20.12.10

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΟ
Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)
Καισαρίων
Έν μέρει γιά νά ἐξακριβώσω μιά ἐποχή,
ἐν μέρει καί τήν ὥρα νά περάσω,
τήν νύχτα χθές πῆρα μιά συλλογή
ἐπιγραφῶν των Πτολεμαίων νά διαβάσω.
5 Οἱ ἄφθονοι ἔπαινοι κ' ἡ κολακεῖες
εἰς ὅλους μοιάζουν. Ὅλοι εἶναι λαμπροί,
ἔνδοξοι, κραταιοί, ἀγαθοεργοί˙
κάθ' ἐπιχείρησίς των σοφοτάτη.
Ἄν πεῖς γιά τές γυναῖκες τῆς γενιᾶς, κι αὐτές,
10 δλες ἡ Βερενίκες κ' ἡ Κλεοπάτρες θαυμαστές.
Ὅταν κατόρθωσα τήν ἐποχή νά ἐξακριβώσω
θ' ἄφινα το βιβλίο ἄν μιά μνεία μικρή, κι
ἀσήμαντη, τοῦ βασιλέως Καισαρίωνος δέν
εἳλκυε τήν προσοχή μου ἀμέσως...
15 Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη γοητεία σου.
Στήν ἱστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται
γιά σένα, κ' ἔτσι πιό ἐλευθέρα σ' ἔπλασα μές
στόν νοῦ μου. Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει μιάν
ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά. Καί τόσο
πλήρως σέ φαντάσθηκα, πού χθές τήν νύχτα
ἀργά, σάν ἔσβυνεν ἡ λάμπα μου —ἄφίσα
ἐπίτηδες νά σβύνει—
25 ἐθάρεψα πού μπῆκες μές στήν κάμαρά μου,
μέ φάνηκε πού ἐμπρός μου στάθηκες· ὡς θά
ἤσουν μές στήν κατακτημένην Ἀλεξάνδρεια,
χλωμός καί κουρασμένος, ἰδεώδης ἐν τῇ λύπη
σου, ἐλπίζοντας ἀκόμη νά σέ σπλαχνισθοῦν
30 οἱ φαύλοι —πού ψιθύριζαν τό «Πολυκαισαρίη*».
(1918)
*Πολυκαισαρίη· η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός ηγεμόνων
(Καισάρων).
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α. Ορισμένα γνωρίσματα της ποίησης του Καβάφη είναι: η
χρήση ιστορικών προσώπων ως συμβόλων, ο ρεαλισμός
και οι λόγιοι γλωσσικοί τύποι. Να επισημάνετε τα
γνωρίσματα αυτά στο συγκεκριμένο ποίημα (δύο
παραδείγματα κατά περίπτωση).
Μονάδες 15
Β1. Ο Κ. Θ. Δημαράς έχει παρατηρήσει ότι στο ποίημα
αυτό ο Καβάφης «μας δίνει αναλυτικά την τεχνική
της έμπνευσής του». Προσδιορίστε με αναφορές στο
κείμενο πώς επαληθεύεται στον «Καισαρίωνα» η άποψη
ότι ο Καβάφης αποκαλύπτει στον αναγνώστη του
τη διαδικασία δημιουργίας ενός ποιήματος.
Μονάδες 20
Β2. Να διακρίνετε τα δύο διαφορετικά υφολογικά επίπεδα του
ποιήματος και να τα χαρακτηρίσετε τεκμηριώνοντας την
απάντησή σας με αναφορές στο ποίημα.
Μονάδες 20
Γ. 15 «Ἄ, νά, ἦρθες σύ μέ τήν ἀόριστη
γοητεία σου. Στήν ἱστορία λίγες γραμμές μονάχα
βρίσκονται γιά σένα, κ' ἔτσι πιό ἐλευθέρα σ' ἔπλασα
μές στόν νοῦ μου. Σ' ἔπλασα ὡραῖο κ' αἰσθηματικό.
20 Ἡ τέχνη μου στό πρόσωπό σου δίνει
μιάν ὀνειρώδη συμπαθητική ἐμορφιά. Να
σχολιάσετε το περιεχόμενο των παραπάνω στίχων με 120-
140 λέξεις.
Μονάδες 25
Δ. Το ακόλουθο ποίημα του Άθου Δημουλά με τίτλο
«Καβάφης» είναι ένα ποίημα για την ποίηση. Ποιες οι
αναφορές του στον καβαφικό «Καισαρίωνα»;
Μονάδες 20
Καβάφης
Τη φαντασία την εντελώς αδέσμευτη δε
συμπαθώ. Δεν έχει χάρες. Και είναι
χρήσιμη για τα όνειρα μόνο.
Εγώ
την άλλη φαντασία αγαπώ, αυτή που
προσπαθεί ένα παρελθόν να ζωντανέψει και
που στηρίζεται σε μνήμες του, σποραδικές και
ασύνδετες, ζητώντας γύρω τους άρτιο ένα
σύνολο να πλάσει με τάξη, προσοχή και μέτρο.
Κι έτσι, προπάντων, που το χρώμα τους, το
χρώμα αυτών των ερειπίων, των αβεβαίων
γεγονότων το αίσθημα, μέσα στο έργο της
ενισχυμένο να περάσει.
Αυτό το δύσκολο είναι
που εκτιμώ. Αυτήν εγώ αγαπώ τη
φαντασία, τη δεσμευόμενη, την
οδηγουμένη φαντασία που, όλο
συγκίνηση, πάντοτε γύρω από
πολύτιμα εμπόδια έρπει.
Και
χρήσιμη είναι —τόσο—για την τέχνη μου.
Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα, Επιλογή: Δημήτρης
Δασκαλόπουλος, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα
2003,σελ. 80-81
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Α. Ο Καβάφης είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου
αιώνα, που εντυπωσίασε όχι μόνο με τον ιδιαίτερο ποιητικό του λόγο,
αλλά και με την ικανότητά του να συγκεράσει την ιστορία με την
ποίηση. Η χρήση ιστορικών προσώπων ως συμβόλων είναι ένα από τα
κυρίαρχα χαρακτηριστικά του και διαφαίνεται από την αναφορά στους
Πτολεμαίους και τον Καισαρίωνα. Οι Πτολεμαίοι συμβολίζουν την
πολιτική διαφθορά της εποχής («φαύλοι»), ενώ ο Καισαρίων
ενσαρκώνει το πρόσωπο που αδικήθηκε από τη ζωή και από την
ιστορία, πράγμα που ο ποιητής θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει. Το
ποίημα διέπεται από έντονα ρεαλιστικά στοιχεία, όπως η χρήση
αντιποιητικών λέξεων «λάμπα», καθώς επίσης και ο πεζολογικός τόνος
της δεύτερης στροφής «να εξακριβώσω θα ‘φινα το βιβλίο» και «μνεία».
Εν κατακλείδι, το ποίημα συγκεντρώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά της
καβαφικής γλώσσας με τη χρήση δημοτικής, εμπλουτισμένης με
λόγιους γλωσσικούς τύπους «εν μέρει», «επιχείρισίς των».
Β.1. Ο «Καισαρίων» είναι ένα ποίημα ποιητικής. Επιτρέπει στον
αναγνώστη να εισέλθει στο ποιητικό εργαστήριο του Καβάφη, καθώς
αποκαλύπτει τις πηγές της έμπνευσής του και γενικότερα τη διαδικασία
δημιουργίας ενός καβαφικού ποιήματος (αυτοαναφορικότητα). Αρκετές
είναι οι αναφορές στο ποίημα που επιβεβαιώνουν το παραπάνω
χαρακτηριστικό της καβαφικής ποίησης.
- Αρχικά στους στίχους 1-4 ο Καβάφης ομολογεί πως εμπνέεται από
την ιστορία και ειδικότερα από την ιστορική περίοδο των
ελληνιστικών χρόνων (Πτολεμαίους). Ο ίδιος άλλωστε
ομολογούσε πως ήταν «ποιητής ιστορικός» («εν μέρει για να
εξακριβώσω μια εποχή»). Μέσα από την ιστορία ο Καβάφης
τροφοδοτούσε την έμπνευσή του, έβρισκε απαντήσεις για όσα τον
απασχολούσαν μέσα από τη μελέτη του χθες και καταπολεμούσε
την ανία του καθημερινού βίου του «εν μέρει και την ώρα να
περάσω».
- Πιο κάτω, συνεχίζει ο Καβάφης παραδεχόμενος ότι αυτό που
προσελκύει την προσοχή του περισσότερο είναι όχι το πομπώδες
και μεγαλειώδες (που πρεσβεύουν οι Πτολεμαίοι), αλλά το μικρό
και το ασήμαντο, όπως ο ίδιος ρητά δηλώνει «αν μια μνεία μικρή
κι ασήμαντη-πλεονασμοί- του βασιλέως Καισαρίωνος δεν είλκυε
την προσοχή μου αμέσως». Προτιμά να ασχολείται με
δευτερεύοντα ιστορικά πρόσωπα γιατί, αφού δεν υπάρχουν γι’
αυτά λεπτομερείς και αναλυτικές ιστορικές αναφορές, μπορεί
ελεύθερα να τα πλάσει με τη φαντασία του και τον ποιητικό του
λόγο, όπως αυτός επιθυμεί. Με το συγκριτικό βαθμό «πιο
ελεύθερα» υπαινίσσεται ότι στην ποίησή του γενικά δεν λειτουργεί
ελεύθερα. Τα δευτερεύοντα, όμως, ιστορικά πρόσωπα αφήνουν τη
φαντασία του να ξετυλιχθεί και να πλάσει όπως αυτός επιθυμεί το
ποιητικό του αντικείμενο, δηλαδή τον Καισαρίωνα. Οι στίχοι 15-
18 φανερώνουν καθαρά την πρόθεση του Καβάφη να
εξομολογηθεί ή/ και να εξηγήσει στον αναγνώστη πώς δημιουργεί
ένα ποίημα. Δεν αποσκοπεί μόνο στην πρόκληση αισθητικής
απόλαυσης, αλλά και στη μέθεξη του κοινού με την ποιητική
τέχνη.
- Τέλος, τον Καβάφη εμπνέει η ίδια η ζωή του, οι εμπειρίες του, τα
βιώματά του. Ο ίδιος αισθάνεται αδικημένος και παραγκωνισμένος
από τους συγχρόνους του και πλάθει τον Καισαρίωνα έτσι, ώστε
να ταυτιστεί μαζί του. Συνεπώς, αναζητά στην ιστορία πρόσωπα ή
τα πλάθει, αν δεν τα βρίσκει στις σελίδες των ιστορικών βιβλίων,
για να καταθέσει μέσα από αυτά τα δικά του συναισθήματα και τις
προσωπικές του εμπειρίες. Στην τρίτη στροφή του ποιήματος και
συγκεκριμένα στο στίχο 24 –άφισα επίτηδες να σβύνει- φαίνεται
έντονα ο βιωματικός χαρακτήρας της καβαφικής ποίησης,
επιβεβαιώνοντας τη μετάβαση από το ιστορικό στο αισθησιακό
μέρος του ποιήματος.
Β.2. Το ποίημα αποτελείται από δύο ενότητες που διαφοροποιούνται ως
προς το ύφος κι έτσι διατηρεί η καθεμιά ένα είδος αυτοτέλειας και
αυτάρκειας. Η πρώτη ενότητα έχει ύφος αφηγηματικό και πεζολογικό,
συμβαδίζοντας με το θέμα της (το περιεχόμενο των επιγραφών). Ο
ποιητής αφηγείται τις εντυπώσεις του από την ανάγνωση κάποιων
επιγραφών και τις σχολιάζει με το δικό του προσωπικό τρόπο.
Διακρίνουμε μάλιστα σ’ αυτήν διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες,
ακανόνιστες, όχι εύηχες ούτε πλούσιες («εποχή»-«συλλογή»,
«περάσω»-«διαβάσω». «λαμπροί»-«αγαθοεργοί», «αυτές»-
«θαυμαστές»),μάλλον άτεχνες (στίχοι 1-14).
Η δεύτερη ενότητα διέπεται από έντονο λυρικό τόνο και
διαφοροποιείται υφολογικά: αποκτά μουσικότητα και μεγαλοπρέπεια,
πυκνότητα αισθημάτων και διανοημάτων και κυρίως φορτίζεται
συναισθηματικά. Από άποψη περιεχομένου στρέφεται αποκλειστικά
γύρω από το πρόσωπο του Καισαρίωνα, ενώ τα στοιχεία της τεχνικής
που χρησιμοποιούνται είναι η ποιητική αποστροφή («α, να ήρθες συ»),
το β’ πρόσωπο που κάνει το λόγο άμεσο, οικείο, ζωντανό και
παραστατικό, η θεατρικότητα («η ύπαρξη δύο προσώπων, έστω κι αν το
ένα δημιούργημα της φαντασίας και βουβό, οι εικόνες (η μισοσκότεινη
κάμαρα, η μορφή του Καισαρίωνα).
Με την αλλαγή αυτή της ποιητικής ατμόσφαιρας στη δεύτερη ενότητα
περιβάλλεται η μορφή του Καισαρίωνα με υψηλότερη έμπνευση και
τέχνη, ενώ παράλληλα υποδηλώνεται και η διαφορά ανάμεσα στο πεζό
περιεχόμενο της ιστορίας, που παρουσιάζει την ψυχρή αλήθεια, και στο
εμπνευσμένο περιεχόμενο της ποιητικής δημιουργίας που λειτουργεί με
τη γοητεία της φαντασίας. Ο Καβάφης από ιστοριοδίφης-επιστήμονας
δίνει τη θέση του στον ποιητή και μ’ αυτόν τον τρόπο διαλέγεται με το
δημιούργημά του, σχεδόν ταυτίζεται μαζί του.
Γ. Το ύφος του ποιήματος αλλάζει στους στίχους αυτούς γίνεται πιο
άμεσο και πιο οικείο. Ο ποιητής σε β’ ενικό πρόσωπο απευθύνεται στον
Καισαρίωνα. Αρχή της προσπάθειάς του είναι να συγκεκριμενοποιήσει
την «αόριστη γοητεία» του Καισαρίωνα, που οφείλεται στις μικρές
ιστορικές αναφορές που υπάρχουν γι’ αυτόν. Εκμεταλλευόμενος τα
πλατιά περιθώρια που του αφήνει η φαντασία «πλάθει» τον Καισαρίωνα
«ωραίο κ’ αισθηματικό», του προσδίδει δηλαδή ένα εξωτερικό κι ένα
εσωτερικό γνώρισμα που μαζί συνθέτουν το πρότυπο της ιδανικής
ομορφιάς. Στην ουσία ο Καβάφης επικαλείται ταυτοχρόνως και την
Τέχνη της Ποίησης που του επιτρέπει να αναπαριστά τον Καισαρίωνα
με «μίαν ονειρώδη και συμπαθητική εμορφιά» που δεν αναφέρεται σε
κάτι συγκεκριμένο, ωστόσο δημιουργεί την εντύπωση μιας ελκυστικής
φυσιογνωμίας που μαγνητίζει και γοητεύει τον ποιητή. Συμπερασματικά
αναφέρουμε ότι στους στίχους αυτούς αναδεικνύεται η δυνατότητα της
ποίησης να ακολουθεί, αλλά και να εκφράζει την έμπευση του ποιητή.
Δ. Επιχειρώντας μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιημάτων
διαπιστώνουμε πως πρόκειται για δύο ποιήματα με έντονο το στοιχείο
της αυτοαναφορικότητας. Και στα δύο ποιήματα χρησιμοποιείται το α’
ρηματικό πρόσωπο για να εξηγήσουν τα ποιητικά υποκείμενα ότι η πηγή
της έμπνευσής τους είναι το παρελθόν. Λειτουργούν, δηλαδή, ως
ιστοριοδίφες. Από τη μια στο ποίημα του Δημουλά αντλούνται στοιχεία
και πληροφορίες «με τάξη, προσοχή και μέτρο» επιχειρώντας την
ανάδειξη της αλήθειας, των γεγονότων και του χρώματος των
ξεχασμένων ερειπίων. Από την άλλη ο Καβάφης μελετά την ιστορία για
να εκπληρώσει το χρέος του ως ποιητής ιστορικός και να
αποκαταστήσει την ιστορική αδικία σε βάρος του Καισαρίωνα.
Η μελέτη της ιστορίας προκύπτει από την ανάγκη του ποιητή-ιστορικού
να γνωρίζει το παρελθόν, να διερευνήσει τις ιστορικές εποχές, να
προσφέρει διέξοδο στις γνωστικές αναζητήσεις του. Εκ των πραγμάτων
αυτή η επαφή με την ιστορία λειτουργεί ως ερέθισμα για την ποιητική
έμπνευση, γίνεται εφαλτήριο ποιητικής δημιουργίας, προάγει οργανικά
το χώρο της τέχνης.
Επιπλέον, η δημιουργία συναισθημάτων και συγκινησιακής φόρτισης
μέσα στην Ποίηση, αποτελεί έργο δύσκολο, μα κατορθώσιμο. Τα δύο
ποιητικά υποκείμενα αγαπούν τη φαντασία που οδηγεί στη συγκίνηση,
υπερπηδώντας κάθε είδους εμπόδια και μέσω της ποιητικής τέχνης
αγγίζουν τη λυτρωση και την κάθαρση.
Ο διάλογος των δύο ποιημάτων συνεχίζεται και ολοκληρώνεται με τη
διαφοροποίησή τους ως προς το πόσο αφήνονται ελεύθερα στον κόσμο
του φανταστικού. Και στα δύο ποιήματα δίνεται προεξάρχουσα σημασία
στη φαντασία, η οποία ωστόσο αξιοποιείται με τρόπο διαφορετικό.
Αφενός στο ποίημα του Δημουλά η φαντασία αξιοποιείται με σύνεση
και μέτρο, θεωρώντας την «χρήσιμη τόσο» για την τέχνη της ποίησης,
αποφεύγοντας, όμως, κάθε ελεύθερο συνειρμό που θα οδηγούσε σε
ονειροπόληση. Αφετέρου για τον Καβάφη η ονειροπόληση- η
φαντασίωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του «Καισαρίωνα».
Τα θέματα επιμελήθηκαν τα φροντιστήρια
«ΟΜΟΚΕΝΤΡΟ» Φλωρόπουλου.
Ευαγγέλου Μ. – Λάμπρου Μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου