Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Καισαρίων-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Καισαρίων-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.12.10

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΟ
Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)
Καισαρίων
Έν μέρει γιά νά ἐξακριβώσω μιά ἐποχή,
ἐν μέρει καί τήν ὥρα νά περάσω,
τήν νύχτα χθές πῆρα μιά συλλογή
ἐπιγραφῶν των Πτολεμαίων νά διαβάσω.
5 Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ' ἡ κολακεῖες
εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί,
ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί˙
κάθ' ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη.
Ἄν πεῖς γιά τές γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές,
10 δλες ἡ Βερενίκες κ' ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές.
Ὅταν κατόρθωσα τήν ἐποχή νά ἐξακριβώσω
θ' ἄφινα το βιβλίο ἄν μιά μνεία μικρή, κι
ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος δέν
εἳλκυε τήν προσοχή μου ἀμέσως...
15 Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη γοητεία σου.
Στήν ἱστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται
γιά σένα, κ' ἔτσι πιό ἐλευθέρα σ' ἔπλασα μές
στόν νοῦ μου. Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει μιάν
ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά. Καί τόσο
πλήρως σέ φαντάσθηκα, πού χθές τήν νύχτα
ἀργά, σάν ἔσβυνεν ἡ λάμπα μου —ἄφίσα
ἐπίτηδες νά σβύνει—
25 ἐθάρεψα πού μπῆκες μές στήν κάμαρά μου,
μέ φάνηκε πού ἐμπρός μου στάθηκες· ὡς θά
ἤσουν μές στήν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια,
χλωμός καί κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπη
σου, ἐλπίζοντας ἀκόμη νά σέ σπλαχνισθοῦν
30 οἱ φαύλοι —πού ψιθύριζαν τό «Πολυκαισαρίη*».
(1918)
*Πολυκαισαρίη· η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός ηγεμόνων
(Καισάρων).
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α. Ορισμένα γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη είναι: η
χρήση ιστορικών προσώπων ως συμβόλων, ο ρεαλισμός
και οι λόγιοι γλωσσικοί τύποι. Να επισημάνετε τα
γνωρίσματα αυτά στο συγκεκριμένο ποίημα (δύο
παραδείγματα κατά περίπτωση).
Μονάδες 15
Β1. Ο Κ. Θ. Δημαράς έχει παρατηρήσει ότι στο ποίημα
αυτό ο Καβάφης «μας δίνει αναλυτικά την τεχνική
της έμπνευσής του». Προσδιορίστε με αναφορές στο
κείμενο πώς επαληθεύεται στον «Καισαρίωνα» η άποψη
ότι ο Καβάφης αποκαλύπτει στον αναγνώστη του
τη διαδικασία δημιουργίας ενός ποιήματος.
Μονάδες 20
Β2. Να διακρίνετε τα δύο διαφορετικά υφολογικά επίπεδα του
ποιήματος και να τα χαρακτηρίσετε τεκμηριώνοντας την
απάντησή σας με αναφορές στο ποίημα.
Μονάδες 20
Γ. 15 «Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη
γοητεία σου. Στήν ἱστορία λίγες γραμμές μονάχα
βρίσκονται γιά σένα, κ' ἔτσι πιό ἐλευθέρα σ' ἔπλασα
μές στόν νοῦ μου. Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει
μιάν ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά. Να
σχολιάσετε το περιεχόμενο των παραπάνω στίχων με 120-
140 λέξεις.
Μονάδες 25
Δ. Το ακόλουθο ποίημα του Άθου Δημουλά με τίτλο
«Καβάφης» είναι ένα ποίημα για την ποίηση. Ποιες οι
αναφορές του στον καβαφικό «Καισαρίωνα»;
Μονάδες 20
Καβάφης
Τη φαντασία την εντελώς αδέσμευτη δε
συμπαθώ. Δεν έχει χάρες. Και είναι
χρήσιμη για τα όνειρα μόνο.
Εγώ
την άλλη φαντασία αγαπώ, αυτή που
προσπαθεί ένα παρελθόν να ζωντανέψει και
που στηρίζεται σε μνήμες του, σποραδικές και
ασύνδετες, ζητώντας γύρω τους άρτιο ένα
σύνολο να πλάσει με τάξη, προσοχή και μέτρο.
Κι έτσι, προπάντων, που το χρώμα τους, το
χρώμα αυτών των ερειπίων, των αβεβαίων
γεγονότων το αίσθημα, μέσα στο έργο της
ενισχυμένο να περάσει.
Αυτό το δύσκολο είναι
που εκτιμώ. Αυτήν εγώ αγαπώ τη
φαντασία, τη δεσμευόμενη, την
οδηγουμένη φαντασία που, όλο
συγκίνηση, πάντοτε γύρω από
πολύτιμα εμπόδια έρπει.
Και
χρήσιμη είναι —τόσο—για την τέχνη μου.
Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα, Επιλογή: Δημήτρης
Δασκαλόπουλος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα
2003,σελ. 80-81
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Ο Καβάφης είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου
αιώνα, που εντυπωσίασε όχι μόνο με τον ιδιαίτερο ποιητικό του λόγο,
αλλά και με την ικανότητά του να συγκεράσει την ιστορία με την
ποίηση. Η χρήση ιστορικών προσώπων ως συμβόλων είναι ένα από τα
κυρίαρχα χαρακτηριστικά του και διαφαίνεται από την αναφορά στους
Πτολεμαίους και τον Καισαρίωνα. Οι Πτολεμαίοι συμβολίζουν την
πολιτική διαφθορά της εποχής («φαύλοι»), ενώ ο Καισαρίων
ενσαρκώνει το πρόσωπο που αδικήθηκε από τη ζωή και από την
ιστορία, πράγμα που ο ποιητής θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει. Το
ποίημα διέπεται από έντονα ρεαλιστικά στοιχεία, όπως η χρήση
αντιποιητικών λέξεων «λάμπα», καθώς επίσης και ο πεζολογικός τόνος
της δεύτερης στροφής «να εξακριβώσω θα ‘φινα το βιβλίο» και «μνεία».
Εν κατακλείδι, το ποίημα συγκεντρώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά της
καβαφικής γλώσσας με τη χρήση δημοτικής, εμπλουτισμένης με
λόγιους γλωσσικούς τύπους «εν μέρει», «επιχείρισίς των».
Β.1. Ο «Καισαρίων» είναι ένα ποίημα ποιητικής. Επιτρέπει στον
αναγνώστη να εισέλθει στο ποιητικό εργαστήριο του Καβάφη, καθώς
αποκαλύπτει τις πηγές της έμπνευσής του και γενικότερα τη διαδικασία
δημιουργίας ενός καβαφικού ποιήματος (αυτοαναφορικότητα). Αρκετές
είναι οι αναφορές στο ποίημα που επιβεβαιώνουν το παραπάνω
χαρακτηριστικό της καβαφικής ποίησης.
- Αρχικά στους στίχους 1-4 ο Καβάφης ομολογεί πως εμπνέεται από
την ιστορία και ειδικότερα από την ιστορική περίοδο των
ελληνιστικών χρόνων (Πτολεμαίους). Ο ίδιος άλλωστε
ομολογούσε πως ήταν «ποιητής ιστορικός» («εν μέρει για να
εξακριβώσω μια εποχή»). Μέσα από την ιστορία ο Καβάφης
τροφοδοτούσε την έμπνευσή του, έβρισκε απαντήσεις για όσα τον
απασχολούσαν μέσα από τη μελέτη του χθες και καταπολεμούσε
την ανία του καθημερινού βίου του «εν μέρει και την ώρα να
περάσω».
- Πιο κάτω, συνεχίζει ο Καβάφης παραδεχόμενος ότι αυτό που
προσελκύει την προσοχή του περισσότερο είναι όχι το πομπώδες
και μεγαλειώδες (που πρεσβεύουν οι Πτολεμαίοι), αλλά το μικρό
και το ασήμαντο, όπως ο ίδιος ρητά δηλώνει «αν μια μνεία μικρή
κι ασήμαντη-πλεονασμοί- του βασιλέως Καισαρίωνος δεν είλκυε
την προσοχή μου αμέσως». Προτιμά να ασχολείται με
δευτερεύοντα ιστορικά πρόσωπα γιατί, αφού δεν υπάρχουν γι’
αυτά λεπτομερείς και αναλυτικές ιστορικές αναφορές, μπορεί
ελεύθερα να τα πλάσει με τη φαντασία του και τον ποιητικό του
λόγο, όπως αυτός επιθυμεί. Με το συγκριτικό βαθμό «πιο
ελεύθερα» υπαινίσσεται ότι στην ποίησή του γενικά δεν λειτουργεί
ελεύθερα. Τα δευτερεύοντα, όμως, ιστορικά πρόσωπα αφήνουν τη
φαντασία του να ξετυλιχθεί και να πλάσει όπως αυτός επιθυμεί το
ποιητικό του αντικείμενο, δηλαδή τον Καισαρίωνα. Οι στίχοι 15-
18 φανερώνουν καθαρά την πρόθεση του Καβάφη να
εξομολογηθεί ή/ και να εξηγήσει στον αναγνώστη πώς δημιουργεί
ένα ποίημα. Δεν αποσκοπεί μόνο στην πρόκληση αισθητικής
απόλαυσης, αλλά και στη μέθεξη του κοινού με την ποιητική
τέχνη.
- Τέλος, τον Καβάφη εμπνέει η ίδια η ζωή του, οι εμπειρίες του, τα
βιώματά του. Ο ίδιος αισθάνεται αδικημένος και παραγκωνισμένος
από τους συγχρόνους του και πλάθει τον Καισαρίωνα έτσι, ώστε
να ταυτιστεί μαζί του. Συνεπώς, αναζητά στην ιστορία πρόσωπα ή
τα πλάθει, αν δεν τα βρίσκει στις σελίδες των ιστορικών βιβλίων,
για να καταθέσει μέσα από αυτά τα δικά του συναισθήματα και τις
προσωπικές του εμπειρίες. Στην τρίτη στροφή του ποιήματος και
συγκεκριμένα στο στίχο 24 –άφισα επίτηδες να σβύνει- φαίνεται
έντονα ο βιωματικός χαρακτήρας της καβαφικής ποίησης,
επιβεβαιώνοντας τη μετάβαση από το ιστορικό στο αισθησιακό
μέρος του ποιήματος.
Β.2. Το ποίημα αποτελείται από δύο ενότητες που διαφοροποιούνται ως
προς το ύφος κι έτσι διατηρεί η καθεμιά ένα είδος αυτοτέλειας και
αυτάρκειας. Η πρώτη ενότητα έχει ύφος αφηγηματικό και πεζολογικό,
συμβαδίζοντας με το θέμα της (το περιεχόμενο των επιγραφών). Ο
ποιητής αφηγείται τις εντυπώσεις του από την ανάγνωση κάποιων
επιγραφών και τις σχολιάζει με το δικό του προσωπικό τρόπο.
Διακρίνουμε μάλιστα σ’ αυτήν διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες,
ακανόνιστες, όχι εύηχες ούτε πλούσιες («εποχή»-«συλλογή»,
«περάσω»-«διαβάσω». «λαμπροί»-«αγαθοεργοί», «αυτές»-
«θαυμαστές»),μάλλον άτεχνες (στίχοι 1-14).
Η δεύτερη ενότητα διέπεται από έντονο λυρικό τόνο και
διαφοροποιείται υφολογικά: αποκτά μουσικότητα και μεγαλοπρέπεια,
πυκνότητα αισθημάτων και διανοημάτων και κυρίως φορτίζεται
συναισθηματικά. Από άποψη περιεχομένου στρέφεται αποκλειστικά
γύρω από το πρόσωπο του Καισαρίωνα, ενώ τα στοιχεία της τεχνικής
που χρησιμοποιούνται είναι η ποιητική αποστροφή («α, να ήρθες συ»),
το β’ πρόσωπο που κάνει το λόγο άμεσο, οικείο, ζωντανό και
παραστατικό, η θεατρικότητα («η ύπαρξη δύο προσώπων, έστω κι αν το
ένα δημιούργημα της φαντασίας και βουβό, οι εικόνες (η μισοσκότεινη
κάμαρα, η μορφή του Καισαρίωνα).
Με την αλλαγή αυτή της ποιητικής ατμόσφαιρας στη δεύτερη ενότητα
περιβάλλεται η μορφή του Καισαρίωνα με υψηλότερη έμπνευση και
τέχνη, ενώ παράλληλα υποδηλώνεται και η διαφορά ανάμεσα στο πεζό
περιεχόμενο της ιστορίας, που παρουσιάζει την ψυχρή αλήθεια, και στο
εμπνευσμένο περιεχόμενο της ποιητικής δημιουργίας που λειτουργεί με
τη γοητεία της φαντασίας. Ο Καβάφης από ιστοριοδίφης-επιστήμονας
δίνει τη θέση του στον ποιητή και μ’ αυτόν τον τρόπο διαλέγεται με το
δημιούργημά του, σχεδόν ταυτίζεται μαζί του.
Γ. Το ύφος του ποιήματος αλλάζει στους στίχους αυτούς γίνεται πιο
άμεσο και πιο οικείο. Ο ποιητής σε β’ ενικό πρόσωπο απευθύνεται στον
Καισαρίωνα. Αρχή της προσπάθειάς του είναι να συγκεκριμενοποιήσει
την «αόριστη γοητεία» του Καισαρίωνα, που οφείλεται στις μικρές
ιστορικές αναφορές που υπάρχουν γι’ αυτόν. Εκμεταλλευόμενος τα
πλατιά περιθώρια που του αφήνει η φαντασία «πλάθει» τον Καισαρίωνα
«ωραίο κ’ αισθηματικό», του προσδίδει δηλαδή ένα εξωτερικό κι ένα
εσωτερικό γνώρισμα που μαζί συνθέτουν το πρότυπο της ιδανικής
ομορφιάς. Στην ουσία ο Καβάφης επικαλείται ταυτοχρόνως και την
Τέχνη της Ποίησης που του επιτρέπει να αναπαριστά τον Καισαρίωνα
με «μίαν ονειρώδη και συμπαθητική εμορφιά» που δεν αναφέρεται σε
κάτι συγκεκριμένο, ωστόσο δημιουργεί την εντύπωση μιας ελκυστικής
φυσιογνωμίας που μαγνητίζει και γοητεύει τον ποιητή. Συμπερασματικά
αναφέρουμε ότι στους στίχους αυτούς αναδεικνύεται η δυνατότητα της
ποίησης να ακολουθεί, αλλά και να εκφράζει την έμπευση του ποιητή.
Δ. Επιχειρώντας μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιημάτων
διαπιστώνουμε πως πρόκειται για δύο ποιήματα με έντονο το στοιχείο
της αυτοαναφορικότητας. Και στα δύο ποιήματα χρησιμοποιείται το α’
ρηματικό πρόσωπο για να εξηγήσουν τα ποιητικά υποκείμενα ότι η πηγή
της έμπνευσής τους είναι το παρελθόν. Λειτουργούν, δηλαδή, ως
ιστοριοδίφες. Από τη μια στο ποίημα του Δημουλά αντλούνται στοιχεία
και πληροφορίες «με τάξη, προσοχή και μέτρο» επιχειρώντας την
ανάδειξη της αλήθειας, των γεγονότων και του χρώματος των
ξεχασμένων ερειπίων. Από την άλλη ο Καβάφης μελετά την ιστορία για
να εκπληρώσει το χρέος του ως ποιητής ιστορικός και να
αποκαταστήσει την ιστορική αδικία σε βάρος του Καισαρίωνα.
Η μελέτη της ιστορίας προκύπτει από την ανάγκη του ποιητή-ιστορικού
να γνωρίζει το παρελθόν, να διερευνήσει τις ιστορικές εποχές, να
προσφέρει διέξοδο στις γνωστικές αναζητήσεις του. Εκ των πραγμάτων
αυτή η επαφή με την ιστορία λειτουργεί ως ερέθισμα για την ποιητική
έμπνευση, γίνεται εφαλτήριο ποιητικής δημιουργίας, προάγει οργανικά
το χώρο της τέχνης.
Επιπλέον, η δημιουργία συναισθημάτων και συγκινησιακής φόρτισης
μέσα στην Ποίηση, αποτελεί έργο δύσκολο, μα κατορθώσιμο. Τα δύο
ποιητικά υποκείμενα αγαπούν τη φαντασία που οδηγεί στη συγκίνηση,
υπερπηδώντας κάθε είδους εμπόδια και μέσω της ποιητικής τέχνης
αγγίζουν τη λυτρωση και την κάθαρση.
Ο διάλογος των δύο ποιημάτων συνεχίζεται και ολοκληρώνεται με τη
διαφοροποίησή τους ως προς το πόσο αφήνονται ελεύθερα στον κόσμο
του φανταστικού. Και στα δύο ποιήματα δίνεται προεξάρχουσα σημασία
στη φαντασία, η οποία ωστόσο αξιοποιείται με τρόπο διαφορετικό.
Αφενός στο ποίημα του Δημουλά η φαντασία αξιοποιείται με σύνεση
και μέτρο, θεωρώντας την «χρήσιμη τόσο» για την τέχνη της ποίησης,
αποφεύγοντας, όμως, κάθε ελεύθερο συνειρμό που θα οδηγούσε σε
ονειροπόληση. Αφετέρου για τον Καβάφη η ονειροπόληση- η
φαντασίωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του «Καισαρίωνα».
Τα θέματα επιμελήθηκαν τα φροντιστήρια
«ΟΜΟΚΕΝΤΡΟ» Φλωρόπουλου.
Ευαγγέλου Μ. – Λάμπρου Μ.
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2008
Κωνσταντῖνος Καβάφης (1863-1933)
ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ
Ἐν μέρει γιά νά ἐξακριβώσω μιά ἐποχή,
ἐν μέρει καί τήν ὥρα νά περάσω,
τήν νύχτα χθές πῆρα μιά συλλογή
ἐπιγραφῶν τῶν Πτολεμαίων νά διαβάσω.
5 Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ’ ἡ κολακεῖες
εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί,
Ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί˙
καθ’ ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη.
Ἄν πεῖς γιά τές γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές,
10 ὅλες ἡ Βερενίκες κ’ ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές.
Ὅταν κατόρθωσα τήν ἐποχή νά ἐξακριβώσω
θ’ ἄφινα τό βιβλίο ἄν μιά μνεία μικρή,
κι ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος
δέν εἵλκυε τήν προσοχή μου ἀμέσως…
15 Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη
γοητεία σου. Στήν ἱστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται γιά σένα,
κ’ ἔτσι πιό ἐλεύθερα σ’ ἔπλασα μές στόν νοῦ μου.
Σ’ ἔπλασα ὡραῖο κ’ αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει
μιάν ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά.
Καί τόσο πλήρως σέ φαντάσθηκα,
πού χθές τήν νύχτα ἀργά, σάν ἔσβυνεν
ἡ λάμπα μου - ἄφισα ἐπίτηδες νά σβύνει –
25 ἐθάρεψα πού μπῆκες μές στήν κάμαρά μου,
μέ φάνηκε πού ἐμπρός μου στάθηκες. ὡς θά ἤσουν
μές στήν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια,
χλωμός καί κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπῃ σου,
ἐλπίζοντας ἀκόμη νά σέ σπλαχνισθοῦν

30 οἱ φαῦλοι - πού ψιθύριζαν τό «Πολυκαισαρίη*».
Πολυκαισαρίη· η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός ηγεμόνων (Καισαρίων)
ΑΑ΄΄ΕΕΡΡΩΩΤΤΗΗΣΣΗΗ
Ορισμένα γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη είναι: η χρήση ιστορικών προσώπων
ως συμβόλων, ο ρεαλισμός και οι λόγιοι γλωσσικοί τύποι. Να επισημάνετε τα
γνωρίσματα αυτά στο συγκεκριμένο ποίημα (δύο παραδείγματα κατά περίπτωση).
Μονάδες 15
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στον Καισαρίωνα εντοπίζουμε ορισμένα από τα γνωρίσματα της Καβαφικής
ποίησης όπως:
α. Χρήση ιστορικών προσώπων ως συμβόλων:
• στ. 10 «ὅλες ἡ Βερενίκες κ’ ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές» όπου οι βασίλισσες
συμβολίζουν το παρακμιακό κλίμα της εποχής των Πτολεμαίων με έντονο το
χαρακτηριστικό της υποκρισίας και της επιτηδευμένης εθιμοτυπικής αυλοκολακείας,
που δείχνει να υμνεί τυφλά και άκριτα όλα τα μέλη της δυναστείας ανεξάρτητα από
την πραγματική αξία και προσφορά του καθενός.
• Ο Καισαρίωνας χρησιμοποιείται με τρόπο συμβολικό από τον ποιητή. Ο άτυχος και
παραγκωνισμένος ήρωας μέσα σε μία ατμόσφαιρα υποβλητική γίνεται σύμβολο των
αδικημένων από την ιστορία προσώπων καθώς ο ποιητής εστιάζει στην εσωτερική –
ηθική ακεραιότητα και την περίλυπη αξιοπρέπεια του κατά τη στιγμή της πτώσης του
(στ. 27-30).
β. Ο ρεαλισμός του ποιήματος εντοπίζεται:
• αρχικά, στην α’ στροφή (στ. 1 –4), όπου ο ποιητής παραδέχεται πως εν μέρει η
διάθεσή του να περάσει την ώρα του, εν μέρει η ιστορική του περιέργεια αποτέλεσαν
το κίνητρο ώστε να μελετήσει τη συλλογή επιγραφών των Πτολεμαίων. Επίσης,
εντοπίζεται στη β΄ στροφή (στ. 11 – 14), όπου ο ποιητής αποκαλύπτει με άμεσο τρόπο
πως ο ιστορικός παραγκωνισμός του Καισαρίωνα λειτούργησε ελκυστικά για τον ίδιο.
• Τέλος, ακόμη και στη γ΄ στροφή, ο Καισαρίωνας δεν είναι εντελώς αυθαίρετο
δημιούργημα της ποιητικής φαντασίας, καθώς ο Καβάφης τον οραματίζεται με
ιστορικό «φόντο» την κατακτημένη Αλεξάνδρεια και με αξιοπρεπή στάση απέναντι
στις φαύλες υποδείξεις των συμβούλων του Οκταβιανού (στίχοι 27, 30), στοιχεία τα
οποία αντιστοιχούν σε ιστορικές αναφορές.
γ. Λόγιοι γλωσσικοί τύποι:
• στ. 7-8, όπου οι λόγιες λέξεις «κραταιοί, ἀγαθοεργοί καθ’ ἐπιχείρησίς των
σοφοτάτη» απηχούν την ειρωνική διάθεση του απέναντι στις αυλοκολακείες.
• στ. 13-14, «τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος/δέν εἵλκυε τήν προσοχή μου ἀμέσως»: όπου
η πρώτη αναφορά στο κεντρικό πρόσωπο του ποιήματος ενταγμένη στο πλαίσιο της

ιστορίας γίνεται με γλώσσα λόγια μιας και ακόμα δεν έχει ενεργοποιηθεί η φαντασία
του ποιητή.
ΒΒ΄΄ ΕΕΡΡΩΩΤΤΗΗΣΣΗΗ 11
Ο Κ. Θ. Δημαράς έχει παρατηρήσει ότι στο ποίημα αυτό ο Καβάφης «μας δίνει
αναλυτικά την τεχνική της έμπνευσής του». Προσδιορίστε με αναφορές στο κείμενο
πώς επαληθεύεται στον «Καισαρίωνα» η άποψη ότι ο Καβάφης αποκαλύπτει στον
αναγνώστη του τη διαδικασία δημιουργίας ενός ποιήματος.
Μονάδες 20
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στο ποίημα «Καισαρίων» ο Καβάφης μας αποκαλύπτει τα μυστικά της τέχνης
του και τη διαδικασία της ποιητικής του δημιουργίας.
Ειδικότερα, στους στίχους 1-4 δίνεται η αφετηρία του ποιήματος: ένα βιβλίο
(«συλλογή επιγραφών των Πτολεμαίων») που μελετά ο Καβάφης για να εξακριβώσει
μία εποχή αλλά και για να διασκεδάσει την ανία και την πλήξη της βραδιάς.
Επαληθεύεται, έτσι, ο χαρακτηρισμός του Καβάφη ως «ποιητή – αναγνώστη». Όταν ο
στόχος του φιλίστορα έχει επιτευχθεί («όταν κατόρθωσα την εποχή να εξακριβώσω»)
την προσοχή του ποιητή ελκύει η μικρή και ασήμαντη μνεία στον Καισαρίωνα, η
οποία ενεργοποιεί τα ποιητικά αντανακλαστικά του. Η αφορμή, λοιπόν, του
ποιήματος είναι μια περιθωριακή αναφορά σε ένα σχεδόν άγνωστο βασιλιά, ενώ οι
άλλοι φημισμένοι βασιλείς αγνοούνται. Με αυτή την εκλογή ο ποιητής παραγνωρίζει
τα γνωστά και διάσημα πρόσωπα της συλλογής και προτιμά να γράψει ένα ποίημα
για το πιο ασήμαντο.
Στην τρίτη στροφική ενότητα διαμορφώνοντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα (στ.
22 κ.ε.) ανασύρει από την ιστορική αφάνεια τον Καισαρίωνα, τον ξαναζωντανεύει
αριστοτεχνικά με τη φαντασία του, διαγράφει το κάλλος (στ. 15-16 και στ. 19-21) και
την τραγικότητά του (στ. 28-30) και, τελικά, τον διασώζει από τη λήθη
μεταμορφώνοντάς τον σε γοητευτικό σύμβολο μιας θλιμμένης ομορφιάς, σε ιδεώδη
πονεμένη μορφή μέσα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα της παρακμής.

Να διακρίνετε τα δύο διαφορετικά υφολογικά επίπεδα του ποιήματος και να τα
χαρακτηρίσετε τεκμηριώνοντας την απάντησή σας με αναφορές στο ποίημα.
Μονάδες 20
ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2008
ΩΘΗΣΗ
4
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στο ποίημα διακρίνουμε δύο διαφορετικά επίπεδα ύφους. Το πρώτο καλύπτει
τους στίχους 1-14 και χαρακτηρίζεται από πεζολογικό, αντιλυρικό τόνο. Η αναφορική
λειτουργία της γλώσσας, η εκφραστική λιτότητα, η ομοιοκαταληξία, η συσσωρευμένη
χρήση επιθέτων, οι λόγιοι τύποι και η έντονη ειρωνεία υπηρετούν εύστοχα τον
πληροφοριακό-αντικειμενικό χαρακτήρα των στίχων αυτών. Οι στίχοι 1-10
αποτελούν, σύμφωνα με την τοποθέτηση του Γ. Θέμελη, «το άνοιγμα του χώρου και
του χρόνου ως ατμόσφαιρα ηθική και πνευματική που χρωματίζει την εποχή» (μια
εποχή με έντονα στοιχεία παρακμής, καθώς κυριαρχεί η ψυχρή εθιμοτυπική
αυλοκολακεία), ενώ οι στίχοι 11 - 14 δίνουν έμφαση στην ανυπαρξία του προσώπου
του Καισαρίωνα από άποψη ιστορικής αξίας και αποτελούν τη «γέφυρα» μεταξύ του
πρώτου και του τρίτου μέρους.
Το δεύτερο υφολογικό επίπεδο εντοπίζεται στους στίχους 15-30. Ο τόνο
αλλάζει: από το πεζολογικό - πληροφοριακό ύφος γίνεται μετάβαση σε ένα ποιητικό
και λυρικό ύφος, με έντονο υποκειμενικό χρώμα. Έτσι η τρίτη στροφή, που αποτελεί
και το κέντρο βάρους του ποιήματος, χάρη στις αντιθέσεις που δημιουργούνται με τα
προηγούμενα μέρη με τη λυρική της έξαρση (με εκφραστικά μέσα όπως: αποστροφή,
σωρεία επιθέτων, εικόνα, οξύμωρο) δημιουργεί ξεχωριστή υποβλητικότητα. Ο
εσωτερικός λυρισμός του Καβάφη εκφράζεται εδώ σε χαμηλούς τόνους, με έντονο το
συγκινησιακό στοιχείο: κυριαρχεί, όπως υποστηρίζει ο Γ. Θέμελης, μια «αγάπη
γεμάτη περιπάθεια προς μια ανθρώπινη μορφή, προς ένα πλάσμα της φαντασίας,
όσο κι αν έχει ερείσματα στην Ιστορία». Με την αλλαγή της ποιητικής ατμόσφαιρας
και με τη βοήθεια της δημιουργικής φαντασίας ο ποιητής επιτυγχάνει να μετουσιώσει
το ιδιότυπο πάθος του σε υψηλή τέχνη, να οραματιστεί τον Καισαρίωνα και να τον
μεταμορφώσει σε γοητευτικό σύμβολο μιας θλιμμένης και μελαγχολικής ομορφιάς,
σε ιδεώδη πονεμένη μορφή μέσα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα της παρακμής.

15 «Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη
γοητεία σου. Στήν ἱστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται γιά σένα,
κ’ ἔτσι πιό ἐλεύθερα σ’ ἔπλασα μές στόν νοῦ μου.
Σ’ ἔπλασα ὡραῖο κ’ αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει
μιάν ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά.»
Να σχολιάσετε το περιεχόμενο των παραπάνω στίχων με 120-140 λέξεις .
Μονάδες 25
ΕΘΝΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2008
ΩΘΗΣΗ
5
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στους στίχους αυτούς συντελείται η μετάβαση του Καισαρίωνος από το
περιθώριο, όπου τον είχε καταδικάσει η Ιστορία (στ.16-17) στο κέντρο της ποιητικής
Τέχνης. Με μια αποστροφή που δημιουργεί κλίμα οικειότητας και επικοινωνίας με το
είδωλο του ποιητικού οραματισμού (στ.15-16), η ποιητική παραίσθηση με πρωτεύοντα
το ρόλο της φαντασίας και με το νοσταλγικό ερωτισμό της συμπληρώνει με ιδανικούς
χαρακτηρισμούς το πρόσωπο (στ.19-21). Οι στίχοι 18-19 αποκαλύπτουν τη συνειδητή
και ενεργητική στάση του ποιητή κατά τη διάρκεια της σύνθεσης, καθώς διατηρεί τον
απόλυτο έλεγχο χωρίς να παραδίδεται στο συναίσθημα ή στη ρομαντική έμπνευση.
ΔΔ΄΄ ΕΕΡΡΩΩΤΤΗΗΣΣΗΗ
Το ακόλουθο ποίημα του Άθου Δημουλά με τίτλο «Καβάφης» είναι ένα ποίημα για
την ποίηση. Ποιες οι αναφορές του στον καβαφικό «Καισαρίωνα»;
Καβάφης
Τη φαντασία την εντελώς αδέσμευτη
δε συμπαθώ. Δεν έχει χάρες. Και είναι
χρήσιμη για τα όνειρα μόνο.
Εγώ
την άλλη φαντασία αγαπώ, αυτή
που προσπαθεί ένα παρελθόν να ζωντανέψει
και που στηρίζεται σε μνήμες του,
σποραδικές και ασύνδετες, ζητώντας
γύρω τους άρτιο ένα σύνολο να πλάσει
με τάξη, προσοχή και μέτρο.
Κι έτσι, προπάντων, που το χρώμα τους,
το χρώμα αυτών των ερειπίων,
των αβεβαίων γεγονότων το αίσθημα,
μέσα στο έργο της ενισχυμένο
να περάσει.
Αυτό το δύσκολο είναι
που εκτιμώ. Αυτήν εγώ αγαπώ
τη φαντασία, τη δεσμευόμενη,
την οδηγουμένη φαντασία που,
όλο συγκίνηση, πάντοτε γύρω
από πολύτιμα εμπόδια έρπει.
Και
χρήσιμη είναι -τόσο- για την τέχνη μου.
Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα, Επιλογή: Δημήτρης
Δασκαλόπουλος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2003,
σελ. 80-81


ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Στο ποίημα του Άθου Δημουλά είναι εμφανείς οι αναφορές στον καβαφικό
«Καισαρίωνα».
• Αρχικά, ήδη από τον πρώτο στίχο η αποστροφή του ποιητή προς τη φαντασία «την
εντελώς αδέσμευτη» και η προτίμησή του για τη φαντασία «που προσπαθεί ένα
παρελθόν να ζωντανέψει και που στηρίζεται σε μνήμες του» παραπέμπει στην
αφετηρία δημιουργίας του Καισαρίωνα: ένα ιστορικό βιβλίο και πιο συγκεκριμένα μια
μικρή και ασήμαντη αναφορά στον ξεχασμένο βασιλιά.
• Επιπλέον, οι στίχοι «σποραδικές και ασύνδετες, ζητώντας γύρω τους άρτιο
…περάσει» απηχούν την αισθησιακή απεικόνιση και ψυχογράφηση του Καισαρίωνα
καθώς ο Καβάφης με την ποίησή του συμπληρώνει τα κενά της ιστορίας. Όπως «το
χρώμα αυτών των ερειπιών» περνά «μέσα στο έργο της ενισχυμένο» έτσι και ο μικρός
Καισαρίωνας ανασύρεται από την ιστορική λήθη και ανάγεται σε όραμα θαυμαστό
και σύμβολο νεανικής ομορφιάς και περίλυπης αξιοπρέπειας.
• Τέλος, η «δεσμευόμενη και οδηγουμένη φαντασία» αντιστοιχεί στην
αναπαραστατική φαντασία του δημιουργού, που αξιοποιεί υλικό της ιστορίας,
τιθασεύεται από τη λογική και προκαλεί συγκίνηση όπως ακριβώς ο καβαφικός
Καισαρίωνας: ωραίος και ευαίσθητος, χλωμός, θλιμμένος, ιδεώδης μέσα στη θλίψη
του προκαλεί συγκίνηση στον αναγνώστη με το τραγικό του τέλος.












8.8.10

2ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΑΙΣΑΡΙΩΝ
1. Ο Κ. Π. Καβάφης έχει χαρακτηρισθεί ως «ποιητής αναγνώστης». Η ποιητική του ευαισθησία έχει πολλές φορές την αφετηρία της σε αναγνώσεις λογοτεχνικών ιστορικών και άλλων κειμένων. Να δικαιολογήσετε αυτή τη επισήμανση σε αναφορά με το εξεταζόμενο ποίημα.
2. Να διακρίνετε το ποίημα σε ενότητες με κριτήριο: το νόημα, το ύφος, το αφηγηματικό σχήμα. Να δικαιολογήσετε την άποψη σας.
3. Να επισημάνετε στο ποίημα φράσεις οι οποίες δείχνουν την ενεργητική και συνειδητή στάση του ποιητή κατά τη διάρκεια της σύνθεσης του ποιήματος.
4. «Χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου»: Να ερμηνεύσετε αυτό το στίχο επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον σας στο χαρακτηρισμό «ιδεώδης».
5. Να επισημάνετε τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο παρακάτω ποίημα και στο ποίημα Καισαρίων εστιάζοντας την προσοχή σας στην παρουσία του αφηγητή ποιητή.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ
Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς,
μες τη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών.
Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
ο Πτολεμαίος – τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στεκόταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματα του μ’ άσπρες
κορδέλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.
Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.
Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις και εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός ,αίμα των Λαγιδών)
κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
και ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν
ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα –
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κουφά λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Η ιστορία αλλά και η λογοτεχνία αποτελούσαν για τον ποιητή ένα αστείρευτο πηγάδι άντλησης ερεθισμάτων, που κινητοποιούσαν τη σκέψη, τη φαντασία και τα συναισθήματα του. Στο συγκεκριμένο ποίημα ο Κ. Καβάφης μας αποκαλύπτει τη τεχνική της έμπνευσής του και πιστοποιεί ότι η αφετηρία της ποιητικής του ευαισθησίας ανιχνεύεται σε αναγνώσεις ιστορικών (και όχι μόνο) κειμένων. Μας λέει, λοιπόν, ότι, καθώς διάβαζε μια συλλογή επιγραφών των Πτολεμαίων (στ.1-4), για να περάσει την ώρα του και να ικανοποιήσει τα ιστορικά του ενδιαφέροντα, μια ασήμαντη αναφορά στο βασιλία Καισαρίωνα του τράβηξε την προσοχή (στ.11-14) και τον ενέπνευσε σε βαθμό που να οραματιστεί τον Καισαρίωνα, το δικό του Καισαρίωνα! (γ’στροφή).
2. Με κριτήριο το νόημα μπορούμε να διακρίνουμε τρία μέρη:
1) οι πρώτοι 10 στίχοι,
2) οι επόμενοι 4,
3) οι τελευταίοι 16.
Στο πρώτο μέρος μας ανακοινώνει ο ποιητής τους λόγους που πήρε «χθες τη νύχτα» μια συλλογή από επιγραφές των Πτολεμαίων να διαβάσει.
Στο δεύτερο μέρος αναφέρει ότι θα άφηνε το βιβλίο αν «μια μνεία μικρή και ασήμαντη» για τον Καισαρίωνα δεν του τραβούσε την προσοχή.
Στο τρίτο μέρος ο τόνος αλλάζει καθώς ο ποιητής με συγκίνηση οραματίζεται τον Καισαρίωνα.
Με κριτήριο το ύφος μπορούμε να διακρίνουμε δυο βασικά υφολογικά επίπεδα. Στην πρώτη στροφική ενότητα η ομοιοκαταληξία (α-β, γ-δ), η συσσωρευμένη χρήση επιθέτων (λαμπροί, ένδοξοι,), ο πληθυντικός αριθμός των θηλυκών ονομάτων (η Βερενίκες, η Κλεοπάτρες), ο πληροφοριακός πεζολογικός τόνος («για να εξακριβώσω μια εποχή», «και την ώρα να περάσω»), προσδίδουν στο ύφος της αφήγησης έναν αντικειμενικό –περιγραφικό χαρακτήρα. Αντίθετα στην τρίτη στροφική ενότητα αποστροφή προς το αντικείμενο του οραματισμού δημιουργεί κλίμα οικείωσης («Α να ήρθες») το οποίο επιτρέπει την ανάπτυξη της φαντασίας και την
«αισθηματικοποίηση» του Καισαρίωνα. Σ’ αυτό το σημείο το ύφος γίνεται προσωπικό λυρικό.
Η ενδιάμεση στροφή τέλος αποτελεί τη «γέφυρα» ανάμεσα στο αντικείμενο – περιγραφικό και το προσωπικό – λυρικό, τμήμα του ποιήματος.
Στους στίχους 1-4 κυριαρχεί το αφηγούμενο «Εγώ» (αφηγηματικός μονόλογος). Από το στίχο 15 μέχρι το τέλος του ποιήματος, ο ποιητής στρέφεται προς το αντικείμενο του οραματισμού του. Χρησιμοποιεί β’ ενικό πρόσωπο και απευθύνεται στον Καισαρίωνα ο οποίος όμως δεν παίρνει το λόγο. Είναι μια λανθάνουσα μυθιστορηματική μορφή που διακρίνεται μόνο στο λόγο του μονολογικού «Εγώ» (δραματικός μονόλογος).
3. Κατά τη διάρκεια της σύνθεσης του ποιήματος ο Κ. Καβάφης έχει τον απόλυτο έλεγχο. Τίποτα δεν γίνεται παρορμητικά, τυχαία, αυθόρμητα. Ο Κ. Καβάφης, κατέχει την τεχνική του οραματισμού. Δεν παραδίδεται στη ρομαντική έμπνευση ή σε μια συναισθηματική έξαρση. Όλα προσδιορίζονται απ’ τη θέληση του. Ο ίδιος αποφασίζει να ανοίξει και να διαβάσει τη συλλογή, να επιλέξει τον Καισαρίωνα και να τον πλάσει ελεύθερα. Εξάλλου οι λίγες αναφορές της ιστορίας στο πρόσωπο του Καισαρίωνα, του επιτρέπει να φτιάξει μία δική του μορφή, μια μορφή που να ικανοποιεί τις ανάγκες του ποιητή, που την έκφρασή τους αναζητεί μέσα από την τέχνη που υπηρετεί.
Την ενεργητική και συνειδητή στάση του ποιητή κατά τη διάρκεια του οραματισμού, αποδεικνύουν οι στίχοι: «κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες το νου μου. Σ’ έπλασα ωραίο και αισθηματικό. Η Τέχνη μου στο πρόσωπο σου δίνει μια ονειρώδη συμπαθητική εμορφία. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα … η λάμπα μου – άφισα επίτηδες να σβύνει».
4. Ο Κ. Καβάφης αποτυπώνει ποιητικά το δράμα ενός ανθρώπου, ενός νέου και όμορφου, ηγεμόνα που βρίσκεται ένα βήμα πριν το θάνατο. Είναι χλωμός και κουρασμένος γιατί χάνει τα πάντα, ακόμη και τη ζωή του. Παραμένει όμως ακόμη και μέσα στη λύπη του «ιδεώδης». Ο ποιητής εξαίρει τη μορφή του νεαρού Καισαρίωνα με το επίθετο αυτό. Ο Καισαρίωνας ελπίζει, αν και γνωρίζει ότι δεν θα τον σπλαχνισθούν. Διατηρεί όμως την αξιοπρέπεια του μέσα στην τραγική αυτή στιγμή του οραματισμού. «Ο
Καισαρίων γίνεται τώρα «ιδεώδης» στα μάτια του, γιατί είναι φορέας του ανθρώπινου θλιμμένου πάθους», όπως λέει ο Μ.Τσιανίκας.

5. Οι Αλεξανδρινοί βασιλείς γράφθηκαν το 1912. Ο Καισαρίων, που γράφεται έξι χρόνια αργότερα, αποτελεί συμπλήρωση του πρώτου, ερμηνευτικό σχόλιο, κάτι σαν την ουρά που βάζει σε μερικά ποιήματα ο Καβάφης, γράφει ο Κ. Θ. Δημαράς. Ωστόσο, υπάρχει σαφής διαφορά όσον αφορά τη στάση του αφηγητή – ποιητή. Στο πρώτο ποίημα το «εγώ» απουσιάζει, ο ποιητής δείχνει να λείπει απ’ τα δρώμενα. Αντίθετα, στο Καισαρίων, το «εγώ» του ποιητή επιβάλλεται από τον πρώτο κιόλας στίχο. Ο ποιητής στο Καισαρίων συνειδητά, θελημένα μας αποτυπώνει τα μυστικά της τέχνης του, της έμπνευσης του. Κρατά μια ενεργητική στάση και μας αναφέρει πως φτάνει στην ποιητική δημιουργία.