Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
Νίκος Εγγονόπουλος
Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι' αυτό καί
τα ποιήματά μου
ειν' τόσο πικραμένα
(και πότε- άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948(
Μανόλης Αναγνωστάκης
Στόν Νίκο Έ.... 1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).
(Παρενθέσεις, 1949)
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Και τα δύο ποιήματα έχουν γραφτεί την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Πως αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μία τέτοια περίοδο ο Νίκος Εγγονόπουλος και πως ο Μανόλης Αναγνωστάκης; Συμφωνούν οι απόψεις που εκφράζονται εδώ με τη γενικότερη στάση ζωής των δύο ποιητών;
(μονάδες 20)
2. α. Ποίηση 1948: Να ερμηνεύσετε την παρομοίωση, να εξηγήσετε το ρόλο της στη δομή του ποιήματος.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να παρουσιάσετε την παρομοίωση και να ερμηνεύσετε τη συνυποδήλωση που εμπεριέχει.
(μονάδες 20)
3. Και στα δύο ποιήματα κάποιες σκέψεις των ποιητών βρίσκονται σε παρένθεση. Τι προσπαθεί να εκφράσει ο καθένας τους, σε ποιον απευθύνεται και γιατί επιλέγει αυτό τον τρόπο;
(μονάδες 20)
4. α. Ποίηση 1948: Να χαρακτηρίσετε το ύφος και να τεκμηριώσετε την άποψή σας με παραπομπές από το ποίημα.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε την αντίθεση και τα στοιχεία που δίνουν συνοχή στο ποίημα.
(μονάδες 20)
5. Παράλληλο κέιμενο
Τάσος Λειβαδίτης
Και αιώνας πολλαπλότητας
... Συλλογιέμαι τους συντρόφους μου στη φυλακή
τα τσιγάρα που μοιραζόμαστε, τη μοναξιά,
που έμενε στον καθένα ολόκληρη δική του, τα μακρόσυρτα βλέμματα απ’ το παράθυρο
και κείνους τους αδάκρυτους σιωπηλούς αποχαιρετισμούς
με τους μελλοθανάτους. Άνθρωποι μεγαλόψυχοι ή τιποτένιοι ανυπεράσπιστοι
ή δυνατοί
αφίνοντας ο ένας μέσα στον άλλο, όλα όσα του έδωσε
ή του αρνήθηκε. Τόσα λόγια, τόσες χειρονομίες, τόσα πρόσωπα
μέσα μου
που πια δεν είμ’ εγώ...
Να συγκρίνετε το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη με εκείνο του Μανόλη Αναγνωστάκη ως προς το περιεχόμενο.
(μονάδες 20)
Επιμέλεια θεμάτων: Μαρίνα Ευαγγέλου
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στο ποίημά του «Ποίηση 1948» ο Νίκος Εγγονόπουλος εκφράζει την άποψη ότι η ποίηση, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, δεν μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο σε περιόδους κρίσης. Η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, φαντάζει πολυτέλεια, τη στιγμή που οι άνθρωποι δοκιμάζονται σκληρά, πεθαίνουν ή βλέπουν τους συνανθρώπους τους να χάνονται. Σε προτεραιότητα τότε τίθενται άλλοι στόχοι και όχι η αναπαράσταση της πραγματικότητας ή η αποτύπωση του ωραίου που αποτελούν τους βασικούς στόχους κάθε μορφής τέχνης. Η θέση του για την ποίηση είναι ξεκάθαρη από τους πρώτους κιόλας στίχους: «τούτη η εποχή / του εμφυλίου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση». Με την αναφορά του όμως στους στίχους του Καβάφη: «κι άλλα παρόμοια» γενικεύει σε όλες τις μορφές τέχνης. Στη συνέχεια, η ταύτιση της ποίησης με τα αγγελτήρια θανάτου καθρεφτίζει το βάθος της κρίσης που αισθάνεται ότι περνά ως πνευματικός άνθρωπος που καλείται να δημιουργήσει σε περίοδο που πρωταγωνιστεί ο θάνατος. Το αίσθημα αδυναμίας για δημιουργία κορυφώνεται στη δεύτερη στροφή, όπου ο ποιητής παρουσιάζει το λόγο για τον οποίο τα έργα του είναι απαισιόδοξα και φτωχά σε ποσότητα: ο πόλεμος και οι διαρκείς δοκιμασίες είναι που καθορίζουν το στίγμα του ποιητικού του λόγου. Για να ενισχύσει την άποψη αυτή, το ποίημα είναι φτωχό σε εκφραστικά μέσα και λιτό στο ύφος.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αντίθετα, περιγράφει με παρασταστικές - οπτικές και ακουστικές - εικόνες την ατμόσφαιρα του εμφυλίου σπαραγμού και μας μεταφέρει το κλίμα του θανάτου, της προδοσίας και του αλληλοσκοτωμού, της απόγνωσης. Στο τέλος του ποιήματός του τονίζει την ανάγκη να «μιλήσουν» γι’ αυτά οι ποιητές, εκφράζει την αντίθετη άποψη σχετικά με το ρόλο των ποιητών υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ευθύνη τους η απεικόνιση της ζοφερής πραγματικότητας μέσω της έργου τους. Με την έκφραση «Μα ποιός» μάλιστα υποδηλώνει ότι οι ποιητές, οι καλλιτέχνες γενικότερα, είναι οι πιο κατάλληλοι από όλους· αν δεν καταθέσουν το βίωμα και τον «πόνο» τους εκείνοι, ποιος άραγε θα μπορούσε καλύτρα και πιο αποτελεσματικά; Ταυτόχρονα εκφράζει και την αγωνία του να είναι αληθινή και πιστή η απόδοση της πργματικότητας.
Οι τοποθετήσεις των δύο ποιητών είναι απόλυτα σύμφωνες με την κοσμοθεωρία και τη στάση ζωής τους. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού, ανήκει στους ποιητές που αρνούνται τη στράτευση και δεν συμμερίζεται τη θέση για κοινωνικό ρόλο της τέχνης. Αν και ένα από τα κορυφαία έργα του (Μπολιβάρ, 1944), κατά τη διάρκεια της Κατοχής, είχε αντιστασιακό χαρακτήρα, ως εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού πρεσβεύει την απόλυτη ελευθερία στην καλλιτεχνική δημιουργία, χωρίς κοινωνική, πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη δέσμευση. Τελικά καταλήγει στην ποιητική δημιουργία με σκοπό να εξωτερικεύσει το έντονο βίωμά του όμως, και όχι από αίσθημα χρέους έναντι του κοινωνικού συνόλου· δεν είναι η ταύτιση με την κοινωνική ποίηση τον ωθεί σε αυτήν, αλλά η απλή ανάγκη για έκφραση.
Και η στάση του Μανόλη Αναγνωστάκη συνάδει με τις υπόλοιπες επιλογές του, καθώς σε όλη τη ζωή υποστηρίζει την κοινωνική ευθύνη και συμμετοχή. Την υποστηρίζει αλλά και την κάνει πράξη και ως άνθρωπος, αφού και ίδιος αγωνίστηκε και τιμωρήθηκε για τους κοινωνικούς του αγώνες – χαρακτηριστικό το γεγονός ότι φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο – αλλά και ως ποιητής που αποτυπώνει τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του για τα κοινωνικά θέματα. Η αντίληψή του για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης, χωρίς να φτάνει μέχρι τη στράτευση του Γ. Ρίτσου (την οποία απορρίπτει), έχει κυρίαρχη θέση στην ποίησή του.
Κοινό στοιχείο και των δύο ποιημάτων παραμένει η καταγγελία του πολέμου. Στο πρώτο με έμμεσο και στο δεύτερο με άμεσο τρόπο.
2. α. Η παρομοίωση «ως αν / να γράφονταν / από την άλλη μεριά / αγγελτηρίων θανάτου» αποδίδει την τραγικότητα της εποχής στην οποία βασιλεύει ο θάνατος και συσσωρεύονται αγγελτήρια για τα αμέτρητα θύματα. Η παρουσία του θανάτου είναι τόσο κυρίαρχη που καλύπτει οτιδήποτε και, φυσικά, ακόμα και την καλλιτεχνική δημιουργία.
Ως προς τη δομή, η παρομοίωση συνδέει την α’ με τη β’ στροφή – ενότητα. Ενώνει, επομένως, την αναφορά στον εμφύλιο σπαραγμό με το αποτέλεσμά του, δηλαδή την αδυναμία του ποιητή να δημιουργήσει. Δικαιολογεί το αίσθημα ανημπόριας που εκείνος νοιώθει, γι αυτό και απομακρύνεται από την ποιητική του πέννα.
β. «Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες»: Οι ελληνικές σημαίες είναι τρυπημένες από τις σφαίρες και εκείνοι που τις τρύπησαν είναι οι ίδιοι οι Έλληνες που μάχονται και σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Ο εθνικός διχασμός παρουσιάζεται μέσα από τις πληγές που προξενεί στο εθνικό σύμβολο και με αυτό τον τρόπο τονίζεται η πληθώρα συνεπειών ενός εμφυλίου πολέμου και η ιδιαίτερη σκληρότητα που τον χαρακτηρίζει. Ταυτόχρονα υποδηλώνεται η κατάρρευση αξιών, ιδανικών και η ματαίωση όλων των αγώνων.
3. Στο πρώτο ποίημα, στην παρένθεση «(και πότε – άλλωστε - δεν ήσαν;)» παρουσιάζεται με σύντομο και έμμεσο σχόλιο η ιστορία της Ελλάδας το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι βαλκανικοί και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά αλλά και άλλες δύσκολες για τον ελληνικό λαό στιγμές χαρακτηρίζουν την εποχή εκείνη και καθιστούν την ποίηση του Εγγονόπουλου και όλη την καλλιτεχνική δημιουργία, πικρή και απαισιόδοξη. Τα ερεθίσματα που διαρκώς εισπράττει και μετουσιώνει σε ποιητική δημιουργία έχουν όλα μαύρο χρώμα, καθώς γύρω του κυριαρχεί ο πόνος και η θλίψη. Είναι άλλωστε τα ίδια ερεθίσματα που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών στην απαισιοδοξία.
Η εξομολόγηση λοιπόν αυτή του ποιητή γίνεται κάτι σαν δικαιολόγηση για το πικρό περιεχόμενο αλλά και για το πικρό ύφος του ποιήματος, σαν διάθεση για απενοχοποίηση. Η παρένθεση, με την οποία απευθύνεται στον αναγνώστη, χρησιμοποιείται για να τον απομακρύνει από το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και να τον βοηθήσει να κατανοήσει την αιτία που καθορίζει το σταθερό στίγμα της ποίησης του Εγγονόπουλου.
Στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη η ερώτηση φαίνεται να απευθύνεται στο Νίκο ‘Ε... Στο Νίκο Εγγονόπουλο, ως απάντηση για την «Ποίηση 1948» σύμφωνα με κάποιους, στο φίλο του και πολιτικό συνοδοιπόρο Νίκο Ευστρατιάδη, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του ποιητή. Όποιο και να είναι το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ως παραλήπτη ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνει μήνυμα προς όλους τους δημιουργούς να ανταποκριθούν στο ρόλο τους, όπως τουλάχιστον εκείνος τον αντιλαμβάνεται. Να καταγγείλουν τον αλληλοσκοτωμό και να μεταφέρουν στο χαρτί τις δοκιμασίες των συνανθρώπων τους. Τελικά, απευθύνεται και στον ίδιο του τον εαυτό για να ακούσει και εκείνος δυνατά ποια είναι η ευθύνη του, να θέσει την ίδια του την ποιητική πλευρά στην υπηρεσία του πανανθρώπινου σκοπού, της ειρήνης – ως άνθρωπος ήταν ήδη ενεργός και, γι’ αυτό το λόγο, φυλακισμένος και καταδικασμένος σε θάνατο.
Χρησιμοποιεί την παρένθεση λοιπόν για να υποδηλωθεί ο μονόλογος με τον εαυτό του, η αναρώτηση και ο προβληματισμός ως μέσο για να παρουσιαστεί με πιο πολλή ευκρίνεια ο μονόδρομος που αποτελεί για τον ίδιο η ποιητική δραστηριοποίηση σε μία στιγμή κοινωνικής κρίσης.
4. α. Το ύφος του ποιήματος είναι εξαιρετικά απλό και σαφές, στερείται εκφραστικών μέσων (υπάρχουν ωστόσο μεταφορές, παρομοίωση και επαναλήψεις), έχει απλή γλώσσα χωρίς πολλές ποιητικές εκφράσεις. Έχει εξομολογητικό χαρακτήρα, καθώς ο ποιητής προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τη δυσκολία που αισθάνεται να δημιουργήσει λόγω της περιπέτειας που περνά η χώρα του. Είναι επίσης, χαμηλόφωνο, για να τονιστεί και με αυτό τον τρόπο η ενοχή για την δυστοκία του, αλλά και ο σεβασμός στους ανθρώπους που δοκιμάζονται. Η απουσία ιδιαίτερης συναισθηματικής έκφρασης και λυρισμού, η έλλειψη κορύφωσης, ο κοφτός λόγος, η χρήση μόνο πεζών γραμμάτων, ο ανολοκλήρωτος, και μονολεκτικός σε κάποιες περιπτώσεις μονοσύλλαβος στίχος, όλα εργάζονται με αρμονία για το τελικό αποτέλεσμα.
β. Στους στίχους «Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα.» ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί μεταφορά, η οποία αποτελεί οξύμωρο σχήμα και νοηματική αντίθεση, αφού δηλώνει το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα: το φως τα ξημερώματα αυξάνεται. Το φως σε αυτή την περίπτωση δεν το φως του ήλιου αλλά το φως της ζωής. Ο ποιητής βρίσκεται στη φυλακή του Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη καταδικασμένος σε θά νατο και κατά πάσα πιθανότητα έχει δει πολλές φορές την ίδια σκηνή την ώρα που ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό. Είναι η ώρα που παίρνουν τους μελλοθάνατους από τα κελιά και τους οδηγούν στον τόπο της εκτέλεσής τους. Το φως του ήλιου γίνται περισσότερο, το φως της ζωής λιγότερο.
Φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες είναι οι λέξεις – αρμοί που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να δώσει την εικόνα της χώρας την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Οι συνδετικές αυτές λέξεις ξεδιπλώνονται στη συνέχεια σε εικόνες που είναι αντιπροσωπευτικές των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την εποχή αλλά και την ατμόσφαιρα στις πόλεις. Έτσι, οι εικόνες αποκτούν συνοχή, εντάσσονται σε ένα εναίο σύνολο. Οι λέξεις – αρμοί αποτελούν ένα στίχο, μόνο εκεί άλλωστε έχουμε μονοσύλλαβο στίχο, και έτσι γίνεται πιο σαφής η λειτουργία τους.
5. Και στα δύο ποιήματα οι δημιουργοί εκφράζουν το προσωπικό τους βίωμα, τη δοκιμασία στην οποία βρέθηκαν όταν η χώρα μοιράστηκε σε δύο στρατόπεδα και εκείνοι βρέθηκαν στη μεριά του ηττημένου και τιμωρημένου. Η οδυνηρή εμπειρία της φυλακής και η ακόμα πιο δυσβάσταχτη επίγνωση του γεγονότος ότι κάποιοι δεν θα υπάρχουν μετά το τέλος αυτού του παραλογισμού, αποτελούν βασικούς άξονες και στις δύο περιπτώσεις.
Στον Αναγνωστάκη οι σύντροφοι φεύγουν και χάνονται. Το μοτίβο συναντάται συχνά στην ποίησή του, ειδικά στα πιο νεανικά έργα. Στο Λειβαδίτη, επίσης, είναι έντονη η μνήμη του αποχαιρετισμού με τους μελλοθάνατους. Και στους δύο κυριαρχεί ο πληθυντικός, αφού τα θύματα ήταν πολλά. Στον πρώτο το ρήμα φεύγουν και στο δεύτερο η λέξη μοναξιά τονίζουν την ερήμωση της ζωής, της ανθρωπιάς. Η ζωή και των δύο ποιητών έχει σφραγιστεί από την παρουσία – απουσία των συναγωνιστών με τους οποίους μοιράστηκαν οράματα και επικοινώνησαν έστω και την ύστατη στιγμή.
Η διαφορά τους έγκειται στο ότι ο Μ. Αναγνωστάκης παρουσιάζει ολοκληρωμένη εικόνα του εμφυλίου πολέμου κάνοντας στους συναγωνιστές αυτούς την τιμή να τους αναφέρει πρώτους, ενώ ο Τ. Λειβαδίτης επικεντρώνει στους συντρόφους από τη φυλακή χωρίς άλλη αναφορά στην εποχή. Επίσης, στην πρώτη περίπτωση το ποίημα λειτουργεί ως αφορμή για να εκφραστεί η αγωνία του δημιουργού για την ευθύνη που έχει να καθρεφτίσει τη σκοτεινή πραγματικότητα. Στην περίπτωση του «Αιώνα πολλαπλότητας» όμως ο δημιουργός επιδιώκει να μας μεταφέρει το κλίμα συντροφικότητας, το μεγάλο βαθμό σύνδεσης των ανθρώπων μεταξύ τους, των ανθρώπων που τους ενώνει η ίδια μοίρα και ζουν ο ένας μέσα στον άλλο.
Επιμέλεια απαντήσεων: Μαρίνα Ευαγγέλου
- ΑΡΧΙΚΗ
- Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
- ΕΚΘΕΣΗ
- ΣΥΝΕΞΕΤΑΣΗ ΓΛΩΣΣΑ/ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
- ΘΕΜΑΤΑ
- ΑΓΧΟΣ
- ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
- ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ
- ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
- ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ
- ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ
- ΑΣΤΥΦΙΛΙΑ
- ΑΠΟΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
- ΒΙΑ
- ΓΕΝΕΤΙΚΗ
- ΓΛΩΣΣΑ
- ΓΥΝΑΙΚΑ
- ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
- ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ
- ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ
- ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ
- ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
- ΕΠΙΣΤΗΜΗ
- ΕΡΓΑΣΙΑ
- ΕΥΡΩΠΗ
- ΗΘΙΚΗ
- ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ
- ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ
- ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ
- ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
- ΛΑΙΚΙΣΜΟΣ
- ΜΑΖΟΠΟΙΗΣΗ
- ΜΕΣΣΙΑΝΙΣΜΟΣ
- ΜΜΕ
- ΝΕΟΙ
- ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
- ΠΑΙΔΕΙΑ
- ΠΑΡΑΔΟΣΗ
- ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
- ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ
- ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
- ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ
- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
- ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
- ΠΟΛΕΜΟΣ-ΕΙΡΗΝΗ
- ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
- ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
- ΤΕΧΝΗ
- ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
- ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ
- ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ
- ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ
- ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ
- ΦΙΛΙΑ
- ΧΑΣΜΑ ΓΕΝΕΩΝ
- ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
- ΙΣΤΟΡΙΑ (ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ)
- ΙΣΤΟΡΙΑ Γ.Π.
- ΛΑΤΙΝΙΚΑ
- ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
- ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ
- ΕΚΘΕΣΗ
- Β ΛΥΚΕΙΟΥ
- Α ΛΥΚΕΙΟΥ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Εγγονόπουλος-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Εγγονόπουλος-διαγ με απαντήσεις). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
20.12.10
ΚΕΙΜΕΝΑ
Α. Ποίηση 1948, Νίκος Εγγονόπουλος,
Β. Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε…..1949
Νίκος Ἐγγονόπουλος (1910-1985)
Μανόλης Ἀναγνωστάκης (1925)
Ποίηση 1948
Στόν Νίκο Ε.... 1949
τούτη ἡ ἐποχή
Φίλοι
τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ
Πού φεύγουν
δέν εἶναι ἐποχή
Πού χάνονται μιά μέρα
για ποίηση
Φωνές
κι ἄλλα παρόμοια:
Τή νύχτα
σάν πάει κάτι
Μακρινές φωνές
νά
Μάνας τρελῆς στούς ἔρημους δρόμους
γραφεῖ
Κλάμα παιδιοῦ χωρίς απάντηση
εἶναι
Ἐρείπια
ὡς ἄν
Σάν τρυπημένες σάπιες σημαῖες
νά γράφονταν
ἀπό τήν ἄλλη μεριά
Ἐφιάλτες,
άγγελτηρίων θανάτου
Στα σιδερένια κρεβάτια
Ὅταν τό φῶς λιγοστεύει
γι' αὐτό καί
Τά ξημερώματα.
τά ποιήματά μου
εἶν' τόσο πικραμένα
(Μά ποιός μέ πόνο θά μιλήσει γιά ὅλα αὐτά;).
(καί πότε-ἄλλωστε-δέν ἦσαν;)
κι εἶναι
(Παρενθέσεις, 1949)
-πρό πάντων-
καί
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τα δύο παραπάνω ποιήματα μας μεταφέρουν στην εποχή «του ἐμφυλίου σπαραγμοῦ». Πώς αποτυπώνει αυτήν την εποχή ένας υπερρεαλιστής ποιητής, ο Εγγονόπουλος και πώς ένας ποιητής που τη βίωσε προσωπικά και μάλιστα σε νεαρή ηλικία (Αναγνωστάκης); Μονάδες 15
2. Να σχολιάσετε τη στιχουργική, τη στίξη και τα διάκενα στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη, «Στον Νίκο Ε…… 1949». Τι επιδιώκει ο ποιητής με τις συγκεκριμένες επιλογές του; Μονάδες 20
3. α. Το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη αποτελεί στο σύνολό του μια εικόνα της εποχής του Εμφυλίου. Ποιες επιμέρους εικόνες τη συνθέτουν;
β. Να εντοπίσετε τις παρομοιώσεις στα παραπάνω ποιήματα και να σχολιάσετε το ρόλο τους. Μονάδες 20
4. Πώς αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μια ζωή που έχει γίνει κόλαση ο Εγγονόπουλος και πώς ο Αναγνωστάκης;
Μονάδες 20
5. Ο Τίτος Πατρίκιος βίωσε όπως και ο Αναγνωστάκης τη φρίκη του εμφυλίου. Ποιες εφιαλτικές μνήμες εμφανίζονται στο ποίημα του Αναγνωστάκη και ποιες στο παρακάτω ποίημα «Οφειλή» του Πατρίκιου; Πώς οι δύο ποιητές αντιλαμβάνονται το χρέος τους απέναντι σ’ αυτήν την ιστορική πραγματικότητα; Μονάδες 25
Τίτος Πατρίκιος
Οφειλή
Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ΄ τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στον Εγγονόπουλο επιβιώνουν οι υπερρεαλιστικές του καταβολές στη μορφή του ποιήματος τεμαχισμένος λόγος, λέξεις - θραύσματα, ελλειπτική διατύπωση. Αυτός ο τεμαχισμένος λόγος μοιάζει σα να σπαράχτηκε από το μακελειό. Στον Εγγονόπουλο επίσης, ο τίτλος «Ποίηση 1948» με το χρονικό προσδιορισμό που περιέχει, η αναφορά (στον εμφύλιο σπαραγμό) και ο υπαινιγμός (αγγελτήρια θανάτου) αποκαλύπτουν τα γνωρίσματα εκείνης της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, η λέξη σπαραγμός έχει ιδιαίτερο νοηματικό βάρος γιατί δηλώνει την αγριότητα του Εμφυλίου αλλά και τον ψυχικό πόνο (συντριβή) του ποιητή.
Στον Αναγνωστάκη η εποχή αυτή εικονοποιείται και προσδιορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο: χαμός, θάνατος, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες κ.τ.λ. Ο Εμφύλιος λοιπόν παρουσιάζεται ως εκτελέσεις φίλων, μοιρολόγια, τρομοκρατία, κατάλυση κάθε δεσμού, υλικές καταστροφές, ηθική εξαχρείωση, τραυματική ψυχική εμπειρία και εφιαλτική αγωνία. Έτσι ο ποιητής όχι μόνο αποτυπώνει βιώματα, εμπειρίες και συναισθήματα από εκείνη την ιστορική πραγματικότητα αλλά την καταγγέλλει / την καταδικάζει ταυτόχρονα. Η παραπάνω εποχή θα σημαδέψει το νεαρό ποιητή για όλη την υπόλοιπη ζωή του, ενώ παράλληλα δίνει στο ποίημα το στίγμα της ποιητικής του στάσης: ποίηση βιωματική και κοινωνικά προσανατολισμένη.
Συμπερασματικά η εποχή του Εμφυλίου στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται και καθορίζεται υπαινικτικά ενώ στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο και παρουσιάζεται εξαντλητικά ως δείγμα της ρεαλιστικής γραφής του.
2. Το ποίημα εξελίσσεται σε 15 ελεύθερους, ανισοσύλλαβους και ανισομερώς καταμερισμένους στίχους. Χαρακτηριστικό των στίχων είναι ο τεμαχισμένος λόγος, ένδειξη της ψυχικής οδύνης του ποιητή, ο οποίος υπήρξε φορέας της τραυματικής εμπειρίας που καταγράφει. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μονολεκτικοί στίχοι οριοθετούν εικόνες (φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες) υποβάλλοντας το κλίμα του εμφυλίου με τρόπο δραματικό, χωρίς ωστόσο υστερίες και μελοδραματισμούς. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι ο κάθε στίχος ξεκινά με κεφαλαίο γράμμα, ένδειξη της συναισθηματικής φόρτισης που τον συνοδεύει αλλά και σε αντιπαράθεση με το ποιήμα του Εγγονόπουλου, όπου όλοι οι στίχοι αρχίζουν με μικρό. Η στίξη σχεδόν απουσιάζει, γεγονός που εξασφαλίζει ένα λόγο με ακατάσχετη ροή και ορμητικότητα. Έτσι, ο ποιητής απαριθμεί τα δεινά του Eμφυλίου με ύφος άμεσο, ρεαλιστικό, κοφτό και αποφασιστικό. Παράλληλα, η απουσία στίξης μαρτυρεί την ένταση, τη συναισθηματική φόρτιση, την οδύνη και την αγωνία του ποιητή. Ιδιαίτερος λόγος, βέβαια, πρέπει να γίνει για τη χρήση της παρένθεσης – συνηθισμένη άλλωστε στα ποιήματα του Αναγνωστάκη – η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση εσωκλείει μια ευθεία ερώτηση. Με την παρένθεση ο ποιητής αποστασιοποιούμενος για λίγο από τις παραπάνω περιγραφές, επιστρέφει με έμφαση και αγωνία επισημαίνοντας με ένα ερώτημα το χρέος των πνευματικών ανθρώπων για καταγραφή και καταγγελία των φρικαλεοτήτων του Εμφυλίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά «απαντά» στην άποψη της ποιητικής παραίτησης που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Τέλος, εντοπίζεται διάκενο ανάμεσα στις στροφικές ενότητες. Το διάκενο οριοθετεί τους χώρους των εμπειριών που καταγράφονται. Έτσι, τα δρώμενα στην πρώτη στροφή διεξάγονται σε χώρους κυρίως εξωτερικούς σε αντίθεση με τη δεύτερη στροφή η οποία μας μεταφέρει στον εσωτερικό χώρο του κελιού, - προσωπικό άλλωστε βίωμα του ποιητή – χαράματα πριν την εκτέλεση, κορυφώνοντας έτσι τη συναισθηματική φόρτιση ποιητή και αναγνώστη. Το δεύτερο διάκενο, απομονώνει το τελευταίο παρένθετο στίχο, όπου εκφράζεται ο εναγώνιος προβληματισμός του ποιητή, εντάσσοντας έτσι το ποίημα στα ποιήματα ποιητικής
3. α. Το ποίημα θα μπορούσε να χωριστεί σε τέσσερις ενότητες με βάση τις επί μέρους εικόνες που το αποτελούν. Οι εικόνες αυτές οριοθετούνται από αντίστοιχα άναρθρα ουσιαστικά (Φίλοι, Φωνές, Ερείπια, Εφιάλτες) και περισσότερο υποβάλλουν παρά περιγράφουν ξεκάθαρα τη φρίκη του Εμφυλίου. Με τη ρεαλιστικότητα και την ταυτόχρονη συμβολική τους διάσταση επιτρέπουν στον ποιητή να αποτυπώσει βιώματα και εμπειρίες μιας ιστορικής πραγματικότητας αλλά και να αποκαλύψει συναισθήματα, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει μελοδραματικό τόνο στην ποίησή του. Πιο συγκεκριμένα:
Στην πρώτη εικόνα κυριαρχεί η ανάμνηση των φίλων (που φεύγουν – που χάνονται μια μέρα). Ο ποιητής με ήπιες εκφράσεις αναφέρεται σ’ έναν οδυνηρό και ανεξήγητο θάνατο. Οι παλιοί αγωνιστές της αντίστασης εκτελούνται από τους ομοεθνείς τους εκείνους που μαζί άλλοτε πολέμησαν για τα ίδια ιδανικά ενάντια στο φασισμό. Ο πόνος του ποιητή βουβός για τη μεγάλη απώλεια.
Το παράλογο του Εμφυλίου συνεχίζεται και στη δεύτερη εικόνα όπου κυριαρχούν οι φωνές των ζωντανών εκείνων που μένουν πίσω. Ο ποιητής (καταδικασμένος σε θάνατο και φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ) της Θεσσαλονίκης ακούει μέσα στη νύχτα τις απόμακρες φωνές μιας μάνας που ψάχνει το παιδί της και του παιδιού που αναζητά μάταια τους δικούς του. Η εμπειρία, είτε ως βίωμα είτε ως ανάμνηση, καταγράφει για ακόμα μια φορά τα αθώα θύματα αυτού του σπαραγμού και αποτυπώνει τη δυστυχία, τον πόνο και την ερήμωση που τον συνοδεύουν.
Στην τρίτη εικόνα γίνεται λόγος για τα ερείπια. Τα γκρεμισμένα σπίτια, τις κατεστραμμένες ζωές και τα όνειρα που έχουν συντριβεί. Τα σύμβολα του έθνους αλλά και τα λάβαρα των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων και των ιδανικών, τρύπια και σάπια, γίνονται έμβλημα του μίσους και του αλληλοσπαραγμού. Τα ιδανικά ξεφτίζουν και χρεοκοπούν. Η πίκρα του ποιητή έντονη για τα οράματα που χάνονται και η απογοήτευση έκδηλη.
Στην τελευταία εικόνα ο ποιητής γυρίζει στο κελί της φυλακής. Οι ώρες της αναμονής στα «σιδερένια κρεβάτια» είναι εφιάλτες. Όσο χαράζει και απλώνει το φως της μέρας τόσο λιγοστεύουν οι ελπίδες για ζωή. Η ώρα της εκτέλεσης πλησιάζει για τους μελλοθάνατους κρατούμενους. Η αγωνία κορυφώνεται. Έχοντας ζήσει ο ίδιος πολλές τέτοιες στιγμές αναμονής και συνομιλώντας ώρες ατέλειωτες με τον εαυτό του έχει ξεκάθαρη άποψη πια για το ρόλο του ποιητή. Θεωρεί χρέος του όχι μόνο τη συμμετοχή αλλά και την καταγραφή – καταγγελία αυτής της πραγματικότητας με την ευαισθησία της ποιητική γραφής.
β. Στο ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 6 – 13 («… είναι ως σαν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου»). Η παρομοίωση αυτή εξυπηρετεί τη δομή του ποιήματος. Έχει προηγηθεί η θέση του ποιητή (στίχοι 1 – 5) και ακολουθεί η αιτιολόγησή της μέσω της παρομοίωσης. Συγκεκριμένα, η ποίηση παρομοιάζεται με την πίσω πλευρά των νεκρώσιμων αγγελτηρίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο δηλώνεται η έντονη παρουσία του θανάτου, αποτέλεσμα του Εμφυλίου, με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για Τέχνη. Η οδύνη είναι παρούσα, ακόμα και στον ίδιο τον ποιητή, αποστεγνώνοντας κάθε διάθεση για ποιητική έκφραση. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται ο δημιουργός με «ποίηση και άλλα παρόμοια» σε μια τόσο αντιποιητική εποχή.
Η παρομοίωση αυτή είναι ευρηματική και καταγγελτική συνάμα. Μέσα από αυτή απεικονίζεται η αιματηρή εποχή, γίνεται υπαινιγμός για τη δολοφονία και την περιθωριοποίηση των ποιητών/ πνευματικών ανθρώπων ενώ αποκαλύπτεται και το περιεχόμενο της ίδιας της ποίησης της εποχής αυτής (ποίηση για το θάνατο).
Στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 9 – 10 (τοποθετείται αντίστοιχα όπως και στον Εγγονόπουλο στο τέλος της πρώτης στροφικής ενότητας). Μέσα από την παρομοίωση αυτή καταγράφονται όχι μόνο οι υλικές φθορές που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και η διάψευση των ονείρων και των ιδανικών των αντιστασιακών για μια ανανεωμένη και πολιτικά μεταπολεμική Ελλάδα. Η σημαία, σύμβολο εθνικής ενότητας αλλά και λάβαρο/σύμβολο των ιδανικών των δύο παρατάξεων είναι τρυπημένη, και σαπισμένη απόρροια του μίσους που δίχασε το λαό ήδη πριν την ολοκλήρωση του αντιστασιακού αγώνα. Τελικά, η φθορά και η διαφθορά κυριαρχούν, γεγονός που καταγράφεται με απογοήτευση και οδύνη.
4. Η διαφοροποίηση των ποιητών στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης
είναι έντονη. Συγκεκριμένα, ο Εγγονόπουλος ξεκινώντας από μια διάθεση έντονης αποστροφής και αποτροπιασμού μπροστά στην «εποχή του εμφυλίου σπαραγμού», διακηρύσσει την αναστολή και την αφωνία του ποιητικού λόγου. Αντίθετα ο Αναγνωστάκης έχει διαφορετική άποψη: ο ποιητικός λόγος ως πράξη καταγγελίας, θα πρέπει να μιλήσει για όλα τα τραγικά που συνθέτουν την εικόνα του εμφύλιου σπαραγμού.
Μέσα όμως σ’ αυτό τα αντιθετικό σχήμα: σιωπή του ποιητικού λόγου – καταγγελτική λειτουργία του ποιητικού λόγου δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι και οι δύο ποιητές καταγγέλλουν το ίδιο γεγονός επομένως η ποίηση και στις δύο περιπτώσεις γίνεται πράξη κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Εγγονόπουλος υλοποιεί την πρόθεσή του με τη φράση «τούτη η εποχή δεν είναι για ποίηση» ενώ ο Αναγνωστάκης με το ερώτημα-«απάντηση»: «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Σε αντίθεση με την ποιητική παραίτηση, έστω και σαν πράξη συνείδησης του ποιητή, την οποία προτείνει ο Εγγονόπουλος προβάλλοντάς τη ως πράξη υπεύθυνη, τολμηρή, δηλωτική της ευθυκρισίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας του ποιητή, ο Αναγνωστάκης είναι πιο κοντά στη ιδέα της στρατευμένης ποίησης. Περισσότερο αγωνιστικός, και με αριστερή πολιτική συνείδηση πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης-«καθρέπτη» της πραγματικότητας και στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή-καταγγελία του καιρού του. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία.
5. Οι δυο ποιητές, Μανόλης Αναγνωστάκης και Τίτος Πατρίκιος, έζησαν τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και πήραν ενεργό μέρος στα γεγονότα. Για τη συμμετοχή και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις διώχθηκαν και εξορίστηκαν. Αυτά τα βιώματα λοιπόν καταγράφονται / καταγγέλλονται στην ποίησή τους. Έτσι ο Αναγνωστάκης μιλάει για το θάνατο των αγαπημένων του φίλων και συναγωνιστών, για τις εφιαλτικές στιγμές στη φυλακή, για τις ατέλειωτες ώρες αναμονής των μελλοθανάτων, για τη δυστυχία και τον πόνο των αθώων θυμάτων, για τα ερείπια και την καταστροφή, για τα ανεκπλήρωτα ιδανικά. Αντίστοιχα, ο Πατρίκιος αναφέρεται στο θάνατο (από τους πολέμους, τις εκτελέσεις, την αρρώστια και την πείνα). Αλλά και στις θανατικές καταδίκες από στημένες «δίκες», στα «τυχαία» δυστυχήματα, στις πληρωμένες δολοφονίες, στις συκοφαντίες και στην υπόσκαψη τους κύρους και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Ο ποιητής μέσα σ΄ αυτό το σκηνικό του θανάτου νιώθει τυχερός που έζησε αλλά και ένοχος γι’ αυτούς που χάθηκαν. Νιώθει ότι η δική του ζωή οφείλεται εν μέρει στο δικό τους θάνατο. Μάλιστα, στο τέλος του ποιήματος αποκαλύπτει τι θεωρεί χρέος του, αντάλλαγμα στη ζωή που του χαρίστηκε: Να τους αφιερώσει την ποίηση του, να τους ιστορήσει και έτσι θα διασώσει τη μνήμη τους αιώνια.
Και οι δυο, λοιπόν, ποιητές θεωρούν χρέος τους να αποτυπώσουν στην τέχνη τους εκείνη την εποχή. Ο Αναγνωστάκης δικαιολογεί αυτήν την «υποχρέωση» εκτιμώντας ότι μόνο η ευαισθησία του ποιητή μπορεί να συλλάβει, να αποκαλύψει και να καταγγείλει τη φρίκη του εμφυλίου. Μια εποχή που, όπως περιγράφεται και από τους δύο δημιουργούς, χαρακτηρίζεται από την αποκτήνωση των ανθρώπων, την κυριαρχία του μίσους και τον αμοραλισμό. Ο Πατρίκιος, από την άλλη, θεωρεί χρέος / οφειλή την ποίησή του σ΄ εκείνους που έχασαν τη ζωή τους για να ζήσουν οι άλλοι. Μόνο «ιστορώντας» τους νεκρούς θα καταφέρει να ξεπληρώσει αυτή την «οφειλή» του.
Επιμέλεια
Ομάδα Λογοτεχνίας Ε.Ο. «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»
Α. Ποίηση 1948, Νίκος Εγγονόπουλος,
Β. Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε…..1949
Νίκος Ἐγγονόπουλος (1910-1985)
Μανόλης Ἀναγνωστάκης (1925)
Ποίηση 1948
Στόν Νίκο Ε.... 1949
τούτη ἡ ἐποχή
Φίλοι
τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ
Πού φεύγουν
δέν εἶναι ἐποχή
Πού χάνονται μιά μέρα
για ποίηση
Φωνές
κι ἄλλα παρόμοια:
Τή νύχτα
σάν πάει κάτι
Μακρινές φωνές
νά
Μάνας τρελῆς στούς ἔρημους δρόμους
γραφεῖ
Κλάμα παιδιοῦ χωρίς απάντηση
εἶναι
Ἐρείπια
ὡς ἄν
Σάν τρυπημένες σάπιες σημαῖες
νά γράφονταν
ἀπό τήν ἄλλη μεριά
Ἐφιάλτες,
άγγελτηρίων θανάτου
Στα σιδερένια κρεβάτια
Ὅταν τό φῶς λιγοστεύει
γι' αὐτό καί
Τά ξημερώματα.
τά ποιήματά μου
εἶν' τόσο πικραμένα
(Μά ποιός μέ πόνο θά μιλήσει γιά ὅλα αὐτά;).
(καί πότε-ἄλλωστε-δέν ἦσαν;)
κι εἶναι
(Παρενθέσεις, 1949)
-πρό πάντων-
καί
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948)
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τα δύο παραπάνω ποιήματα μας μεταφέρουν στην εποχή «του ἐμφυλίου σπαραγμοῦ». Πώς αποτυπώνει αυτήν την εποχή ένας υπερρεαλιστής ποιητής, ο Εγγονόπουλος και πώς ένας ποιητής που τη βίωσε προσωπικά και μάλιστα σε νεαρή ηλικία (Αναγνωστάκης); Μονάδες 15
2. Να σχολιάσετε τη στιχουργική, τη στίξη και τα διάκενα στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη, «Στον Νίκο Ε…… 1949». Τι επιδιώκει ο ποιητής με τις συγκεκριμένες επιλογές του; Μονάδες 20
3. α. Το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη αποτελεί στο σύνολό του μια εικόνα της εποχής του Εμφυλίου. Ποιες επιμέρους εικόνες τη συνθέτουν;
β. Να εντοπίσετε τις παρομοιώσεις στα παραπάνω ποιήματα και να σχολιάσετε το ρόλο τους. Μονάδες 20
4. Πώς αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μια ζωή που έχει γίνει κόλαση ο Εγγονόπουλος και πώς ο Αναγνωστάκης;
Μονάδες 20
5. Ο Τίτος Πατρίκιος βίωσε όπως και ο Αναγνωστάκης τη φρίκη του εμφυλίου. Ποιες εφιαλτικές μνήμες εμφανίζονται στο ποίημα του Αναγνωστάκη και ποιες στο παρακάτω ποίημα «Οφειλή» του Πατρίκιου; Πώς οι δύο ποιητές αντιλαμβάνονται το χρέος τους απέναντι σ’ αυτήν την ιστορική πραγματικότητα; Μονάδες 25
Τίτος Πατρίκιος
Οφειλή
Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ΄ τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στον Εγγονόπουλο επιβιώνουν οι υπερρεαλιστικές του καταβολές στη μορφή του ποιήματος τεμαχισμένος λόγος, λέξεις - θραύσματα, ελλειπτική διατύπωση. Αυτός ο τεμαχισμένος λόγος μοιάζει σα να σπαράχτηκε από το μακελειό. Στον Εγγονόπουλο επίσης, ο τίτλος «Ποίηση 1948» με το χρονικό προσδιορισμό που περιέχει, η αναφορά (στον εμφύλιο σπαραγμό) και ο υπαινιγμός (αγγελτήρια θανάτου) αποκαλύπτουν τα γνωρίσματα εκείνης της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, η λέξη σπαραγμός έχει ιδιαίτερο νοηματικό βάρος γιατί δηλώνει την αγριότητα του Εμφυλίου αλλά και τον ψυχικό πόνο (συντριβή) του ποιητή.
Στον Αναγνωστάκη η εποχή αυτή εικονοποιείται και προσδιορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο: χαμός, θάνατος, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες κ.τ.λ. Ο Εμφύλιος λοιπόν παρουσιάζεται ως εκτελέσεις φίλων, μοιρολόγια, τρομοκρατία, κατάλυση κάθε δεσμού, υλικές καταστροφές, ηθική εξαχρείωση, τραυματική ψυχική εμπειρία και εφιαλτική αγωνία. Έτσι ο ποιητής όχι μόνο αποτυπώνει βιώματα, εμπειρίες και συναισθήματα από εκείνη την ιστορική πραγματικότητα αλλά την καταγγέλλει / την καταδικάζει ταυτόχρονα. Η παραπάνω εποχή θα σημαδέψει το νεαρό ποιητή για όλη την υπόλοιπη ζωή του, ενώ παράλληλα δίνει στο ποίημα το στίγμα της ποιητικής του στάσης: ποίηση βιωματική και κοινωνικά προσανατολισμένη.
Συμπερασματικά η εποχή του Εμφυλίου στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται και καθορίζεται υπαινικτικά ενώ στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο και παρουσιάζεται εξαντλητικά ως δείγμα της ρεαλιστικής γραφής του.
2. Το ποίημα εξελίσσεται σε 15 ελεύθερους, ανισοσύλλαβους και ανισομερώς καταμερισμένους στίχους. Χαρακτηριστικό των στίχων είναι ο τεμαχισμένος λόγος, ένδειξη της ψυχικής οδύνης του ποιητή, ο οποίος υπήρξε φορέας της τραυματικής εμπειρίας που καταγράφει. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μονολεκτικοί στίχοι οριοθετούν εικόνες (φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες) υποβάλλοντας το κλίμα του εμφυλίου με τρόπο δραματικό, χωρίς ωστόσο υστερίες και μελοδραματισμούς. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι ο κάθε στίχος ξεκινά με κεφαλαίο γράμμα, ένδειξη της συναισθηματικής φόρτισης που τον συνοδεύει αλλά και σε αντιπαράθεση με το ποιήμα του Εγγονόπουλου, όπου όλοι οι στίχοι αρχίζουν με μικρό. Η στίξη σχεδόν απουσιάζει, γεγονός που εξασφαλίζει ένα λόγο με ακατάσχετη ροή και ορμητικότητα. Έτσι, ο ποιητής απαριθμεί τα δεινά του Eμφυλίου με ύφος άμεσο, ρεαλιστικό, κοφτό και αποφασιστικό. Παράλληλα, η απουσία στίξης μαρτυρεί την ένταση, τη συναισθηματική φόρτιση, την οδύνη και την αγωνία του ποιητή. Ιδιαίτερος λόγος, βέβαια, πρέπει να γίνει για τη χρήση της παρένθεσης – συνηθισμένη άλλωστε στα ποιήματα του Αναγνωστάκη – η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση εσωκλείει μια ευθεία ερώτηση. Με την παρένθεση ο ποιητής αποστασιοποιούμενος για λίγο από τις παραπάνω περιγραφές, επιστρέφει με έμφαση και αγωνία επισημαίνοντας με ένα ερώτημα το χρέος των πνευματικών ανθρώπων για καταγραφή και καταγγελία των φρικαλεοτήτων του Εμφυλίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά «απαντά» στην άποψη της ποιητικής παραίτησης που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Τέλος, εντοπίζεται διάκενο ανάμεσα στις στροφικές ενότητες. Το διάκενο οριοθετεί τους χώρους των εμπειριών που καταγράφονται. Έτσι, τα δρώμενα στην πρώτη στροφή διεξάγονται σε χώρους κυρίως εξωτερικούς σε αντίθεση με τη δεύτερη στροφή η οποία μας μεταφέρει στον εσωτερικό χώρο του κελιού, - προσωπικό άλλωστε βίωμα του ποιητή – χαράματα πριν την εκτέλεση, κορυφώνοντας έτσι τη συναισθηματική φόρτιση ποιητή και αναγνώστη. Το δεύτερο διάκενο, απομονώνει το τελευταίο παρένθετο στίχο, όπου εκφράζεται ο εναγώνιος προβληματισμός του ποιητή, εντάσσοντας έτσι το ποίημα στα ποιήματα ποιητικής
3. α. Το ποίημα θα μπορούσε να χωριστεί σε τέσσερις ενότητες με βάση τις επί μέρους εικόνες που το αποτελούν. Οι εικόνες αυτές οριοθετούνται από αντίστοιχα άναρθρα ουσιαστικά (Φίλοι, Φωνές, Ερείπια, Εφιάλτες) και περισσότερο υποβάλλουν παρά περιγράφουν ξεκάθαρα τη φρίκη του Εμφυλίου. Με τη ρεαλιστικότητα και την ταυτόχρονη συμβολική τους διάσταση επιτρέπουν στον ποιητή να αποτυπώσει βιώματα και εμπειρίες μιας ιστορικής πραγματικότητας αλλά και να αποκαλύψει συναισθήματα, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει μελοδραματικό τόνο στην ποίησή του. Πιο συγκεκριμένα:
Στην πρώτη εικόνα κυριαρχεί η ανάμνηση των φίλων (που φεύγουν – που χάνονται μια μέρα). Ο ποιητής με ήπιες εκφράσεις αναφέρεται σ’ έναν οδυνηρό και ανεξήγητο θάνατο. Οι παλιοί αγωνιστές της αντίστασης εκτελούνται από τους ομοεθνείς τους εκείνους που μαζί άλλοτε πολέμησαν για τα ίδια ιδανικά ενάντια στο φασισμό. Ο πόνος του ποιητή βουβός για τη μεγάλη απώλεια.
Το παράλογο του Εμφυλίου συνεχίζεται και στη δεύτερη εικόνα όπου κυριαρχούν οι φωνές των ζωντανών εκείνων που μένουν πίσω. Ο ποιητής (καταδικασμένος σε θάνατο και φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ) της Θεσσαλονίκης ακούει μέσα στη νύχτα τις απόμακρες φωνές μιας μάνας που ψάχνει το παιδί της και του παιδιού που αναζητά μάταια τους δικούς του. Η εμπειρία, είτε ως βίωμα είτε ως ανάμνηση, καταγράφει για ακόμα μια φορά τα αθώα θύματα αυτού του σπαραγμού και αποτυπώνει τη δυστυχία, τον πόνο και την ερήμωση που τον συνοδεύουν.
Στην τρίτη εικόνα γίνεται λόγος για τα ερείπια. Τα γκρεμισμένα σπίτια, τις κατεστραμμένες ζωές και τα όνειρα που έχουν συντριβεί. Τα σύμβολα του έθνους αλλά και τα λάβαρα των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων και των ιδανικών, τρύπια και σάπια, γίνονται έμβλημα του μίσους και του αλληλοσπαραγμού. Τα ιδανικά ξεφτίζουν και χρεοκοπούν. Η πίκρα του ποιητή έντονη για τα οράματα που χάνονται και η απογοήτευση έκδηλη.
Στην τελευταία εικόνα ο ποιητής γυρίζει στο κελί της φυλακής. Οι ώρες της αναμονής στα «σιδερένια κρεβάτια» είναι εφιάλτες. Όσο χαράζει και απλώνει το φως της μέρας τόσο λιγοστεύουν οι ελπίδες για ζωή. Η ώρα της εκτέλεσης πλησιάζει για τους μελλοθάνατους κρατούμενους. Η αγωνία κορυφώνεται. Έχοντας ζήσει ο ίδιος πολλές τέτοιες στιγμές αναμονής και συνομιλώντας ώρες ατέλειωτες με τον εαυτό του έχει ξεκάθαρη άποψη πια για το ρόλο του ποιητή. Θεωρεί χρέος του όχι μόνο τη συμμετοχή αλλά και την καταγραφή – καταγγελία αυτής της πραγματικότητας με την ευαισθησία της ποιητική γραφής.
β. Στο ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 6 – 13 («… είναι ως σαν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου»). Η παρομοίωση αυτή εξυπηρετεί τη δομή του ποιήματος. Έχει προηγηθεί η θέση του ποιητή (στίχοι 1 – 5) και ακολουθεί η αιτιολόγησή της μέσω της παρομοίωσης. Συγκεκριμένα, η ποίηση παρομοιάζεται με την πίσω πλευρά των νεκρώσιμων αγγελτηρίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο δηλώνεται η έντονη παρουσία του θανάτου, αποτέλεσμα του Εμφυλίου, με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για Τέχνη. Η οδύνη είναι παρούσα, ακόμα και στον ίδιο τον ποιητή, αποστεγνώνοντας κάθε διάθεση για ποιητική έκφραση. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται ο δημιουργός με «ποίηση και άλλα παρόμοια» σε μια τόσο αντιποιητική εποχή.
Η παρομοίωση αυτή είναι ευρηματική και καταγγελτική συνάμα. Μέσα από αυτή απεικονίζεται η αιματηρή εποχή, γίνεται υπαινιγμός για τη δολοφονία και την περιθωριοποίηση των ποιητών/ πνευματικών ανθρώπων ενώ αποκαλύπτεται και το περιεχόμενο της ίδιας της ποίησης της εποχής αυτής (ποίηση για το θάνατο).
Στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 9 – 10 (τοποθετείται αντίστοιχα όπως και στον Εγγονόπουλο στο τέλος της πρώτης στροφικής ενότητας). Μέσα από την παρομοίωση αυτή καταγράφονται όχι μόνο οι υλικές φθορές που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και η διάψευση των ονείρων και των ιδανικών των αντιστασιακών για μια ανανεωμένη και πολιτικά μεταπολεμική Ελλάδα. Η σημαία, σύμβολο εθνικής ενότητας αλλά και λάβαρο/σύμβολο των ιδανικών των δύο παρατάξεων είναι τρυπημένη, και σαπισμένη απόρροια του μίσους που δίχασε το λαό ήδη πριν την ολοκλήρωση του αντιστασιακού αγώνα. Τελικά, η φθορά και η διαφθορά κυριαρχούν, γεγονός που καταγράφεται με απογοήτευση και οδύνη.
4. Η διαφοροποίηση των ποιητών στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης
είναι έντονη. Συγκεκριμένα, ο Εγγονόπουλος ξεκινώντας από μια διάθεση έντονης αποστροφής και αποτροπιασμού μπροστά στην «εποχή του εμφυλίου σπαραγμού», διακηρύσσει την αναστολή και την αφωνία του ποιητικού λόγου. Αντίθετα ο Αναγνωστάκης έχει διαφορετική άποψη: ο ποιητικός λόγος ως πράξη καταγγελίας, θα πρέπει να μιλήσει για όλα τα τραγικά που συνθέτουν την εικόνα του εμφύλιου σπαραγμού.
Μέσα όμως σ’ αυτό τα αντιθετικό σχήμα: σιωπή του ποιητικού λόγου – καταγγελτική λειτουργία του ποιητικού λόγου δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι και οι δύο ποιητές καταγγέλλουν το ίδιο γεγονός επομένως η ποίηση και στις δύο περιπτώσεις γίνεται πράξη κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Εγγονόπουλος υλοποιεί την πρόθεσή του με τη φράση «τούτη η εποχή δεν είναι για ποίηση» ενώ ο Αναγνωστάκης με το ερώτημα-«απάντηση»: «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Σε αντίθεση με την ποιητική παραίτηση, έστω και σαν πράξη συνείδησης του ποιητή, την οποία προτείνει ο Εγγονόπουλος προβάλλοντάς τη ως πράξη υπεύθυνη, τολμηρή, δηλωτική της ευθυκρισίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας του ποιητή, ο Αναγνωστάκης είναι πιο κοντά στη ιδέα της στρατευμένης ποίησης. Περισσότερο αγωνιστικός, και με αριστερή πολιτική συνείδηση πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης-«καθρέπτη» της πραγματικότητας και στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή-καταγγελία του καιρού του. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία.
5. Οι δυο ποιητές, Μανόλης Αναγνωστάκης και Τίτος Πατρίκιος, έζησαν τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και πήραν ενεργό μέρος στα γεγονότα. Για τη συμμετοχή και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις διώχθηκαν και εξορίστηκαν. Αυτά τα βιώματα λοιπόν καταγράφονται / καταγγέλλονται στην ποίησή τους. Έτσι ο Αναγνωστάκης μιλάει για το θάνατο των αγαπημένων του φίλων και συναγωνιστών, για τις εφιαλτικές στιγμές στη φυλακή, για τις ατέλειωτες ώρες αναμονής των μελλοθανάτων, για τη δυστυχία και τον πόνο των αθώων θυμάτων, για τα ερείπια και την καταστροφή, για τα ανεκπλήρωτα ιδανικά. Αντίστοιχα, ο Πατρίκιος αναφέρεται στο θάνατο (από τους πολέμους, τις εκτελέσεις, την αρρώστια και την πείνα). Αλλά και στις θανατικές καταδίκες από στημένες «δίκες», στα «τυχαία» δυστυχήματα, στις πληρωμένες δολοφονίες, στις συκοφαντίες και στην υπόσκαψη τους κύρους και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Ο ποιητής μέσα σ΄ αυτό το σκηνικό του θανάτου νιώθει τυχερός που έζησε αλλά και ένοχος γι’ αυτούς που χάθηκαν. Νιώθει ότι η δική του ζωή οφείλεται εν μέρει στο δικό τους θάνατο. Μάλιστα, στο τέλος του ποιήματος αποκαλύπτει τι θεωρεί χρέος του, αντάλλαγμα στη ζωή που του χαρίστηκε: Να τους αφιερώσει την ποίηση του, να τους ιστορήσει και έτσι θα διασώσει τη μνήμη τους αιώνια.
Και οι δυο, λοιπόν, ποιητές θεωρούν χρέος τους να αποτυπώσουν στην τέχνη τους εκείνη την εποχή. Ο Αναγνωστάκης δικαιολογεί αυτήν την «υποχρέωση» εκτιμώντας ότι μόνο η ευαισθησία του ποιητή μπορεί να συλλάβει, να αποκαλύψει και να καταγγείλει τη φρίκη του εμφυλίου. Μια εποχή που, όπως περιγράφεται και από τους δύο δημιουργούς, χαρακτηρίζεται από την αποκτήνωση των ανθρώπων, την κυριαρχία του μίσους και τον αμοραλισμό. Ο Πατρίκιος, από την άλλη, θεωρεί χρέος / οφειλή την ποίησή του σ΄ εκείνους που έχασαν τη ζωή τους για να ζήσουν οι άλλοι. Μόνο «ιστορώντας» τους νεκρούς θα καταφέρει να ξεπληρώσει αυτή την «οφειλή» του.
Επιμέλεια
Ομάδα Λογοτεχνίας Ε.Ο. «ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ»
ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ – ΠΟΙΗΣΗ 1948
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ-ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε… 1949
ΘΕΜΑΤΑ
1. Να εντοπίσετε τις εικόνες του 2ου ποιήματος και να αιτιολογήσετε την επιλογή τους από τον
ποιητή. Σε τι εξυπηρετεί το εικονοποιητικό σύστημα το περιεχόμενο του ποιήματος;
(25 μονάδες)
2. Ποια αυτοβιογραφικά στοιχεία εντοπίζετε στα 2 ποιήματα;
(25 μονάδες)
3. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη αποτελεί απάντηση στο προηγούμενο
του Εγγονόπουλου. Να αποδείξετε την παραπάνω θέση με στοιχεία και χαρακτηριστικά χωρία.
(25 μονάδες)
4. ‘‘… γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…
Γι’ αυτό κι εγώ δεν γράφω πια
για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια,
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια!’’
Οι παραπάνω στίχοι ανήκουν στον Τίτο Πατρίκιο. Με ποιον απ’ τους 2 ποιητές βρίσκετε ότι συμφωνεί; Να αποδείξετε τη θέση σας.
(25 μονάδες)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Εικόνες
�� Φωνές: ακουστική εικόνα
�� Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους: οπτική εικόνα
�� Κλάμα παιδιού: οπτική-ακουστική εικόνα
�� Ερείπια: οπτική εικόνα
�� Τρυπημένες σάπιες σημαίες: οπτική εικόνα
Οι εικόνες που επιλέγει ο ποιητής συνθέτουν το εφιαλτικό σκηνικό του εμφυλίου πολέμου. Ο συνδυασμός ήχου και εικόνας λειτουργεί θεατρικά και δραματοποιεί για τον αναγνώστη τη φρικιαστική κατάσταση. Οι εικόνες δεν είναι τυχαίες. Συγκεκριμένα:
Φωνές δημιουργούν δραματικό κλίμα
Μάνα σύμβολο του πόνου (χάνει τα παιδιά της- αθώο θύμα)
Παιδί δεν θα έχει την ευκαιρία να ζήσει. Τα αθώα θύματα του πολέμου. Το κλάμα κάνει
ακόμη πιο δραματική την κατάσταση και τονίζει τη χαμένη αθωότητα.
Ερείπια υλική καταστροφή (κτήρια)
ηθική καταστροφή (ψυχικά ερείπια οι άνθρωποι)
Σημαίες τα προδομένα ιδανικά και οι αξίες
Σε τι εξυπηρετεί το εικονοποιητικό σύστημα στο να αφυπνίσει τους αναγνώστες, να τους
δείξει την έκταση της καταστροφής και της
μισαλλοδοξίας και να καταστήσει σαφές
το αντιπολεμικό του μήνυμα.
2. Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον Εγγονόπουλο:
�� ‘‘τούτη η εποχή του εμφύλιου σπαραγμού’’: ζει στη δίνη του εμφυλίου γεμάτος πόνο και θλίψη.
�� τελευταία στροφή: ο ποιητής δηλώνει πως η ποιητική του παραγωγή είναι περιορισμένη εξαιτίας της φρίκης που ζει.
Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον Αναγνωστάκη:
�� ‘‘φίλοι που φεύγουν’’: έχει χάσει πολλούς φίλους και συναγωνιστεί στον πόλεμο.
�� εικόνες: εικόνες που βιώνει καθημερινά ζώντας τη φρίκη του πολέμου.
�� ‘‘εφιάλτες…. τα ξημερώματα’’: έχει ζήσει ο ίδιος την αγωνία του μελλοθανάτου, όντας φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ
3. Στοιχεία που αποδεικνύουν πως το 2ο ποίημα αποτελεί απάντηση στο πρώτο:
�� Στο Νίκο Ε: παρόλο που κάποιοι υποστηρίζουν πως απευθύνεται στο φίλο του Ν. Ευστρατιάδη, προφανώς απευθύνεται στον Ν. Εγγονόπουλο.
�� 1949: η χρονολογία στον τίτλο του Αναγνωστάκη έπεται της χρονολογίας στον τίτλο του Εγγονόπουλου (1948)
�� (Μα ποιος …. για όλα αυτά;): ο παρενθετικός στίχος στο τέλος του ποιήματος απαντάει στο ότι ο Ν. Εγγονόπουλος δηλώνει πως δεν πρέπει να γράφονται ποιήματα σε ταραγμένες εποχές. Ο Μ. Αναγνωστάκης απαντά πως είναι χρέος του ποιητή να μιλήσει για τη φρίκη του πολέμου.
Επίσης, η μορφή είναι παρόμοια και στα δύο ποιήματα. Ο Μ. Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί,
όπως και ο Ν. Εγγονόπουλος, τον παρενθετικό στίχο, το λιτό ύφος, το μονολεκτικό στίχο και
δίνει την ίδια οπτική εικόνα στον αναγνώστη.
4. Το ποίημα του Τ. Πατρίκιου συμφωνεί με το ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου γιατί και ο ίδιος αρνείται
να γράψει ποιήματα (δεν γράφω πια). Ο Εγγονόπουλος θεωρεί την ποίηση βέβηλη πράξη σε
δύσκολους καιρούς (ως σαν να …. αγγελτηρίων θανάτων) ενώ ο Τ. Πατρίκιος ως ανήμπορη να
προσφέρει (λόγια φλύαρα και κούφια).
Φροντιστήρια Χασιάκης
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ-ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ Ε… 1949
ΘΕΜΑΤΑ
1. Να εντοπίσετε τις εικόνες του 2ου ποιήματος και να αιτιολογήσετε την επιλογή τους από τον
ποιητή. Σε τι εξυπηρετεί το εικονοποιητικό σύστημα το περιεχόμενο του ποιήματος;
(25 μονάδες)
2. Ποια αυτοβιογραφικά στοιχεία εντοπίζετε στα 2 ποιήματα;
(25 μονάδες)
3. Πολλοί υποστηρίζουν ότι το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη αποτελεί απάντηση στο προηγούμενο
του Εγγονόπουλου. Να αποδείξετε την παραπάνω θέση με στοιχεία και χαρακτηριστικά χωρία.
(25 μονάδες)
4. ‘‘… γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες…
Γι’ αυτό κι εγώ δεν γράφω πια
για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια,
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια!’’
Οι παραπάνω στίχοι ανήκουν στον Τίτο Πατρίκιο. Με ποιον απ’ τους 2 ποιητές βρίσκετε ότι συμφωνεί; Να αποδείξετε τη θέση σας.
(25 μονάδες)
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Εικόνες
�� Φωνές: ακουστική εικόνα
�� Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους: οπτική εικόνα
�� Κλάμα παιδιού: οπτική-ακουστική εικόνα
�� Ερείπια: οπτική εικόνα
�� Τρυπημένες σάπιες σημαίες: οπτική εικόνα
Οι εικόνες που επιλέγει ο ποιητής συνθέτουν το εφιαλτικό σκηνικό του εμφυλίου πολέμου. Ο συνδυασμός ήχου και εικόνας λειτουργεί θεατρικά και δραματοποιεί για τον αναγνώστη τη φρικιαστική κατάσταση. Οι εικόνες δεν είναι τυχαίες. Συγκεκριμένα:
Φωνές δημιουργούν δραματικό κλίμα
Μάνα σύμβολο του πόνου (χάνει τα παιδιά της- αθώο θύμα)
Παιδί δεν θα έχει την ευκαιρία να ζήσει. Τα αθώα θύματα του πολέμου. Το κλάμα κάνει
ακόμη πιο δραματική την κατάσταση και τονίζει τη χαμένη αθωότητα.
Ερείπια υλική καταστροφή (κτήρια)
ηθική καταστροφή (ψυχικά ερείπια οι άνθρωποι)
Σημαίες τα προδομένα ιδανικά και οι αξίες
Σε τι εξυπηρετεί το εικονοποιητικό σύστημα στο να αφυπνίσει τους αναγνώστες, να τους
δείξει την έκταση της καταστροφής και της
μισαλλοδοξίας και να καταστήσει σαφές
το αντιπολεμικό του μήνυμα.
2. Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον Εγγονόπουλο:
�� ‘‘τούτη η εποχή του εμφύλιου σπαραγμού’’: ζει στη δίνη του εμφυλίου γεμάτος πόνο και θλίψη.
�� τελευταία στροφή: ο ποιητής δηλώνει πως η ποιητική του παραγωγή είναι περιορισμένη εξαιτίας της φρίκης που ζει.
Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον Αναγνωστάκη:
�� ‘‘φίλοι που φεύγουν’’: έχει χάσει πολλούς φίλους και συναγωνιστεί στον πόλεμο.
�� εικόνες: εικόνες που βιώνει καθημερινά ζώντας τη φρίκη του πολέμου.
�� ‘‘εφιάλτες…. τα ξημερώματα’’: έχει ζήσει ο ίδιος την αγωνία του μελλοθανάτου, όντας φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ
3. Στοιχεία που αποδεικνύουν πως το 2ο ποίημα αποτελεί απάντηση στο πρώτο:
�� Στο Νίκο Ε: παρόλο που κάποιοι υποστηρίζουν πως απευθύνεται στο φίλο του Ν. Ευστρατιάδη, προφανώς απευθύνεται στον Ν. Εγγονόπουλο.
�� 1949: η χρονολογία στον τίτλο του Αναγνωστάκη έπεται της χρονολογίας στον τίτλο του Εγγονόπουλου (1948)
�� (Μα ποιος …. για όλα αυτά;): ο παρενθετικός στίχος στο τέλος του ποιήματος απαντάει στο ότι ο Ν. Εγγονόπουλος δηλώνει πως δεν πρέπει να γράφονται ποιήματα σε ταραγμένες εποχές. Ο Μ. Αναγνωστάκης απαντά πως είναι χρέος του ποιητή να μιλήσει για τη φρίκη του πολέμου.
Επίσης, η μορφή είναι παρόμοια και στα δύο ποιήματα. Ο Μ. Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί,
όπως και ο Ν. Εγγονόπουλος, τον παρενθετικό στίχο, το λιτό ύφος, το μονολεκτικό στίχο και
δίνει την ίδια οπτική εικόνα στον αναγνώστη.
4. Το ποίημα του Τ. Πατρίκιου συμφωνεί με το ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου γιατί και ο ίδιος αρνείται
να γράψει ποιήματα (δεν γράφω πια). Ο Εγγονόπουλος θεωρεί την ποίηση βέβηλη πράξη σε
δύσκολους καιρούς (ως σαν να …. αγγελτηρίων θανάτων) ενώ ο Τ. Πατρίκιος ως ανήμπορη να
προσφέρει (λόγια φλύαρα και κούφια).
Φροντιστήρια Χασιάκης
8.8.10
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
Νίκος Εγγονόπουλος
Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι' αυτό καί
τα ποιήματά μου
ειν' τόσο πικραμένα
(και πότε- άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948(
Μανόλης Αναγνωστάκης
Στόν Νίκο Έ.... 1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).
(Παρενθέσεις, 1949)
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Και τα δύο ποιήματα έχουν γραφτεί την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Πως αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μία τέτοια περίοδο ο Νίκος Εγγονόπουλος και πως ο Μανόλης Αναγνωστάκης; Συμφωνούν οι απόψεις που εκφράζονται εδώ με τη γενικότερη στάση ζωής των δύο ποιητών;
(μονάδες 20)
2. α. Ποίηση 1948: Να ερμηνεύσετε την παρομοίωση, να εξηγήσετε το ρόλο της στη δομή του ποιήματος.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να παρουσιάσετε την παρομοίωση και να ερμηνεύσετε τη συνυποδήλωση που εμπεριέχει.
(μονάδες 20)
3. Και στα δύο ποιήματα κάποιες σκέψεις των ποιητών βρίσκονται σε παρένθεση. Τι προσπαθεί να εκφράσει ο καθένας τους, σε ποιον απευθύνεται και γιατί επιλέγει αυτό τον τρόπο;
(μονάδες 20)
4. α. Ποίηση 1948: Να χαρακτηρίσετε το ύφος και να τεκμηριώσετε την άποψή σας με παραπομπές από το ποίημα.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε την αντίθεση και τα στοιχεία που δίνουν συνοχή στο ποίημα.
(μονάδες 20)
5. Παράλληλο κέιμενο
Τάσος Λειβαδίτης
Και αιώνας πολλαπλότητας
... Συλλογιέμαι τους συντρόφους μου στη φυλακή
τα τσιγάρα που μοιραζόμαστε, τη μοναξιά,
που έμενε στον καθένα ολόκληρη δική του, τα μακρόσυρτα βλέμματα απ’ το παράθυρο
και κείνους τους αδάκρυτους σιωπηλούς αποχαιρετισμούς
με τους μελλοθανάτους. Άνθρωποι μεγαλόψυχοι ή τιποτένιοι ανυπεράσπιστοι
ή δυνατοί
αφίνοντας ο ένας μέσα στον άλλο, όλα όσα του έδωσε
ή του αρνήθηκε. Τόσα λόγια, τόσες χειρονομίες, τόσα πρόσωπα
μέσα μου
που πια δεν είμ’ εγώ...
Να συγκρίνετε το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη με εκείνο του Μανόλη Αναγνωστάκη ως προς το περιεχόμενο.
(μονάδες 20)
Επιμέλεια θεμάτων: Μαρίνα Ευαγγέλου
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στο ποίημά του «Ποίηση 1948» ο Νίκος Εγγονόπουλος εκφράζει την άποψη ότι η ποίηση, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, δεν μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο σε περιόδους κρίσης. Η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, φαντάζει πολυτέλεια, τη στιγμή που οι άνθρωποι δοκιμάζονται σκληρά, πεθαίνουν ή βλέπουν τους συνανθρώπους τους να χάνονται. Σε προτεραιότητα τότε τίθενται άλλοι στόχοι και όχι η αναπαράσταση της πραγματικότητας ή η αποτύπωση του ωραίου που αποτελούν τους βασικούς στόχους κάθε μορφής τέχνης. Η θέση του για την ποίηση είναι ξεκάθαρη από τους πρώτους κιόλας στίχους: «τούτη η εποχή / του εμφυλίου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση». Με την αναφορά του όμως στους στίχους του Καβάφη: «κι άλλα παρόμοια» γενικεύει σε όλες τις μορφές τέχνης. Στη συνέχεια, η ταύτιση της ποίησης με τα αγγελτήρια θανάτου καθρεφτίζει το βάθος της κρίσης που αισθάνεται ότι περνά ως πνευματικός άνθρωπος που καλείται να δημιουργήσει σε περίοδο που πρωταγωνιστεί ο θάνατος. Το αίσθημα αδυναμίας για δημιουργία κορυφώνεται στη δεύτερη στροφή, όπου ο ποιητής παρουσιάζει το λόγο για τον οποίο τα έργα του είναι απαισιόδοξα και φτωχά σε ποσότητα: ο πόλεμος και οι διαρκείς δοκιμασίες είναι που καθορίζουν το στίγμα του ποιητικού του λόγου. Για να ενισχύσει την άποψη αυτή, το ποίημα είναι φτωχό σε εκφραστικά μέσα και λιτό στο ύφος.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αντίθετα, περιγράφει με παρασταστικές - οπτικές και ακουστικές - εικόνες την ατμόσφαιρα του εμφυλίου σπαραγμού και μας μεταφέρει το κλίμα του θανάτου, της προδοσίας και του αλληλοσκοτωμού, της απόγνωσης. Στο τέλος του ποιήματός του τονίζει την ανάγκη να «μιλήσουν» γι’ αυτά οι ποιητές, εκφράζει την αντίθετη άποψη σχετικά με το ρόλο των ποιητών υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ευθύνη τους η απεικόνιση της ζοφερής πραγματικότητας μέσω της έργου τους. Με την έκφραση «Μα ποιός» μάλιστα υποδηλώνει ότι οι ποιητές, οι καλλιτέχνες γενικότερα, είναι οι πιο κατάλληλοι από όλους• αν δεν καταθέσουν το βίωμα και τον «πόνο» τους εκείνοι, ποιος άραγε θα μπορούσε καλύτρα και πιο αποτελεσματικά; Ταυτόχρονα εκφράζει και την αγωνία του να είναι αληθινή και πιστή η απόδοση της πργματικότητας.
Οι τοποθετήσεις των δύο ποιητών είναι απόλυτα σύμφωνες με την κοσμοθεωρία και τη στάση ζωής τους. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού, ανήκει στους ποιητές που αρνούνται τη στράτευση και δεν συμμερίζεται τη θέση για κοινωνικό ρόλο της τέχνης. Αν και ένα από τα κορυφαία έργα του (Μπολιβάρ, 1944), κατά τη διάρκεια της Κατοχής, είχε αντιστασιακό χαρακτήρα, ως εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού πρεσβεύει την απόλυτη ελευθερία στην καλλιτεχνική δημιουργία, χωρίς κοινωνική, πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη δέσμευση. Τελικά καταλήγει στην ποιητική δημιουργία με σκοπό να εξωτερικεύσει το έντονο βίωμά του όμως, και όχι από αίσθημα χρέους έναντι του κοινωνικού συνόλου• δεν είναι η ταύτιση με την κοινωνική ποίηση τον ωθεί σε αυτήν, αλλά η απλή ανάγκη για έκφραση.
Και η στάση του Μανόλη Αναγνωστάκη συνάδει με τις υπόλοιπες επιλογές του, καθώς σε όλη τη ζωή υποστηρίζει την κοινωνική ευθύνη και συμμετοχή. Την υποστηρίζει αλλά και την κάνει πράξη και ως άνθρωπος, αφού και ίδιος αγωνίστηκε και τιμωρήθηκε για τους κοινωνικούς του αγώνες – χαρακτηριστικό το γεγονός ότι φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο – αλλά και ως ποιητής που αποτυπώνει τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του για τα κοινωνικά θέματα. Η αντίληψή του για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης, χωρίς να φτάνει μέχρι τη στράτευση του Γ. Ρίτσου (την οποία απορρίπτει), έχει κυρίαρχη θέση στην ποίησή του.
Κοινό στοιχείο και των δύο ποιημάτων παραμένει η καταγγελία του πολέμου. Στο πρώτο με έμμεσο και στο δεύτερο με άμεσο τρόπο.
2. α. Η παρομοίωση «ως αν / να γράφονταν / από την άλλη μεριά / αγγελτηρίων θανάτου» αποδίδει την τραγικότητα της εποχής στην οποία βασιλεύει ο θάνατος και συσσωρεύονται αγγελτήρια για τα αμέτρητα θύματα. Η παρουσία του θανάτου είναι τόσο κυρίαρχη που καλύπτει οτιδήποτε και, φυσικά, ακόμα και την καλλιτεχνική δημιουργία.
Ως προς τη δομή, η παρομοίωση συνδέει την α’ με τη β’ στροφή – ενότητα. Ενώνει, επομένως, την αναφορά στον εμφύλιο σπαραγμό με το αποτέλεσμά του, δηλαδή την αδυναμία του ποιητή να δημιουργήσει. Δικαιολογεί το αίσθημα ανημπόριας που εκείνος νοιώθει, γι αυτό και απομακρύνεται από την ποιητική του πέννα.
β. «Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες»: Οι ελληνικές σημαίες είναι τρυπημένες από τις σφαίρες και εκείνοι που τις τρύπησαν είναι οι ίδιοι οι Έλληνες που μάχονται και σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Ο εθνικός διχασμός παρουσιάζεται μέσα από τις πληγές που προξενεί στο εθνικό σύμβολο και με αυτό τον τρόπο τονίζεται η πληθώρα συνεπειών ενός εμφυλίου πολέμου και η ιδιαίτερη σκληρότητα που τον χαρακτηρίζει. Ταυτόχρονα υποδηλώνεται η κατάρρευση αξιών, ιδανικών και η ματαίωση όλων των αγώνων.
3. Στο πρώτο ποίημα, στην παρένθεση «(και πότε – άλλωστε - δεν ήσαν;)» παρουσιάζεται με σύντομο και έμμεσο σχόλιο η ιστορία της Ελλάδας το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι βαλκανικοί και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά αλλά και άλλες δύσκολες για τον ελληνικό λαό στιγμές χαρακτηρίζουν την εποχή εκείνη και καθιστούν την ποίηση του Εγγονόπουλου και όλη την καλλιτεχνική δημιουργία, πικρή και απαισιόδοξη. Τα ερεθίσματα που διαρκώς εισπράττει και μετουσιώνει σε ποιητική δημιουργία έχουν όλα μαύρο χρώμα, καθώς γύρω του κυριαρχεί ο πόνος και η θλίψη. Είναι άλλωστε τα ίδια ερεθίσματα που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών στην απαισιοδοξία.
Η εξομολόγηση λοιπόν αυτή του ποιητή γίνεται κάτι σαν δικαιολόγηση για το πικρό περιεχόμενο αλλά και για το πικρό ύφος του ποιήματος, σαν διάθεση για απενοχοποίηση. Η παρένθεση, με την οποία απευθύνεται στον αναγνώστη,
χρησιμοποιείται για να τον απομακρύνει από το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και να τον βοηθήσει να κατανοήσει την αιτία που καθορίζει το σταθερό στίγμα της ποίησης του Εγγονόπουλου.
Στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη η ερώτηση φαίνεται να απευθύνεται στο Νίκο ‘Ε... Στο Νίκο Εγγονόπουλο, ως απάντηση για την «Ποίηση 1948» σύμφωνα με κάποιους, στο φίλο του και πολιτικό συνοδοιπόρο Νίκο Ευστρατιάδη, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του ποιητή. Όποιο και να είναι το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ως παραλήπτη ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνει μήνυμα προς όλους τους δημιουργούς να ανταποκριθούν στο ρόλο τους, όπως τουλάχιστον εκείνος τον αντιλαμβάνεται. Να καταγγείλουν τον αλληλοσκοτωμό και να μεταφέρουν στο χαρτί τις δοκιμασίες των συνανθρώπων τους. Τελικά, απευθύνεται και στον ίδιο του τον εαυτό για να ακούσει και εκείνος δυνατά ποια είναι η ευθύνη του, να θέσει την ίδια του την ποιητική πλευρά στην υπηρεσία του πανανθρώπινου σκοπού, της ειρήνης – ως άνθρωπος ήταν ήδη ενεργός και, γι’ αυτό το λόγο, φυλακισμένος και καταδικασμένος σε θάνατο.
Χρησιμοποιεί την παρένθεση λοιπόν για να υποδηλωθεί ο μονόλογος με τον εαυτό του, η αναρώτηση και ο προβληματισμός ως μέσο για να παρουσιαστεί με πιο πολλή ευκρίνεια ο μονόδρομος που αποτελεί για τον ίδιο η ποιητική δραστηριοποίηση σε μία στιγμή κοινωνικής κρίσης.
4. α. Το ύφος του ποιήματος είναι εξαιρετικά απλό και σαφές, στερείται εκφραστικών μέσων (υπάρχουν ωστόσο μεταφορές, παρομοίωση και επαναλήψεις), έχει απλή γλώσσα χωρίς πολλές ποιητικές εκφράσεις. Έχει εξομολογητικό χαρακτήρα, καθώς ο ποιητής προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τη δυσκολία που αισθάνεται να δημιουργήσει λόγω της περιπέτειας που περνά η χώρα του. Είναι επίσης, χαμηλόφωνο, για να τονιστεί και με αυτό τον τρόπο η ενοχή για την δυστοκία του, αλλά και ο σεβασμός στους ανθρώπους που δοκιμάζονται. Η απουσία ιδιαίτερης συναισθηματικής έκφρασης και λυρισμού, η έλλειψη κορύφωσης, ο κοφτός λόγος, η χρήση μόνο πεζών γραμμάτων, ο ανολοκλήρωτος, και μονολεκτικός σε κάποιες περιπτώσεις μονοσύλλαβος στίχος, όλα εργάζονται με αρμονία για το τελικό αποτέλεσμα.
β. Στους στίχους «Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα.» ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί μεταφορά, η οποία αποτελεί οξύμωρο σχήμα και νοηματική αντίθεση, αφού δηλώνει το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα: το φως τα ξημερώματα αυξάνεται. Το φως σε αυτή την περίπτωση δεν το φως του ήλιου αλλά το φως της ζωής. Ο ποιητής βρίσκεται στη φυλακή του Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη καταδικασμένος σε θά νατο και κατά πάσα πιθανότητα έχει δει πολλές φορές την ίδια σκηνή την ώρα που ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό. Είναι η ώρα που παίρνουν τους μελλοθάνατους από τα κελιά και τους οδηγούν στον τόπο της εκτέλεσής τους. Το φως του ήλιου γίνται περισσότερο, το φως της ζωής λιγότερο.
Φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες είναι οι λέξεις – αρμοί που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να δώσει την εικόνα της χώρας την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Οι
συνδετικές αυτές λέξεις ξεδιπλώνονται στη συνέχεια σε εικόνες που είναι αντιπροσωπευτικές των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την εποχή αλλά και την ατμόσφαιρα στις πόλεις. Έτσι, οι εικόνες αποκτούν συνοχή, εντάσσονται σε ένα εναίο σύνολο. Οι λέξεις – αρμοί αποτελούν ένα στίχο, μόνο εκεί άλλωστε έχουμε μονοσύλλαβο στίχο, και έτσι γίνεται πιο σαφής η λειτουργία τους.
5. Και στα δύο ποιήματα οι δημιουργοί εκφράζουν το προσωπικό τους βίωμα, τη δοκιμασία στην οποία βρέθηκαν όταν η χώρα μοιράστηκε σε δύο στρατόπεδα και εκείνοι βρέθηκαν στη μεριά του ηττημένου και τιμωρημένου. Η οδυνηρή εμπειρία της φυλακής και η ακόμα πιο δυσβάσταχτη επίγνωση του γεγονότος ότι κάποιοι δεν θα υπάρχουν μετά το τέλος αυτού του παραλογισμού, αποτελούν βασικούς άξονες και στις δύο περιπτώσεις.
Στον Αναγνωστάκη οι σύντροφοι φεύγουν και χάνονται. Το μοτίβο συναντάται συχνά στην ποίησή του, ειδικά στα πιο νεανικά έργα. Στο Λειβαδίτη, επίσης, είναι έντονη η μνήμη του αποχαιρετισμού με τους μελλοθάνατους. Και στους δύο κυριαρχεί ο πληθυντικός, αφού τα θύματα ήταν πολλά. Στον πρώτο το ρήμα φεύγουν και στο δεύτερο η λέξη μοναξιά τονίζουν την ερήμωση της ζωής, της ανθρωπιάς. Η ζωή και των δύο ποιητών έχει σφραγιστεί από την παρουσία – απουσία των συναγωνιστών με τους οποίους μοιράστηκαν οράματα και επικοινώνησαν έστω και την ύστατη στιγμή.
Η διαφορά τους έγκειται στο ότι ο Μ. Αναγνωστάκης παρουσιάζει ολοκληρωμένη εικόνα του εμφυλίου πολέμου κάνοντας στους συναγωνιστές αυτούς την τιμή να τους αναφέρει πρώτους, ενώ ο Τ. Λειβαδίτης επικεντρώνει στους συντρόφους από τη φυλακή χωρίς άλλη αναφορά στην εποχή. Επίσης, στην πρώτη περίπτωση το ποίημα λειτουργεί ως αφορμή για να εκφραστεί η αγωνία του δημιουργού για την ευθύνη που έχει να καθρεφτίσει τη σκοτεινή πραγματικότητα. Στην περίπτωση του «Αιώνα πολλαπλότητας» όμως ο δημιουργός επιδιώκει να μας μεταφέρει το κλίμα συντροφικότητας, το μεγάλο βαθμό σύνδεσης των ανθρώπων μεταξύ τους, των ανθρώπων που τους ενώνει η ίδια μοίρα και ζουν ο ένας μέσα στον άλλο.
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
Α. ΚΕΙΜΕΝΟ
Νίκος Εγγονόπουλος
Ποίηση 1948
τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι' αυτό καί
τα ποιήματά μου
ειν' τόσο πικραμένα
(και πότε- άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948(
Μανόλης Αναγνωστάκης
Στόν Νίκο Έ.... 1949
Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).
(Παρενθέσεις, 1949)
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Και τα δύο ποιήματα έχουν γραφτεί την εποχή του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Πως αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μία τέτοια περίοδο ο Νίκος Εγγονόπουλος και πως ο Μανόλης Αναγνωστάκης; Συμφωνούν οι απόψεις που εκφράζονται εδώ με τη γενικότερη στάση ζωής των δύο ποιητών;
(μονάδες 20)
2. α. Ποίηση 1948: Να ερμηνεύσετε την παρομοίωση, να εξηγήσετε το ρόλο της στη δομή του ποιήματος.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να παρουσιάσετε την παρομοίωση και να ερμηνεύσετε τη συνυποδήλωση που εμπεριέχει.
(μονάδες 20)
3. Και στα δύο ποιήματα κάποιες σκέψεις των ποιητών βρίσκονται σε παρένθεση. Τι προσπαθεί να εκφράσει ο καθένας τους, σε ποιον απευθύνεται και γιατί επιλέγει αυτό τον τρόπο;
(μονάδες 20)
4. α. Ποίηση 1948: Να χαρακτηρίσετε το ύφος και να τεκμηριώσετε την άποψή σας με παραπομπές από το ποίημα.
β. Στόν Νίκο Έ.... 1949: Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε την αντίθεση και τα στοιχεία που δίνουν συνοχή στο ποίημα.
(μονάδες 20)
5. Παράλληλο κέιμενο
Τάσος Λειβαδίτης
Και αιώνας πολλαπλότητας
... Συλλογιέμαι τους συντρόφους μου στη φυλακή
τα τσιγάρα που μοιραζόμαστε, τη μοναξιά,
που έμενε στον καθένα ολόκληρη δική του, τα μακρόσυρτα βλέμματα απ’ το παράθυρο
και κείνους τους αδάκρυτους σιωπηλούς αποχαιρετισμούς
με τους μελλοθανάτους. Άνθρωποι μεγαλόψυχοι ή τιποτένιοι ανυπεράσπιστοι
ή δυνατοί
αφίνοντας ο ένας μέσα στον άλλο, όλα όσα του έδωσε
ή του αρνήθηκε. Τόσα λόγια, τόσες χειρονομίες, τόσα πρόσωπα
μέσα μου
που πια δεν είμ’ εγώ...
Να συγκρίνετε το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη με εκείνο του Μανόλη Αναγνωστάκη ως προς το περιεχόμενο.
(μονάδες 20)
Επιμέλεια θεμάτων: Μαρίνα Ευαγγέλου
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στο ποίημά του «Ποίηση 1948» ο Νίκος Εγγονόπουλος εκφράζει την άποψη ότι η ποίηση, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, δεν μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο σε περιόδους κρίσης. Η ενασχόληση με την τέχνη, γενικότερα, φαντάζει πολυτέλεια, τη στιγμή που οι άνθρωποι δοκιμάζονται σκληρά, πεθαίνουν ή βλέπουν τους συνανθρώπους τους να χάνονται. Σε προτεραιότητα τότε τίθενται άλλοι στόχοι και όχι η αναπαράσταση της πραγματικότητας ή η αποτύπωση του ωραίου που αποτελούν τους βασικούς στόχους κάθε μορφής τέχνης. Η θέση του για την ποίηση είναι ξεκάθαρη από τους πρώτους κιόλας στίχους: «τούτη η εποχή / του εμφυλίου σπαραγμού / δεν είναι εποχή για ποίηση». Με την αναφορά του όμως στους στίχους του Καβάφη: «κι άλλα παρόμοια» γενικεύει σε όλες τις μορφές τέχνης. Στη συνέχεια, η ταύτιση της ποίησης με τα αγγελτήρια θανάτου καθρεφτίζει το βάθος της κρίσης που αισθάνεται ότι περνά ως πνευματικός άνθρωπος που καλείται να δημιουργήσει σε περίοδο που πρωταγωνιστεί ο θάνατος. Το αίσθημα αδυναμίας για δημιουργία κορυφώνεται στη δεύτερη στροφή, όπου ο ποιητής παρουσιάζει το λόγο για τον οποίο τα έργα του είναι απαισιόδοξα και φτωχά σε ποσότητα: ο πόλεμος και οι διαρκείς δοκιμασίες είναι που καθορίζουν το στίγμα του ποιητικού του λόγου. Για να ενισχύσει την άποψη αυτή, το ποίημα είναι φτωχό σε εκφραστικά μέσα και λιτό στο ύφος.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αντίθετα, περιγράφει με παρασταστικές - οπτικές και ακουστικές - εικόνες την ατμόσφαιρα του εμφυλίου σπαραγμού και μας μεταφέρει το κλίμα του θανάτου, της προδοσίας και του αλληλοσκοτωμού, της απόγνωσης. Στο τέλος του ποιήματός του τονίζει την ανάγκη να «μιλήσουν» γι’ αυτά οι ποιητές, εκφράζει την αντίθετη άποψη σχετικά με το ρόλο των ποιητών υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ευθύνη τους η απεικόνιση της ζοφερής πραγματικότητας μέσω της έργου τους. Με την έκφραση «Μα ποιός» μάλιστα υποδηλώνει ότι οι ποιητές, οι καλλιτέχνες γενικότερα, είναι οι πιο κατάλληλοι από όλους• αν δεν καταθέσουν το βίωμα και τον «πόνο» τους εκείνοι, ποιος άραγε θα μπορούσε καλύτρα και πιο αποτελεσματικά; Ταυτόχρονα εκφράζει και την αγωνία του να είναι αληθινή και πιστή η απόδοση της πργματικότητας.
Οι τοποθετήσεις των δύο ποιητών είναι απόλυτα σύμφωνες με την κοσμοθεωρία και τη στάση ζωής τους. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, πρωτοπόρος του υπερρεαλισμού, ανήκει στους ποιητές που αρνούνται τη στράτευση και δεν συμμερίζεται τη θέση για κοινωνικό ρόλο της τέχνης. Αν και ένα από τα κορυφαία έργα του (Μπολιβάρ, 1944), κατά τη διάρκεια της Κατοχής, είχε αντιστασιακό χαρακτήρα, ως εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού πρεσβεύει την απόλυτη ελευθερία στην καλλιτεχνική δημιουργία, χωρίς κοινωνική, πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη δέσμευση. Τελικά καταλήγει στην ποιητική δημιουργία με σκοπό να εξωτερικεύσει το έντονο βίωμά του όμως, και όχι από αίσθημα χρέους έναντι του κοινωνικού συνόλου• δεν είναι η ταύτιση με την κοινωνική ποίηση τον ωθεί σε αυτήν, αλλά η απλή ανάγκη για έκφραση.
Και η στάση του Μανόλη Αναγνωστάκη συνάδει με τις υπόλοιπες επιλογές του, καθώς σε όλη τη ζωή υποστηρίζει την κοινωνική ευθύνη και συμμετοχή. Την υποστηρίζει αλλά και την κάνει πράξη και ως άνθρωπος, αφού και ίδιος αγωνίστηκε και τιμωρήθηκε για τους κοινωνικούς του αγώνες – χαρακτηριστικό το γεγονός ότι φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο – αλλά και ως ποιητής που αποτυπώνει τις εμπειρίες και τους προβληματισμούς του για τα κοινωνικά θέματα. Η αντίληψή του για τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης, χωρίς να φτάνει μέχρι τη στράτευση του Γ. Ρίτσου (την οποία απορρίπτει), έχει κυρίαρχη θέση στην ποίησή του.
Κοινό στοιχείο και των δύο ποιημάτων παραμένει η καταγγελία του πολέμου. Στο πρώτο με έμμεσο και στο δεύτερο με άμεσο τρόπο.
2. α. Η παρομοίωση «ως αν / να γράφονταν / από την άλλη μεριά / αγγελτηρίων θανάτου» αποδίδει την τραγικότητα της εποχής στην οποία βασιλεύει ο θάνατος και συσσωρεύονται αγγελτήρια για τα αμέτρητα θύματα. Η παρουσία του θανάτου είναι τόσο κυρίαρχη που καλύπτει οτιδήποτε και, φυσικά, ακόμα και την καλλιτεχνική δημιουργία.
Ως προς τη δομή, η παρομοίωση συνδέει την α’ με τη β’ στροφή – ενότητα. Ενώνει, επομένως, την αναφορά στον εμφύλιο σπαραγμό με το αποτέλεσμά του, δηλαδή την αδυναμία του ποιητή να δημιουργήσει. Δικαιολογεί το αίσθημα ανημπόριας που εκείνος νοιώθει, γι αυτό και απομακρύνεται από την ποιητική του πέννα.
β. «Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες»: Οι ελληνικές σημαίες είναι τρυπημένες από τις σφαίρες και εκείνοι που τις τρύπησαν είναι οι ίδιοι οι Έλληνες που μάχονται και σκοτώνουν ο ένας τον άλλον. Ο εθνικός διχασμός παρουσιάζεται μέσα από τις πληγές που προξενεί στο εθνικό σύμβολο και με αυτό τον τρόπο τονίζεται η πληθώρα συνεπειών ενός εμφυλίου πολέμου και η ιδιαίτερη σκληρότητα που τον χαρακτηρίζει. Ταυτόχρονα υποδηλώνεται η κατάρρευση αξιών, ιδανικών και η ματαίωση όλων των αγώνων.
3. Στο πρώτο ποίημα, στην παρένθεση «(και πότε – άλλωστε - δεν ήσαν;)» παρουσιάζεται με σύντομο και έμμεσο σχόλιο η ιστορία της Ελλάδας το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Οι βαλκανικοί και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά αλλά και άλλες δύσκολες για τον ελληνικό λαό στιγμές χαρακτηρίζουν την εποχή εκείνη και καθιστούν την ποίηση του Εγγονόπουλου και όλη την καλλιτεχνική δημιουργία, πικρή και απαισιόδοξη. Τα ερεθίσματα που διαρκώς εισπράττει και μετουσιώνει σε ποιητική δημιουργία έχουν όλα μαύρο χρώμα, καθώς γύρω του κυριαρχεί ο πόνος και η θλίψη. Είναι άλλωστε τα ίδια ερεθίσματα που οδηγούν μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών στην απαισιοδοξία.
Η εξομολόγηση λοιπόν αυτή του ποιητή γίνεται κάτι σαν δικαιολόγηση για το πικρό περιεχόμενο αλλά και για το πικρό ύφος του ποιήματος, σαν διάθεση για απενοχοποίηση. Η παρένθεση, με την οποία απευθύνεται στον αναγνώστη,
χρησιμοποιείται για να τον απομακρύνει από το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο και να τον βοηθήσει να κατανοήσει την αιτία που καθορίζει το σταθερό στίγμα της ποίησης του Εγγονόπουλου.
Στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη η ερώτηση φαίνεται να απευθύνεται στο Νίκο ‘Ε... Στο Νίκο Εγγονόπουλο, ως απάντηση για την «Ποίηση 1948» σύμφωνα με κάποιους, στο φίλο του και πολιτικό συνοδοιπόρο Νίκο Ευστρατιάδη, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του ποιητή. Όποιο και να είναι το πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ως παραλήπτη ο ποιητής, στην πραγματικότητα απευθύνει μήνυμα προς όλους τους δημιουργούς να ανταποκριθούν στο ρόλο τους, όπως τουλάχιστον εκείνος τον αντιλαμβάνεται. Να καταγγείλουν τον αλληλοσκοτωμό και να μεταφέρουν στο χαρτί τις δοκιμασίες των συνανθρώπων τους. Τελικά, απευθύνεται και στον ίδιο του τον εαυτό για να ακούσει και εκείνος δυνατά ποια είναι η ευθύνη του, να θέσει την ίδια του την ποιητική πλευρά στην υπηρεσία του πανανθρώπινου σκοπού, της ειρήνης – ως άνθρωπος ήταν ήδη ενεργός και, γι’ αυτό το λόγο, φυλακισμένος και καταδικασμένος σε θάνατο.
Χρησιμοποιεί την παρένθεση λοιπόν για να υποδηλωθεί ο μονόλογος με τον εαυτό του, η αναρώτηση και ο προβληματισμός ως μέσο για να παρουσιαστεί με πιο πολλή ευκρίνεια ο μονόδρομος που αποτελεί για τον ίδιο η ποιητική δραστηριοποίηση σε μία στιγμή κοινωνικής κρίσης.
4. α. Το ύφος του ποιήματος είναι εξαιρετικά απλό και σαφές, στερείται εκφραστικών μέσων (υπάρχουν ωστόσο μεταφορές, παρομοίωση και επαναλήψεις), έχει απλή γλώσσα χωρίς πολλές ποιητικές εκφράσεις. Έχει εξομολογητικό χαρακτήρα, καθώς ο ποιητής προσπαθεί να δικαιολογηθεί για τη δυσκολία που αισθάνεται να δημιουργήσει λόγω της περιπέτειας που περνά η χώρα του. Είναι επίσης, χαμηλόφωνο, για να τονιστεί και με αυτό τον τρόπο η ενοχή για την δυστοκία του, αλλά και ο σεβασμός στους ανθρώπους που δοκιμάζονται. Η απουσία ιδιαίτερης συναισθηματικής έκφρασης και λυρισμού, η έλλειψη κορύφωσης, ο κοφτός λόγος, η χρήση μόνο πεζών γραμμάτων, ο ανολοκλήρωτος, και μονολεκτικός σε κάποιες περιπτώσεις μονοσύλλαβος στίχος, όλα εργάζονται με αρμονία για το τελικό αποτέλεσμα.
β. Στους στίχους «Όταν το φως λιγοστεύει / Τα ξημερώματα.» ο Αναγνωστάκης χρησιμοποιεί μεταφορά, η οποία αποτελεί οξύμωρο σχήμα και νοηματική αντίθεση, αφού δηλώνει το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα: το φως τα ξημερώματα αυξάνεται. Το φως σε αυτή την περίπτωση δεν το φως του ήλιου αλλά το φως της ζωής. Ο ποιητής βρίσκεται στη φυλακή του Επταπυργίου στη Θεσσαλονίκη καταδικασμένος σε θά νατο και κατά πάσα πιθανότητα έχει δει πολλές φορές την ίδια σκηνή την ώρα που ο ήλιος ανεβαίνει στον ουρανό. Είναι η ώρα που παίρνουν τους μελλοθάνατους από τα κελιά και τους οδηγούν στον τόπο της εκτέλεσής τους. Το φως του ήλιου γίνται περισσότερο, το φως της ζωής λιγότερο.
Φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες είναι οι λέξεις – αρμοί που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να δώσει την εικόνα της χώρας την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Οι
συνδετικές αυτές λέξεις ξεδιπλώνονται στη συνέχεια σε εικόνες που είναι αντιπροσωπευτικές των γεγονότων που χαρακτηρίζουν την εποχή αλλά και την ατμόσφαιρα στις πόλεις. Έτσι, οι εικόνες αποκτούν συνοχή, εντάσσονται σε ένα εναίο σύνολο. Οι λέξεις – αρμοί αποτελούν ένα στίχο, μόνο εκεί άλλωστε έχουμε μονοσύλλαβο στίχο, και έτσι γίνεται πιο σαφής η λειτουργία τους.
5. Και στα δύο ποιήματα οι δημιουργοί εκφράζουν το προσωπικό τους βίωμα, τη δοκιμασία στην οποία βρέθηκαν όταν η χώρα μοιράστηκε σε δύο στρατόπεδα και εκείνοι βρέθηκαν στη μεριά του ηττημένου και τιμωρημένου. Η οδυνηρή εμπειρία της φυλακής και η ακόμα πιο δυσβάσταχτη επίγνωση του γεγονότος ότι κάποιοι δεν θα υπάρχουν μετά το τέλος αυτού του παραλογισμού, αποτελούν βασικούς άξονες και στις δύο περιπτώσεις.
Στον Αναγνωστάκη οι σύντροφοι φεύγουν και χάνονται. Το μοτίβο συναντάται συχνά στην ποίησή του, ειδικά στα πιο νεανικά έργα. Στο Λειβαδίτη, επίσης, είναι έντονη η μνήμη του αποχαιρετισμού με τους μελλοθάνατους. Και στους δύο κυριαρχεί ο πληθυντικός, αφού τα θύματα ήταν πολλά. Στον πρώτο το ρήμα φεύγουν και στο δεύτερο η λέξη μοναξιά τονίζουν την ερήμωση της ζωής, της ανθρωπιάς. Η ζωή και των δύο ποιητών έχει σφραγιστεί από την παρουσία – απουσία των συναγωνιστών με τους οποίους μοιράστηκαν οράματα και επικοινώνησαν έστω και την ύστατη στιγμή.
Η διαφορά τους έγκειται στο ότι ο Μ. Αναγνωστάκης παρουσιάζει ολοκληρωμένη εικόνα του εμφυλίου πολέμου κάνοντας στους συναγωνιστές αυτούς την τιμή να τους αναφέρει πρώτους, ενώ ο Τ. Λειβαδίτης επικεντρώνει στους συντρόφους από τη φυλακή χωρίς άλλη αναφορά στην εποχή. Επίσης, στην πρώτη περίπτωση το ποίημα λειτουργεί ως αφορμή για να εκφραστεί η αγωνία του δημιουργού για την ευθύνη που έχει να καθρεφτίσει τη σκοτεινή πραγματικότητα. Στην περίπτωση του «Αιώνα πολλαπλότητας» όμως ο δημιουργός επιδιώκει να μας μεταφέρει το κλίμα συντροφικότητας, το μεγάλο βαθμό σύνδεσης των ανθρώπων μεταξύ τους, των ανθρώπων που τους ενώνει η ίδια μοίρα και ζουν ο ένας μέσα στον άλλο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)