4.2.11

Σελίδες του Γιώργου
 Ιωάννου

Μες στους προσφυγικούς
συνοικισμούς

Στου Κεμάλ το σπίτι

της Αγάθης Γεωργιάδου
Αφηγηματικό υλικό
Τα αφηγήματα του Ιωάννου έχουν ως πρώτη ύλη μαρτυρίες και βιώματα, αλλά και πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα από το παρελθόν, την καθημερινότητα και τη νεοελληνική πραγματικότητα (τον κόσμο της προσφυγιάς, τον πόλεμο, την κατοχή, τη μεταπολεμική περίοδο), τα οποία ο συγγραφέας εξομολογείται, διασώζοντάς τα με δύο κυρίως μέσα: την πολύ ισχυρή μνήμη του και τη μεγάλη παρατηρητικότητά του. (Δρουκόπουλος)
Η αφήγηση
«Με την αφήγηση ανασταίνει κυρίως μια παλιότερη εποχή, προσωπικά και υποκειμενικά βιωμένη. Έτσι, τα αφηγήματα φαίνονται σαν αναμνήσεις του από τα περασμένα, όπου διοχετεύει τις απόψεις του, τις κρίσεις του, τις προτιμήσεις του» (Σαχίνης).
Χρόνος
Ο χρόνος στα πεζογραφήματα του Ιωάννου δεν είναι απλός. Συνήθως παρελθόν και παρόν γίνονται ένα, εμπλέκονται, δίνοντας στα έργα του την εικόνα της σύνθεσης παρόντος - παρελθόντος και των διαφορετικών χρονικών στιγμών (Αράγης).
Συχνά το παρελθόν εσωτερικεύεται, γίνεται παρόν κλιμακωτά ενώ αιχμαλωτίζεται από την αφήγηση (Δρουκόπουλος).
Ο Χώρος
Ο χώρος (που ο ίδιος αποκαλεί «δοχείο μνήμης») είναι παρών στα περισσότερα έργα του. Ο συγγραφέας τον αντιμετωπίζει ως αντικείμενο της πεζογραφίας του, αφού είναι ουσιαστικό στοιχείο των έργων του και όχι απλό σκηνικό.
Ο χώρος στα έργα του Ιωάννου συνδέεται και με το χρόνο αλλά και με τον εσωτερικό προσωπικό
κόσμο που διαμορφώνει και το χώρο της πόλης.

Η Θεσσαλονίκη

Η Θεσσαλονίκη αποκαλύπτεται με θαυμαστό τρόπο στο έργο του Ιωάννου: μια τοιχογραφία- ψηφιδωτό:
 «Απ΄ τα σφαγεία με τις απέραντες ερημιές και τις λαϊκές ταβερνούλες, στον παλιό σταθμό με τα παρακμασμένα καφενεία και τα αδρανούντα βαγόνια, στην ύποπτη Μπάρα και στη Ραμόνα, στη γραφική και μίζερη Πάνω Πόλη, στην αχανή και αδιαμόρφωτη πλατεία Δικαστηρίων, στους σαθρούς βυζαντινούς ναούς, στα ύποπτα ξενοδοχεία της Εγνατίας, στις στενόκαρδες πολυκατοικίες, στους άχρωμους κεντρικούς δρόμους, στα μουχλιασμένα γραφεία, στο πανεπιστήμιο, στα λαϊκά σινεμά της μπόχας,
στην κοσμική ατμόσφαιρα, ο συγγραφέας περπατάει με άνεση, γνήσιος Θεσσαλονικιός, που καταλαβαίνει, που μιλάει όταν του πέφτει λόγος και που σωπαίνει όταν χρειάζεται ν' ακούσει και να δει, που αναγνωρίζει, συγκινείται και στοχάζεται».
Το αφηγηματικό είδος
Τα πεζογραφήματα του Ιωάννου αποτελούν μικρογραφίες της καθημερινής ζωής των κατοίκων της Θεσσαλονίκης: «μινιατούρες της καθημερινότητας». (Βιστωνίτης)«Άλλοτε πλησιάζουν τον ''άμορφο'' συνειρμικόμονόλογο [ ...;], άλλοτε υποδύονται το δοκίμιο[ ...;], άλλοτε πάλι εμφανίζονται ως παραδοσιακά διηγήματα [ ...;]». (Κοτζιάς)
Το πεζογράφημα
Σε συνέντευξή του (1984) ο ίδιος χαρακτήρισε το αφήγημά του ως «πολύπτυχο πεζογράφημα» και το όρισε ως: «Αυτό που περιέχει όλα τα είδη, που είναι και δοκίμιο και χρονικό και σχόλιο πάνω στις ιστορίες που εννοούνται».
«Η αφήγησή του, που κατά κύριο λόγο γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, έχει έναν χαρακτήρα καταγραφικό και κάποτε χρονογραφικό [...].»
«Η εμπειρία είναι το κυρίαρχο στοιχείο [ ...;].»
«Η δομή του είναι στοιχειώδης [ ...;]»: δεν υπάρχει κεντρικός μύθος αλλά σύνθεση συνειρμών.
«Η συμβολή του βρίσκεται αλλού: στον τρόπο που απομονώνει το κάθε περιστατικό, στην έντονη συγκινησιακή φόρτισή του και στην ακρίβεια και την καθαρότητα της γλώσσας του» (Βιστωνίτης).
Αφηγηματικές τεχνικές
Οπτική γωνία: Μονοεστιακή ή μονομερής αφήγηση: Ο αφηγητής αφηγείται σχεδόν πάντα μέσα από τη δική του οπτική
Ποικίλει όμως ο βαθμός συμμετοχής του στην αφήγηση, αφού άλλοτε εξομολογείται προσωπικά του βιώματα σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε θεάται και σχολιάζει ευθέως ή με υπαινιγμούς.
Τα υπόλοιπα αφηγηματικά πρόσωπα παρουσιάζονται συνήθως από τη δική του οπτική.
Η αφήγηση μπορεί να είναι σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο (πολύ σπανίως και σε τρίτο).
Η τεχνική των συνειρμών
Η τεχνική των συνειρμών και της σύζευξης διαφόρων στοιχείων (ο Ιωάννου παρατηρεί, θυμάται, συγκεντρώνει αποκόμματα). Οι συνειρμοί ωθούνται από την επικαιρότητα, από το χώρο, από τις σκέψεις, τις αναμνήσεις, τις κουβέντες, τα αντικείμενα, τις λέξεις, τους ήχους κλπ. Η αφετηρία των συνειρμών άλλοτε δηλώνεται με έμφαση και άλλοτε όχι, οπότε η αφήγηση αρχίζει «ανεπαίσθητα». Χαρακτηριστικό είναι ότι έτσι καταργούνται συχνά οι αφηγηματικές συμβάσεις (Μαρωνίτης).
Άλλες τεχνικές ...
Η τεχνική του συγκερασμού, όταν η αφήγηση είναι σύνθεση πολλών και συχνά αντιθετικών πραγμάτων, ενός υλικού που τροποποιείται άλλοτε με τον ένα και άλλοτε με τον άλλο τρόπο για να εξυπηρετήσει την
εκάστοτε αφήγηση.
Η τεχνική του εγκιβωτισμού που μπορεί να έχει ή τη μορφή της αναδρομικής / οπισθοχωρητικής αφήγησης ή τη μορφή διαφόρων ιστοριών που αφηγείται ο αφηγητής διακόπτοντας την αρχική, για να επηρεάσει πρόσωπα και πράγματα.
Η τεχνική της κυκλικής δομής στην περίπτωση που το πεζογράφημα αρχίζει και τελειώνει με το ίδιο γεγονός.
Η τεχνική του «διασπασμένου θέματος» (Αράγης)

Το τεράστιο και ετερόκλητο υλικό της αφήγησης οργανώνεται με την τεχνική του διασπασμένου θέματος, από το οποίο γεννώνται πεζογραφήματα - σπαράγματα, μικρογραφίες της καθημερινότητας, που κάποτε κινούνται στο πλαίσιο της νεοελληνικής πραγματικότητας και κάποτε μυθοποιούν την παιδική ηλικία του αφηγητή, ο οποίος αντιμετωπίζει τα πράγματα και τα γεγονότα μέσα από το δικό του το προσωπικό αλλά όχι το αυστηρά εξατομικευμένο πρίσμα. Η μνήμη και τα πρόσωπα του παρελθόντος είναι κυρίαρχα στο παρόν και ανακαλούνται μέσω συνειρμών (συνειρμική οργάνωση του αφηγηματικού υλικού).
Σπανιότερα χρησιμοποιεί την τεχνική του αδιάσπαστου θέματος:
ο αφηγητής παρατηρεί, θυμάται, σκηνοθετεί και ενοποιεί τελικά το υλικό του με τρόπο ευθύγραμμο.
Άλλα γνωρίσματα του έργου του ...
Η μαρτυρία, το βίωμα, η εξομολόγηση, η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας και του αδιεξόδου τροφοδοτούν τα κείμενά του. [ ...;]
Το εξωτερικό σκηνικό κατά κανόνα συνοδεύεται από την εσωτερική του περιπλάνηση στο χώρο της ατομικής και συλλογικής μνήμης.
Οι αποτυπώσεις του, οι περιγραφές -άλλοτε λιτές και άλλοτε εμποτισμένες στο ποιητικό κλίμα- η λεπτή παρατήρηση, το σχόλιο, η ανεπιτήδευτη γραφή, η ανάκληση του παρελθόντος αλλά και η διαπραγμάτευση του παρόντος, τον οδηγούν σε νέους τρόπους οργάνωσης του αφηγηματικού υλικού.
Απελευθερωμένος από τη δεσποτεία του κεντρικού μύθου και της πλοκής, συνθέτει τα περιστατικά που εξιστορεί και σκιαγραφεί τα πρόσωπά του [ ...;] , θρυμματίζοντας τη χρονική και αφηγηματική αλληλουχία του κειμένου.
Ο αναγνώστης [ ...;] θέλγεται από την αμεσότητα της γραφής του...
Χιούμορ, απουσία μελοδραματισμού, νηφαλιότητα.
Η αμφιθυμία
Η στάση του Ιωάννου απέναντι σε πρόσωπα και πράγματα χαρακτηρίζεται αμφίθυμη, γιατί, παρά τη φόρτιση και την ευαισθησία που εμπερικλείουν τα πεζογραφήματα του, κατορθώνει να χαλιναγωγεί το συναίσθημα, να κρατάει το χιούμορ του, να αναμιγνύει το κωμικό με το τραγικό, την πικρή με τη γλυκιά του ανάμνηση (Κοτζιάς).
Γλώσσα - Ύφος
Η γλώσσα των έργων του είναι ακριβής, απλή και καθημερινή, μια γλώσσα βιωμένη που κατευθύνεται εσωτερικά. Ο λόγος του είναι γενικά μικροπερίοδος και σε μερικά μόνο έργα (γύρω στο 1976) μακροπερίοδος.
Το ύφος του είναι συχνά ακτινοειδές, διότι, ό,τι συμβαίνει στην ενότητα είτε ξεκινάει από ένα κεντρικό σημείο που έχει αντίκτυπο στην περιφέρεια, είτε κινείται αντίστροφα από την περιφέρεια προς το κέντρο.
Ο Ιωάννου υπαινίσσεται με δύο τρόπους: α) λέγοντας και ταυτόχρονα μη λέγοντας κάτι, όταν χρησιμοποιεί λέξεις / φράσεις γεμάτες νόημα αλλά ατελείς και β) μεταθέτοντας σε άλλα πρόσωπα, τόπους, εποχές, γεγονότα που συμβαίνουν εδώ και τώρα (Δρουκόπουλος).



Μες στους Προσφυγικούς συνοικισμούς

Η συλλογή Για ένα φιλότιμο (1964)
Η πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων του Ιωάννου, που εισήγαγε την πρωτοτυπία της γραφής του: 22 μικρές συνθέσεις, γραμμένες σε πρώτο
πρόσωπο, με εξομολογητική διάθεση.


θέμα
Οι πρόσφυγες (Πόντιοι, Καραμανλήδες, Μικρασιάτες, Κωνσταντινοπολίτες, Θρακιώτες, Μοναστηριώτες κ.ά.) και οι δυσκολίες ενσωμάτωσής τους.
Οι δεσμοί του αφηγητή με τους πρόσφυγες
Η μοναξιά του μέσα στην πόλη

Η αφόρμηση του αφηγητή
Μια συνηθισμένη, καθημερινή σκηνή:
τα παιδιά που παίζουν μπάλα σε ένα προσφυγικό συνοικισμό
Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά ...;).
Ο αφηγητής τα παρακολουθεί από ένα καφενείο και οι σκέψεις του
ακολουθούν την ελεύθερη ροή των συνειρμών.
Ο χώρος και ο χρόνος
Το γνωστό («ορισμένο») καφενείο, αργά το μεσημέρι, την ώρα που οι «οι μεγάλοι» γυρίζουν από τη δουλειά τους.
Η ταυτότητα των προσφύγων
Είναι δεύτερης γενιάς, γεννημένοι στη Θεσσαλονίκη, όπως ο αφηγητής.
Διατηρούν όμως τα χαρακτηριστικά της ράτσας και της ψυχής τους.
Βιοπαλαιστές, αληθινοί και γνήσιοι στον καθημερινό αγώνα τους.
Η ράτσα και η ψυχή
Η ράτσα: η γενιά, η φυλή, μια ορισμένη πληθυσμιακή ομάδα με συγκεκριμένη καταγωγή και κοινάβιολογικά χαρακτηριστικά (χρώμα δέρματος, γλώσσα, συνήθειες)
Η ψυχή: ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, η κουλτούρα και η ψυχοσύνθεσή του.
Η αντίθεση
Οι πρόσφυγες του συνοικισμού διαφέρουν από τους «διεσπαρμένους» πρόσφυγες, όπως ο αφηγητής, γιατί, ζώντας όλοι μαζί, διατηρούν τους δεσμούς τους με το παρελθόν και τις ρίζες τους, έχουν περισσότερη συνοχή και αμιγέστεραχαρακτηριστικά.
Η ικανότητα του αφηγητή να αναγνωρίζει τις φυλετικές ομάδες
Ο αφηγητής καυχιέται πως μπορεί να ξεχωρίσει τις φυλετικές ομάδες. Την ικανότητά του αυτή τη στηρίζει:
στην εξάσκησή του
στην παρατηρητικότητά του
στην προσοχή στη λεπτομέρεια
στη μεγάλη του αυτοπεποίθηση στο θέμα αυτό.
Λ.χ. αναγνωρίζει τους Ποντίους από την κορμοστασιά, την ομιλία, το μελαχρινό
τους χρώμα.
Η ειρωνεία του αφηγητή
Το σχόλιο του αφηγητή για τους Κωνσταντινουπολίτες: όλοι ισχυρίζονται πως προέρχονται από το κέντρο της Πόλης
Η δεσμοί που συνδέουν τον αφηγητή με τους πρόσφυγες
Ο αφηγητής νιώθει ότι βρίσκεται ανάμεσα σε δικούς του ανθρώπους, ότι τον συνδέουν μαζί τους δεσμοί αίματος και καταγωγής. Η επαφή μαζί τους τον συγκινεί και τον συναρπάζει.
Χαρακτηριστικά είναι τα ρήματα που εκφράζουν αυτή τη βαθιά επικοινωνία:
Διαισθάνεσαι, σου 'ρχεται ν' αγκαλιάσεις, μεθώ, χαίρομαι, ανατριχιάζω, κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά κλπ
 Ο συλλογισμός
Ο άνθρωπος αποτελείται απ' αυτά που τρώει και πίνει.
Εδώ τρώω και πίνω
Άρα: είμαι από εδώ

Η διαπίστωση της αντίφασης: «Και πώς εξηγείται τότε όλη αυτή η λαχτάρα;»

Επομένως: ο συλλογισμός της λογικής ανατρέπεται και το αίμα τραβάει εκεί όπου απλώνονται οι ρίζες των γονιών του.
Η πατρίδα
Για τον αφηγητή, πατρίδα δεν είναι ο τόπος όπου γεννιέται και μεγαλώνει κανείς, αλλά ο τόπος όπου απλώνονται βαθιά οι ρίζες του. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για ένα παιδί προσφύγων: να γνωρίσει τον τόπο των γονιών του, αυτή η πατρίδα τον έλκει, μ' αυτήν τον συνδέουν δεσμοί αίματος.
Οι βαθύτερες ρίζες
Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς, ο αφηγητής νιώθει να ζωντανεύουν και άλλοι, πανάρχαιοι, λαοί, πρόγονοι των προσφύγων, όπως οι Χετταίοι, Φρύγες, Λυδοί, ονόματα γεμάτα μυστήριο και αγάπη για τον αφηγητή
Η παρέκβαση
Σε μια παρέκβαση ο αφηγητής με γλώσσα σκληρή και συναισθηματικά φορτισμένη, καταφέρεται εναντίον των «εγκληματιών  των γραφείων» και όλους όσους δυσκόλεψαν με τη στάση και τη συμπεριφορά τους την ενσωμάτωση των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία και τους εξωθούν στη διχόνοια και τη μετανάστευση.
Η αναχώρηση
Η ανομολόγητη βαθιά επικοινωνία αλλά και η απόσταση του αφηγητή από τους πρόσφυγες.
Το αίσθημα της απομόνωσης εκφράζεται με τρία επίθετα:
ολομόναχος, ξένος παντάξενος
Η παραίσθηση
Φεύγοντας, αισθάνεται τις οδικές αρτηρίες με τους κόκκινους
σηματοδότες και τη θορυβώδη κυκλοφορία σαν το αίμα.
Ο αφηγητής νιώθει τους πρόσφυγες παρόντες, να κυλούν
μέσα στις φλέβες του.
Το αίσθημα της μοναξιάς
Ο αφηγητής νιώθει ξένος μέσα στη μεγαλούπολη κι αδιάφορες τις
σχέσεις του με τους άλλους.
Το παράπονο
Ο αφηγητής εκφράζει το παράπονό του κι αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις συμβατικές σχέσεις των ανθρώπων, την αδιαφορία, την ανωνυμία, τη μοναξιά, το φόβο για τον άλλο. Χαρακτηρίζει μάλιστα τη στάση αυτή ως πονηρές προφάσεις του πολιτισμού για να κρύβεται η παρανομία.
Η μοναξιά της μεγαλούπολης τον κάνει να «ζηλεύει» όσους παρέμειναν στα πατρογονικά τους, στη γη και τους συγγενείς τους ή κι αυτούς που, αν και πρόσφυγες, δεν αποκόπηκαν από τη ράτσα τους.
Η ευχή
Κυκλικά, ο αφηγητής επανέρχεται στην αρχή των συνειρμών με την ευχή να ζούσε σε ένα προσφυγικό συνοικισμό, εκεί όπου βρίσκει την ταυτότητά του και τις προγονικές του ρίζες.
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

Ο όρος «πρόσφυγες»
Ονομάζονται οι πληθυσμοί που ξεριζώνονται από τον τόπο τους λόγω πολέμων ή άλλων πολιτικών γεγονότων, ακόμα και από φυσικές καταστροφές.
Το βιωματικό υλικό
Η προσφυγική καταγωγή του αφηγητή
Η καταγωγή από τη Θράκη
Η γέννηση στη Θεσσαλονίκη
Η μοναχική ζωή στην πόλη
Η γνώση των θρησκευτικών εθίμων και των λαϊκών δοξασιών
Η ιστορική κατάρτιση του αφηγητή
Το αφηγηματικό υλικό
Η προσφυγιά
Η μετανάστευση
Η βιολογική και πολιτισμική καταγωγή του ανθρώπου
Η σύγχρονη ζωή στις μεγαλουπόλεις
Το εθνογραφικό, γεωγραφικό και  ιστορικό υλικό
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας προσφύγων
Οι τόποι καταγωγής και τα τοπωνύμια
Τα ονόματα αρχαίων λαών που ζούσαν στους τόπους των προσφύγων
Αφηγηματικές τεχνικές
Η πλοκή οργανώνεται χαλαρά με βάση τους συνειρμούς και τις
σκέψεις του αφηγητή.
Η αφήγηση προχωρεί ευθύγραμμα και ξαναγυρίζει στην αρχή (κυκλική)
Η οργάνωση του αφηγηματικού υλικού
Γίνεται μέσω συνειρμών και παρεκβάσεων (α. η παρουσίαση των φυλών, β. η παρέκβαση των αρχαίων λαών και γ. η εκμετάλλευση τωνπροσφύγων).
Το είδος της αφήγησης
Εσωτερική, πρωτοπρόσωπη, μονοεστιακή, μονομερής: ο αφηγητής παρατηρεί από κοντά αλλά και μετέχει σε όσα αφηγείται, τα οποία παρουσιάζει από τη δική του οπτική γωνία.
Εκφραστικοί τρόποι / γλώσσα
Το πεζογράφημα είναι διάσπαρτο από εικόνες.
Η γλώσσα είναι απλή κι ανεπιτήδευτη, ο λόγος μικροπερίοδος, η διάθεση εξομολογητική.
Υπερτερούν τα ρήματα.

Στου Κεμάλ το σπίτι
Η συλλογή
 Θέμα/ Θεματικός πυρήνας πεζογραφήματος
Οι συχνές επισκέψεις μιας άγνωστης γυναίκας τουρκικής καταγωγής στο σπίτι του αφηγητή, που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.
Η αγάπη και η νοσταλγία της γυναίκας για το σπίτι όπου γεννήθηκε και
μεγάλωσε.
Οι δεσμοί με τα λειτουργικά σημεία-σύμβολα του σπιτιού (τα μούρα, το νερό από το πηγάδι)
Οι επισκέψεις:
Σε διάστημα οκτώ χρόνων περίπου επισκέφτηκε το σπίτι τέσσερις φορές:
Άνοιξη 1936: την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ' το πηγάδι της αυλής. [ ...;] μας ζήτησε [μούρα]η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόροτους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και ταυπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγεχαρούμενη.

1938 (δύο χρόνια μετά): Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα [τα μούρα] στο κατώφλι

1939 (λίγο πριν τον πόλεμο): της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό [ ...; ] την είδαμε ταραγμένη [ ...;] βούρκωσε

«λίγο μετά τον πόλεμο» (1944;): Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι.

Η αρχοντική εικόνα της γυναίκας στο αφήγημα

Καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου
Από την αρχή:
«Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά [ ...;]».
Ως το τέλος:
«Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. [ ...;] Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».
«Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης
αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα.»

Η στάση του αφηγητή και της οικογένειάς του απέναντί της ...;

Στην αρχή, ευγενική ...; Προσπαθούν με διάφορες εικασίες να ερμηνεύσουν την παράξενη συμπεριφορά της, αλλά και τις σποραδικές εμφανίσεις της. Θεωρούν ότι είναι ...;
« ...; καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα».
Έπειτα, όταν αρνείται να πιει νερό από τη βρύση, την περιβάλλουν με καχυποψία και αγανάκτηση:
«Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι.»

Ο πόνος του εκπατρισμού
Στη συνέχεια, τα συναισθήματα αλλάζουν, μετατρέπονται σε συμπόνια και κατανόηση για το κοινό βίωμα του εκπατρισμού, της προσφυγιάς και της νοσταλγίας:
«Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: «η τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη  νοσταλγία της.»

Η αποκάλυψη της αλήθειας
Ο μπέης και η όμορφη κόρη
Η ανταλλαγή πληθυσμών και ο ξεριζωμός
(Συνθήκη της Λοζάννης 1923)
Η καυστικότητα του αφηγητή
Καταφέρεται ενάντια στη «μοντέρνα» αισθητική, την επικράτηση του συμφέροντος, την αστικοποίηση, την κερδοσκοπία, την εξαπάτηση της Αρχαιολογικής υπηρεσίας.
Ιδιαίτερα, οργίζεται για το γκρέμισμα σπιτιών με μνήμες και ιστορία και την ύψωση στη θέση τους ακαλαίσθητων πολυκατοικιών (αντιπαροχή), αλλά και για το «μπάζωμα» των αρχαιολογικών ευρημάτων ...;
«Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το
έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα ...;»
 Η οργή και αγανάκτηση
Αποτυπώνεται φραστικά με τα επίθετα ή άλλες λέξεις με αρνητική σημασία:

σιχαμένος σπιτονοικοκύρης, πονηρό μυαλό, συμμορίες εργολάβων, γελοίοι, δασκαλεμένοι εργάτες, νέο εξάμβλωμα.
Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα....
 
Αφηγηματικές τεχνικές
Ο χρόνος της αφήγησης:
Με αφετηρία το «παρόν», η αφήγηση μετατοπίζεται ευθύγραμμα προς το παρελθόν (αναδρομική).
Χαρακτηριστικά είναι τα χρονολογικά άλματα από το παρόν (δεκαετία του '70) στο παρελθόν (Μικρασιατική καταστροφή, 1936-1944) και αντίστροφα, συνήθη στην πεζογραφία του Ιωάννου, ακόμα και στο μέλλον («θα παραφυλάγω...ίσως μπορέσω να εμποδίσω»).
Ο χώρος της αφήγησης:
Η Θεσσαλονίκη - η πόλη με τον πρωταρχικό ρόλο στην πεζογραφία
του Ιωάννου- και συγκεκριμένα η γειτονιά όπου βρισκόταν το σπίτι
του Κεμάλ, μια μονοκατοικία με κήπο.
Το είδος της αφήγησης
Όπως στα περισσότερα πεζογραφήματα του Ιωάννου, η αφήγηση είναι κατά κύριο λόγο εσωτερική (μονοεστιακή/μονομερής), βιωματική, πρωτοπρόσωπη (εγώ, εμείς) από ομοδιηγητικό αφηγητή, που συμμετέχει
στα δρώμενα ως παρατηρητής. Παρόλο που ο αφηγητής παραχωρεί το λόγο και σε άλλα πρόσωπα του κειμένου, με παρεμβολή ευθέος λόγου (η ευχαρίστηση της Τουρκάλας, τα λόγια της γιαγιάς, του σπιτονοικοκύρη, της γριάς γειτόνισσας και εκείνου που αναφωνεί "η τουρκάλα"), πρόκειται μόνο για περιστασιακές αναφορές που επιδιώκουν τη ζωντάνια και την παραστατικότητα.
Οι εκφραστικοί τρόποι
Οι εικόνες:
Της γυναίκας, του σπιτιού, της αυλής, της συκομουριάς, του ψηφιδωτού, του βομβαρδισμένου σπιτιού, των δύο πολυκατοικιών.
Οι αντιθέσεις:
Ο παλιός και ο νέος κόσμος, η ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων και η επιφύλαξη, το καλαίσθητο και το ακαλαίσθητο
Η γλώσσα και το ύφος
 Γλώσσα: καθημερινή, απέριττη, απλή και ανεπιτήδευτη, με πεζολογικά στοιχεία.
Ύφος: απουσία μελοδραματισμού, ποιητική ελλειπτικότητα, ελεγχόμενη συναισθηματική φόρτιση.

Το ιστορικό υλικό
Ο Κεμάλ Ατατούρκ
Η Μικρασιατική Καταστροφή
Η Συνθήκη της Λοζάννης κι η ανταλλαγή πληθυσμών
Ο πόλεμος του '40
Η αστικοποίηση και αντιπαροχή των δεκαετιών '60-'70
(η ύδρευση των πόλεων και η εγκατάλειψη των πηγαδιών, η ανέγερση πολυκατοικιών, το γκρέμισμα των αρχοντόσπιτων κλπ).

Το βιωματικό στοιχείο
Το δράμα του βίαιου ξεριζωμού και της ανταλλαγής πληθυσμών, ο πόνος και τα βάσανατης προσφυγιάς, η λαχτάρα για τις χαμένεςπατρίδες, ο νόστος παρουσιάζονται ως βιώματα και των δύο πλευρών, Ελλήνων και Τούρκων.

Σύγκριση
Και τα δύο κείμενα εκφράζουν την αγάπη και τη νοσταλγία που νιώθουν οι άνθρωποι, κάθε εθνικότητας, για τον τόπο και το σπίτι όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, τον πόνο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, και αναδεικνύουν τους βαθιά ριζωμένους δεσμούς του ανθρώπου με το χώμα του, με τα δέντρα και το νερό του τόπου του.
Η διαφορά είναι ότι η Τουρκάλα δεν ξεριζώθηκε βίαια από το σπίτι της. Αυτό έγινε μετά από πολιτική συνθήκη ανταλλαγής πληθυσμού, σ' αντίθεση με τον αφηγητή στο «Γλυκό του κουταλιού», που έχει το σπίτι του υπό κατοχή.
Μπορεί ο καημός της στέρησης να είναι όμοιος, αλλ' είναι οδυνηρότερος ο πόνος που προέρχεται από τον βίαιο εκπατρισμό.

πηγή: http://spoudasterion.pblogs.gr/2010/04/giwrgoy-iwannoy-mes-stoys-prosfygikoys-synoikismoys-stoy-kemal-t.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου