8.11.10


·         ἀρετή # κακία
ετυμ.: αρετή, ενάρετος, αρμόζω, αρμονία, αρθρογραφία, άρθρο, άρθρωση
·         διανοητικός > διανοοῦμαι [ δια + νοέω-ῶ ]
ετυμ.: νους, νοερός, νόημα, νοημοσύνη, νοιάζομαι, διάνοια, διανόηση, έννοια, έγνοια, μετάνοια, ομόνοια.
·         ἐμπειρία # ἀπειρία
ετυμ.: πείρα, πείραμα, πειραματικός, άπειρος, πειρασμός, πειρατής, απόπειρα, εμπειρία, εμπειρογνώμονας.
·         παρεκκλίνω > [ παρά + ἐκκλίνω]
ετυμ.: κλίνω, κλίκα, κλίμακα, κλιματισμός, κλινικός, κλινική απόκλιση, παρέκκλιση, υπόκλιση.
·         δῆλος # ἂδηλος, ἀφανής, ἀδιόρατος.
                         = φανερός, σαφής, ἐναργής, ἐμφανής
ετυμ.: δήλωση, δηλώνω, δηλωτικός, διαδήλωση, εκδηλώνω, υποδηλώνω, υποδήλωση.
·         φύσις: φυσικός, φυσικότητα, φύλο, φυλετικός, φυσιογνωμία, φυσιοδίφης, έμφυτος, εμφύλιος, κατάφυτος, μεταφυσικός.

·         ἐθίζω: έθιμο, εθισμός, ηθική, ηθικός, ηθογραφία, ηθοπλαστικός, ανήθικος, συνηθίζω, συνήθεια.

·         φέρω: φερέφωνο, οισοφάγος, αφόρητος, αναφέρω, αναφορά, αμφορέας, αδιάφορος, μεταφέρω, μεταφορά, συμφέρον.

·         πῦρ: πυρετός, πυρετώδης, πυρακτώνω, πυρασφάλεια, πυροβολώ, πυροβολικός, πυρομανής, πυρομαχικά, αντιπυρετικός, εκπυρσοκροτώ.

·         δέχομαι = λαμβάνω
ετυμ.: δέχομαι, δέκτης, δόκιμος, δεξαμενή, ανάδοχος, αποδέχομαι, διάδοχος, ακατάδεχτος, παραδέχομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου