6.9.09

Η εφημερίδα είναι μια περιοδική έκδοση η οποία απευθύνεται σε ορισμένο κοινό και περιέχει τρέχοντα γεγονότα, ποικίλες πληροφορίες και διαφημίσεις.
Oι εφημερίδες πηγή «σοφίας» στην τεχνολογική εποχή
Δεν θα πρέπει να εμπλακούν στην παροχή πληροφοριών, αλλά σε αυτή των γνώσεων τονίζει ο Νιλ Πόστμαν στο βιβλίο του «η πυξίδα του μέλλοντος»
Tης K. Mεταξα
Ποιος είναι ο ρόλος της εφημερίδας και της έντυπης δημοσιογραφίας στην ηλεκτρονική εποχή και την κοινωνία των πληροφοριών; Ο διακεκριμένος Αμερικανός καθηγητής επικοινωνίας Νιλ Πόστμαν στο νέο βιβλίου του «Η Πυξίδα του Μέλλοντος» που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη γράφει σχετικά:
Στο παρελθόν η εφημερίδα στα κείμενά της πρόσφερε ένα ιστορικό και χρήσιμο πλαίσιο αναφοράς για τις πληροφορίες που δημοσίευσε. Με δεδομένο της σύγχρονης ροής πληροφοριών, η εφημερίδα αποτελεί το μόνο μέσο ικανό να κάνει κάτι τέτοιο προς όφελός μας τον εικοστό πρώτο αιώνα. Σε αντίθεση με τα νέα μέσα, η εφημερίδα έχει παραδοσιακά την εμπιστοσύνη του κοινού. Της παρέχεται ειδική προστασία από το Σύνταγμα (τουλάχιστον στην Αμερική).
Συνδέεται με τη ζωή της κοινότητας περισσότερο από κάθε άλλο μέσο, και παρά τους παντοδύναμους επιχειρηματίες που τις κατέχουν, οι εφημερίδες ακόμη έχουν συντάκτες και ρεπόρτερ των οποίων τα συμφέροντα δεν κινούνται μόνο με γνώμονα την αγορά. Αυτό που έπεται τότε είναι μια ιδέα -που δεν είναι καινούργια- βασισμένη στην παλινόρθωση των άλλοτε χρήσιμων ορισμών και διαφορών ανάμεσα στην πληροφορία, τη γνώση και τη σοφία. Είναι μια πρόταση για επαναπροσδιορισμό της θέσης της πληροφορίας, έτσι ώστε να υπάρξει τουλάχιστον ένα μέσο, του οποίου ο σκοπός είναι να βοηθήσει τους πολίτες του εικοστού πρώτου αιώνα να κατανοήσουν τον κόσμο.
Xωρίς καλώδια...
Θα ήθελα, συνεχίζει ο Πόστμαν, να αναπτύξω τη σκέψη μου, αναφερόμενος σε ένα σκίτσο, που εμφανίστηκε πριν από λίγο καιρό στους Los Angeles Times. Το σκίτσο αφορά ένα νέο καταπληκτικό προϊόν, που έχει κάνει την εμφάνισή του στην αγορά. Το προϊόν είναι σχεδιασμένο να είναι καλύτερο από οποιοδήποτε υπολογιστή ή από οτιδήποτε, για το οποίο θα έπρεπε κανείς να χρησιμοποιήσει υπολογιστή, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου και των ιστοσελίδων. Το προϊόν ονομάζεται «ημερήσια εφημερίδα» και αυτά είναι κάποια από τα πλεονεκτήματα αγοράς του: Δεν απαιτεί μπαταρίες ή καλώδια ούτε χρειάζεται συμβόλαιο συντήρησης. Είναι πολύ ελαφρύ, ανακυκλωμένο και βιοβαθμισμένο. Είναι τελείως φορητό και θα σας ακολουθήσει σε τρένα, λεωφορεία, αυτοκίνητα, αεροπλάνα ακόμη και στο κρεβάτι. Είναι εντελώς αθόρυβο. Δεν χρειάζεται μυστικούς αριθμούς ασφαλείας, κώδικες πρόσβασης ή μόντεμ και δεν επηρεάζει τις τηλεφωνικές γραμμές. Κάποιος μπορεί να κάνει απεριόριστη χρήση του με περίπου είκοσι δολάρια ανά μήνα. Eχει ελεγχθεί για πορνογραφία, απάτη και τυπογραφικά λάθη. Δεν απαιτεί ειδική επίπλωση και τελευταίο, άλλα όχι λιγότερο σημαντικό, είναι ότι το προϊόν δεν συνεισφέρει με κανένα τρόπο στον τραπεζικό λογαριασμό του Βill Gates.
Το σκίτσο κάνει μια υπόθεση για τη σπουδαιότητα της εφημερίδας και για τους λόγους που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα επιβιώσει. Αλλά το σκίτσο αφορά σε μεγάλο βαθμό στη μορφή της εφημερίδας και, με εξαίρεση την αναφορά στο γεγονός ότι η εφημερίδα έρχεται προηλεγμένη για πορνογραφία, απάτη και τυπογραφικά λάθη, δεν υπάρχει κάτι που να υπονοεί τη μοναδικότητα του περιεχομένου της εφημερίδας. Iσως αυτό να παραλείφθηκε επειδή ο σκιτσογράφος υπέθεσε ότι η λειτουργία της εφημερίδας είναι να ενημερώνει τους ανθρώπους και σε σχέση με το θέμα της διανομής πληροφοριών, η τεχνολογία των υπολογιστών μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από τις εφημερίδες -δηλαδή γρηγορότερα, σε μεγαλύτερες ποσότητες και ευκολότερα. Με άλλα λόγια, εάν κάποιος θέλει να προωθήσει την αξία των εφημερίδων αυτές τις μέρες, ίσως είναι καλύτερα να αποφύγει να μιλήσει για ενημέρωση, αφού η νέα τεχνολογία, συμπεριλαμβανομένου της τηλεόρασης, φαίνεται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τη διαχείρισή της».
Kαι ο Πόστμαν καταλήγει: οι εφημερίδες δεν θα πρέπει να εμπλακούν στην παροχή πληροφοριών, αλλά σε αυτήν των γνώσεων. Τι εννοεί με τις «γνώσεις; O Πόστμαν ερμηνεύει «τις γνώσεις ως συγκροτημένες πληροφορίες, πληροφορίες που εντάσσονται σε κάποιο πλαίσιο, πληροφορίες που έχουν ένα σκοπό, που οδηγούν κάποιον να αναζητήσει περισσότερες πληροφορίες με σκοπό να κατανοήσει κάτι που αφορά τον κόσμο. Χωρίς οργανωμένες πληροφορίες μπορεί να γνωρίζουμε κάτι από τον κόσμο, αλλά πολύ λίγα σχετικά για αυτόν. Oταν κάποιος έχει γνώση, μπορεί να βγάζει νόημα από τις πληροφορίες, γνωρίζει πώς να συσχετίσει τις πληροφορίες με τη ζωή κάποιου και ειδικότερα γνωρίζει πότε οι πληροφορίες είναι άσχετες».
Πρόβλημα η πληροφορία
«Είναι εμφανές», όπως σημειώνει, «ότι ορισμένοι συντάκτες εφημερίδων είναι γνώστες της διάκρισης ανάμεσα στην πληροφορία και τη γνώση, αλλά όχι αρκετοί από αυτούς. Υπάρχουν εφημερίδες των οποίων οι συντάκτες δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί ότι σε ένα τεχνολογικό κόσμο, οι πληροφορίες είναι πρόβλημα και όχι λύση. Θα μας μιλήσουν για πράγματα που ήδη γνωρίζουμε και θα μας δώσουν λίγο έως καθόλου περιθώριο, ώστε να μπορέσουμε να τα τοποθετήσουμε σε ένα πλαίσιο ή να τους προσδώσουμε συνοχή».
Αλλά για τον Πόστμαν υπάρχει και κάτι άλλο που οι εφημερίδες πρέπει να κάνουν για μας σε μια τεχνολογική εποχή και έχει να κάνει με τη λέξη «σοφία»: «Θα ήθελα να προτείνω», συνεχίζει ο Πόστμαν, «ότι είναι καιρός οι εφημερίδες να αποτελέσουν όχι απλώς μια πηγή γνώσεων, αλλά μια πηγή από όπου θα μπορούμε να αντλούμε σοφία. Με τη λέξη «σοφία» εννοώ την ικανότητα να γνωρίζει κανείς ποιο τμήμα γνώσεων είναι σχετικό με τη λύση σημαντικών προβλημάτων. Οι γνώσεις, όπως έχω πει, είναι μόνο οργανωμένες πληροφορίες. Είναι ανεξάρτητες, περιορισμένες σε ένα μοναδικό σύστημα πληροφοριών, που αφορούν τον κόσμο. Κάποιος μπορεί να κατέχει μεγάλο αριθμό γνώσεων σχετικά με τον κόσμο, αλλά να μην είναι καθόλου σοφός.
Οι εφημερίδες εθνικής εμβέλειας σε αυτή τη νέα φάση έχουν ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερα πλεονεκτήματα, καθώς διαθέτουν όχι μόνον τους μηχανισμούς και την τεχνογνωσία του περιεχομένου, αλλά κι ένα αναγνωστικό κοινό δεκτικό στις εξελίξεις.
Oσο σημαντικό και αν είναι ένα φάρμακο για τη χρηματιστηριακή αξία μίας εταιρείας βιοτεχνολογίας, δεν εγγυάται την καλή, μακρόχρονη πορεία της μετοχής της. Eτσι, αν επιλέξετε σήμερα έναν πρωταγωνιστή του κλάδου, μην αρχίσετε τους... συναισθηματισμούς.

Μέρος Ι. Στόχοι ή ποιες ανάγκες μπορεί να ικανοποιήσει μια σχολική εφημερίδα
Η ανάγκη να βρει το σχολείο και ο δάσκαλος τρόπους, πέρα από το αναλυτικό πρόγραμμα, όπου οι μαθητές θα «μαθαίνουν» να διαβάζουν και να γράφουν με χαρά, θα μαθαίνουν να κατακτούν νέες γνώσεις, να σκέφτονται κριτικά απέναντι στα δρώμενα των σύγχρονων κοινωνιών, θα μαθαίνουν να συνεργάζονται, να νιώθουν δημιουργικοί και τέλος ικανοποιημένοι από τη συμμετοχή τους στη σχολική πράξη, είναι διάχυτη σε όσους εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Μια ανάγκη που γίνεται φανερή τόσο από τη στάση των μαθητών απέναντι στον στερεότυπο τρόπο διδασκαλίας, όσο και από την επιθυμία των εκπαιδευτικών να δοκιμάσουν νέους τρόπους διδασκαλίας, ξεφεύγοντας από την ανία της επανάληψης του αναλυτικού προγράμματος και την αποδεδειγμένη αναποτελεσματικότητα του για μια μεγάλη μερίδα μαθητών. Επίσης δεν είναι λίγοι εκείνοι, που βλέπουν πλέον τη σύνδεση του σχολείου με το κοινωνικό, πολιτιστικό περιβάλλον ως μία αναγκαιότητα στην σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική.
Τις παραπάνω εκπαιδευτικές ανάγκες, τόσο από την πλευρά του παιδιού όσο και από την πλευρά του δασκάλου και του σχολείου, επιχειρεί να ικανοποιήσει η έκδοση μια μαθητικής εφημερίδας στα πλαίσια λειτουργίας μιας τάξης του δημοτικού σχολείου.

1. Από την πλευρά του παιδιού
1.1 «Μαθαίνω να διαβάζω με χαρά.»
(Ανάγνωση)Η ανάγνωση είναι μια κοινωνική δραστηριότητα. Η διάσταση της αυτή φαίνεται να έχει χαθεί μέσα στη σχολική πράξη, καθώς η ανάγνωση και η κατανόηση του γραπτού λόγου δεν γίνεται με ενεργητικό τρόπο από τους μαθητές. Αν ο μαθητής είχε τη δυνατότητα να διαβάσει μια πληροφορία, μια γνώμη, μια άποψη σε ένα κείμενο ενός συμμαθητή του, ο γραπτός λόγος θα αποκτούσε επικοινωνιακές δυνατότητες, θα γινόταν πιο ενδιαφέρον και θα έπαυε να είναι μια παθητική, καταναγκαστική διαδικασία. Θα γινόταν μια διαδικασία στην οποία ο μαθητής θα έθετε πιο εύκολα σε ενέργεια το δικό του «σύστημα ιδεών, αξιών και άλλων συναφών αντιλήψεων, αποτέλεσμα των εμπειριών από τη ζωή του» [1] Κι αυτό, γιατί το κείμενο θα ήταν προϊόν ενός συμμαθητή του, γεγονός που θα κέντριζε το ενδιαφέρον του και θα ενεργοποιούσε αναγκαστικά το δικό του σύστημα γνώσεων και ιδεών.
Η εφημερίδα, λοιπόν, θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ανάγκη του παιδιού να διαβάζει με χαρά ένα κείμενο, γνωστικού περιεχομένου ή μη, καθώς αυτό θα ήταν προϊόν ενός συμμαθητή του. Παράλληλα θα καθιστούσε την ανάγνωση βιβλίων ή άρθρων ευχάριστη διαδικασία εφόσον αυτή έχει σαν στόχο αρχικά την συγγραφή και στη συνέχεια την ανακοίνωση της δουλειάς του τόσο σε συμμαθητές όσο και σε γονείς και φίλους υπό τη μορφή άρθρου στην εφημερίδα της τάξης.
Ταυτόχρονα με αυτό τον τρόπο δουλειάς ο μαθητής αποδεσμεύεται από το σχολικό βιβλίο και «μπαίνει» στη γλώσσα των εξωσχολικών βιβλίων, εξοικειώνεται με διάφορα είδη κειμένων: επίσημα κείμενα, επιστημονικά, λογοτεχνικά, ιστορικά βιβλία, άρθρα και στατιστικές.

1.2 «Γράφω γραφή επικοινωνιακή» (Γραφή)
Ο Φρενέ έλεγε πως ο μόνος λόγος να γράψει το παιδί είναι για να φτάσει η σκέψη του εκεί που δεν φτάνει η φωνή του [2] . Να γράψει δηλαδή για τους συμμαθητές του, για τους γονείς του, για τους γείτονες του, για τα παιδιά ενός άλλου σχολείου και στη συνέχεια το κείμενο να αποτελέσει αφορμή για συζήτηση, για επικοινωνία.
Παράλληλα οι Munch, Τσαγκίλας τονίζουν πως βασικός όρος για τη γραφή, είναι η άμεση παρατήρηση. Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται, όταν τα παιδιά για τις ανάγκες της εφημερίδας γίνονται ρεπόρτερ, βγαίνουν από την τάξη, μετέχουν ως παρατηρητές ή και ως δρώντα πρόσωπα στα γεγονότα, της σχολικής, συνοικιακής και κοινωνικής ζωής. Με τον τρόπο αυτό παίρνουν μέρος σε έναν κοινωνικό «διάλογο» και στη συνέχεια επιλέγουν να γράψουν αυτά που κατά τη γνώμη τους θα είχαν ενδιαφέρον να ανακοινωθούν στους συμμαθητές τους, στο δάσκαλό και στους γονείς τους.
Ένας τέτοιος τρόπος εργασίας της γραφής στην οποία τους οδηγεί η εφημερίδα είναι σύμφωνη με τις αρχές της σύγχρονης Γλωσσολογίας. Σύμφωνα με τις αρχές της επικοινωνιακής προσέγγισης της διδασκαλίας της γλώσσας, ο επικοινωνιακός χαρακτήρας της γραφής είναι απαραίτητος προκειμένου το γραπτό του παιδιού να αντανακλά τη γλωσσική του ικανότητα, όπως αυτή συνίσταται από τη γραμματική και κοινωνιογλωσσική γνώση. Μόνο εφόσον η γραφή αποκτά ένα ευρύ περιεχόμενο και μεταφράζεται σε κείμενα της καθημερινής ζωής, κείμενα με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, κείμενα με λογοτεχνική χροιά, με συγκεκριμένο δέκτη κάθε φορά και με καθορισμένο το σκοπό της έκφρασης, τότε γίνεται «αποτελεσματικός λόγος». Λόγος, που πετυχαίνει το σκοπό, τον οποίο καλείται, δηλαδή, να υπηρετήσει. Να πείσει, να συγκινήσει, να τέρψει ή και όλα αυτά ταυτόχρονα, ανάλογα με την περίσταση.
Οι μαθητές, λοιπόν, στα πλαίσια της εφημερίδας συνδέονται με τη ζωή καθώς ενημερώνουν τους μαθητές άλλων τάξεων του σχολείου τους ή ενός άλλου σχολείου της ίδιας ή άλλης πόλης για κάποιο πρόβλημα της περιοχής τους. Οι μαθητές γράφουν ποικίλα κείμενα για τη σχολική εφημερίδα που εκδίδουν με στόχο να εξωτερικεύουν τις ευαισθησίες τους, τις ανησυχίες τους, τους προβληματισμούς τους. Όλες οι παραπάνω περιστάσεις, στην περίπτωση της εφημερίδας, δεν είναι υποθετικές, όπως στο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά πραγματικές, καθώς αποτελούν ένα κομμάτι της κοινωνικής και κατ΄ επέκταση σχολικής ζωής [3].

1.3 «Μαθαίνω καινούρια π ράγματα με διαφορετικό τρόπο» (Γνώση)

Είναι γνωστές οι παιδαγωγικές διαπιστώσεις, πως διαφορετικά άτομα ακολουθούν διαφορετικούς γνωστικούς δρόμους για τη δόμηση της μάθησής τους, πως η γνώση δομείται ευκολότερα μέσο της ανταλλαγής σε μικρές ομάδες παιδιών με ή χωρίς δάσκαλο, πως η ανάγκη για γνώση είναι απαραίτητη για τα παιδιά, ακόμα και για αυτά που στα πλαίσια του αναλυτικού προγράμματος εμφανίζονται αδιάφορα.
Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν αρκετούς δασκάλους στην αναζήτηση νέων μεθόδων για την κατάκτηση της γνώσης με ένα διαφορετικό τρόπο από αυτό που το αναλυτικό πρόγραμμα και η στερεότυπη διδασκαλία προτείνει.
Οι μαθητές εργαζόμενοι στα πλαίσια της εφημερίδας, μέσα από την βιβλιογραφική έρευνα, μαθαίνουν από βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, αλλά και από την ίδια την πραγματικότητα, μέσα από δειγματοληπτικές έρευνες, οδηγούνται σε προσωπικές κρίσεις και συμπεράσματα. Με τον τρόπο αυτό η γνώση που αποκτούν για τη φύση, για τους ανθρώπους, για την κοινωνία και τα προβλήματα της, για τους συμμαθητές τους είναι γνώση που κατακτείται από αυτούς τους ίδιους και για αυτό το λόγο είναι πολύ πιο «στερεή».
Οι μαθητές εργαζόμενοι σε ομάδες οδηγούνται αναγκαστικά σε ανταλλαγές πληροφοριών, γνώσεων που οι ίδιοι έχουν δομήσει ανάλογα με το γνωστικό επίπεδο και τα ενδιαφέροντα του καθενός.
Ο δάσκαλος σε αυτή τη διαδικασία επιλέγει, προβλέπει, οργανώνει καταστάσεις, στις οποίες η γνώση μπορεί να δομηθεί από κοινού.

1.4 «Συνειδητοποιώ την σχέση παιδί- ΜΜΕ- κοινωνία (Κριτική σκέψη)
Στα βιβλία του «Εμείς και ο Κόσμος», η μελέτη της κοινωνικής πραγματικότητας ακολουθεί βαθμιαίες προεκτάσεις στο χώρο και χρόνο με στόχο οι μαθητές να υπερβούν τη συγκεκριμένη κοινωνική μονάδα της σχολικής τάξης και να έλθουν σε επαφή με το περιβάλλον τους και με την ποικιλία των προβλημάτων του τόπου τους. Τα τελευταία χρόνια όμως, το παιδί έρχεται σε επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα κυρίως μέσο των ΜΜΕ, καθώς βρίσκεται εκτεθειμένο απέναντι στα μηνύματα τους ολοένα και περισσότερο.
Πέρα από το γεγονός ότι τα σχολικά βιβλία δεν καλύπτουν πλέον το σύνολο της σύγχρονης πραγματικότητας, δεν λαμβάνουν, επίσης, υπόψη τους πως για την επίτευξη των προεκτάσεων στο χώρο και στο χρόνο απαιτείται βιωματική παρέμβαση των μαθητών στις διάφορες μορφές δραστηριότητας της κοινοτικής ζωής. Η κοινωνική όψη του «εαυτού» διαμορφώνεται με την επικοινωνιακή ζωή του ατόμου με τους άλλους (Cooley) και δημιουργείται κατά τη διαδικασία της κοινωνικής εμπειρίας και δραστηριότητας (Mead)[4] . Η σύνδεση σχολείου με το περιβάλλον (κοινωνικό, πολιτιστικό, παραγωγικό) έχει πλέον αναγνωρισθεί ως αναγκαιότητα στη σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική. Οι μαθητές πρέπει να βοηθηθούν, ώστε να αποκτήσουν μια συνολική αντίληψη για τη ζωή και τον κόσμο, αποκαθιστώντας τη σύνδεση του σχολείου με τη γύρω ανθρώπινη κοινότητα.
Στα πλαίσια της εφημερίδας, με αφορμή το αναλυτικό πρόγραμμα ή από περιστάσεις που δημιουργούνται μέσα από τη σχολική καθημερινότητα, τίθενται ερωτήματα που έχουν σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα, τα οποία οι μαθητές καλούνται να απαντήσουν ερχόμενοι σε επαφή με την ίδια την κοινωνία. Για το σκοπό αυτό, οργανώνονται επισκέψεις επαγγελματιών μέσα στην τάξη, για να μιλήσουν σχετικά με την εργασία τους και να απαντήσουν σε ερωτήσεις μαθητών ή οργανώνονται επισκέψεις μαθητών σε υπηρεσίες και επιχειρήσεις, οι οποίες προσφέρουν στους μαθητές τη δυνατότητα να ελέγξουν, σε ρεαλιστικές συνθήκες, δεξιότητες και γνώσεις που απόκτησαν στο σχολείο [5]. Οι γνώσεις, οι εμπειρίες από αυτές τις επαφές καταγράφονται, συζητιούνται και ανακοινώνονται μέσο της εφημερίδας στην υπόλοιπη σχολική μονάδα αλλά και την τοπική.
Τα τελευταία χρόνια, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική η ανάγκη, τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες, μιας βιωματικής και υποκειμενικής θέασης της κοινωνικής πραγματικότητας, που θα τους δώσει τη δυνατότητα να ελέγξουν την «αλήθεια» της τηλεόρασης και άλλων μέσων ενημέρωσης, στην οποία βρίσκονται εκτεθειμένοι. Οι μαθητές βρίσκονται τόσο χρόνο μπροστά στην τηλεόραση όσο σχεδόν δαπανούν στο σχολείο. Τα ΜΜΕ με τις επιδέξιες τεχνικές που χρησιμοποιούν, εμφανίζουν την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από ένα πέπλο «αντικειμενικότητας» και αδιαμφισβήτης αλήθειας. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην αναπαραγωγή και εδραίωση των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Η δύναμη των Μ.Μ.Ε. είναι τόσο μεγάλη που τείνουν να υποσκελίσουν ακόμη και τον πιο «ειδικευμένο» ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους, τον εκπαιδευτικό μηχανισμό.
Στα πλαίσια λειτουργίας της εφημερίδας οι μαθητές καλούνται μέσα από συνεντεύξεις, έρευνες (δειγματοληπτικές) να γνωρίσουν την κοινωνική πραγματικότητα, τα προβλήματα της με τα ίδια τους τα μάτια, να ακούσουν για τα προβλήματα της πόλης τους, της κοινωνίας τους από τους ίδιους τους συμπολίτες τους, να επεξεργαστούν τα δεδομένα τους και να βγάλουν μόνοι τους τα συμπεράσματα τους. Με τον τρόπο αυτό, καλλιεργώντας την κριτική τους ικανότητα, δομούν έναν μηχανισμό ελέγχου των πληροφοριών και των ειδήσεων που τα ΜΜΕ τους παρέχουν καθημερινά.

1.5 «Μαθαίνω να συνεργάζομαι» (Συνεργασία)
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εφημερίδας είναι η ομαδική εργασία σε όλες τις δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια λειτουργίας της. Ο ομαδικός τρόπος εργασίας επιλέγεται, τόσο διότι ικανοποιείται η ανάγκη για ένταξη και συνεργασία όσο και γιατί ικανοποιεί τις ανάγκες για αυτοπειθαρχία και αυτοέλεγχο, που οδηγούν σε μια δημοκρατική οργάνωση της τάξης.
Παράλληλα όμως, η συνεργασία των μελών μιας ομάδας με σκοπό την επίλυση κάποιου προβλήματος, χαρακτηριστικό που διακρίνει τη δυναμική μιας μικρής ομάδας, διευκολύνει τις νοητικές διεργασίες τόσο στην αναλυτική όσο και στη συνθετική σκέψη. Τα μέλη μιας ομάδας δηλαδή, όταν συζητούν, συμφωνούν, διαφωνούν και ανταλλάσσουν απόψεις, βάζουν σε ενέργεια γνωστικές διεργασίες που οδηγούν στην επίλυση ενός προβλήματος. (Laughlin 1967, 1969, 1972, 1975)
Ο αριθμός των μελών στην ομάδα πρέπει να είναι σχετικά μικρός, ώστε να διευκολύνει την ουσιαστική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα άτομα. Μια σχολική τάξη που αποτελείται από 30 μαθητές δεν λειτουργεί όπως μια ολιγομελής ομάδα (Taylor & Faust,1952, Gerard et al.,1968). H αποδοτικότερη αλληλεπίδραση επιτυγχάνεται σε ομάδες από 3 μέχρι περίπου 8-10 μέλη. Ένα από τα πιο σημαντικά πορίσματα των σύγχρονων ερευνών, όπως αναφέρεται από τους Johnson et al. (1981), είναι ότι οι ομάδες κάτω από συνθήκες συνεργασίας είναι πιο αποτελεσματικές στη μάθηση, από ότι είναι οι ανταγωνιστικές ομάδες ή η ατομική προσπάθεια.

1.6 «Δημιουργώ, δρω» (Δημιουργικότητα
Ο Βιγκότσκι υποστηρίζει πως «η φαντασία είναι ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί το ανθρώπινο μυαλό. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τάση προς δημιουργικότητα. Η φαντασία δεν είναι «χάρισμα», «δωρεά», αλλά είναι πανανθρώπινη ιδιότητα, και όπως όλες οι ιδιότητες του ανθρώπου χρειάζεται εκμάθηση, εξάσκηση και κατάλληλο περιβάλλον. Οι διαφορές που παρουσιάζονται ως προς τον πλούτο της και την έκτασή της είναι κυρίως αποτέλεσμα των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων.» [6]
Για να μπορεί βέβαια το παιδί να εκφραστεί, να δημιουργήσει και να ανακαλύψει δυνάμεις που κρύβονται μέσα του θα πρέπει να ζει και να εργάζεται στο κατάλληλο περιβάλλον. Πραγματικά, η έρευνα και η πείρα παιδαγωγών αποδεικνύει ότι: «μέσα σε ένα ελεύθερο και δημιουργικό περιβάλλον, το παιδί μαθαίνει να εκτιμά αντικειμενικά την προσωπική του επίδοση και πρόοδο, γίνεται ευαίσθητο απέναντι στους ερεθισμούς του περιβάλλοντος και στα διάφορα προσωπικά, κοινωνικά και σχολικά προβλήματα, ευαίσθητα απέναντι τόσο στο καθημερινό όσο και απέναντι στο άγνωστο, στο αναπάντεχο.» [7]
Δίνοντας λοιπόν ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές για δραστηριοποίηση γύρω από τα θέματα της εφημερίδας, εφαρμόζοντας την αρχή της αυτενέργειας, την ανακαλυπτική μέθοδο, ίσως έτσι βοηθηθούν στο να αποκτήσουν δημιουργική φαντασία. Για να φτάσει ο μαθητής να έχει δημιουργική φαντασία απαιτείται θετική διάθεση, χρειάζεται δηλαδή να υπάρχουν ελπίδα, ενθουσιασμός, αυτοπεποίθηση και ενθάρρυνση από τα προσφιλή άτομα [8] .

1.8 «Νιώθω ικανοποιημένος» (Αυτοαντίληψη)

Η μεγαλύτερη προσφορά της εφημερίδας, όσον αφορά την ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού, βρίσκεται σε αυτό που ονομάζεται από την βιβλιογραφία αυτοαντίληψη, αυτοεικόνα.
Η αυτοεικόνα ή αυτοαντίληψη, μπορεί να ορισθεί ως ένα σύνολο από γνώσεις, πεποιθήσεις, αντιλήψεις και συναισθήματα, που έχει ένα άτομο για τον εαυτό του. Στις αντιλήψεις αυτές περιλαμβάνονται οι νοητικές ικανότητες του ατόμου, η σωματική του διάπλαση, οι αξίες και η αποδοχή του από τα άλλα άτομα ή η επίδραση που ασκεί πάνω σε αυτά. Οι Beane και Lipka (1986) ορίζουν την αυτοαντίληψη, ως μια περιγραφή του ατόμου για τον εαυτό του και ως μια σύνθετη εικόνα, η οποία περιλαμβάνει τι πιστεύει ότι είναι, τι μπορεί να επιτύχει στη ζωή του, τι νομίζει ότι οι άλλοι πιστεύουν για εκείνο και τι θα του άρεσε να είναι. Σύμφωνα με τον Nurius (1986), «η αυτοαντίληψη είναι ένα δυνατό σύστημα γνωστικών δομών, το οποίο είναι πολύ πιθανόν ότι χρησιμεύει ως μεσολαβητής για την ερμηνεία της συμπεριφοράς και τις αντιδράσεις ενός ατόμου προς διάφορα γεγονότα ή ενέργειες που απευθύνονται σε αυτό».
Η συμβολή της οικογένειας στη διαμόρφωση μιας θετικής αυτοαντίληψης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Οι παράμετροι που φαίνονται να είναι καθοριστικότερες, είναι το συναισθηματικό κλίμα της οικογένειας, η αποδοχή του παιδιού από τους γονείς του και ο τρόπος διαπαιδαγώγησης. Τα παιδιά αρχίζουν το σχολείο έχοντας ήδη σχηματίσει μια σαφή ιδέα για τον εαυτό τους και τις ικανότητες τους. Όμως, παρά την πολύ μεγάλη επίδραση της οικογένειας, το σχολείο παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην περαιτέρω διαμόρφωση της αυτοαντίληψης.
Μια θετική αυτοαντίληψη συνεπάγεται υψηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Οι παράμετροι αυτοί φαίνεται ότι σχετίζονται με μια σειρά από επιθυμητά αποτελέσματα. άτομα με θετική αυτοαντίληψη αισθάνονται υπεύθυνα για τις πράξεις τους, πιστεύουν στις ικανότητές τους, είναι στραμμένα προς την επιτυχία, δεν τα αποθαρρύνει η αποτυχία, αποδέχονται τα συναισθήματα τους και η συνειδητοποίηση των αδυναμιών τους δεν τους προκαλεί συναισθήματα κατωτερότητας. Ακόμη η θετική αυτοαντίληψη θεωρείται ότι βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την ικανότητα του ατόμου να δημιουργεί ικανοποιητικές διαπροσωπικές σχέσεις, επηρεάζει τα μελλοντικά του σχέδια, τις επαγγελματικές του επιλογές και γενικά την ψυχική του υγεία (Rosenberg, 1986), (Wigfield & Karpathian, 1991) [9]. Σε μια έρευνα της Ruble (1987), παιδιά ηλικίας 9-10 ετών έδειχναν την τάση να αποφεύγουν το έργο που έπρεπε να επιτελέσουν, μετά την παροχή πληροφοριών που αφορούσαν τη σύγκριση της απόδοσής τους με τα άλλα παιδιά, όταν οι πληροφορίες αυτές υπαινίσσονταν τη μη-ικανότητά τους στο έργο.
Κατά τη γνώμη των Benenson και Dweck (1986), στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού το ποσό της θετικής επανατροφοδότησης μειώνεται προοδευτικά και στην αξιολόγηση τονίζεται όλο και περισσότερο η απόδοση του συγκεκριμένου παιδιού σε σχέση με τα άλλα. Επιπλέον, η ατμόσφαιρα της τάξης γίνεται πιο ανταγωνιστική. Όλα αυτά ενθαρρύνουν τη χρήση της διαπροσωπικής σύγκρισης στην αυτοαξιολόγηση. Τα παιδιά των τελευταίων τάξεων του δημοτικού παίρνουν μεν υπόψη τους επαίνους των ενηλίκων, αλλά σε σχέση πάντα με άλλες πληροφορίες, και δεν βασίζουν την αυτοαξιολόγησή τους αποκλειστικά και μόνο στους επαίνους αυτούς (Stipek και Maclver, 1989). Προφανώς υπάρχει μια προοδευτική μείωση στη σπουδαιότητα που δίνεται στην κοινωνική επανατροφοδότηση σε σχέση με την αντικειμενική πληροφόρηση.
Καθώς στα πλαίσια λειτουργίας της εφημερίδας δίνονται οι ευκαιρίες σε κάθε μαθητή να ικανοποιήσει τις ανάγκες του για ανάγνωση, γραφή, γνώση, συνεργασία, δημιουργικότητα, κριτική σκέψη στο μέτρο των ατομικών του δυνατοτήτων, καθώς βρίσκει σε μια ποικιλία δραστηριοτήτων εκείνες που ταιριάζουν στις ικανότητες του, πετυχαίνει την αποδοχή από τους άλλους συμμαθητές, γονείς, δάσκαλο, σχηματίζει μια θετική εικόνα για τον εαυτό του και τις δυνάμεις του, πιστεύει στις ικανότητες του, συνειδητοποιεί τις αδυναμίες τους χωρίς συναισθήματα κατωτερότητας (γιατί η αποδοχή προηγείται και η ανταγωνιστική διάθεση μειώνεται), νιώθει ικανοποιημένος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου