16.1.12

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Ο κοινωνικός ρατσισμός, η ιδιότυπη αυτή μορφή φανατισμού, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που καλείται ν’ αντιμετωπίσει ο σημερινός άνθρωπος σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αφού προσδιορίσετε την έννοια του ρατσισμού, ν’ αναφερθείτε στις αιτίες του φαινομένου αυτού και στις κοινωνικές του συνέπειες. Επίσης, να διατυπώσετε τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ισχύουν, ώστε να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ:
Αποδοχή του δεδομένου: μια μορφή φανατισμού είναι ο ρατσισμός απέναντι σε άτομα, ομάδες, φυλές, επαγγέλματα.

ΚΥΡΙΟ ΘΕΜΑ: ΟΡΙΣΜΟΣ:
Απορρίπτοντας την αρχή της ισότητας, η ιδεολογία του ρατσισμού διακρίνει και διαχωρίζει με τρόπο μεροληπτικό τους ανθρώπους, ανάλογα με το χρώμα, το φύλο, την καταγωγή, το επάγγελμά τους.
Παραδείγματα κοινωνικού ρατσισμού έχουμε πολλά, που δεν εμφανίζονται σε στενά τοπικά πλαίσια, αλλά χαρακτηρίζουν σχεδόν όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες σε παγκόσμιο επίπεδο: απέναντι στις γυναίκες, απέναντι στους νέγρους και σε ανθρώπους άλλων φυλών (Εβραίους, Ασιάτες, τσιγγάνους), απέναντι σε άτομα που μειονεκτούν πνευματικά ή σωματικά (ψυχικά ασθενείς, σωματικά ανάπηρους, φορείς του AIDS).

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ:
Εκδηλώσεις ρατσισμού συναντούμε στην αρχαιότητα με το διαχωρισμό των ανθρώπων σε ελεύθερους και δούλους. Ο ρατσισμός αργότερα κυριάρχησε ως ιδεολογία και χαρακτήρισε ολόκληρες εποχές στη μακραίωνη ιστορία του ανθρώπου (αποικιοκρατία – ναζιστική Γερμανία).
Σήμερα, ο ρατσισμός έρχεται να ενισχύσει το γενικότερο κλίμα των αντιθέσεων και συγκρούσεων που κυριαρχεί στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

ΑΙΤΙΑ:
1. Ένα από τα σημαντικότερα αίτια, που καλλιεργεί και θρέφει το φαινόμενο του ρατσισμού, είναι το χαμηλό πνευματικό και μορφωτικό επίπεδο πολλών ανθρώπων. Η πνευματική ρηχότητα εμποδίζει τον άνθρωπο να προσεγγίσει ηθικά και συναισθηματικά τους συνανθρώπους του μέσα από τις αρχές του ανθρωπισμού και ενισχύει την ανισότητα και την κυριαρχία του ισχυρού.
2. Οι προκαταλήψεις απέναντι σε ομάδες ανθρώπων ενισχύουν την ιδεολογία του ρατσισμού. Οι προκαταλήψεις αυτές εξαρτώνται από το πνευματικό επίπεδο των ατόμων.
3. Πολλές μορφές κοινωνικού ρατσισμού οφείλονται σε οικονομικά συμφέροντα. Γι’ αυτό το λόγο καλλιεργείται ένα κλίμα εχθρικό εναντίον ατόμων ή ομάδων, με σκοπό να επιτευχθεί ο παραγκωνισμός τους από την κοινωνική και οικονομική ζωή.
4. Στη σημερινή εποχή οι ανταγωνιστικές τάσεις χαρακτηρίζουν τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και πολύ συχνά οδηγούν στη ζήλια, στο μίσος, γεγονός που βοηθά στην υιοθέτηση ρατσιστικών αντιλήψεων.
5. Η δημιουργία συμπλεγμάτων κατωτερότητας ή ανωτερότητας αποτελεί μια άλλη σημαντική αιτία ρατσισμού. Ορισμένοι άνθρωποι, προσπαθώντας να καλύψουν δικές τους ατέλειες και ελαττώματα, που οφείλονται στην ασταθή προσωπικότητά τους, υποβιβάζουν τους άλλους για να υπερυψωθούν οι ίδιοι.
6. Η έλλειψη σεβασμού μεταξύ των ανθρώπων και γενικά καλλιέργειας των ανθρωπιστικών αξιών, ενισχύει τον κοινωνικό ρατσισμό.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ:
1. Παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες που υποστήριξαν όλα τα φωτισμένα πνεύματα της ιστορίας. Με αυτόν τον τρόπο προσβάλλει την ανθρώπινη προσωπικότητα.
2. Περιθωριοποιούνται άτομα και ομάδες, με αποτέλεσμα να χάνει η κοινωνία ένα ιδιαίτερα σημαντικό και πολλές φορές ικανό δυναμικό, που θα μπορούσε να συμβάλλει στην ανάπτυξη και ευημερία.
3. Επικρατεί αναξιοκρατία, κοινωνικές ανισότητες, διχόνοια, φαινόμενα που δυναμιτίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας (απώλεια κοινωνικής συνοχής, ομαλότητας).
4. Ξεσπούν συγκρούσεις, εκδηλώνονται ταραχές, κυριαρχεί η βία, που «πληγώνει» την έννοια και την αξία του πολιτισμένου ανθρώπου.
5. Διευρύνεται το χάσμα μεταξύ των πλουσίων και φτωχών. Δημιουργεί άθλιες συνθήκες διαβίωσης, και οδηγεί στην ανεργία και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, ένα, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Έτσι πολλοί ωθούνται στην εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε τάξεις «ισχυρών» και «αδυνάτων», «ανωτέρων» και κατωτέρων ανθρώπων.
6. Συντελεί στην εκμετάλλευση και την υποδούλωση των ανθρώπων και των λαών.
7. Δημιουργεί «χωριστή συμβίωση» (Απαρτχάιντ) των κατοίκων ενός κράτους.

ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ:
1. Οι γονείς στο στενό περιβάλλον της οικογένειας πρέπει να διαποτίζουν τα παιδιά τους με ανθρωπιστικές αρχές. Έτσι, το άτομο από τη νεαρή ηλικία θα μαθαίνει να σέβεται το συνάνθρωπό του σαν ύπαρξη και σαν προσωπικότητα.
2. Η ανθρωπιστική παιδεία είναι δυνατό να συμβάλλει στη στενότερη επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων ανεξαρτήτου χρώματος, φύλου, καταγωγής, επαγγέλματος. Η πνευματική καλλιέργεια θα μας απομακρύνει από το φανατισμό και τις προκαταλήψεις, βοηθώντας στο να επανατοποθετήσουμε σε σωστότερες και δικαιότερες βάσεις τις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας (συνειδητοποίηση της αξίας άνθρωπος).
3. Απαιτείται η ενεργοποίηση των πνευματικών ανθρώπων, ώστε να αγωνιστούν για την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, στις  χώρες που υπάρχουν.
4. Θα πρέπει να υπάρξει επίσης μια δικαιότερη κοινωνική πολιτική, που δε θα κάνει καμιά διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά θα παρέχει σε όλους ίσες ευκαιρίες στον τομέα της απασχόλησης, της εφαρμογής των νόμων και γενικά σε κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας που καθορίζεται από τις σχέσεις κράτους – πολίτη.  
5. Ευαισθητοποίηση όλων των κρατών σε παγκόσμια κλίμακα πάνω σε θέματα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (μειονότητες).
6. Υλική και ηθική βοήθεια στους λαούς που καταπιέζονται από το ρατσισμό.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Επιβάλλεται, κυρίως στη σημερινή εποχή, οι προσπάθειες για έναν κόσμο δικαιότερο, πιο πολιτισμένο, να είναι συνεχείς. Και για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού θα πρέπει να εργαστούμε όλοι σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Μόνο, λοιπόν, με την εξάλειψη κάθε είδους διάκρισης θα μπορέσει να παγιωθεί η ειρήνη, η συνεργασία και η γόνιμη επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων.

Εμείς και ο ρατσισμός - ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ
Ξαναρχίσαμε: «Οι Ελληνες, μας λένε, δεν είναι ρατσιστές μήτε ξενόφοβοι• απλώς φοβούνται, δεν τους βοηθούν οι αρχές και παίρνουν τα όποια ¬ υπερβολικά ίσως ¬ μέτρα τους». Και μερικοί μάλιστα προσθέτουν το επικίνδυνο, διότι υπερβολικό και αιτιολογικό πάσης διαστροφής, ότι «σωστά και νομίμως οι Ελληνες φοβούνται».
Θα ήταν κωμικό ¬ και ρατσιστικό ¬ να ισχυρισθεί κανείς ότι γενικώς «οι Ελληνες είναι ρατσιστές»: το διαπιστώσαμε μεταξύ άλλων στην Κρήτη. Θα ήταν εξίσου κωμικό να λεχθεί ότι δεν κυριαρχεί κάποιος φόβος. Αυτά όμως που κάθε καλόπιστος άνθρωπος πρέπει επιτέλους να αποδεχθεί, για να δούμε όλοι μαζί τι μπορεί να κάνουμε, είναι τα εξής:
Πρώτον: είναι αυταπόδεικτο ότι ναι μεν στο σύνολό τους οι Ελληνες δεν είναι ρατσιστές (ακόμη και στη Γερμανία, επί Χίτλερ, όλοι οι Γερμανοί δεν ήταν ρατσιστές), όμως όπως σε όλες τις χώρες έχουμε και εδώ πολλούς και επικίνδυνους ρατσιστές. Το πρόβλημα δεν είναι το τι πιστεύει ο καθένας ότι είναι αλλά το τι δείχνουν οι πράξεις του. Και πράξεις ρατσιστικές έχουμε από πολλά χρόνια στη χώρα μας. Σε βάρος όλων των διαφορετικών. Και από καιρό, ιδίως σε βάρος των Αλβανών. Η ευκολία με την οποία ξεφύτρωσαν σε τόσες διαφορετικές περιοχές της χώρας «οργισμένοι πολίτες» γεμάτοι μίσος, πιστά αντίγραφα συναδέλφων τους του Λιτλ Ροκ (ΗΠΑ) ή του Γιοχάνεσμπουργκ (ως πριν από ελάχιστα χρόνια), πρόθυμοι για εκδίκηση και διώξεις, θα έπρεπε να μας είχε όλους κατεβάσει στους δρόμους.
Δεύτερον: δυστυχώς, αυτό δεν έγινε• ενώ έγινε παντού αλλού. Και το γεγονός ότι δεν έγινε, ενώ είχαμε τόσα κραυγαλέα ρατσιστικά κρούσματα, είναι πιο ανησυχητικό και από τον ίδιο τον ρατσισμό που υποθάλπουν και τα ως ένα σημείο ψευδή για τη σχέση ξένων - ανεργίας και ξένων - υγείας. Ολα υποδηλώνουν ανοχή για το απαράδεκτο. Δεν αντιδράσαμε για την Καστοριά και την απόπειρα λιντσαρίσματος, με επικεφαλής τον τοπικό νομάρχη, προσώπων που η αστυνομία δεν είχε καν ακόμη ανακρίνει. Δεν αντιδράσαμε παρά μόνο λεκτικά στους κοινοτάρχες του μίσους. Ενώ βρέθηκε ελληνικό πολιτικό κόμμα που αντέδρασε, χαρακτηρίζοντάς την «απαράδεκτη», μόνο σε μιαν απόπειρα του πρεσβευτή της Αλβανίας να μας ζητήσει να μην ενοχοποιούμε συστηματικά κάθε Αλβανό!
Τις προάλλες, σε μιαν από τις πανέμορφες βυζαντινές εκκλησιές του κέντρου της Αθήνας, ακούστηκαν από τα μεγάφωνα του κηρύγματος κραυγές και βρισιές: «Φεύγα, γυφτοτουρκάλα, δεν σε θέλουμε, φεύγα, τσακίσου, δρόμο...». Αυτή που έπρεπε να φύγει ήταν έξω από την εκκλησία, μπροστά στην πόρτα. Κρατούσε το παιδάκι της στην αγκαλιά. Δεν έκανε τίποτε. Η μάνα και το παιδάκι κάτι μου θύμιζαν. Στον παπά ¬ ή μήπως στον κήρυκα; ¬ δεν θύμιζαν προφανώς τίποτε.
Τρίτον: έχουμε αύξηση της εγκληματικότητας. Εχουμε όμως σε μεγαλύτερο βαθμό κατακόρυφη αύξηση της τρομολαγνείας των περισσότερων καναλιών, ακόμη και της ΕΡΤ. Κάθε μικροκλοπή γίνεται κύριο θέμα. Και κάθε άγνωστος δράστης γίνεται αλλοδαπός και μάλιστα Αλβανός. Το τελευταίο εύρημα είναι η αναφορά ότι ο άγνωστος μιλούσε «άπταιστα ελληνικά»: τι σημαίνει αυτό; Η αλήθεια είναι ότι πάντα σήμερα τα ασυγκρίτως περισσότερα εγκλήματα είναι «ολοδικά μας». Η αλήθεια είναι ότι η κρίση της κοινωνίας οδηγεί στο έγκλημα, χωρίς πρόβλημα. Οχι ανθρώπους του περιθώριου, όχι πεινασμένους αλλά αστούς και μικροαστούς. Αυτοί ίδρυσαν την «Εταιρεία Δολοφόνων». Αυτοί οργάνωσαν απαγωγές φίλων και συγγενών για μερικά εκατομμύρια. Αυτοί έχουν ειδικά γραφεία, με δικηγόρους και συμβολαιογράφους, για την οργάνωση καταπατήσεων ξένης γης. Αυτοί δεν μπορούν να εξηγήσουν τα «πόθεν έσχες», είτε εφημερίδες βγάζουν, είτε άνθρωποι της νύχτας είναι, είτε στα καζίνα ξημεροβραδιάζονται. Αυτοί μας ξαφρίζουν φοροκλέβοντας και φοροδιαφεύγοντας. Οι Αλβανοί είναι οι μόνοι που μας μάραναν;
Τέταρτον: πρέπει να δοθεί μάχη εναντίον του εγκλήματος. Είναι όμως απολύτως βέβαιο ότι και αν όλοι οι ξένοι βρεθούν εκτός συνόρων, το πρόβλημα της εγκληματικότητας δεν θα λυθεί παρά μόνο κατά ένα μικρό ποσοστό. Το πρόβλημα της εγκληματικότητας είναι θέμα καλής αστυνόμευσης και αποκατάστασης ορισμένων αξιών και όχι κακού ρατσισμού και κακής ξενοφοβίας: Πάσχα είναι• δεν ντρεπόμαστε;
ΤΟ ΒΗΜΑ , 19-04-1998

Είμαστε ρατσιστές; Ασφαλώς όχι
* Δεν είναι ρατσιστικές οι δηλώσεις πολλών πολιτών ότι νιώθουν ανασφάλεια - Θ. Π. ΛΙΑΝΟΣ
Θέλεις να κάνεις εντύπωση; Θέλεις να ασχοληθούν οι άλλοι μαζί σου και ίσως να γίνεις γνωστός; Πες μια προκλητική σαχλαμάρα της οποίας το ψευδές περιεχόμενο δεν αποκαλύπτεται αμέσως. H μέθοδος είναι παλιά και δεν είναι ανάγκη να περιορίζεται σε λόγια, μπορεί να εφαρμόζεται και με προκλητικά έργα μικρής ή μεγάλης σημασίας, ακόμη και εγκληματικά. Είναι γνωστή η περίπτωση του παλαβιάρη Ηρόστρατου που το 365 π.X. πυρπόλησε τον ναό της Αρτέμιδος στην Εφεσο ακριβώς για τον σκοπό αυτόν, δηλαδή για να αφήσει όνομα. Τη μέθοδο αυτή έχουν επιλέξει ορισμένοι σύγχρονοι Ελληνες διαφόρων επαγγελμάτων και θέσεων στη δημόσια ζωή, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι Ελληνες ως άτομα και ως οργανωμένη κοινωνία είναι ρατσιστές.
Ρατσιστής θεωρείται αυτός που πιστεύει ότι η φυλή στην οποία ανήκει είναι ανώτερη από τις άλλες. Αν δεχθούμε αυτόν τον ορισμό, τότε πολλοί άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, ίσως οι περισσότεροι, είναι ρατσιστές. Μεταξύ αυτών, φυσικά και εμείς, οι Ελληνες. Ωστόσο η σκέψη, η γνώμη και η προτίμηση δεν είναι αδικήματα ούτε αμαρτίες. Ούτε ο δικαστής θα με καταδικάσει ούτε ο Παντοδύναμος θα με τιμωρήσει αν πιστεύω ότι οι Ελληνες είναι η ανώτερη φυλή που έχει υπάρξει ως σήμερα. Οι σκέψεις και οι γνώμες δεν με καθιστούν ρατσιστή ή κακό άνθρωπο, γενικά. Το κακό υπάρχει από τη στιγμή που οι κακές σκέψεις και γνώμες αποκτούν τέτοια ισχύ που καθοδηγούν τις πράξεις μου. Αν πιστεύω ότι η ελληνική φυλή είναι ανώτερη και για αυτόν τον λόγο δεν δέχομαι, π.χ., να παντρευτούν τα παιδιά μου άτομα άλλης φυλής, ή δεν δέχομαι να συνεργαστώ με ξένους επιστήμονες, ή να επιτρέψω να μπουν στο καφενείο μου ξένοι, κτλ., τότε όντως είμαι ρατσιστής. Κατ' επέκταση μπορούμε να πούμε ότι μια κοινωνία είναι ρατσιστική αν ασκεί οικονομική, κοινωνική, εκπαιδευτική, κτλ., πολιτική διακρίσεων που βασίζεται στην υποτιθέμενη ανωτερότητα της φυλής.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι δεν είναι εκδηλώσεις ρατσισμού οι λεγόμενες σκούπες της Αστυνομίας με τις οποίες συλλαμβάνονται οι παράνομοι μετανάστες, διότι δεν συλλαμβάνονται ως αλλοδαποί αλλά ως παράνομοι. Δεν είναι ρατσιστικές οι δηλώσεις πολλών πολιτών, συνήθως της τρίτης ηλικίας, ότι νιώθουν ανασφάλεια και φόβο από την παρουσία αλλοδαπών στις γειτονιές, διότι είναι σημαντική η εγκληματικότητα των αλλοδαπών. Δεν είναι ρατσιστική η δήλωση του κ. Μίκη Θεοδωράκη ότι «οι Εβραίοι είναι η ρίζα του κακού», αλλά απλώς μία από τις αναρίθμητες απρόσεκτες δηλώσεις του (θυμάστε τότε που... απειλούσε ότι θα εγκατέλειπε την Ελλάδα επειδή, όπως έλεγε, κινδύνευε η ζωή του από τους κνίτες;), που δεν συνοδεύεται από κάποια πολιτική, π.χ., ότι δεν θα συνεργασθεί με εβραίους καλλιτέχνες.
Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση εκείνου του δημάρχου που θέλει να αποκλείσει τους αλλοδαπούς από τη χρήση της κοινοτικής συγκοινωνίας. Αυτή είναι πράγματι πολιτική διακρίσεων, είναι ρατσιστική πρακτική. Ωστόσο η προσπάθεια να εμφανισθεί η εξαίρεση ως κανόνας είναι τουλάχιστον εξοργιστική.
Στην έκταση που γνωρίζω δεν υπάρχει ούτε διάταξη νόμου, ούτε Προεδρικό Διάταγμα, ούτε υπουργική απόφαση, ούτε ερμηνευτική εγκύκλιος που να περιέχει ή να προωθεί πολιτική διακρίσεων σε βάρος άλλων επί τη βάσει φυλετικών διαφορών. Δεν υπάρχει, δηλαδή, επίσημη κρατική πολιτική που να μπορεί να χαρακτηρισθεί ρατσιστική. Επίσης δεν υπάρχει (απ' όσο γνωρίζουμε) άλλου είδους συλλογική έκφραση, όπως, π.χ., πολιτικών κομμάτων, διαφόρων συλλόγων και οργανώσεων των οποίων τα καταστατικά να υποδεικνύουν φυλετικές διακρίσεις.
Συνεπώς, αν μου τεθεί το ερώτημα «είναι οι Ελληνες ρατσιστές;», η απάντησή μου είναι κατηγορηματικά όχι.
Ο κ. Θεόδωρος Π. Λιανός είναι καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρ. ΑΣΟΕΕ).


Μετανάστες και ρατσισμός

Θ. Π. ΛΙΑΝΟΣ
Η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών στη χώρα μας είναι φυσικό να έχει πολύπλευρες επιδράσεις, θετικές και αρνητικές. Είναι συνεπώς απόλυτα κατανοητό ότι προκαλεί έντονα και αντίθετα συναισθήματα μεταξύ των ελλήνων πολιτών. Εκείνο που δεν είναι κατανοητό είναι να χαρακτηρίζεται κανείς ρατσιστής και πρόσφατα λεπενιστής αν υποστηρίζει ¬ όπως εγώ ¬ ότι πρέπει να τεθούν αυστηροί ποσοτικοί και ποιοτικοί περιορισμοί στην είσοδο ξένων στην πατρίδα μας.
Τα εμπειρικά στοιχεία των υπηρεσιών του κράτους, οι διάφορες μελέτες, τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και η καθημερινή παρατήρηση οδηγούν στα εξής συμπεράσματα:
Πρώτον, υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες παράνομοι μετανάστες.
Δεύτερον, μετανάστες απασχολούνται σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες συμβάλλοντας στην παραγωγή αλλά ταυτόχρονα υποκαθιστώντας έλληνες εργάτες, κυρίως σε ορισμένα επαγγέλματα μικρής εξειδίκευσης και προκαλώντας αύξηση της ανεργίας (άγνωστης έκτασης).
Τρίτον, οι παράνομοι μετανάστες δεν πληρώνουν φόρους και εισφορές στα διάφορα ταμεία ενώ επιβαρύνουν την κοινωνική υποδομή (νοσοκομεία, σχολεία κτλ.).
Τέταρτον, οι παράνομοι μετανάστες έχουν συμβάλει σημαντικά στην αύξηση της εγκληματικότητας κάθε μορφής και έχουν προκαλέσει δικαιολογημένους φόβους και ανησυχίες στους έλληνες πολίτες.
Πέμπτον, η παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων παράνομων Αλβανών στην Ελλάδα είναι πιθανόν να δημιουργήσει προβλήματα στις σχέσεις της χώρας μας με την Αλβανία, όπως φάνηκε από θρασύτατες και απειλητικές δηλώσεις αλβανού υπουργού.
Τα παραπάνω στοιχεία σταθμίζονται διαφορετικά από διάφορους ανθρώπους ¬ ανάλογα με την κρίση τους και με τα συμφέροντά τους ¬ και έτσι καταλήγουν στο δικό του ο καθένας συμπέρασμα. Η γνώμη του γράφοντος είναι ότι οι κακές συνέπειες είναι περισσότερες και μεγαλύτερης σημασίας απ' ό,τι οι καλές. Το καθεστώς της παρανομίας και μόνο είναι ικανό επιχείρημα για να ζητήσει κανείς τον τερματισμό της μετανάστευσης.
Πιστεύω ότι όλοι οι παράνομοι μετανάστες πρέπει να απομακρυνθούν από τη χώρα μας. Η δε επιστροφή τους ή η είσοδος άλλων πρέπει να γίνονται με αυστηρούς και σαφείς όρους. Για παράδειγμα, η άδεια παραμονής και εργασίας στη χώρα μας πρέπει να δίδεται για ορισμένα άτομα (όχι σε ποινικούς ή σε ασθενείς που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία), επί ορισμένο χρόνο, με σαφώς διατυπωμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις (πληρωμή εισφορών, φόρων, δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, εκπαίδευσης των παιδιών τους κτλ.). Πιστεύω με άλλα λόγια ότι η μεταναστευτική πολιτική μας πρέπει να είναι ποιοτικά και ποσοτικά επιλεκτική, να δεχόμαστε δηλαδή εκείνους και μόνο εκείνους που κρίνουμε ότι συμφέρει το κοινωνικό σύνολο.
Ισως κάποιος με πείσει ότι έχω άδικο. Είναι όμως ανόητο, δυσάρεστο και ακατανόητο να χαρακτηρίζονται ρατσιστές ή και υπεύθυνοι για τον εμφανιζόμενο λεπενισμό όσοι πιστεύουν ότι η παράνομη και ανεξέλεγκτη μετανάστευση είναι κακή για τη χώρα.
Η άσκηση επιλεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής δεν είναι εφαρμογή διακρίσεων που βασίζεται στην ανωτερότητα της ελληνικής φυλής. Είναι πολιτική προστασίας των ελλήνων πολιτών. Γιατί είμαι ρατσιστής αν δεν θέλω τους αλβανούς ή τους βουλγάρους ή τους ουκρανούς εγκληματίες στη χώρα μου; Και γιατί είναι δημοκρατικό, διεθνιστικό ή φιλελεύθερο να ανέχομαι να οργώνουν ανενόχλητοι την ελληνική επικράτεια κάθε λογής εγκληματίες, των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένων; Φυσικά δεν υπαινίσσομαι ότι οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι κ.ά. είναι γενικά εγκληματίες. Εξάλλου είναι γνωστό ότι οι παράνομοι μετανάστες που εγκληματούν βρίσκονται σε πλήρη συνεργασία με τους έλληνες ομοίους τους. Απλούστατα τονίζω το προφανές: ότι δηλαδή όποιος πιστεύει ότι η παράνομη μετανάστευση πρέπει να σταματήσει δεν είναι εξ αυτού του λόγου ρατσιστής.
Αν υπάρχει στη χώρα ρατσισμός, αυτός θα αναπτύσσεται από τα πολλά και δύσκολα προβλήματα που δημιουργεί η παράνομη μετανάστευση. Και εκείνοι που συντελούν στη συνέχισή της είναι υπεύθυνοι για την ανάπτυξη του ρατσισμού και του λεπενισμού, όχι εκείνοι που προτείνουν τον τερματισμό της παρανομίας και την εφαρμογή επιλεκτικής πολιτικής.


ΕΚΦΡΑΣΗ-ΕΚΘΕΣΗ Β’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
                                       ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ

Είναι δύσκολο να δεχτεί κανείς ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα το συμπέρασμα πρόσφατης έρευνας που κατατάσσει τους Έλληνες τελευταίους μεταξύ των λαών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο βαθμό ανεκτικότητας απέναντι στους ξένους.
Δεν είναι δυνατόν να είναι οι Έλληνες πιο ρατσιστές από άλλους λαούς οι οποίοι έχουν κόμματα με πολυάριθμο λαϊκό έρεισμα και ιδεολογική σημαία τους τον ρατσισμό, όπως οι Γάλλοι ή οι Αυστριακοί. Καθώς οι Έλληνες είναι πρωτίστως ρηχός και ευμετάβλητος στις πεποιθήσεις του λαός, αποτελούν μάλλον άγονο έδαφος για ψυχοπαθολογικές ιδεοληψίες. Ο ρατσισμός απαιτεί ένα βαθιά ριζωμένο αίσθημα φυλετικής υπεροχής που δεν είναι σύμμετρο με την παράδοσή μας ούτε με το μεσογειακό
χιούμορ μας.
 Αλλά εδώ και μερικά χρόνια που οι συνθήκες μάς έδωσαν την ευκαιρία να ελέγξουμε τα ανακλαστικά της ανοχής μας, βρισκόμαστε σε κρίση. Ο πανικός μας έναντι του άγνωστου Άλλου μεταμφιέζεται σε ρατσισμό και είναι στα πάνω του αυτή τη στιγμή. Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι λαθρομετανάστευση δεν επιχειρούν οι πρέσβεις αλλά οι φουκαράδες και ανάμεσά τους και κακοποιοί. Όποιοι, λοιπόν, τη θεωρούν ασθένεια, ας παρηγορούνται τουλάχιστον ότι δεν είναι από εκείνες που προκαλεί η καλοπέραση. Θα ζήσουμε μ' αυτήν ώσπου να αντιληφθούμε ότι οι πραγματικές συνέπειές της δεν αξίζει να μας στερούν την ανθρωπιά μας. Και τότε θα ξαναπέσει το θερμόμετρο του πανικού και κάτι που το λέμε φιλότιμο θα ξαναβρεί τον προσώρας χαμένο χώρο του στη συνείδησή μας.
 Τι συμβαίνει, λοιπόν, και μια έρευνα μεταξύ των πολιτών της Ε.Ε. μάς τοποθετεί στα πιο ανήλιαγα υπόγεια του ιδεολογικού σκοταδισμού; Συμβαίνει ότι στη χώρα μας έχουμε ένα έλλειμμα πολιτικής ορθότητας στην παιδεία και κατ' επέκταση στην ιδεολογία μας. Κανείς δεν μας μαθαίνει τι δεν πρέπει ποτέ να περνάει από τα χείλη μας, όταν έστω και σαν αστείο προσβάλλει την αξιοπρέπεια του άλλου, ή έστω και όταν ως σημερινό στερεότυπο έχει χάσει την αρχική κυριολεκτική του σημασία. Από τα πιο γνωστά παραδείγματα κλιμάκωσης της αρνητικής και μειωτικής σημασίας στερεοτύπων που χρησιμοποιούμε χωρίς να αισθανόμαστε διόλου ρατσιστές είναι τα σχετικά με τους τσιγγάνους, στα οποία η ελληνική γλώσσα έχει παγκόσμια αποκλειστικότητα: Κάτι τρέχει στα γύφτικα = ασήμαντο, ανάξιο λόγου. Γυφτιά = μικρόψυχη, ποταπή συμπεριφορά. Γύφτος =άθλιος, τσιγκούνης, κακόγουστος. Γυφτόφατσα = παρουσιαστικό κακόμορφο, βρώμικο, περιθωριακό, σαν του Γύφτου. Τα τελευταία χρόνια το ίδιο συμβαίνει με το «Αλβανός». Αλλά, αν θυμηθούμε και άλλα, παλαιότερα του προσφάτως εκδηλωθέντος ρατσισμού μας, πάλι θα βρούμε το έλλειμμα της πολιτικής ορθότητας: χωριάτης, χωριατιά, καράβλαχος, βλαχαδερό, δεν είσαι άντρας ρε, αυτά τα κάνουν οι γυναικούλες (αντρούληδες
όμως δεν υπάρχουν, σε ανάλογα μειωτική χρήση του υποκοριστικού), σκουπιδιάρης, αρκουδιάρης (κατά το βρομιάρης - ποτέ όμως γιατριάρης, αρχιτεκτονιάρης, πανεπιστημιάρης).
Θα πρότεινα να είμαστε λιγότερο υπεροπτικοί απέναντι στην πολιτική ορθότητα και μεγαθύμως να παραβλέπουμε τον υποκριτικό της καθωσπρεπισμό, ακόμη και όταν είναι εξόφθαλμος. 9εν με ενδιαφέρουν καθόλου τα πραγματικά αισθήματα που δημιουργώ στον δημόσιο ή ιδιωτικό υπάλληλο, στον γιατρό, στον κάθε επαγγελματία με τον οποίο συναλλάσσομαι. Με ενδιαφέρει όμως να εκπληρωθεί ο στόχος της συναλλαγής χωρίς κανείς από τους δύο να μειώσει με απρεπή συμπεριφορά τον άλλο. Οι καλοί τρόποι είναι απαραίτητο λιπαντικό στη μηχανή των ανθρώπινων σχέσεων.(…)
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι ο φόβος του ξένου και οι ρατσιστικές συμπεριφορές που τον παρακολουθούν είναι βαθιά ριζωμένα στο νοητικό υπόβαθρο. (…) Αλλά υποτίθεται ότι αυτά τα πράγματα τα προλαβαίνει η παιδεία και τα λειαίνει ο πολιτισμός: δεν το λέμε φωναχτά και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να αποδείξουμε στον εαυτό μας ότι αυτές οι αταβιστικές1 αναπηρίες δεν επηρεάζουν τη στάση μας απέναντι σε κανέναν. Επιτέλους δεν είναι σπουδαίο κατόρθωμα να είμαστε ανεκτικοί με αυτούς και με αυτά που δεχόμαστε και ταυτιζόμαστε μαζί τους - ο πολιτισμός μας δικαιώνεται με τη στάση μας απέναντι σε αυτούς και σε αυτά που δεν μας αρέσουν ή, απλώς, μας είναι ξένα. Σύμφωνοι, ο πολιτισμός είναι κατά κύριο λόγο μια καταπιεστική οργάνωση του βίου και γι' αυτό ενοχοποιείται για ποικίλες διαταραχές της ψυχικής υγείας. Ζούμε όμως στο πλαίσιό του και κατά συνέπεια με τους όρους του. Η πολιτική ορθότητα είναι ένας από αυτούς και είναι επείγον να τον αξιοποιήσουμε.

Αντώνης Κωτίδης,
Αναπληρωτής Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.
Το ΒΗΜΑ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

(Α) Να αποδώσετε περιληπτικά το περιεχόμενο του παραπάνω άρθρου σε 100-120 λέξεις.
(B1) Να γράψετε ένα δικό σας τίτλο για το παραπάνω άρθρο.
(Β2) Τι ώθησε τον αρθρογράφο να γράψει αυτό το άρθρο; Ποιο είναι το γεγονός και ποια τα σχόλια του αρθρογράφου στην πρώτη παράγραφο;
(Β3) α) Ποιο είναι το βασικό θέμα που προβάλλει στο άρθρο αυτό ο συγγραφέας; β) Πού αποδίδει τις ευθύνες για το φαινόμενο που πραγματεύεται;
(Β4) Ποιοι είναι οι τρόποι ανάπτυξης της 2ης και 4ης παραγράφου του κειμένου; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.
(Β5) Να γράψετε από ένα αντώνυμο για κάθε υπογραμμισμένη στο κείμενο λέξη, ώστε να αποδίδεται το νόημα της πρότασης στην οποία ανήκει: άγονο, έλλειμμα, υποκριτικό, απρεπή, ενοχοποιείται.
(Β6) «Οι καλοί τρόποι είναι απαραίτητο λιπαντικό στη μηχανή των ανθρώπινων σχέσεων». Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την άποψη αυτή του συγγραφέα; Να αναπτύξετε τις απόψεις σας σε μια παράγραφο 80-100 λέξεων.
(Β7) «ανεκτικότητα, στερεότυπο, προσώρας, ανήλιαγα, μεγαθύμως»: Με καθεμία από τις παραπάνω λέξεις να σχηματίσετε από μία πρόταση που να αποδίδει το νόημά της.
(Γ1) Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλά ευρωπαϊκά κράτη είναι η αυξανόμενη απήχηση της ρατσιστικής ιδεολογίας. Σε ποιες αιτίες πιστεύετε ότι οφείλεται το φαινόμενο αυτό; Τι νομίζετε ότι μπορούν να κάνουν οι νέοι για την αντιμετώπισή του; Να αναπτύξετε τις απόψεις σας σε ένα κείμενο 500- 600 λέξεων που θα αποτελέσει την εισήγησή σας σε μια σχολική εκδήλωση με θέμα τον ρατσισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου