληση . Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι η κατσίκα είναι
ένα πολύτιμο αντικείμενο. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι ο ήρωας βρίσκεται εδώ σε
κατάσταση υπονοούμενης στέρησης εφόσον ενδιαφέρεται για ένα ποθητό αντικείμενο
που δεν έχει στην κατοχή του. Η έντονη ωστόσο αντίδραση του βοσκού για την απώλεια της
κατσίκας έχει ένα ευχάριστο αποτέλεσμα. Η ανεψιά του κυρ Μόσχου ακούει το όνομά της
και ρωτάει τι συμβαίνει. Ο ήρωας δίνει εξηγήσεις, αλλά το γεγονός αυτό οδηγεί σε μια πρώτη
λεκτική επαφή ανάμεσα στις δυο πρωταγωνιστικές μορφές. Η επαφή είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αποκατάσταση της επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο δρώντα πρόσωπα.
Η ηρωίδα ωστόσο δεν αντιδρά καθόλου ούτε σχολιάζει τη συμπεριφορά του νέου. Μια άλλη
μέρα όμως παραπονείται, γιατί ο βοσκός δεν παίζει το σουραύλι του και αυτός
«εφιλοτιμήθη» να παίξει προς χάριν της. Η αμοιβή του είναι λίγα «ξηρά σύκα κι’ ένα τάσι
γεμάτο πετμέζι». Η επικοινωνία αποκαταστάθηκε.
Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε εδώ για μια δοκιμασία χαρακτηρισμού κατά την οποία ο
ήρωας δεν αποκτά ένα μαγικό αντικείμενο, αλλά ένα δώρο. Πρόκειται για μια μορφή
επικοινωνίας, αλλά και για την απόκτηση της γνώσης ότι η παρουσία του δεν περνά
απαρατήρητη. Ας μην ξεχνάμε ότι παραπάνω κάναμε λόγο για την έλξη του ήρωα.
Μια μέρα ο βοσκός κατέβασε τα γίδια του για να «αρμυρίσουν» στη θάλασσα. Είδε την
ακρογιαλιά, την «ελιμπίστηκε» και αποφάσισε να κολυμπήσει, αφού πρώτα τακτοποίησε το
κοπάδι του. Η φύση λοιπόν αποτελεί μια πρόκληση και έναν πειρασμό για το υποκείμενο,
γιατί του προσφέρει θετικά αντικείμενα αξίας που αυτός τα απολαμβάνει με μεγάλη
ευχαρίστηση:
Επέταξα αμέσως το υποκάμισόν μου, την περισκελίδα μου, κ' έπεσα εις την θάλασσαν.
Επλύθην, ελούσθην, εκολύμβησα επ' ολίγα λεπτά της ώρας. Ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν
άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να ήμην εν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως
αυτού, της υγράς και αλμυράς και δροσώδους.
Έχουμε εδώ μια φύση χειραγωγό που ξεσηκώνει τον ήρωα και τον παρασύρει να
κολυμπήσει. Το γεγονός αυτό όμως έχει δυο συνέπειες. Πρώτα ο ήρωας φοβάται και το
δηλώνει ρητά:
«Δεν θα μου έκανε ποτέ καρδιά να έβγω από την θάλασσαν, δεν θα εχόρταινα ποτέ το
κολύμβημα, αν δεν είχα την έννοιαν του κοπαδιού μου. Όσην υπακοήν και αν είχαν προς
εμέ τα ερίφια, και αν ήκουον την φωνήν μου δια να καθίσουν ήσυχα, ερίφια ήσαν,
δυσάγωγα και άπιστα, όσον και τα μικρά παιδιά.
Εφοβούμην μήπως τινά αποσκιρτήσουν και μου φύγουν, και τότε έπρεπε να τρέχω να τα
ζητώ την νύκτα εις τους λόγγους και τα βουνά οδηγούμενος μόνον από τον ήχον των
κωδωνίσκων των τράγων.»
Είναι χαρακτηριστικό ότι και στη σκηνή αυτή έχουμε το φόβο και την ανησυχία του ήρωα
που ήδη διαπιστώσαμε και σε προηγούμενες σκηνές. Μπορούμε επομένως να μιλάμε για
καταστάσεις που λαμβάνουν το συγκινησιακό τους φορτίο από μια αρχική σκηνή, και
που μεταθέτουν στη συνέχεια, σε κάθε καινούρια περίπτωση, αυτό το ίδιο
συναισθηματικό βάρος. Έχει κανείς συγκεκριμένα την εντύπωση ότι η πρώτη σκηνή για το
φόβο απώλειας της Μοσχούλας μεταφέρεται και στο υπόλοιπο αφήγημα. Ακόμη, η οπτική
γωνία από την οποία βλέπει το χώρο ο ήρωας αλλάζει. Για να καταλάβουμε αυτή την
κατάσταση είναι αναγκαίο να διαβάσουμε το παρακάτω απόσπασμα.
Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη
χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός
μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου,
έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ηλίου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε,
καθώς λέγουν, η μάννα του, δια να καθίση να δειπνήση.
Δεξιά από τον μέγαν κυρτόν βράχον μου, εσχηματίζετο μικρόν άντρον θαλάσσιον,
στρωμένον με άσπρα κρυσταλλοειδή κοχύλια και λαμπρά ποικιλόχρωμα χαλίκια, που
εφαίνετο πως το είχον ευτρεπίσει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών.
Όλα αυτά τα μέρη που με το τόση γλαφυρότητα περιγράφει το ποιητικό υποκείμενο
εμπλέκοντας μάλιστα στην περιγραφή του και μυθολογικά στοιχεία, έχουν το
χαρακτηριστικό της ομορφιάς. Είναι ένας ωραίος τόπος και δικαιολογημένα ο βοσκός δεν
άντεξε στην πρόκληση και έπεσε στη θάλασσα για να κολυμπήσει. Ο ένας χώρος
παρατίθεται δίπλα στον άλλο σχηματίζοντας αυτό το αρμονικό σύνολο και μια συνεχή
σειρά. Όμως ένας κρίκος της αλυσίδας είναι διαφορετικός. Πρόκειται για το βράχο όπου
βρίσκεται το κοπάδι του ήρωα. Αυτός δε συμμετέχει σ’ αυτή την ακολουθία ομορφιάς.
Αυτός δημιουργεί το φόβο, την ανησυχία και την υποψία. Έχει μεταβληθεί λοιπόν σε έναν
αντιχώρο, ένα χώρο δηλαδή με αρνητικές συνδηλώσεις. Να λοιπόν πώς αλλάζει η οπτική
γωνία του ήρωα. Σε μια σειρά τόπων ανακαλύπτει την ομορφιά και για ένα συγκεκριμένο
σημείο αισθάνεται φόβο.
Τα πράγματα όμως επιδεινώνονται όταν ο ήρωας βγαίνοντας από τη θάλασσα διαπιστώνει
ότι η Μοσχούλα «είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο». Ο βοσκός θέλει με κάθε
τρόπο να φύγει από κει χωρίς να γίνει αντιληπτός, αλλά δεν ξέρει με ποιο τρόπο. Έχουμε
εδώ ξανά μια αλλαγή
της οπτικής γωνίας σε σχέση με το χώρο. Είδαμε αρχικά τον αφηγητή να κυριαρχεί στο
περιβάλλον του. Γνώριζε και μιλούσε με λεπτομέρειες για ό,τι έβλεπε μπροστά του.
Στη συνέχεια περιέγραφε τα μέρη που του προκαλούσαν ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Τώρα
έχει κανείς την εντύπωση πως είναι ένας μύωψ. Απομονώνει ό,τι βλέπει μπροστά του και
βλέπει την ιδιαιτερότητα κάθε χώρου:
Αλλ' η στιγμή καθ' ην θα διηρχόμην δια της κορυφής του βράχου ήρκει δια να με ίδη η
Μοσχούλα. Ήτον αδύνατον, καθώς εκείνη έβλεπε προς το μέρος μου, να φύγω αόρατος […]
Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: «— Βρέθηκα
εδώ, χωρίς να ξέρω... Μην τρομάζης!... φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!» […]
«Εκ της ιδέας τού να περιμένω δεν υπήρχε άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμή ν' αποφασίσω να
ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά,
όλον το προς δυσμάς διάστημα, το από της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους
όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, […]
[…] Το σχέδιον τούτο αν το εξετέλουν, θα ήτον μέγας κόπος, αληθής άθλος. Θα εχρειάζετο δε
και μίαν ώραν και πλέον. Ουδέ θα ήμην πλέον βέβαιος περί της ασφαλείας του κοπαδιού
μου.
Όλοι αυτοί οι χώροι σημασιοδοτούν ένα αδιέξοδο και μια σύγχυση του ήρωα. Δεν ξέρει
πώς να βγει απ’ αυτόν το λαβύρινθο. Όλα αυτά συνθέτουν μια κατάσταση σύγχυσης.
Από συναισθηματική άποψη το υποκείμενο βρίσκεται σε μια κατάσταση ταλάντευσης,
δισταγμού και ανησυχίας. Από τη βεβαιότητα ότι μπορεί να ξεφύγει απαρατήρητος περνάει
στην αβεβαιότητα και τελικά πιστεύει ότι είναι αδύνατον να ξεπεράσει το πρόβλημά του
τόσο εύκολα. Αλλά ταυτόχρονα η ανησυχία έρχεται να διαταράξει την ψυχική του ηρεμία.
Θυμάται την ηθική υποχρέωση που έχει προς τον εαυτό και τους άλλους να παραμένει
κόσμιος στις εκδηλώσεις του και να μη δώσει λαβή για σχόλια σε βάρος του. Ο ίδιος
χαρακτήρισε τον εαυτό του λίγο πριν «σατυρίσκο του βουνού», πράγμα που υποδηλώνει
μια έντονη ερωτική επιθυμία και μια διάθεση αρπαγής του ποθητού αντικειμένου. Οι
θρησκευτικοί κώδικες όμως, στους οποίους πιστεύει, επιτάσσουν να αποφεύγει τον
«γυναικείον πειρασμόν».
Εδώ ο αφηγητής έχει τη θέληση και τη δύναμη να ξεφύγει, αλλά ο φόβος τον κάνει να μην
ξέρει πού να πάει. Η περιέργεια όμως τελικά τον κάνει να ξεχάσει τα οφείλω και τους
ηθικούς κανόνες. Το θέλω του κυριαρχεί. Αποφασίζει λοιπόν να δει την κοπέλα που
κολυμπά:
Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και
έπλεε, κ' έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την
αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας
λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και
ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της,
τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα.
Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της
αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον,
όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς
των ονείρων...
Αν προηγουμένως είχαμε διαπιστώσει την αντιληπτική οξύτητα του ήρωα όσον αφορά στο
χώρο, τώρα παρατηρούμε το ίδιο πράγμα στη λεπτομερή περιγραφή του γυναικείου
σώματος. Η ένταση είναι μεγάλη και τη διαδέχεται στο τέλος η συγκίνηση. Η κόρη είναι
«νηρηίς, σειρήν» ελκυστική δηλαδή και ταυτόχρονα επικίνδυνη. Τότε όμως θα επέλθει μια
χαλάρωση που μεταφράζεται σε αφοσίωση του υποκειμένου δηλαδή σε μια πλήρη
απορρόφησή του από το αντικείμενο. «Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην
πλέον τα επίγεια.» Οι ηθικοί κανόνες, ο φόβος, και η ταλάντευση υποχωρούν και το σώμα
και οι απαιτήσεις του προβάλλουν κυρίαρχες.
Από την κατάσταση όμως αυτή τον αποσπά η φωνή της κατσίκας του. Ο ήρωας νομίζει ότι
κινδυνεύει να «σχοινιασθή» και τρέχει να τη σώσει. Γίνεται ωστόσο αντιληπτός από την
κόρη, η οποία τρομάζει και βυθίζεται στη θάλασσα. Το υποκείμενο αρχικά ταλαντεύεται για
το τι πρέπει να κάνει. Δεν ξέρει πού να κατευθυνθεί. Όταν ωστόσο διαπιστώνει ότι η ανεψιά
του Κυρ Μόσχου έγινε «άφαντη εις το κύμα» ορμάει να τη σώσει, πράγμα που πετυχαίνει
τελικά. Τώρα και θέλει και δύναται και γνωρίζει τι να κάνει και πετυχαίνει στην κύρια
δοκιμασία.Εκείνο όμως που έχει ενδιαφέρον σ’ αυτή την πράξη είναι η στιγμή που το
υποκείμενο μεταφέρει το σώμα της κοπέλας:
Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το
οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ' ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτο
όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας
τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο
βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, άλλ' ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν
ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ' όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο... Ήμην ο
άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον
όνειρόν του...
Ο αντίκτυπος του ενός σώματος πάνω στο άλλο μάς επιτρέπει να μιλάμε εδώ για έντονες
ψυχικές καταστάσεις. Οι αξίες σωματοποιούνται και ο βοσκός κατορθώνει να τις
ψηλαφίσει και να τις συλλάβει μέσα από τις αισθήσεις
του. Περιγράφεται εδώ μια λεπτή αισθητική συγκίνηση του υποκειμένου που βρίσκεται
στην πιο ευτυχισμένη του στιγμή. Ο ήρωας ακόμη βρίσκεται σε μια κατάσταση
θαυμασμού, κατάπληξης και έκστασης: «Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία». Η κατάπληξη και η
έκσταση παρουσιάζονται σαν δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες, η μια αρχική και η άλλη
εξακολουθητική. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να ερωτευθεί ο βοσκός τη
Μοσχούλα. Το πέρασμα αυτό όμως από μια κατάσταση στην άλλη δεν πραγματοποιείται.
Ο ήρωας αρκείται να μας δώσει τα γεγονότα και να περιγράψει τα αισθήματά του, αλλά
δεν κάνει λόγο για μια μελλοντική στόχευση. Περνάει μόνο σε μια αξιολόγηση της όλης σκηνής. Πρόκειται για μια μοναδική και ξεχωριστή εμπειρία της «άλλως ανωφελούς ζωής»
του.
Τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίσσονται γρήγορα. Η Μοσχούλα διασώζεται, αλλά η
αγαπημένη μικρή κατσίκα του ήρωα «εσχοινιάσθη». Η λύπη του είναι μέτρια. Θα περίμενε
κανείς ότι ο ήρωας έχοντας πετύχει στην κύρια δοκιμασία που μεταφράζεται σε διάσωση της
κόρης και ταυτόχρονα έχοντας εξαλείψει τη στέρηση με την επαφή του με το σώμα της
κοπέλας θα είχε δικαίωμα στην αναγνώριση. Πουθενά όμως δε γίνεται λόγος για την
ανταμοιβή του ήρωα. Και το χειρότερο είναι η έκπτωση της ιδανικής γυναίκας. Ο
αφηγητής αναφέρει «Η Μοσχούλα έζησε, δεν απέθανε. Σπανίως την είδα έκτοτε, και δεν
ηξεύρω τι γίνεται τώρα, οπότε είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι.»
Η Εύα συνδέεται με το προπατορικό αμάρτημα και την έξοδο των πρωτοπλάστων από
τον παράδεισο. Ο ώριμος αφηγητής βλέπει με διαφορετικό τρόπο το πολύτιμο
αντικείμενο. Η ιδανική γυναίκα μετατρέπεται σε κάτι συνηθισμένο. Δεν είναι όνειρο πια.
Στη συνέχεια ο ήρωας σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο και γίνεται δικηγόρος. Αντί όμως να
περάσουμε σε μια κατάσταση βελτίωσης περνάμε σε μια φάση επιδείνωσης που τοποθετείται
στο μετά, στο σήμερα δηλαδή. Μισεί τώρα το δικηγόρο, στο γραφείο του οποίου εργάζεται. Ο
ήρωας έχει πια ενταχθεί στον κόσμο της δράσης. Αξιολογεί όμως αρνητικά τον εαυτό του.
Γνώρισμά του είναι η μεταμέλεια, για τις σπουδές του και τη μεταγενέστερη ζωή του. Δεν
είναι ευχαριστημένος με το δρόμο που ακολούθησε.
Η επιθυμία του έχει σχέση με το παρελθόν «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...», δηλαδή
από τη σκοπιά του σήμερα αξιολογεί και μετράει την αισθητική συγκίνηση που του
πρόσφερε η επαφή με την κόρη και τη θεωρεί ως την πιο πολύτιμη εμπειρία της ζωής του.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστική και η έκφραση που χρησιμοποιεί στην αρχή του αφηγήματος
«Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. Την τε- λευταίαν φοράν οπού εγεύθην την ευτυχίαν
ήτον το θέρος εκείνο του έτους 187...».
Η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει την απόλυτη στέρηση του ήρωα.
Στο αφήγημα ωστόσο εκτός από την ιστορία του βοσκού υπάρχει και μια συντομότερη που
αναφέρεται στον πατέρα Σισώη που του έμαθε γράμματα. Ο Σισώης ασφαλώς δεν αποτελεί
το πρότυπο του ιερέα. Έτσι στην περίπτωσή του οι καταστάσεις πάθους μεταφέρονται στο
χώρο του ιερού, που την αντιπροσωπεύουν το δόγμα και οι κανόνες της εκκλησίας. Με άλλα
λόγια η ανθρώπινη δράση κρίνεται με κανόνες που βρίσκονται πάνω από την κοινωνία και
απαιτεί τον απόλυτο σεβασμό τους. Έχουμε επομένως να κάνουμε με δυο σύμπαντα, ένα
πνευματικό σύμπαν, πηγή και αποθήκη των αξιών και ένα ανθρώπινο σύμπαν. Η δράση του
Σισώη μπορεί να τοποθετείται στον κόσμο της δράσης, αλλά στοχεύει πάντοτε στο
πνευματικό σύμπαν.
Ο Σισώης εμφανίζεται από την αρχή να έχει τον ρόλο του αμαρτωλού. Δεν είναι καθόλου ο
προστάτης και ο φύλακας του ιερού νόμου. Στα χρόνια
της επανάστασης κλέβει, όπως λένε, μια Τουρκοπούλα από ένα χαρέμι της Σμύρνης και την
παντρεύεται. Έχουμε λοιπόν ένα πρώτο ασυμβίβαστο. Ο ιερέας, ενώ οφείλει να ενεργήσει
σύμφωνα με τη θέληση του ουράνιου Πομπού, προτιμάει τις επίγειες απολαύσεις και
μάλιστα δημιουργεί οικογένεια. Επομένως μετά την έκπτωση οφείλει να δράσει σύμφωνα με
τους οικογενειακούς κώδικες που απαιτούν να γίνει φύλακας της οικογενειακής ζωής.
Γίνεται λοιπόν δάσκαλος και όλοι τον σέβονται.
Έχουμε εδώ μια αντιφατική κατάσταση. Ο σεβαστός δάσκαλος, το προβεβλημένο δηλαδή
πρόσωπο στην κοινωνία, είναι ταυτόχρονα και ένας αμαρτωλός, ένας άνθρωπος που έχει
βεβαρημένο παρελθόν. Η σκηνική του παρουσία είναι αρνητική. Ενεργεί ως ένα άτομο που σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και ικανοποιεί μόνο τις προσωπικές του επιθυμίες. Η
συμπεριφορά του αποτελεί ουσιαστικά μια πρόκληση. Το υποκείμενο λοιπόν οφείλει να
αποφασίσει για τη στάση που θα κρατήσει στη ζωή.
Πραγματικά ο Σισώης περνάει σε μια ερμηνευτική διαδικασία και διαπιστώνει ότι δεν έχει
κάτι άλλο να κάνει στη ζωή του, εφόσον εξασφάλισε την οικογένειά του. Τότε επιθυμεί να
επιστρέψει στο χώρο του ιερού και να ενεργήσει σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες: «κ’
εγκατεβίωσεν εν μετανοία, εις το Κοινόβιον του Ευαγγελισμού. Εκεί έκλαυσε το αμάρτημά
του, το έχον γενναίαν αγαθοεργίαν ως εξόχως ελαφρυντικήν περίστασιν, και λέγουν ότι
εσώθη».
Έχουμε λοιπόν δυο διαφορετικά μοντέλα ζωής, το ένα του βοσκού και το άλλο του Σισώη.
Η σύγκριση είναι αναγκαία. Το κοινό τους σημείο είναι η ύπαρξη και στις δυο
περιπτώσεις ενός ποθητού αντικειμένου. Ο μεν Σισώης και τις σωματικές του απαιτήσεις
ικανοποιεί και την ψυχή του σώζει.
Ο ήρωας αγγίζει το σώμα της Μοσχούλας εξιδανικεύοντας τις σωματικές του παρορμήσεις.
Δεν καταφέρνει όμως να ολοκληρώσει τίποτε. Παραμένει σε κατάσταση στέρησης.
Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση Πολιτισμού/ Φύσης στο διήγημα.
Βλέπουμε όμως ότι ο ήρωας αποδέχεται τις φυσικές αξίες και απορρίπτει τους πολιτισμικούς
κώδικες.
Το έργο λοιπόν εκφράζει τον πόθο του υποκείμενου για ζωή και πληρότητα. Πρόκειται για
αξίες καθαρά ζωικές που υλοποιούνται στη Φύση. Αντίθετα η ένταξή του στον κόσμο της
δράσης του δημιουργεί ένα αίσθημα αδιεξόδου και μια δυσφορική κατάσταση. Κάτω από
αυτές τις συνθήκες είναι
αναγκαία η σύγκριση με το παράδειγμα του Σισώη. Στο χώρο του ιερού όλα είναι
διευθετημένα σύμφωνα με τους κανόνες και υπάρχει λύση και τελικά ελπίδα. Στο χώρο της
δράσης η δυσφορία, το αδιέξοδο και τελικά η στέρηση είναι κυρίαρχα. Έχει λοιπόν δίκιο ο
ήρωας όταν αναφωνεί:
Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!...
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Το κείμενο ανήκει στα αυτοβιογραφικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο συγγραφέας
δανείζεται το πρόσωπο ενός δικηγόρου για να εκφράσει τα δικά του βιώματα , τη δική του
νοσταλγία για τον τόπο του , τη δική του δυστυχία απ’ τον αστικό τρόπο ζωής που έχει
αποδεχθεί. Πίσω λοιπόν από την ιστορία του δικηγόρου διακρίνουμε τον ίδιο τον
Παπαδιαμάντη, ο οποίος έζησε μέχρι τη νεότητά του στη Σκιάθο , γνώρισε εκεί τη θρησκεία,
δεν κατάφερε να γίνει μοναχός, έφυγε για να σπουδάσει στην Αθήνα , έμεινε εκεί για
βιοποριστικούς λόγους νοσταλγώντας την επιστροφή του στη γενέτειρά του. Δεν πρέπει
όμως να ταυτίζουμε τα δύο πρόσωπα. Το διήγημα είναι μια μυθιστορία. Ο Παπαδιαμάντης
δεν σπούδασε νομική, δεν εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα ,αλλά μετέφραζε διηγήματα
για εφημερίδες και περιοδικά, και ούτε βέβαια μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την
ύπαρξη στη ζωή του τού μοναχού Σισώη ή για το επεισόδιο με τη Μοσχούλα. Εξάλλου ο
ίδιος ο συγγραφέας προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από την ταύτιση με τον αφηγητή:
«δια την αντιγραφήν» Αλ. Παπαδιαμάντης.
Το Όνειρο στο κύμα στηρίζεται πάνω σε μια σειρά αντιθέσεις. Βασικότερη είναι αυτή της
αντίθεσης του «τότε» με το «τώρα». Το «τότε» συνδέεται με την εφηβεία , την ελευθερία , την
ευτυχία, την ανεμελιά , την κυριαρχία, την αγραμματοσύνη, τη φύση , το όνειρο, ενώ το
«τώρα» με την ωριμότητα, τη δυστυχία, την καταπίεση, την εργασία, τον περιορισμό, τα
γράμματα, το αστικό περιβάλλον, την πραγματικότητα. Ο βοσκός και ο δικηγόρος. Πέρα
από αυτή τη βασική αντίθεση , αντιμέτωποι έρχονται και άλλα πρόσωπα με τον ήρωα, ο
Σισώης, ο Μόσχος, αλλά και η Μοσχούλα.
ΟΙ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Το «Όνειρο…» θεωρείται ένα από τα αυτοβιογραφικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη και
μάλιστα της εφηβικής ηλικίας. Σημαντικό ρόλο στο να επιλεγεί το Όνειρο στο Κύμα ανάμεσα
σε αυτά που θεωρούνται αυτοβιογραφικά κείμενα του Παπαδιαμάντη έπαιξε η
πρωτοπρόσωπη αφήγηση και μάλιστα η ισχυρά αυτοδιηγητική. Έχει άλλωστε γραφεί ότι
το διήγημα τοποθετείται ανάμεσα στα πλαστά απομνημονεύματα και στις πλαστές
εξομολογήσεις ή ότι δίνει την εντύπωση ότι αποτελεί σελίδες από ένα προσωπικό
ημερολόγιο. Ο ίδιος ο συγγραφέας προκειμένου να εκφράσει τα βιώματα και τις εμπειρίες
του διαλέγει δύο διαδοχικά προσωπεία: αυτό του έφηβου ήρωα που ζει τα γεγονότα και του
ενήλικου που τα θυμάται και τα σχολιάζει (1) Ο αφηγητής είναι ένας ομοδιηγητικός αφηγητής. Επειδή μάλιστα πρωταγωνιστεί,
είναι το κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία που αφηγείται –και όχι ένα δευτερεύον πρόσωπο,
ένας περαστικός- έχει προταθεί ο όρος αυτοδιηγητικός αφηγητής.
Το διήγημα παρουσιάζεται ως ήδη γραμμένο κείμενο (να προσεχθεί το Δια την
αντιγραφήν του τέλους) και ανήκει σε αυτό το ευρύτερο είδος αφηγημάτων που η
αφηγηματολογία ονομάζει πλασματικά απομνημονεύματα, ημερολόγια και επιστολικά
μυθιστορήματα. Το Όνειρο στο κύμα μπορεί να καταταχθεί στις αναμνήσεις που μοιάζουν με
πλασματικά απομνημονεύματα και περιορίζονται σε ορισμένες στιγμές της προσωπικής
ιστορίας του αφηγητή.
Το περιστατικό στο οποίο εστιάζεται η αφήγηση είναι περισσότερο μία εσωτερική
περιπέτεια, παρά ένα αντικειμενικό εξωτερικό γεγονός. Από αυτή την άποψη το διήγημα
αποκτά ένα εξομολογητικό τόνο.
Ήδη από την αρχή του διηγήματος γίνεται σαφές ότι ο Παπαδιαμάντης επιλέγει δύο
χρονικές στιγμές απομακρυσμένες μεταξύ τους:
→ η πρώτη αναφέρεται στην παιδική ηλικία του ήρωα
→ η δεύτερη στην ωριμότητά του.
(2). Ο αφηγητής – πρωταγωνιστής κοιτάζει πίσω στο χρόνο και βλέπει τα γεγονότα της
ζωής του αναδρομικά. Το εγώ του έχει δύο υποστάσεις:
→ το εγώ της ιστορίας→ο εαυτός που βιώνει, ο ήρωας – νεαρός βοσκός
→ το εγώ της αφήγησης→ο εαυτός που αφηγείται, ο ενήλικος –δικηγόρος
Αυτός που έζησε το παρελθόν και αυτός που το αφηγείται είναι και δεν είναι το ίδιο
πρόσωπο. Έτσι η φωνή μπορεί να είναι μία, αλλά μπορεί να υπάρχει διαφορά προοπτικής
ανάμεσα στα δύο εγώ .
(3). Ο χρόνος της ιστορίας είναι ασαφής. Τοποθετείται στα 187… κάπου δηλαδή στο
19ο αιώνα και από αυτή την άποψη είναι σύγχρονος του συγγραφέα. Από εκεί και πέρα οι
χρονικές πληροφορίες είναι μηδαμινές ο χρόνος ορίζεται από τη φυσική του διάσταση
(εποχές, μέρα-νύχτα, ήλιος - φεγγάρι) και τις αγροτικές δραστηριότητες (σπορά –
θερισμός).
Ο χρόνος της αφήγησης είναι αναδρομικός, ο ενήλικος αφηγητής εκκινεί από το
παρόν του για να επιστρέψει μερικά χρόνια πίσω, στο θέρος του 187…
Η χρονική απόσταση μεταξύ του ενήλικου ήρωα που αφηγείται και του ήρωα που
βιώνει την ιστορία εξηγεί και τη διαφορά στην προοπτική, τη διαφορά της φωνής.
(4). Η πλοκή ανελίσσεται κυρίως με την αφήγηση του πρωταγωνιστή, είναι επομένως
ένας δραματοποιημένος αφηγητής, μίμηση.
Κυριαρχεί ο εσωτερικός μονόλογος, οι σκέψεις του ήρωα. Σ’ αυτές ο ενήλικος
αφηγητής υιοθετεί την προοπτική του έφηβου εαυτού του.
Υπάρχει και μία σύντομη σκηνή, ο διάλογος του ήρωα με την κοπέλα, η κραυγή του που
προσπαθεί να της δώσει θάρρος.
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Οι περιγραφές του Παπαδιαμάντη, πλούσιες, είναι γεμάτες από λεπτομέρειες που
ξαφνιάζουν τον αναγνώστη για τη δύναμη που έχει η μνήμη του. Καμία περιγραφή δε
μοιάζει με την άλλη, καθεμία έχει το δικό της χρώμα κι εδώ ο συγγραφέας γίνεται ποιητής.
Εκτός από τα τοπία περιγράφει ανθρώπους, τρόπους, ήθη και έθιμα με πολλή ζωντάνια. Στη
δύναμη και την ποιητική των περιγραφών του υπάρχει και η σφραγίδα του ρομαντισμού, καθώς αυτή η τάση εισήγαγε την περιγραφή στη λογοτεχνία. Η Παπαδιαμαντική περιγραφή
δεν περιορίζεται στη μετάδοση ρεαλιστικών μόνο πληροφοριών, δεν εξυπηρετεί απλώς τη
σκηνογραφία, αλλά συχνά βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη συναισθηματική κατάσταση των
ηρώων.
Στο Όνειρο στο κύμα δεσπόζουν οι περιγραφές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η
κορυφαία στιγμή που η Μοσχούλα κινδυνεύει από πνιγμό και η διήγηση διακόπτεται και
περιγράφεται η εμφάνιση και η θέση της βάρκας, η απόσταση του αφηγητή από την κόρη
που κινδυνεύει, ο θαλάσσιος βυθός, η δίνη που σχηματίζει στη θάλασσα η απελπισμένη
προσπάθεια της Μοσχούλας να αναδυθεί, να επιπλεύσει.
Συντελείται, λοιπόν, η επιβράδυνση, ο συγγραφέας «παίζει» με την αγωνία του αναγνώστη.
Η σκηνή της διάσωσης επιμηκύνεται, η δράση αναστέλλεται. Παρά την ένταση της στιγμής
το τοπίο του ενδεχόμενου πνιγμού περιγράφεται λυρικά: «είδα το εύμορφον σώμα να παραδέρνη
κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθόν του πόντου ή εις τον αφρόν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή
της ζωής…». Γενικότερα, λοιπόν, με τις περιγραφές, στις οποίες ο Παπαδιαμάντης είναι
ιδιαίτερα λεπτολόγος, επιτυγχάνεται η επιβράδυνση της δράσης.
ΤΟ ΒΙΩΜΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Στην όψιμη πεζογραφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη υπάρχει ένας αριθμός διηγημάτων
που θεωρούνται ότι εμπεριέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία για τον ίδιο τον πεζογράφο.
Καλό είναι εδώ να διευκρινιστεί ότι λέγοντας αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν εννοούμε
ατόφια συμβάντα της ζωής του συγγραφέα αλλά αλήθειες, βιώματα, εμπειρίες, βιωμένες
καταστάσεις και ψυχικές ανάγκες. Όπως λέει ο Γ. Ιωάννου «Ο Παπαδιαμάντης
αυτοβιογραφείται όπως όλοι οι γνήσιοι συγγραφείς αυτοβιογραφούνται». ». Ο Π. Μουλλάς
σημειώνει : «Σε τι ποσοστό μεταφέρονται εδώ πραγματικά βιώματα του Παπαδιαμάντη, θα ήταν
δύσκολο να καθορίσουμε με ακρίβεια». Ο συγγραφέας άλλωστε υπογράφοντας στο τέλος του
διηγήματος με το όνομά του αποποιείται κάθε ταύτισή του με τον αφηγητή.
Το ποσοστό των πραγματικών και των επινοημένων εμπειριών στο Όνειρο δεν μπορούμε να
το διακρίνουμε με ακρίβεια. Ωστόσο μπορούμε με σχετική ασφάλεια να θεωρήσουμε
πραγματικές εμπειρίες διάφορα περιστατικά ή διεργασίες που αντιμετωπίζει ο ήρωας στο
διήγημα.
Πρώτο στοιχείο είναι η ζωή στη Σκιάθο, η αμεριμνησία και η αθωότητα της νεότητας και η
νοσταλγική αναβίωση / ανάπλαση από τον ώριμο άνθρωπο όσων οριστικά τελείωσαν. Η
φύση, η θάλασσα, τα τοπωνύμια, οι δραστηριότητες των κατοίκων του νησιού ανήκουν το
δίχως άλλο σε βιώματα του ίδιου του συγγραφέα. Από τα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής στη
Σκιάθο σφυρηλατείται η θρησκευτικότητα του Παπαδιαμάντη ανάλογη με τη
θρησκευτικότητα του ήρωα στο «Όνειρο…»…
Επόμενο αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι η δυστυχισμένη ωριμότητα με την άρνηση να
συμφιλιωθεί ο ενήλικος και μορφωμένος άνθρωπος με την αστική ζωή, άρνηση τόσο γνωστή
του ίδιου του Παπαδιαμάντη ώστε να του προσδώσει και τον προσδιορισμό
«κοσμοκαλόγερος» των ελληνικών γραμμάτων. Παράλληλα, η επαγγελματική αποτυχία
(άσχετα αν στο διήγημα ο αποτυχημένος είναι δικηγόρος ενώ ο συγγραφέας ήταν
φιλόλογος, οι ατελέσφορες σπουδές, η οικονομική δυσπραγία και η εξάρτηση από τους
εργοδότες είναι αναμφίβολα αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Εκείνο, όμως, που κυρίως απηχεί τη ζωή του Παπαδιαμάντη είναι η αποτυχία και η άρνηση
του αστικού, του σύγχρονου τρόπου ζωής και η μάταιη (η ρομαντική και ουτοπική)
αναζήτηση ενός άλλου διαφορετικού σκηνικού, την επιστροφή και την κατά φύση ζωή σε μία οριστικά χαμένη για τον ίδιο αθωότητα. Επιστροφή που πρόσκαιρα και οδυνηρά
επιτυγχάνει με τη λογοτεχνική γραφή.
Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Ο τίτλος του διηγήματος παραπέμπει σε κάτι άπιαστο ή ανέφικτο. Έχει μάλιστα αμφίσημη
ερμηνεία:
Α) όνειρο =αυτό που δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα
Β) όνειρο =να ζει κάποιος κάτι το ονειρώδες
ΒΟΥΚΟΛΙΚΟ ΕΙΔΟΣ-ΑΡΚΑΔΙΣΜΟΣ
Η Αρκαδία στην αρχαία τέχνη εθεωρείτο ως φανταστικό βασίλειο του έρωτα και της
ομορφιάς, ως το ενσαρκωμένο όνειρο ανέκφραστης ευτυχίας, περιβεβλημένο όμως με το
φωτοστέφανο μιας γλυκιάς και μελαγχολικής εγκαρτέρησης.
Η μυθολογική αντίληψη δημιούργησε τον Πάνα, με σύμβολό του τον αυλό, εθνικό θεό της
προϊστορικής Αρκαδίας με τη σπουδαιότερη δικαιοδοσία πάνω στην ποιμενική και τη
γεωργική ζωή. Η Αρκαδία ,λοιπόν, ριζώθηκε στη συνείδηση των πνευματικών ανθρώπων της
Δύσης του 16ου αιώνα σαν ένας τόπος ιδανικός, ειρηνικός κι ευτυχισμένος, τόπος νοσταλγίας
κάθε φορά που η ανθρώπινη φύση δοκιμάζεται από ένα οδυνηρό παρόν. Η Αρκαδία
εκφράζει την αναγωγή σ ένα χρόνο απαλλαγμένο από κοινωνικούς περιορισμούς, αποτελεί
την εξιδανικευμένη διάσταση μιας διαφορετικής πραγματικότητας, στην οποία το άτομο
κυριαρχεί ως προσωπική ύπαρξη και η ζωή του τείνει να εναρμονιστεί με τον ρυθμό της
φυσικής-κοσμικής μεταβολής.
Η Αρκαδία εκφράζει την επιστροφή στη φύση, σε μια φύση όμως που δεν έχει υποστεί καμία
αλλοίωση από την αστική ανάπτυξη. Αντιπροσωπεύει τη διάθεση απομάκρυνσης του ατόμου
από την πόλη και υποδηλώνει έμμεσα την απόρριψη της κοινωνικής οργάνωσης που στερεί
την ατομική ελευθερία της πρωτόγονης ζωής του ανθρώπου μέσα στη φύση.
Το λογοτεχνικό ρεύμα που επικεντρώνεται στο αρκαδικό τοπίο ευτυχίας ονομάζεται
αρκαδισμός. Ως βάση του έχει την αρχαία βουκολική ποίηση, η οποία αντλεί τα θέματά
της από τους έρωτες των βοσκών.
Στο Όνειρο στο κύμα εντοπίζονται τα εξής βουκολικά στοιχεία:
2. οι περιγραφές της φύσης-η φυσιολατρεία
3. οι θαλάσσιες θεότητες, οι σατυρίσκοι του βουνού
4. οι αναφορές στις συνήθειες του βοσκού
5. ο ερωτισμός
ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Α. ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
1.Η γνώση διάκρισης μοναχού-διακόνου, των εκκλησιαστικών κανόνων για τα
κωλύματα της ιεροσύνης, των συνηθειών των καλογέρων
2.Η αναφορά στον πατέρα Σισώη
3.Η αναφορά στο Δευτερονόμιο
4.Η αναφορά σε εκκλησιαστικά ιδρύματα (κοινόβιον Ευαγγελισμού), ιερατικές
σχολές, στη Ριζάρειο
5.Η αναφορά στο Άσμα Ασμάτων, στο κατά Λουκά ευαγγέλιο
6.Το εκκλησιαστικό λεξιλόγιο και οι παροιμίες της Γραφής
7.Η έναρξη των εργασιών με προσευχή.
Β. ΤΑ ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:
1. Θεότητες της θάλασσας
2.Μοσχούλα=σειρήνα
3.Βοσκός=σατυρίσκος
4.Προχριστιανικός κόσμος αρκαδικού τοπίου
Η ΟΜΩΝΥΜΙΑ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ(ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ) ΚΑΙ ΚΑΤΣΙΚΑΣ
Η ομωνυμία (δύο διαφορετικά νοήματα αντιστοιχούν σε ενιαία φωνητική πραγματικότητα)
κοριτσιού και κατσίκας περιπλέκει τη σχετικά απλή υπόθεση του διηγήματος. Επειδή όμως η
ομωνυμία πηγάζει από τον ίδιο τον ήρωα (δηλ. ο ήρωας «βαφτίζει» την κατσίκα με το όνομα
της κοπέλας) και βασίζεται στην κατά τη γνώμη του εξωτερική ομοιότητα των δύο
αντικειμένων αναφοράς, οδηγεί σε μια – κατά κάποιο τρόπο- συνωνυμία: η Μοσχούλα-
κόρη και η Μοσχούλα- κατσίκα συμφύρονται στη συνείδηση του βοσκού και η μια
υποκαθιστά την άλλη. Επειδή γι’ αυτόν η Μοσχούλα- κόρη αποτελεί «άπιαστο» όνειρο, την
υποκαθιστά με την κατσίκα που γίνεται όμως δέκτης της αγάπης, της στοργής και της
φροντίδας του. Η απώλεια της κατσίκας, στην αρχή του διηγήματος, γίνεται αφορμή για την
πρώτη συνομιλία των δύο νέων: πίσω από τα λόγια της Μοσχούλας κρύβεται η πρόκληση
και η γυναικεία πονηριά, ενώ τα λόγια του βοσκού δηλώνουν μια καλυμμένη ερωτική
επιθυμία, επιθυμία που δεν εξωτερικεύεται – τουλάχιστον στην αρχή – λόγω του εγωισμού
αλλά και της εφηβικής αμηχανίας και αιδημοσύνης του νέου. Η υποκατάσταση όμως είναι
ανέφικτη, αφού, μάλλον, οι διαφορές είναι περισσότερες από τις ομοιότητες. Αυτό που
ξεκίνησε ως ανώδυνη υποκατάσταση προχωρεί σε αντικατάσταση που γίνεται όλο και
πιο επίπονη μιας και προβάλλει επιτακτικά το αίτημα της επιλογής.
Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΤΗ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ
Η σχέση που αναπτύσσει ο αφηγητής με τη φύση είναι ρομαντικής υφής, η φύση δηλαδή δεν
είναι απλώς αντικείμενο θαυμασμού, αλλά αποκτάει διαστάσεις συμβόλου, συμβόλου
ελευθερίας και ευτυχίας, αγνότητας και καλοσύνης. Ο αφηγητής όταν ήταν ακόμη
«φυσικός» άνθρωπος, προτού αλλοιωθεί από τις συμβάσεις της οργανωμένης κοινωνίας,
ένιωθε, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει (τότε τουλάχιστον) το γιατί, ευτυχισμένος και πλήρης
(«χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής»). Θα λέγαμε πως ο αφηγητής φτάνει στο σημείο να
ταυτιστεί, να ενωθεί με το φυσικό κόσμο («εφαινόμην κ’ εγώ ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με
τους δύο τούτους ανέμους, οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά μου, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι
θάμνοι κ’ οι αγριελαίαι» «ησθανόμην γλύκαν, μαγείαν άφατον, εφανταζόμην τον εαυτόν μου ως να
ήμην εν με το κύμα, ως να μετείχον της φύσεως αυτού»). Η ταύτιση, η «ερωτική» ένωση με τη
φύση δηλώνεται εμφαντικά με την επίμονη χρήση της κτητικής αντωνυμίας («το
κατάμερον…ήτον ιδικόν μου…η ακτή μου…όλα εκείνα ήσαν ιδικά μου, ο βράχος ο δικός μου… , τα
βουνά μου»). Στα παραπάνω παραδείγματα η κτητική αντωνυμία δε δηλώνει κτήση, αλλά
περιγράφει τη σχέση του ήρωα με τα πράγματα του κόσμου, επιτείνει τη συνάφεια και
την ενότητα του ήρωα με τη φύση, όχι μέσω νομικών διαδικασιών, αλλά μέσω του
συναισθήματος. Η συναισθηματική σχέση μεταξύ του νέου ανθρώπου και της φύσης σ’ έναν
ενιαίο κόσμο που αγνοεί τη χρονική φθορά, συνυποδηλώνει την αλλοτινή χωρίς όρια
ελευθερία. Η παιδική ηλικία παρουσιάζεται ως σύμβολο της ευτυχίας και η συνάφεια ανθρώπου-ήρωα ως σύμβολο της προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Με λίγα λόγια
βρισκόμαστε σ’ ένα παραδεισένιο περιβάλλον (ουτοπικό / ρομαντικό) που γίνεται
ρεαλιστικό, επειδή αντιπαρατίθεται πρώτα με το νόμο (αγροφύλακες) και ύστερα με την
ιδιοκτησία (κτήμα του κυρ Μόσχου). Ο νόμος της πόλης αποτιμάται ειρωνικά από το
δικηγόρο-αφηγητή ως πρόφαση προκειμένου να επιβληθεί η προσωπική βούληση και το
δίκαιο του ισχυρότερου. Εξάλλου, η περίπτωση του κυρ Μόσχου συμβολοποιεί τη διαφορά
ανάμεσα στην προπτωτική κυριαρχία και τη μεταπτωτική ιδιοκτησία. Η πρώτη
προϋποθέτει ελευθερία, αυτάρκεια και ποιμενική ησυχία, ενώ η δεύτερη υποσημαίνει
περιουσία, περίφραξη, «χωριστόν… βασίλειον».
ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΣΚΟΙΝΙΟΥ
Η ευκαιριακή και στιγμιαία επαφή του βοσκού με το αγαπημένο σώμα της Μοσχούλας , που
για χρόνια μετά ταλαιπωρεί τη μνήμη του, έχει για το νεαρό βοσκό και το τίμημά της. Η
αγαπημένη του κατσίκα, όσο αυτός βρισκόταν στη θάλασσα, πνίγηκε με το σκοινί που ήταν
δεμένη. Το σκοινί αυτό σαν μίτος της Αριάδνης μοιάζει να διαπερνά όλη την ιστορία,
δηλαδή το σκοινί ως περιορισμός, ως καταναγκασμός και ως όριο ελευθερίας επανέρχεται
τουλάχιστον τρεις φορές στο ίδιο διήγημα. Ο συγγραφέας παρομοιάζει τον εαυτό του με τη
μίζερη ζωή που διάγει ως υπάλληλος στην Αθήνα, σαν σκυλί δεμένο με κοντό σκοινί στην
αυλή του αφέντη του που δεν μπορεί να κινηθεί έξω από τη μικρή ακτίνα που διαγράφει το
σκοινί.
ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΥΦΟΣ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Η χρήση της γλώσσας διαμορφώνει και το ύφος του διηγήματος, που χαρακτηρίζεται από
την αμεσότητα, την ακρίβεια, την απροσποίητη έκφραση και τη φυσικότητα, τη
ρεαλιστική απόδοση καταστάσεων και χαρακτήρων, την αληθοφάνεια και την
πειστικότητα, αλλά και την υπαινικτικότητα (παρασιωπήσεις), το χιούμορ και την
ειρωνεία. Αφηγηματική άνεση λοιπόν, περιγραφική δεινότητα, ρεαλιστική απεικόνιση,
αλλά και ποιητική ατμόσφαιρα είναι τα βασικά γνωρίσματα του ύφους στο συγκεκριμένο
διήγημα.
Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι εντελώς προσωπική. Αποτελείται από ένα κράμα
καθαρεύουσας-εκκλησιαστικής (στα κείμενά του υπάρχουν ακόμη και αυτούσια
εκκλησιαστικά ρητά) δημοτικής και ιδιωματισμών (της Σκιάθου). Οι διάφορες γλωσσικές
μορφές πάντως δε χρησιμοποιούνται αδιάκριτα, αλλά παρουσιάζουν αναβαθμούς: α) στις
περιγραφές και τις λυρικές παρεκβάσεις συναντάται η αμιγής καθαρεύουσα (παλαιότερη
λογοτεχνική παράδοση και εκκλησιαστική).
β) στην αφήγηση χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα με πρόσμειξη στοιχείων της δημοτικής
(προσωπικό ύφος).
γ) στους διαλόγους αποτυπώνεται σχεδόν φωτογραφικά η ομιλούμενη λαϊκή γλώσσα μαζί
με ιδιωματισμούς (αίσθημα προφορικού λόγου, φυσικότητα διαλόγων).
Αξιοσημείωτα είναι ακόμα:
1. ο γλωσσικός πλούτος των διηγημάτων με αθησαύριστες ή επινοημένες λέξεις
2. η περίεργη τοποθέτηση του επιθέτου μετά το ουσιαστικό
3. το αίσθημα της ακριβολογίας (κυρίως με τη χρήση της καθαρεύουσας)
4. η επίδραση των συντακτικών προτύπων της Αρχαίας Ελληνικής και της Γαλλικής
γλώσσας.
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΑΦΗΓΗΣΗΣ
Τα γεγονότα της αφήγησης καλύπτουν μια περίοδο πάνω από δώδεκα χρόνια. Το
καλοκαίρι ο ήρωας ήταν 18 χρονών και τώρα που μας εξιστορεί τα γεγονότα είναι πάνω από
30 χρονών « εξήλθα τριακοντούτης» άρα λοιπόν η αφήγηση διακρίνεται γενικά από
επιτάχυνση. Χρησιμοποιείται τόσο η παύση. Από τη μια μέρα περνάμε σε μια άλλη χωρίς να
αναφέρονται τα ενδιάμεσα γεγονότα. Αλλά και η περίληψη. Τα γεγονότα μεταξύ του 18ου
έτους και του 30ου εξιστορούνται περιληπτικά. Πέρα από τη γενική επιτάχυνση υπάρχουν
στο διήγημα σκηνές επιβράδυνσης. Αυτές είναι οι περιγραφές( του γιαλού- του άντρου) και
οι ψυχογραφικές αναλύσεις του ήρωα πριν από κάθε ενέργειά του.
ΟΙ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
1η ενότητα: Ήμην πτωχός……………του προϊσταμένου μου
2η ενότητα: Η τελευταία χρονιά…….γεμάτο πετμέζι
3η ενότητα: Μίαν εσπέραν………γυμνή και ελούετο
4η ενότητα: Την ανεγνώρισα πάραυτα…….τα επίγεια
5η ενότητα: Δεν δύναμαι…….ζώον
6η ενότητα: Δεν ηξεύρω…..όνειρόν του
7η ενότητα: Η Μοσχούλα……..βοσκός εις τα όρη
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ
Α. Από ηθικοθρησκευτική σκοπιά :
Η έκπτωση του ανθρώπου από μια αρχικά ευδαιμονική κατάσταση
Η αντίθεση φύσης - πολιτισμού
Η αντίθεση υψηλής στάσης (αγνός έρωτας) με αισθησιακό στοιχείο (πειρασμός)
Η αντίθεση ευτυχισμένης εφηβείας - φθοράς ωριμότητας
Β. Από ψυχαναλυτική άποψη :
Η καταστολή της επιθυμίας
Η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα.

Ενας μποέμ κοσμοκαλόγερος

100 χρόνια από τον θάνατο και 160 από τη γέννηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ι. Ν. ΜΠΑΣΚΟΖΟΣ | Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Επάνω αριστερά χειρόγραφη επιστολή του Παπαδιαμάντη και δεξιά με τον Βλαχογιάννη τον χειμώνα του 1908
Επάνω αριστερά χειρόγραφη επιστολή του Παπαδιαμάντη και δεξιά με τον Βλαχογιάννη τον χειμώνα του 1908
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Εζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη, μοίρασε τη ζωή ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ενας έλληνας μποέμ.

Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ηταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμαντίου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά- ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά-, του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Αγιον Ορος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.

Ανθρωπος των καπηλειών και των τρωγλών
Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.

Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Οσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας...

Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέταμε ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα,ξεθωριασμένο ημίψηλο,με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα,ένα είδος κολάρου,συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν,είμαι ο εαυτός μου». Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.

Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.

Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911. Εζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.

Η διαμάχη για το έργο του

Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=375691&ct=1&dt=31/12/2010#ixzz19teTC3NZ

8.8.10

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΌΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Παπαδιαμάντης έζησε τη ζωή του ανάμεσα στη Σκιάθο και στην Αθήνα σε μια ε-ποχή που όλα μεταβάλλονταν κι ο παλιός κόσμος με τα ήθη, τα έθιμα και τις αντιλή-ψεις του γκρεμιζόταν σαν χάρτινος πύργος. Είναι η εποχή όπου έχουν αρχίσει να υποχωρούν οι φεουδαρχικές δομές της ελληνικής κοινωνίας και ένας νέος κόσμος προβάλλει, ο αστικός, με συνέπειες που γίνονται αισθητές σε όλους τους τομείς της της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Πολλοί μελετητές του υποστηρίζουν ότι ο Παπα-διαμάντης ήταν συντηρητικός στις απόψεις του για τη ζωή και την κοινωνία, γι’ αυτό, όπως λένε, ο κόσμος των διηγημάτων του είναι στραμμένος νοσταλγικά στο παρελ-θόν, παραμένει στατικός και αμετάβλητος. Είναι βαθιά θρησκευόμενος, ένας «κοσμο-καλόγερος», απόκοσμος και μελαγχολικός, μοναχικός, ταπεινός κι ολιγαρκής· επίσης συντηρητικός κι επιφυλακτικός στους αναφομοίωτους νεοτερισμούς της εποχής του.
Τα θέματα του σχετίζονται με το θρησκευτικό βίο, τη λαϊκή παράδοση και το νησιώ-τικο περιβάλλον. Οι ήρωες του είναι απλοί άνθρωποι του λαού της υπαίθρου, ταπει-νοί και φτωχοί, καρτερικοί και αφελείς. Βάση των διηγημάτων του είναι η ηθογραφία, συνυφασμένη όμως με στοιχεία ψυχογραφικά, κοινωνικά και ρεαλιστικά, ενώ ο λυρισμός του είναι μερικές φορές τόσο έντονος, ώστε πολλές σελίδες μοιάζουν με ποιήματα. Η γλώσσα των πεζογραφημάτων του είναι ιδιόμορφη: στους διαλόγους χρησιμοποιείται η ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα, με ιδιωματισμούς της Σκιάθου, στην αφήγηση βάση εί-ναι η καθαρεύουσα, στην οποία όμως βρίσκονται πολλά στοιχεία της δημοτικής· στις περιγραφές χρησιμοποιείται η καθαρεύουσα καθώς και λέξεις της αρχαίας ελληνικής ή και λέξεις της εκκλησιαστικής παράδοσης.

Οι περίοδοι του έργου του
Α’ περίοδος (1879 – 1885) Τρία ιστορικά μυθιστορήματα:
- Η Μετανάστις
- Οι Έμποροι των Εθνών
- Η Γυφτοπούλα
Και το διήγημα: Χρήστος Μηλιώτης
Β’ περίοδος (1887 – 1896) Διηγήματα: Το Χριστόψωμο, Υπηρέτρα, Ο Σημαδιακός, Ο Φτωχός Άγιος, Η Σταχομαζώχτρα, Όνειρο Στο Κύμα, Χωρίς Στεφάνι, κ.τ.λ. (περίπου 180 διηγήματα)
Γ’ περίοδος (1898 – 1910): – Γουτού - Γουπατού
– Αντίκτυπος του Νου
– Φόνισσα
Στη Β’ περίοδο, ο Παπαδιαμάντης γράφει πιο ηθογραφικά, καθώς προβάλλει τα γνήσια ελληνικά ήθη, την Ορθοδοξία και την ελληνική φύση, με κέντρο αναφοράς κυ-ρίως το νησί του. Η Γ’ περίοδος, χωρίς να χάσει τα γνωρίσματα της προηγούμενης, χα-ρακτηρίζεται από κριτικότερη ρεαλιστική ματιά, αλλά και μια στροφή προς τον αυτο-βιογραφικό τύπο διηγήματος.

Ηθογραφικό ονομάζεται το διήγημα που απεικονίζει με τρόπο ρεαλιστικό τα ήθη, τα έθιμα, τους ανθρώπινους χαρακτήρες και τις καταστάσεις της καθημερινής ζωής της υπαίθρου. Βέβαια, υπάρχουν και ηθογραφικά διηγήματα στα οποία παρουσιάζεται μια τάση ωραιοποίησης της πραγματικότητας, όπως και ορισμένα που ακολουθούν την τεχνοτροπία του νατουραλισμού, μιαν ακραία έκφραση του ρεαλισμού, που επι-μένει στις άσχημες πλευρές της πραγματικότητας.

Ο Παπαδιαμάντης δεν έμεινε στην απλή ηθογράφηση, αλλά με βάση την ηθογραφία ανοίγεται σε πολλές κατευθύνσεις, αναμειγνύοντας τα ηθογραφικά στοιχεία άλλοτε με κοινωνικά κι άλλοτε με ψυχογραφικά, συχνά μάλιστα με έκδηλο λυρισμό. Στη βάση του όμως είναι ένας ρεαλιστής ηθογράφος που δεν εξωραΐζει, δεν εξιδανικεύει, δεν υ-περβάλλει. Αναζητά την ομορφιά σε κάθε εκδήλωση της ζωής και γίνεται υμνητής της.
Τα θέματα των διηγημάτων του σχετίζονται α) με το θρησκευτικό βίο, β) με τη λαϊκή παράδοση και γ) με το νησιώτικο περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Βαθιά θρησκευόμενος περνά την αγάπη του για το Θεό μέσα στα έργα του. Γράφει προσκολλημένος στο ορθόδοξο τυπικό και συνεπαρμένος από ένα διαρκές θρησκευ-τικό συναίσθημα. Η πίστη του δεν τον οδηγεί στο να γίνει θεωρητικός, δογματικός της Ορθόδοξης Πίστης ούτε εκτρέπεται στη θρησκοληψία. Δεν αναζητεί το Θεό στην περι-οχή του θαύματος, αλλά διαρκώς αναζητεί την ηθική τελειότητα, αφού πιστεύει ότι ο Θεός βρίσκεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και τους καθοδηγεί με τη Θεία Πρό-νοια.
Το διήγημα «Όνειρο στο Κύμα» δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό Παναθήναια κι ανήκει στα ‘‘αυτοβιογραφικά’’ διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ίσως επειδή το κείμενο είναι ερωτικό και κινδύνευε να θεωρηθεί τολμηρό, ο συγγραφέας δεν το υπογράφει ως έργο του, αλλά γράφει αριστερά της υπογραφής του το παραπλανητικό ‘‘Δια την αντι-γραφήν’’ αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν το έγραψε ο ίδιος, αλλά το αντέγραψε από κάποιον άλλο. Πέρα απ’ το ερωτικό και στοχαστικό στοιχείο, στο διήγημα διακρίνεται η θρησκευτικότητα του συγγραφέα και η αγάπη του για τη φύση, ενώ τα γεγονότα της ιστορίας διαδραματίζονται μέσα σε ένα εξιδανικευμένο φυσικό περιβάλλον και σε κλίμα ποιμενικό· έτσι το έργο παίρνει το χαρακτήρα του ποιμενικού ειδυλλίου.
Το διήγημα κινείται σε δυο χρονικά επίπεδα: στο παρόν και στο παρελθόν. Επίσης διακρίνονται δύο πλάνα: το εξωτερικό, όπου δρουν τα πρόσωπα, και το εσωτερικό, όπου διαγράφεται η ψυχολογική κατάσταση του ήρωα, ενώ οι ιδέες που προκύπτουν συνιστούν το ιδεολογικό υπόστρωμα του διηγήματος.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο ήρωας – αφηγητής είναι ένας ώριμος δικηγόρος που εργάζεται στην Αθήνα. Η μί-ζερη ζωή του στην πόλη τον οδηγεί στην αναπόληση ενός περιστατικού της εφηβικής του ζωής, όταν ήταν ακόμη βοσκόπουλο στο νησί του. Το καλοκαίρι του 187... έβοσκε τις κατσίκες του μπροστά στο περιτειχισμένο κτήμα του κυρ – Μόσχου, ενός άρχοντα της περιοχής που ζούσε στην εξοχή μαζί με την υιοθετημένη ανιψιά του τη Μοσχούλα. Ένα αυγουστιάτικο απόγευμα αφήνει τα γίδια του να βοσκήσουν και βρίσκει ευκαιρί-α να κολυμπήσει. Βγαίνοντας όμως από τη θάλασσα, και πηγαίνοντας να λύσει τη μι-κρή του κατσίκα, τη Μοσχούλα, ακούει το πλατάγιασμα ενός σώματος να πέφτει στο κύμα. Επρόκειτο για τη γυμνή Μοσχούλα – κορίτσι. Το βοσκόπουλο ακινητοποιείται για να μην τρομάξει την κοπέλα και μετά από κάποιους δισταγμούς και ρτόπους διαφυγής, παραμένει στη θέση του και παρασύρεται από την περιέργειά του, απολαμ-βάνοντας το θέαμα της γυμνής κοπέλας που κολυμπά. Το θαυμασμό του διακόπτει το βέλασμα της κατσίκας του, που τρομάζει την κοπέλα, η οποία θορυβείται ακόμα πε-ρισσότερο από την εμφάνιση μιας αλιευτικής βάρκας. Χάνοντας τον έλεγχο της η κο-πέλα αρχίζει να βυθίζεται κι ο νεαρός βοσκός πέφτει στη θάλασσα για να τη σώσει. Η αίσθηση της επαφής με το γυμνό σώμα της κοπέλας τον αναστατώνει. Η κοπέλα σώζε-ται, αλλά η κατσίκα του πνίγεται με το σκοινί που την έχει δεμένη. Ο αφηγητής τελει-ώνει την αφήγησή του εκφράζοντας τη νοσταλγία του για τα αμέριμνα χρόνια της εφηβικής του ηλικίας.
ΔΟΜΗ – ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΕΝΟΤΗΤΩΝ
1η ενότητα: «Ήμην πτωχόν… προϊσταμένου μου»: Από βοσκόπουλο βοηθός δικηγόρου
2η ενότητα: «Η τελευταία χρονιά…εβρέχετο από το κύμα»: Ο κόσμος του νεαρού βοσκού
3η ενότητα: «Ο κυρ Μόσχος…πετμέζι»: Η Μοσχούλα και η γνωριμία της με το βοσκό
4η ενότητα: «Μίαν εσπέραν…ελούετο»: Η πρόκληση της θάλασσας κι η γυμνή Μοσχούλα
5η ενότητα: «Την ανεγνώρισα…τα επίγεια»: Τα διλήμματα του βοσκού και η απόλαυση του ονείρου
6η ενότητα: «Δεν δύναμαι…ταλαίπωρον ζώον»: Το βέλασμα της κατσίκας
7η ενότητα: «Δεν ηξεύρω…όνειρόν του»: Η διάσωση της Μοσχούλας
8η ενότητα: «Η Μοσχούλα έζησε…εις τα όρη!» Η ανεξίτηλη ανάμνηση της γυμνής κοπέ-λας στη μνήμη του ώριμου πλέον άντρα

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
Το διήγημα ανήκει στις αυτοδιηγητικές αφηγήσεις, κατά τις οποίες ο αφηγητής, πέ-ρα από το ότι είναι πρωτοπρόσωπος και μετέχει σ’ αυτήν (ομοδιηγητικός αφηγητής), είναι επιπλέον και ο πρωταγωνιστής της. Περιγράφει ένα συμβάν που πιστεύει ότι επηρέασε τη μετέπειτα ζωή του και εκφέρει κρίσεις και απόψεις, παίρνει θέση, πράγμα που δίνει στην αφήγηση τα χαρακτηριστικά της εξομολόγησης. Στον πρόλογο και στον επίλογο, στα δύο δηλαδή σημεία του διηγήματος που αναφέρεται στο παρόν της αφήγησης, η εστίαση είναι μηδενική, γιατί η αφήγηση γίνεται από έναν παντογνώστη αφηγητή. Και στο κύριο μέρος του διηγήματος, η αφήγηση γίνεται και πάλι κάτω από την προοπτική του ώριμου αφηγητή, που έχοντας ζήσει ο ίδιος τα γεγονότα, τα χρω-ματίζει με την εμπειρία του ανθρώπου που κοιτάζει πλέον από μεγάλη απόσταση χρό-νου αυτό που του συνέβη στο παρελθόν. Για να μη μειωθεί όμως η αγωνία για την έκ-βαση της ιστορίας, αφού ο αφηγητής γνωρίζει το τέλος, ο συγγραφέας εναλλάσσει σε κάποια σημεία του κειμένου την εστίαση από μηδενική σε εσωτερική, πράγμα που ση-μαίνει ότι ο αφηγητής υιοθετεί την προοπτική του ήρωα-βοσκού, χωρίς υποτίθεται να γνωρίζει περισσότερα από όσα η κατοπινή εμπειρία τον προμήθευσε. Η διαφορά αυτή γίνεται φανερή, όταν, ενώ η αφήγηση εστιάζει κάποτε στον ήρωα βοσκό, ο αφηγητής-προλύτης παρεμβάλλει και τη δική του αφηγηματική φωνή, προσπαθώντας να φωτί-σει ενέργειες κι αντιδράσεις του ήρωα. Αλλού πάλι ο αφηγητής αποσιωπά σκόπιμα λεπτομέρειες και προβάλλει μόνο την προοπτική του βοσκού, αυξάνοντας έτσι την αγωνία και την ένταση για τη συνέχεια. Η εναλλαγή αυτή της εστίασης είναι πολύ ση-μαντική, ιδιαίτερα για την ανάδειξη των διλημμάτων του ήρωα-βοσκού.

ΕΝΟΤΗΤΑ 1Η
Η εισαγωγή του διηγήματος έχει τη μορφή πρόληψης, ο αφηγητής δηλαδή ανακαλεί εκ των προτέρων ένα γεγονός που θα διαδραματιστεί αργότερα στην αφήγησή του. Στον πρόλογο δίνει με περιληπτική αφήγηση τα σημαντικότερα γεγονότα από τη ζωή του, που έπαιξαν ρόλο στη μετεξέλιξή του από βοσκό σε βοηθό δικηγόρου. Το όραμα μιας ευτυχισμένης ζωής, όπως μας δηλώνει από την αρχή ο αφηγητής, μένει απραγμα-τοποίητο.
Οι πληροφορίες που μας δίνει ο αφηγητής όσον αφορά στην αυτοπροσωπογραφία του είναι οι εξής:

 Οικονομική κατάσταση (φτωχός)
 Επάγγελμα (βοσκός)
 Ηλικία (18 χρονών)
 Πνευματική καλλιέργεια (ολότελα αγράμματος)
 Ψυχική κατάσταση (ευτυχισμένος)
 Σωματική εμφάνιση (ωραίος - τραχύ/ ηλιοκαμένο/αρρενωπό πρόσωπο - ψηλό/ ευλύγιστο σώμα, φανερή αυταρέσκεια)


Η φράση «Την τελευταίαν φοράν…του έτους 187...» λειτουργεί ως οριακό σημείο ανάμεσα στην ευτυχισμένη ζωή των χρόνων της ελευθερίας και της φυσική διαβίωσης και στα άχαρα χρόνια που ακολούθησαν γεμάτα μιζέρια, ασφυκτικό κλοιό, δυστυχία. Επίσης λειτουργεί ως προειδοποίηση στον αναγνώστη· πρόκειται να γίνουμε μάρτυ-ρες μιας εξομολογητικής αφήγησης, η οποία θα μας παρουσιάσει τις τελευταίες ευτυχι-σμένες στιγμές που βίωσε ο αφηγητής λίγο πριν υποχρεωθεί να αλλάξει τρόπο ζωής και να υποδουλωθεί στις συμβατικότητες του κοινωνικού βίου, μεταβαίνοντας από τη φυσική στην κοσμική και αστική ζωή.
Η αναφορά στο πρόσωπο του πάτερ-Σισώη έχει στόχο να συμπληρώσει τα γεγονότα της αφήγησης δείχνοντας τη διαδρομή του αφηγητή ως τη σημερινή του κατάσταση. Δεν πρόκειται για άσχετη παρέκβαση, γιατί υποδηλώνονται κάποιες αναλογίες ανά-μεσα στον ηθικό βίο του Σισώη και τον αφηγητή.



















Εξάλλου ο ρόλος του Σισώη στάθηκε καθοριστικός για την κατοπινή ζωή του αφηγη-τη, αφού διαμόρφωσε τον τρόπο σκέψης του και γενικότερα την ηθική του συμπεριφ-ορά. Ίσως λοιπόν ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να τιμήσει το δάσκαλο που του έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

Το εισαγωγικό μέρος του διηγήματος κλίνει με την αναφορά του αφηγητή στο πα-ρόν της αφήγησης. Ο ήρωας απορρίπτει κατά τρόπο κατηγορηματικό την παρούσα ζωή του και τη μέχρι τώρα πρόοδο και εξέλιξή του με μια εντυπωσιακή και αυθόρμητη ομολογία μίσους προς τον εργοδότη κι ευεργέτη του, ενώ με τη χαρακτηριστική πα-ρομοίωση του σκύλου δηλώνει την καταπίεση και την έλλειψη ελευθερίας που αισθά-νεται.
Με μια ψυχογραφική προσέγγιση θα παρατηρήσουμε ότι πράγματι η ευεργετική διάθεση προϋποθέτει τη μεγαλύτερη ισχύ του ευεργέτη σε κάποιον τομέα κι η ευεργε-σία γίνεται από θέση ισχύος, ενώ η οφειλή ευγνωμοσύνης του ευεργετημένου είναι τα-πεινωτική, αφού υπενθυμίζει και διαιωνίζει την κατωτερότητά του.


ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
α) Πρόληψη – προσήμανση
 «Την τελευταίαν φοράν όπου εγεύθην την ευτυχίαν»: Ο αναγνώστης προϊδε-άζεται για το ότι ο αφηγητής δε θα νιώσει άλλη φορά στο μέλλον ευτυχισμένος.
 «Το κοντόν σχοινίον» με το οποίο ήταν δεμένο το σκυλί της παρομοίωσης: Μας προϊδεάζει για το κοντό σχοινί με το οποίο θα πνιγεί η κατσίκα του αφηγητή.
β) Εγκιβωτισμένη αφήγηση (σαν παρέκβαση)
Η αναδρομή στο παρελθόν του πάτερ-Σισώη εγκιβωτίζεται στην κύρια αναδρομι-κή αφήγηση κι επειδή δε γίνεται από τώρα αντιληπτή η σχέση της με τα γεγονότα μοιάζει με παρέκβαση.
γ) Έλλειψη (αφηγηματικό κενό)
Στη μετάβαση από τη λήξη των σπουδών στο επαγγελματικό παρόν υπάρχει αφη-γηματικό κενό· αν όμως πάρουμε υπόψη μας τα αποσιωπητικά μετά τη λέξη «προ-λύτου», θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για σύνοψη χρόνου.

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ
 Μετωνυμία: Άλφα (ανάγνωση – γραφή)
 Μεταφορά: Εγεύθην την ευτυχίαν / στρυφνόν πρόσωπον / σκοτεινής αφορμής
 Ειρωνεία: Εννοείται δεν έκαμα / εξακολουθώ να εργάζομαι ως βοηθός ακόμη
 Παρομοίωση: οιονεί αυλικού / Η ζωή του αφηγητή με τη ζωή σκύλου που είναι δεμένος με «πολύ κοντό σχοινίον εις την αυλή του αυθέντου του»
 ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ:
Παρόν Παρελθόν
Αγράμματος Πτυχιούχος
Βοσκός Υπάλληλος σε γραφείο
Ζούσε – εργαζόταν στην ανοικτή φύση Κλειστό γραφείο, αστικό περιβάλλον
Ζούσε – ενεργούσε ελεύθερα Στενό πεδίο δράσης
Ένιωθε ευτυχισμένος Αποτυχημένος, ταπεινωμένος, καταπιεσμένος, δυστυχισμένος


ΕΝΟΤΗΤΑ 2Η
Ύστερα από την παρεμβολή του Σισώη και την αναφορά στη σημερινή ζωή του αφη-γητή, η αφήγηση επανέρχεται στην εποχή της νεότητας του, για να συμπληρωθεί η ει-κόνα του με περισσότερες λεπτομέρειες και με άλλα στοιχεία και να παρουσιαστεί ο κόσμος και η ζωή του μέσα στη φύση. Προς το τέλος όμως της ενότητας η αφήγηση αλ-λάζει προοπτική:
 Από την αναφορά την ανωνύμων προσώπων, που φαίνεται ότι στοιχειοθέτησαν το ανθρώπινο περιβάλλον του αφηγητή, περνάει στην παρουσίαση ενός προσώπου που όχι μόνο κατονομάζεται, αλλά δίνεται γι’ αυτό ευρύτερη πληροφόρηση. Έτσι γνωρί-ζουμε τον κυρ Μόσχο, το δύστροπο χαρακτήρα του, την οικογενειακή του κατάσταση, τη μεγάλη περιουσία του και το απέραντο παραθαλάσσιο κτήμα του.
 Από την περιγραφή ανοιχτών χώρων, στους οποίους κινείται ο βοσκός, περνά στην παρουσίαση του μοναδικού στην περιοχή χώρου, ο οποίος ήταν περιφραγμένος με ιδιαίτερη φροντίδα κι επομένως εντελώς απρόσιτος· έρχεται δηλαδή στο περιβάλλον της Μοσχούλας και στο πρόσωπο που θα παίξει καίριο ρόλο στην πλοκή.

Η τοπογραφία της περιοχής, η ποικιλία της χλωρίδας, μερικά φυσικά φαινόμενα και κάποιες εργασίες των γεωργών μαρτυρούν τη φυσιολατρία του συγγραφέα και συνι-στούν ένα αρκαδικό τοπίο ευτυχίας και αμεριμνησίας, μέσα στο οποίο θα κινηθεί το βουκολικό ερωτικό στοιχείο. Ο στενός δεσμός, σχεδόν η ταύτιση του βοσκού με τη φύση κι η αγάπη του γι’ αυτή είναι φανερά, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνεται κι η κυριαρχία που αισθάνεται ο ίδιος πάνω στη φύση και η απόλυτη ελευθερία που νιώθει μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, μια ελευθερία που γίνεται πράξη με την ανεξέλεγκτη ‘‘νομή’’ και ‘‘κάρπωση των προϊόντων των ξένων χωραφιών κι αμπελώνων.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο συγγραφέας με την αναφορά α) στον πλούσιο κυρ-Μόσχο και σε κάποιους φτωχούς αγρότες, β) στο απέραντο και απρόσιτο κτήμα του που περικλειόταν από πέτρινο περίβολο, γ) στην απομόνωση του από τον υπόλοιπο κόσμο, αφού δεν πήγαινε συχνά στην κωμόπολη, αλλά ήθελε να ζει σαν σε ξεχωριστό βασίλειο και δ) στις παρανομίες των αγροφυλάκων, επιζητεί να προβάλει τη διαφορά ανάμεσα στον πλούτο και τη φτώχεια, τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε πλούσι-ους και φτωχούς και τις αυθαιρεσίες των οργάνων του νόμου· επομένως θέλει να επι-σημάνει τις κοινωνικές διακρίσεις και ανισότητες και την κοινωνική αδικία. Η άποψη αυτή θεωρείται παρατραβηγμένη.

ΑΦΗΓΗΣΗ
Συνεχίζει να υπάρχει το μοτίβο του δραματοποιημένου αφηγητή και η αναδρομική αφήγηση, εδώ όμως κυριαρχεί η περιγραφή.

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ
 Παρομοιώσεις: «Εφαινόμην ως να είχα μεγάλην συγγένειαν με τους δύο τουτους ανέμους»
«Όπως οι θάμνοι και αι αγριελαίαι»
«Ως να ήτο θηγάτηρ του»
 Μεταφορές: «Με το αιώνιον της ζωής το φραγγέλιον»
«Παρά το χείλος της θαλάσσης»
 Λυρισμός: «Υπέρθεν του κράτους του Βορρά και του πελάγους»
«Εφαινόμην κι εγώ…φραγγέλιον»

Ιδιαίτερα εμφανής γίνεται η θρησκευτική παιδεία του συγγραφέα μέσα από τους συμβολισμούς της ευαγγελικής γλώσσας: του γεωργού, της αμπέλου, της φτωχής χή-ρας.

ΕΝΟΤΗΤΑ 3Η
Ο αφηγητής τώρα περνά με πολύ φυσικό τρόπο στην παρουσίαση της Μοσχούλας, δίνοντας την ηλικία της, τις δραστηριότητές της, τα γνωρίσματα του χαρακτήρα της και κυρίως την ομορφιά της. Στη συνέχεια δίνονται οι αντιφάσεις της προσέγγισης των δύο νέων.
Έχει ενδιαφέρον να σταθεί κανείς στο όνομα της ηρωίδας και να το διερευνήσει ετυ-μολογικά. Το όνομα αυτό είναι το θηλυκό του κύριου ονόματος ‘‘Μόσχος’’ που προ-έρχεται από το προσηγορικό ‘‘μόσχος’’, ένα πολύ δυνατό, παχύρρευστο και σκουρό-χρωμο άρωμα που το έφερναν από την Ασία και παραγόταν από κοιλιακούς αδένες του αρσενικού ενός είδους ελαφιού. Επομένως το όνομα ‘‘Μοσχούλα’’ έχει ποιητική σημασία και θα μπορούσε να αποδοθεί κατά προσέγγιση με το σημερινό επίθετο ευω-διαστή.

Ο αφηγητής παρομοιάζει τη Μοσχούλα με την αγαπημένη του κατσίκα σε κάποια σωματικά γνωρίσματα, όμως η παρομοίωση πρέπει να νοηθεί αντίστροφα: η κατσίκα ήταν εκείνη στην οποία διαπιστώθηκαν, αρχικά τουλάχιστον, ομοιότητες εξωτερικής εμφάνισης με το κορίτσι, καθώς κι ομοιότητες συμπεριφοράς, γι’ αυτό κι ο βοσκός έδωσε στην κατσίκα το όνομα της κοπέλας. Το ότι ο βοσκός προβάλλει τα συναισθή-ματά του στην κατσίκα του ανακαλύπτει την αδυναμία του για την κοπέλα. Πρόκει-ται για ένα μηχανισμό υποκατάστασης συναισθημάτων (προβολή), ο οποίος ενεργο-ποιήθηκε, επειδή το πραγματικό αντικείμενο της αγάπης του αποτελούσε απλησίαστο όνειρο. Η πρόωρη δήλωση της ομωνυμίας του κοριτσιού και της κατσίκας θα αξιοποι-ηθεί στη συνέχεια (προοικονομία).
Η περιγραφή της κοπέλας είναι ολοκληρωμένη. Δίνονται η ηλικία της, οι δραστη-ριότητές της, τα γνωρίσματα του χαρακτήρα της, η εξωτερική της εμφάνιση. Ως μέσα χρησιμοποιεί καίρια επίθετα και ρήματα (ωραία, μελαχροινή, ωχρά, έφεγγε, υπέφωσκε), παρομοιώσεις (σαν τη νύμφη του Άσματος της Παλαιάς Διαθήκης, σαν την αγαπημένη του κατσίκα), μεταφορές (οι οφθαλμοί σου περιστεραί, έφεγγε), υπερβολή (απείρως λευκότερος). Με όλα τα παραπάνω γνωρίσματα η Μοσχούλα ενσαρκώνει το πρότυπο ομορφιάς του κοριτσιού του βουκολικού λογοτεχνικού είδους. Η εξιδανίκευση της ομορφιάς κι ο έκδηλος θαυμασμός προδίδουν την έλξη που νιώθει ο αφηγητής για την κοπέλα και υποκρύπτουν το ερωτικό συναίσθημα που έχει δημιουργηθεί, καθώς και η προσπάθειά του να βρίσκεται κοντά της με την ελπίδα ότι θα τη δει.
Την αφορμή για την πρώτη επικοινωνία των δύο νέων, παρά την πολύχρονη γνωρι-μία τους, τη δίνει το όνομα της κατσίκας, καθώς αξιοποιείται το λογοτεχνικό εύρημα της ομωνυμίας κατσίκας – κοπέλας. Έτσι επισημαίνεται η απουσία της συγκεκριμένης κατσίκας κατά τη συνηθισμένη καταμέτρηση των κατσικιών, τονίζεται το γεγονός ότι ο βοσκός ταράζεται όχι από την απουσία μιας οποιασδήποτε μονάδας, αλλά της συγκεκριμένης κατσίκας, προβάλλεται η ψυχική αναστάτωση του βοσκού στο κάλεσ-μα που απευθύνει ο βοσκός στην κατσίκα, αποκρίνεται η κοπέλα, ακολουθεί ένας σύ-ντομος διάλογος, στον οποίο ο βοσκός αιφνιδιάζεται, μένει αμήχανος και δείχνει α-πειρία, αλλά κι εγωισμό, ενώ το κορίτσι αποτραβιέται απότομα μέσα δυσαρεστημένο.
Η πρώτη λοιπόν συνομιλία είναι τυπική και μένει άκαρπη. Ωστόσο η αμοιβαία συ-μπάθεια θα εκδηλωθεί ξανά, σε μια νέα προσέγγιση που θα προκαλέσει η Μοσχούλα με αφορμή το σκοπό που σφύριζε ο βοσκός, ζητώντας από αυτόν με πειρακτική διάθε-ση και τόλμη να παίξει σουραύλι. Η αποτελεσματικότητα της προσέγγισης παρουσιά-ζεται έμμεσα και υπαινικτικά μέσα από την προθυμία του βοσκού να υπακούσει στο αίτημα της κοπέλας, αλλά και μέσα από τη προσποιητή αδιαφορία ή άγνοιά του για την αξία της τέχνης του στο σουραύλι. Είναι όμως γεγονός ότι η μουσική δημιούργησε το κατάλληλο συναισθηματικό κλίμα, γιατί η τολμηρή ενέργεια της κοπέλας να αντα-μείψει το βοσκό, όχι απλώς είναι φανερή ένδειξη της αναγνώρισης της τιμής που της έγινε, αλλά και έκφραση ανταπόκρισης στα ερωτικά συναισθήματα του βοσκού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι και στις δύο περιπτώσεις το κορίτσι είναι εκείνο που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της επικοινωνίας κι ενεργεί με τόλμη, παίρνοντας για αφορμή κάποιες τυχαίες ενέργειες του βοσκού, ενώ εκείνος εκδηλώνεται με ατολμία, συστολή και αιδημοσύνη.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Η αναδρομική αφήγηση του δραματοποιημένου αφηγητή συνεχίζεται. Σ’ αυτή την ενότητα αρχίζει η δράση, η δέση του μύθου, με τις πρώτες προσεγγίσεις των δύο νέων.
Η ομωνυμία κοριτσιού και κατσίκας είναι ένα ευφυές λογοτεχνικό εύρημα και πα-ράλληλα στοιχείο προοικονομίας, αφού προετοιμάζει την πρώτη επικοινωνία των δύο νέων και προωθεί την πλοκή του μύθου.
Ανάμεσα στις εικόνες τις ενότητας ξεχωρίζουν δύο λυρικές:
 Η ηχητική εικόνα του βοσκού που σφυρίζει ποιμενικό σκοπό και στη συνέχεια παίζει τη φλογέρα.
 Η εικόνα του όμορφου κοριτσιού που στέκεται στο παράθυρο στου σπιτιού του.

ΕΝΟΤΗΤΑ 4Η
Ο συγγραφέας φέρνει τον ήρωα στο χρόνο και στον τόπο όπου θα συμβεί το κύριο επεισόδιο και θα κορυφωθεί η πλοκή. Ενώ δίνει όλες τις κινήσεις του βοσκού, παρου-σιάζει παράλληλα την ομορφιά της φύσης, καθώς μέσα σ’ αυτήν θα ενταχθεί σε λίγο η ομορφιά του κοριτσιού. Η περιγραφή είναι ποιητική, ο λόγος λυρικός και τα εκφρα-στικά μέσα πλούσια.
Η μαγική επενέργεια του θαλασσινού νερού ώθησε κάποια μέρα το βοσκό να κολυ-μπήσει· ο αφηγητής ταυτίζει το βοσκό με το αναζωογονητικό στοιχείο της φύσης, που απελευθερώνει τον άνθρωπο. Η φροντίδα του όμως παράλληλα για την ασφάλεια του κοπαδιού του είναι αδιάκοπη και στο πλαίσιο αυτής της γενικότερης φροντίδας ε-ντάσσεται κι η φροντίδα για την αγαπημένη του κατσίκα. Επειδή κάποτε του είχε φύγει, φρόντισε τώρα να τη δέσει με σκοινί. Η ενέργεια του αυτή δε φαίνεται να προ-δικάζει κάποια δυσάρεστη εξέλιξη και μας αφήνει ανυποψίαστους. Ωστόσο, εντεταγ-μένη στο πλαίσιο της πλοκής του μύθου, λειτουργεί ως προοικονομία, καθώς αυτό το σκοινί θα γίνει η θηλιά που θα πνίξει το ζώο (τραγική ειρωνεία).
Ο ίδιος ο βοσκός μας αποκαλύπτει ότι γνώριζε τις συνήθειες της Μοσχούλας, ωστόσο προλαβαίνει να μας διαβεβαιώσει ότι δε θα ριψοκινδύνευε να πλησιάσει αν ήξερε ότι το κορίτσι «συνήθιζε να λούεται και τη νύκτα με το φως της σελήνης». Έτσι αποσείει την ενοχή της παρακολούθησης, παρόλο που δεν μπορεί να αποκρύψει το ερωτικό του ενδιαφέρον για την κοπέλα. Και βέβαια το γεγονός ότι δεν έφυγε μόλις άκουσε το πλατάγιασμα των νερών, αλλά αντίθετα, με μια διαδικασία προσεκτικών και ένοχων κινήσεων, τόλμησε να επιβεβαιώσει αυτό που περίμενε, αποκαλύπτει την επιθυμία του να δει κάτι απαγορευμένο. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι σ’ αυτήν την καθαρά ποιμενική ενότητα, απουσιάζει εντελώς το θρησκευτικό στοιχείο.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
 Πριν από την αρχή της ενότητας υπάρχει κάποιο αφηγηματικό κενό.
 Όλες οι κινήσεις του βοσκού είναι στοιχεία πλοκής με τα οποία προοικονομείται το κεντρικό επεισόδιο που θα ακολουθήσει.
 Η αναφορά στην κλοπή του επίχρυσου κουδουνιού και του περιλαιμίου της απο-τελεί μικρή αναδρομική αφήγηση, αλλά και επιβράδυνση.
 Η αναφορά στους «γλαφυρούς κόλπους» του γιαλού ίσως αποτελεί προσήμανση για τους «γλαφυρούς κόλπους» της Μοσχούλας.
 Οι εκτενείς περιγραφές αποτελούν μορφή επιβράδυνσης.
 Ο «σφοδρός πλαταγιασμός» αποτελεί δραματικό απρόοπτο κι αλλάζει την πορεία της πλοκής (περιπέτεια)

Ο χρόνος μέσα στο πλαίσιο του οποίου θα συμβεί το κεντρικό επεισόδιο είναι η πιο υποβλητική ώρα του εικοσιτετραώρου και προσδιορίζεται με ακρίβεια και λεπτομέρει-ες. Αφού δοθεί πρώτα ένας κάπως αόριστος προσδιορισμός (μίαν εσπέραν), δίνεται η εποχή και στη συνέχεια προσδιορίζεται με τις κινήσεις του ήλιου και του φεγγαριού η ακριβής ώρα.
Σ’ αυτήν την ενότητα περιγράφεται με λεπτομέρειες και με λυρισμό το ειδυλλιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ξετυλιχθεί το κεντρικό επεισόδιο του μύθου. Τρεις είναι οι κυριότερες εικόνες:
1. Ο γιαλός: Υπερβολή: «χίλιους κολπίσκους»
Μεταφορά: «μεγάλη μαγεία»
Αντίθεση: «αλλού εκυρτώντο οι βράχοι… αλλού εκοιλαίνοντο»
Προσωποποίηση: «χόρευον με ατάκτους φλοίσβους»
Ασύνδετο: «μορμυρίζον, χορεύον»
Παρομοίωση: «όμοιον με βρέφος»
Οπτικοακουστικοκινητικές εικόνες
2. Το δειλινό: Λυρικά επίθετα: «ολόγεμον (φεγγάρι)»
Μεταφορά: «πορφύραν του ηλίου»
«ουρά της λαμπράς αλουργίδος»
«ήτον ο τάπης»
Το θαλάσσιο άντρο και το μονοπάτι: Αντίθεση: «μέγαν βράχον - μικρόν άντρον»
Μεταφορά: «έζωνεν όλον τον αιγιαλόν»
Επίθετα: «κρυσταλλοειδή, ποικιλόχρωμα»
Παρομοίωση: «εφαίνετο πως το είχον ευτρεπί-σει και στολίσει αι νύμφαι των θαλασσών»

ΕΝΟΤΗΤΑ 5Η
Ο αφηγητής δηλώνει ότι αναγνώρισε τη Μοσχούλα και δίνει μια πρώτη περιγραφή της, καθώς την είδε να βγαίνει από το νερό μετά την πρώτη της βουτιά. Η περιγραφή του χώρου είναι λυρική και τα μέσα με τα οποία δίνεται, επιτείνουν τη μαγεία της ατμόσφαιρας και προδίδουν την ψυχική ανάταση του ήρωα.
Μπροστά στο απροσδόκητο αντίκρισμα του γυμνού κορμιού της Μοσχούλας ο αφη-γητής αιφνιδιάζεται και βρίσκεται σε δίλημμα αν πρέπει να μείνει ή να φύγει. Σκέφτε-ται λοιπόν διάφορες επιλογές:
1. Να φύγει αθόρυβα
Απορρίπτει αυτή τη λύση, γιατί υπάρχει φόβος να γίνει αντιληπτός από τη Μοσχούλα, με αποτέλεσμα αυτή να τρομάξει, να φωνάξει και να τον κατηγορή-σει για ανηθικότητα.
Το επιχείρημα ευσταθεί μεν, αφού ο βοσκός θέλει να αποφύγει την κατακραυ-γή και να προστατεύσει την υπόληψή του, όμως είναι και ευάλωτο, αφού θα μπορούσε να περιμένει, ώστε να φύγει σε κάποια στιγμή που κ κοπέλα θα στρε-φόταν προς την αντίθετη μεριά.
2. Να την ειδοποιήσει διακριτικά και με ειλικρίνεια για την τυχαία παρουσία του δηλώνοντας ότι φεύγει αμέσως
Η λύση δεν απορρίπτεται, ούτε όμως ευοδώνεται, γιατί αδυνατεί να τη θέσει σε εφαρμογή, με τη βολική δικαιολογία ότι είναι αδέξιος και άτολμος για κό-σμια συμπεριφορά.
Το επιχείρημα δεν ευσταθεί, γιατί αποτελεί υπεκφυγή. Στην πραγματικότητα υπάρχει έλλειψη ηθικής αντίστασης μπροστά στον πειρασμό. Εξάλλου κι ο ίδι-ος δικαιολογείται με ασάφειες και μετάθεση των ευθυνών.


3. Να περιμένει ώσπου η κοπέλα να τελειώσει το μπάνιο της
Η λύση απορρίπτεται, γιατί θα τον φέρει αντιμέτωπο με το γυναικείο πειρα-σμό κάτι που πρέπει να αποφεύγει σύμφωνα με την ηθική αγωγή που του έχουν εμφυσήσει οι πνευματικοί του πατέρες.
Το επιχείρημα είναι πολύ ισχυρό και ακλόνητο, όμως τελικά αυτή είναι η λύ-ση που επιλέγει.
4. Να φύγει απαρατήρητος κολυμπώντας στην πολύ βαθιά και άγρια θάλασσα προς την αντίθετη πλευρά με τα ρούχα και να φτάσει από μακριά στο κοπά-δι του
Η λύση απορρίπτεται, γιατί η προσπάθεια του θα ήταν κοπιαστική, δύσκολη κι επικίνδυνη. Επιπλέον, καθώς θα αργούσε λόγω της μεγάλης απόστασης, θα κινδύνευε η δεμένη κατσίκα και θα σκορπούσε το κοπάδι.
Τα επιχειρήματά του ευσταθούν κι η λύση κρίνεται απορριπτέα.

Στα διλήμματα του βοσκού περιπλέκονται η διαφύλαξη της υπόληψής του, η από-φυγή του πειρασμού και η υποχρέωση για τη διαφύλαξη του κοπαδιού. Όμως στο βάθος παλεύει με τον πειρασμό που τον καίει, καθώς υποβόσκει μέσα του ο πόθος να απολαύσει τη θέα της γυμνής Μοσχούλας, κάτι που δεν το ομολογεί. Η επιθυμία του να μείνει και να θαυμάσει αθέατος το γυμνό γυναικείο κορμί αποδεικνύεται πιο ισχυ-ρή από τη φωνή της συνείδησης κι από τις ηθικές του αρχές και την απόφασή του να υποκύψει στον πειρασμό ο βοσκός την έχει ήδη πάρει στο βάθος. Αυτό που τον απα-σχολεί είναι να βρει επιχείρημα με το οποίο να στηρίξει την απόφασή του. Τα διλήμ-ματα επομένως είναι ψευδή.
Ύστερα από αμφιταλαντεύσεις, πιθανές λύσεις κι επιχειρήματα, ο βοσκός παίρνει την απόφαση να περιμένει· η επιλογή αυτή είναι η Τρίτη από τις παραπάνω, που την είχε απορρίψει, και τώρα για να τη στηρίξει προβάλλει ένα αντεπιχείρημα το οποίο αίρει το πρώτο «ήμην εν συνειδήσει αθώος». Το αντεπιχείρημα αυτό στη συνέχεια θα καταρρεύσει, αφού δεν προσπάθησε να αποφύγει τον πειρασμό φεύγοντας απαρατή-ρητος, όταν η Μοσχούλα στράφηκε κολυμπώντας στην αντίθετη κατεύθυνση και το αίτιο που τον έκαμψε δεν ήταν η περιέργεια, αλλά ο ερωτικός πόθος. Όλα λοιπόν τα παραπάνω αποτελούν «προφάσεις εν αμαρτίαις», που έχουν στόχο να δώσει στον εαυ-τό του την ευκαιρία να απολαύσει το θέαμα της κοπέλας που αποτελούσε το αντικεί-μενο του ανομολόγητου έρωτα του.
Έτσι ο αφηγητής ενδίδει στον πειρασμό και δίνεται ολόκληρος στην απόλαυση του θεάματος που του προσφέρεται λέγοντας μάλιστα «έκυψα να ιδώ την κολυμβήσασαν νεα-νίδα» πράγμα που μας παραπέμπει συνειρμικά στο «υπέκυψα στον πειρασμό».
Αρχίζει λοιπόν η κορύφωση της πλοκής, καθώς αυτός απολαμβάνει θαμπωμένος το θέαμα του γυμνού κοριτσιού· το απόσπασμα είναι γραμμένο με εξαιρετική λογοτεχνι-κή δύναμη κι η εικόνα δίνεται με πολλά εκφραστικά μέσα και στοιχεία τεχνικής.
Η πρώτη εντύπωση του βοσκού και τα αντίστοιχα συναισθήματα του εκφράζονται με τριμερές ασύνδετο «απόλαυσις, όνειρον, θαύμα», στο οποίο ενυπάρχει και ανοδική κλιμάκωση, καθώς και δύο μεταφορές. Ο βοσκός νιώθει πλημμυρισμένος από ευτυχία μπροστά στο πρωτόγνωρο θέαμα, βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης κι έχει θαμπωθεί από την ομορφιά της νέας, έχει παγιδευτεί μέσα σε όνειρο.
Στη συνέχεια ο αφηγητής κλιμακώνει τα στοιχεία της εικόνας, αρχίζοντας από εκεί-να που έβλεπε πραγματικά στο επάνω μέρος του σώματος και συνεχίζει με εκείνα που «διέβλεπε» στο μέρος από τη μέση και κάτω. Ολοκληρώνει με όσα «εμάντευε», δηλαδή όσα υπέθετε με τη φαντασία του.

Η περιγραφή των επάνω μερών του σώματος δίνεται:
 Με τρία αλλεπάλληλα και διαπλεκόμενα σχήματα χιαστί μεταξύ επιθέτων και ου-σιαστικών και παράλληλα παρατηρούνται ασύνδετα.
Αμαυράν και χρυσίζουσαν κόμην
Τράχηλον εύγραμμον
Λευκάς ωμοπλάτας
Βραχίονας τορνευτούς
 Με οξύμωρο: «αμαυράν και χρυσίζουσαν»
 Με παρομοίωση: «λευκάς ως γάλα»
 Με μεταφορά: «τορνευτούς βραχίονας»

Η περιγραφή των κάτω μερών του σώματος δίνεται:
 Με ασύνδετο: «την οσφύν της, τα ισχία, τας κνήμας, τους πόδας»

Η περιγραφή των μεσαίων μερών του σώματος δίνεται:
 Με δυο ασύνδετα: «το στέρνον, τους κόλπους της»
«γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους»
 Με μεταφορά: «θείον άρωμα»

Η περιγραφή κλείνει με τη γενική εντύπωση που έδωσε η εικόνα στην ψυχή του βοσ-κού. Με αυτήν την εντύπωση η εικόνα του κοριτσιού αίρεται σε σφαίρες της ιδεατής και θεϊκής ομορφιάς, παίρνοντας μαγικές, μυθικές, ονειρικές διαστάσεις. Η όλη ατμό-σφαιρα εκφράζεται:
 Με δύο ασύνδετα (και μεταφορές): «πνοή, ίνδαλμα, όνειρον»
«νηρηίς, νύμφη, σειρήν»
(αξιοπρόσεκτο το τριμερές στοιχείο)
 Με παρομοίωση: «ως πλέει ναυς μαγική»
 Με μεταφορά: «ναυς των ονείρων»
 Με πλούτο εκφραστικών και λυρικών επιθέτων

Όση ώρα ο αφηγητής βλέπει εκστατικός τα κάλλη του γυμνού σώματος είναι μέσα του μπερδεμένος και κυμαίνεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο, στο οποίο γίνεται τέσσερις φορές αναφορά κι από το οποίο αντλείται ο τίτλος του διηγή-ματος.
Ο νεαρός βοσκός παραμερίζει όλες τις ηθικές αναστολές του και μεταρσιωμένος στο εκστατικό όνειρο του, έχει την ψευδαίσθηση ότι ζει στα επουράνια, ενώ το θέαμα που απολαμβάνει είναι κατεξοχήν επίγειο («δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια»).
Και μόνο ο τίτλος του διηγήματος μαρτυρεί πόσο σημαντική είναι η θέση του ονεί-ρου μέσα στο διήγημα. Σε πάρα πολλά σημεία ο λογοτέχνης ξεκινώντας από στοιχεία της πραγματικότητας τα ντύνει με εξαιρετικό λυρισμό αίροντας τα στη σφαίρα του ιδεατού· ξεφεύγει έτσι από την πραγματικότητα και δίνει στην αφήγηση τη διάσταση του ονείρου. Και τα λυρικά στοιχεία προβάλλουν τη Μοσχούλα ως ενσάρκωση του ονείρου, ως ενσάρκωση γυναικείων μορφών της αρχαίας ή της νέας μυθολογίας ή ορι-οθετούν το ονειρικό περιβάλλον. Τα ονειρικά στοιχεία του διηγήματος εναλλάσσονται με τα πραγματικά, παρόλο που σε πολλά σημεία είναι ασαφή τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο και διαπλέκονται οι δυο περιοχές. Ωστόσο σε δυο ση-μεία, που αποτελούν δραματικά απρόοπτα, η εναλλαγή είναι σαφής και γίνεται με ήχους:
 Το σφοδρό πλατάγιασμα που άκουσε ο βοσκός από τη βουτιά της Μοσχούλας ορι-οθετεί τη μετάβαση από την πραγματικότητα στο όνειρο.
 Τα βελάσματα της κατσίκας οριοθετούν την επάνοδο στην πραγματικότητα.

ΕΝΟΤΗΤΑ 6Η
Ο αφηγητής αναφέρεται σε κάποιες κρυφές σκέψεις που έκανε όσο απολάμβανε το θέαμα της κοπέλας. Οι σκέψεις αυτές ήταν κρυφές ευχές να βρεθεί σε κίνδυνο η Μο-σχούλα και να καλέσει σε βοήθεια, ώστε να πέσει να τη σώσει. Ομολογεί λοιπόν ότι δεν του αρκούσε μόνο η θέα, αλλά άρχισε τώρα να επιθυμεί και την επαφή με το γυμνό κορμί του κοριτσιού κι ευχόταν να του δοθεί μια τέτοια ευκαιρία. Ωστόσο η ομολογία του δεν είναι καθαρή και συμπεριφέρεται γεμάτος προσποίηση. Μάλλον ντρέπεται για τις πονηρές, παιδαριώδεις κι ανόητες σκέψεις του. Όμως η φωνή της συνείδησης του εξακολουθεί να υπάρχει, έστω και ισχνή και του θυμίζει ότι μπορεί ακόμα να αποφύγει απειλητικό τον πειρασμό, θέτοντας σε εφαρμογή την τελευταία λύση που είχε σκεφτεί, να φύγει από την άλλη πλευρά κολυμπώντας, παρόλα αυτά, τι-ποτα πια δεν μπορεί να τον αποσπάσει από τη μαγεία που του πρόσφερε η κοπέλα. Ωστόσο, ένας απρόσμενος εξωτερικός παράγοντας ξυπνά το βοσκό από το όνειρό του, τον προδίδει και τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η Μοσχούλα, η αγαπημένη του κατσίκα, άρχιζε να βελάζει, ανατρέποντας τη μαγεία της ατμόσφαιρας. Με το α-ναπέντεχο βέλασμα της κατσίκας ο βοσκός ενεργεί σπασμωδικά· ξεκινά τρέχοντας για να βρεθεί κοντά στην κατσίκα, ώστε να βρει τρόπο να τη φιμώσει, να μη βελάζει και ταραχτεί η κοπέλα από την παρουσία τους. Όμως μέσα στην ταραχή του, ξεχνά ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνει αντιληπτός. Εξάλλου έχει ξυπνήσει μέσα του η ευθύνη για το ζώο.

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ
Αναδίπλωση: «να φύγω, να φύγω»
Ασύνδετο: «δια θηρίον, δια σκυλόψαρον»

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Στην πρώτη παράγραφο της ενότητας χρησιμοποιείται ο εσωτερικός μονόλογος, για να εκφραστούν κάποιες μύχιες σκέψεις του βοσκού.
Η αισθησιακή ατμόσφαιρα έχει παραχωρήσει τη θέση της στη δραματική ένταση και στην κλιμάκωση της δράσης κι η εσωτερική δράση (συναισθήματα, διλήμματα, αμφι-ταλαντεύσεις) έχει δώσει τη θέση της στην εξωτερική. Το ερωτικό συναίσθημα παραχω-ρεί τη θέση του στα συναισθήματα της συμπόνιας και της στοργής (για την κατσίκα που ίσως κινδυνεύει, για το κορίτσι που ίσως ταραχτεί). Το βέλασμα της κατσίκας α-ποτελεί δραματικό απρόοπτο. Οι πονηρές σκέψεις του βοσκού αποτελούν προσήμαν-ση για τον κίνδυνο που θα διατρέξει σε λίγο το κορίτσι, καθώς προσήμανση αποτε-λούν και οι τρυφεροί χαρακτηρισμοί για την κατσίκα.

[Διαφορά προσήμανσης – προοικονομίας:
Προσήμανση: προϊδεάζει ψυχικά τον αναγνώστη
Προοικονομία: προετοιμάζει σκηνοθετικά το γεγονός]




ΕΝΟΤΗΤΑ 7Η
Στην ενότητα αυτή έχουμε κορύφωση της δράσης. Η κοπέλα έστρεψε το βλέμμα της προς το σημείο από το οποίο ακούγονταν τα βελάσματα της κατσίκας, είδε τη σκιά του βοσκού πάνω στο βράχο κι άφησε μισοπνιγμένη κραυγή φόβου. Από τη στιγμή αυτή η ατμόσφαιρα του ονείρου διαλύεται και κορυφώνεται ακόμα πιο πολύ η δραματική ένταση. Ο βοσκός τρομοκρατείται και πανικοβάλλεται. Ωστόσο καταφέρνει μέσα στην ταραχή του να λειτουργήσει με ψυχραιμία, καθώς απευθύνεται στην κοπέλα και προ-σπαθεί να την καθησυχάσει. Παράλληλα ο βοσκός έρχεται αντιμέτωπος με ένα νέο δί-λημμα, να βουτήξει στο νερό, να βρεθεί κοντά στη Μοσχούλα και να την ηρεμήσει ή να απομακρυνθεί προς το κοπάδι του ώστε να την απαλλάξει από την παρουσία του.
Η εξέλιξη όμως των γεγονότων φέρνει το βοσκό σε μία νέα κατάσταση, καθώς η εμ-φάνιση μιας αλιευτικής βάρκας επιτείνει τον τρόμο της Μοσχούλας, η οποία, ταραγ-μένη, βυθίζεται. Το δίλημμα τώρα γίνεται τραγικό, να πέσει στη θάλασσα να τη γλιτώ-σει ή όχι. Παρατηρούμε ότι η ευχή που είχε κάνει να κινδυνέψει η Μοσχούλα για να βρεθεί κοντά της, έχει πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, δίλημμα δεν υπάρχει γιατί η λύση δίνεται αυθόρμητα, άμεσα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύ-σεις, χωρίς καμιά ανασταλτική σκέψη. Οι ενέργειες είναι αποφασιστικές και ριψοκίν-δυνες κι οι κινήσεις γίνονται αστραπιαία, σχεδόν αυτόματα. Ο βοσκός παραμερίζει εντελώς τους ενδοιασμούς του ως προς τη διαφύλαξη της υπόληψής του, την αποφυγή του πειρασμού και την υποχρέωση για τη φύλαξη του κοπαδιού και τον κίνδυνο που διατρέχει η ζωή της μικρής του κατσίκας.
Η σκηνή της διάσωσης της Μοσχούλας, γεμάτη δραματική ένταση, δίνεται με κάθε λεπτομέρεια. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που κράτησε η επιχείρηση της διάσωσης, το μόνο πράγμα που κυριαρχούσε στη σκέψη του βοσκού ήταν να σωθεί το κορίτσι. Ο αφηγητής διαβεβαιώνει ότι, όσο κρατούσε στην αγκαλιά του το γυμνό κορμί, δεν πέ-ρασε από το μυαλό του τίποτα πονηρό και δεν σκέφτηκε καμιά ‘‘ανταμοιβή’’ ενώ το πνεύμα του ηρωισμού δεν είχε τη μορφή της επίδειξης με στόχο την πρόκληση θαυ-μασμού ή ευγνωμοσύνης, αλλά τη στάση του διέκρινε αγνότητα, σεμνότητα και πνεύ-μα αυτοθυσίας.
Ο αφηγητής θυμάται το γεγονός ύστερα από τόσα χρόνια, από την απόσταση ή την προοπτική της ωριμότητάς του. Ωστόσο, ακόμα και τώρα διαβεβαιώνει ότι δεν είχε ερωτική διάθεση απέναντι στη Μοσχούλα, ενώ η επαφή με τη γυμνή σάρκα εξαϋλώ-νεται, γίνεται εκλεκτή «αιθέριος επαφή», που θα καθορίσει την υπόλοιπη ζωή του νεα-ρού βοσκού.
Αυτός ο εξιδανικευμένος χαρακτήρας της σαρκικής επαφής δίνεται:
 Με σωρεία τρυφερών επιθέτων: «εκλεκτή, αιθέριος, ευάγκαλον»
 Με ασύνδετο σχήμα: «ήταν όνειρον, πλάνη, γοητεία»
 Απομονώνει την εμπειρία της ανιδιοτελούς επαφής και τη συγκρίνει με «όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις» με μια σύγκριση υπεροχής που εντείνεται ακόμα περισσότερο με τα πρώτα συνθετικά των λέξεων «λυκοφιλίας» και «κυνέρωτας»
 Δίνει το έντονο συναισθηματικό υπόβαθρο στην περιγραφή υποδηλώνοντας το συναίσθημα της άφατης ευτυχίας με σημεία στίξης (θαυμαστικό/αποσιωπητικά).
 Με μεταφορά: «αιθέριος επαφή»
 Με αναδίπλωση: «εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του»
 Με σχήμα άρσης και θέσης για να δείξει πόσο ελαφρύ αισθανόταν το βάρος του σώματος του κοριτσιού λόγω της συναισθηματικής του έξαρσης.


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Η περιγραφή της διάσωσης της κοπέλας, έτσι όπως παρουσιάζεται διεξοδικά από τον ίδιο τον ήρωα-αφηγητή (εναλλασσόμενη με την αφήγηση), δίνει στη σκηνή αμεσότητα και ένταση, ενώ αποτελεί, μετά την κλιμάκωση, την κορύφωση της δράσης.

ΕΝΟΤΗΤΑ 8Η
Σ’ αυτή την ενότητα, που αποτελεί τον επίλογο της αφήγησης, ο αφηγητής επανέρχε-ται στο αφηγηματικό παρόν, από το οποίο ολοκληρώνει όλα τα θέματα της ιστορίας. Έτσι, δίνει πληροφορίες ότι το κορίτσι σώθηκε και ότι η κατσίκα πνίγηκε με το κοντό σκοινί, ενώ ο ίδιος λόγω της ανάμνησης της λουομένης κόρης δεν έγινε κληρικός, αλ-λά έμαθε γράμματα και έγινε δικηγόρος. Όμως το περιβάλλον όπου ζει τον κάνει να ασφυκτιά και να πνίγεται. Έτσι αναπολεί το παρελθόν και πιστεύει ότι αν έμενε στα λίγα «κολλυβογράμματα» που του είχε μάθει ο γέροντας Σισώης, θα μπορούσε να σώ-σει την ψυχή του μέσα στην απλότητα και στην αγνότητα της φυσικής ζωής.
Για το κορίτσι που του έδωσε τις στιγμές του ονείρου ο αφηγητής μιλάει τώρα με κά-ποια αδιαφορία και ψυχρότητα· φαίνεται ότι εκείνο που του πρόσφερε το όνειρο ήταν η ποιητική εικόνα της στιγμής κι όχι το πρόσωπο, που του είναι πλέον αδιάφορο έξω από τη συγκεκριμένη περίσταση και το χώρο. Όσο περισσότερο προχωρά δίνει υποτι-μητικό τόνο στο λόγο του, θεωρώντας τη Μοσχούλα της ώριμης ηλικίας μια συνηθι-σμένη κι ασήμαντη γυναίκα χωρίς τίποτα ξεχωριστό, μια κληρονόμο των αδυναμιών και ελαττωμάτων της πρωτόπλαστης Εύας. Μάλιστα, σ’ αυτή την γενικευτική, αβασά-νιστη κι ισοπεδωτική γνώμη του, διακρίνεται κάποια αντιπάθεια για το γυναικείο φύ-λο, ένας μισογυνισμός. Εξάλλου, δημιουργεί προβληματισμό το ότι ο αφηγητής υπο-γραμμίζει με έμφαση το κόστος που είχε γι’ αυτόν η διάσωση του κοριτσιού, σαν να λανθάνει κάποιο παράπονο και να καταλογίζει στην κοπέλα αχαριστία προς το σωτή-ρα της. Ο αφηγητής δε μας αφήνει με την εντύπωση της Μοσχούλας του ονείρου αλλά παρουσιάζει αντιθετική τη σημερινή Μοσχούλα ως γυναίκα, επειδή θέλει να κάνει σα-φές ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για την παράταση του ονείρου, που είναι στιγμιαίο, φευγαλέο, παροδικό, δεν διαρκεί. Έτσι, μπορεί η γυναίκα κάποιες φορές να προσφέρει το όνειρο, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι οι γυναίκες είναι οι κληρονόμοι του προ-πατορικού αμαρτήματος. Ο αφηγητής, αφού έχει παρουσιάσει τη νεαρή Μοσχούλα ως ίνδαλμα, ως γοητευτικό σύμβολο της ευτυχίας και της ομορφιάς του παρελθόντος, ίσως τώρα να θέλει να την παρουσιάσει στην ωριμότητα της ως θλιβερό σύμβολο του αποπνικτικού και δυσάρεστου παρόντος και της φθοράς.
Ο βοσκός, για να σώσει το κορίτσι, εγκατέλειψε την αγαπημένη του κατσίκα που κινδύνευε να πνιγεί από το σκοινί. Η απώλεια της κατσίκας ήταν γι’ αυτόν το τίμημα της διάσωσης του κοριτσιού. Ο αφηγητής, παρόλο που δηλώνει ότι ήταν λίγη η λύπη του για τον πνιγμό του αγαπημένου του ζώου, ωστόσο ακόμα και τώρα, καθώς μιλά για το περιστατικό διαφαίνεται στα λόγια του συμπόνια, θλίψη και τρυφερότητα.
Εκείνο που έμεινε κι από τις δύο Μοσχούλες ήταν η ανάμνηση του σκοινιού από τη μια, που έγινε σύμβολο της αποπνικτικής ζωής του παρόντος και το «όνειρο» από την άλλη, το σύμβολο του νοσταλγικού παρελθόντος, αλλά και του πειρασμού.

Ο αφηγητής εξομολογείται ότι σκοπός της ζωής του ήταν να γίνει κληρικός, όμως διέπραξε το αμάρτημα να υποκύψει στον πειρασμό και να απολαύσει το κορίτσι που κολυμπούσε γυμνό. Μάλιστα, αυτή την εικόνα, την είχε πάντα μέσα του και την ξανα-θυμόταν συχνά. Εκείνο το περιστατικό στάθηκε καθοριστικό για τη ζωή του, γιατί τον εμπόδισε να πραγματοποιήσει το στόχο του.
Από εκείνη τη στιγμή μαγνητίστηκε από τη γυναίκα και τον τράβηξε στα κοσμικά ο πειρασμός και ο ερωτικός πόθος, παρόλο που θα έπρεπε, όπως πιστεύει, να περνούσε την υπόλοιπη ζωή του με μετάνοια για να σώσει την ψυχή του. Έτσι ομολογεί ότι, αντίθετα με τις συμβουλές της Γραφής, γοητεύτηκε από τον ερωτικό πειρασμό, πλα-νεύτηκε και ξεγελάστηκε, όπως ο σκύλος της παραβολής, με αποτέλεσμα να ζήσει μια ζωή περιορισμένη κι αποπνικτική.
Εξάλλου ο αφηγητής κρίνει ότι από τη σωτηρία της ψυχής του τον απομακρύνουν κι άλλα πράγματα, όπως τα πολλά γράμματα που έμαθε και η ζωή του μέσα στην πόλη και στον κόσμο, μακριά από την απλότητα και την αγνότητα της φύσης, καθώς και το επάγγελμα που ασκεί.

Ο αφηγητής της ώριμης ηλικίας ζει μέσα στο ασφυκτικό περιβάλλον κι εργάζεται σε ένα πληκτικό κι αποπνικτικό γραφείο. Εγκλωβισμένος, λοιπόν, σ’ αυτές τις συνθήκες ζωής κι εργασίας, καταπιέζεται κι ασφυκτιά. Νιώθει αυτές οι συνθήκες να τον πνίγουν σαν βρόχος, όπως έπνιξε την κατσίκα του τότε το κοντό σκοινί. Αλλά κι έλλειψη ελευ-θερίας κινήσεων και πρωτοβουλιών του φέρνει συνειρμικά στο νου του το σκοινί της παλαιάς διαθήκης, με το οποίο ο αφέντης έχει δεμένο το σκύλο του περιορίζοντας τις κινήσεις του. Τέλος, ο συνειρμός τον οδηγεί σε ένα τρίτο υποθετικό σκοινί, με το οποίο μετρήθηκε κι οριοθετήθηκε ο σημερινός του αφόρητος κόσμος.
Το σκοινί λοιπόν αποκτά για τον αφηγητή χαρακτήρα πολλαπλού συμβόλου:
 Αυτό που τον ‘‘πνίγει’’, όπως το σκοινί της κατσίκας
 Αυτό που περιορίζει τις κινήσεις του και του στερεί την ελευθερία ύστερα από την παγίδευσή του στους πειρασμούς, όπως το σκοινί του σκύλου της παραβολής
 Αυτό που τελικά χάραξε τα όρια του τωρινού του κόσμου του, όπως το σκοινί με το οποίο μετράνε κι οριοθετούν τα χωράφια και τα οικόπεδα.

ΔΥΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΚΟΣΜΟΙ
Ο κόσμος του πολιτισμού και της από-πνικτικής αστικής ζωής, του περιορι-σμού των ελευθεριών, των πολλών κι ίσως επιβλαβών γνώσεων, του καταπιε-στικού επαγγέλματος, ο κόσμος με τους «κυνέρω-τας» και τις «λυκοφιλίες» που αποτελεί την πορεία που οδηγεί στην απώλεια της σωτηρίας και αποτελεί την αιτία της δυσ-τυχίας του ώριμου άντρα. Ο ωραιοποιημένος κόσμος της φύσης, της απλότητας και της αθωότητας, της ομορφιάς και της ελευθερίας, του ονεί-ρου και των λίγων γνώσεων που από-τελεί την πορεία που οδηγεί στη σωτηρία της ψυχής κι αποτελεί την πηγή της ευτυ-χίας για το νεαρό βοσκό.


Η αρνητική αξιολόγηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζει τώρα ο αφηγητής κι η θετι-κή αξιολόγηση του ποιμενικού βίου τον οδηγούν στη νοσταλγία του παρελθόντος. Έτσι κλείνει την αφήγησή του με μια ευχή που ηχεί σαν κραυγή γεμάτη παράπονο, εκ-φράζει τη λαχτάρα του για τη φυσική ζωή και τη σωτηρία, αναζητώντας με απόγνωση την απόδραση και τη λύτρωση από τη μιζέρια και την παρηγοριά για τη δυστυχία του. Ο αφηγητής γνωρίζει βέβαια ότι η ευχή του είναι ανεκπλήρωτη, αφού δεν είναι δυνατή η επιστροφή στο παρελθόν ούτε ο απεγκλωβισμός από το παρόν.


ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ
Ασύνδετο: «έζησε, δεν απέθανε» (και θέση-άρση)
Περίφραση: «θηγάτηρ της Εύας»
Μεταφορά: «την έκαμα θυσίαν προς χάριν της»
Εμφατικά σημεία στίξης: θαυμαστικό, αποσιωπητικά, ερωτηματικό
Εσωτερικός διάλογος

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
Ο επίλογος δεν έχει αφηγηματικό ή περιγραφικό, αλλά στοχαστικό χαρακτήρα. Σ’ αυτόν ο ώριμος αφηγητής επανέρχεται στο αφηγηματικό παρόν κι από αυτή την από-σταση νηφαλιότητας και ωριμότητας αξιολογεί και κρίνει, στοχάζεται και διατυπώνει τη βιοθεωρία του, κάνει τον απολογισμό της ζωής του, ανατρέχει στο παρελθόν του και το αναπολεί για να κλείσει με μια ανεκπλήρωτη ευχή. Η αφήγηση κλείνει κυκλικά όπως άρχισε, δίνοντας την αίσθηση ότι ολοκληρώθηκε, έκλεισε ο κύκλος της.
Στις τρεις πρώτες μικρές παραγράφους παρατηρείται συστολή του χρόνου, σύνοψη· ένα μεγάλο χρονικό διάστημα συμπυκνώνεται με σύντομη αφήγηση. Το διήγημα κλείνουν τα εισαγωγικά με τα οποία άνοιξε στην αρχή. Έτσι δείχνει ότι όλη η ιστορία μεταφέρθηκε αυτολεξεί, όπως ακριβώς την αφηγήθηκε ο αφηγητής στο συγγραφέα. Κι ο διαμεσολαβητής συγγραφέας βεβαιώνει την πιστότητα της μεταφοράς των λόγων του αφηγητή με έναν πρωτότυπο τρόπο: θέτοντας την υπογραφή του κάτω από την γνωστή γραφειοκρατική φράση «Δια την αντιγραφήν», σαν να είναι κι αυτός υπάλλη-λος σε γραφείο, όπως ακριβώς ο αφηγητής.

ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗΣ
 Όλο το διήγημα αποτελεί ανάδρομη αφήγηση, την οποία κάνει ο αφηγητής από την οπτική γωνία της ώριμης ηλικίας και μας τη μεταφέρει αυτούσια ο συγγραφέας, κλείνοντάς τη μάλιστα σε εισαγωγικά. Έτσι ο χρόνος της αφήγησης είναι το παρόν και ο χρόνος της ιστορίας είναι το παρελθόν.
 Ο ανώνυμος αφηγητής είναι δραματοποιημένος, βλέποντας από εσωτερική οπτική γωνία (αφήγηση με εσωτερική εστίαση). Συμμετέχει στα δρώμενα ως πρωταγωνιστής κι αφηγείται σε α’ γραμματικό πρόσωπο την προσωπική του ιστορία (ομοδιηγητική αφήγηση).
 Ο συγγραφέας κλείνει το κείμενο σε εισαγωγικά και δηλώνει ρητά και ενυπόγρα-φα ότι ο ίδιος απλώς μας μεταφέρει πιστά κι αυτολεξεί την αφήγηση των γεγονότων που βίωσε κάποιος άλλος. Αυτός είναι ένας έντεχνος τρόπος να κρύψει το δικό του πρόσωπο κάτω από ένα πλαστό. Επομένως στην πραγματικότητα μάλλον υπάρχει ταυτοπροσωπία συγγραφέα κι αφηγητή.