3.10.10


ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΠΗΓΕΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ Α.

ΠΗΓΗ 1
Παραλλήλως προς την εγκατάστασιν των µωαµεθανών προσφύγων εις τα ελληνικά χωρία της Θράκης και των παραλίων της Μικράς Ασίας (διότι εις το εσωτερικόν της Μικράς Ασίας δεν έγιναν εγκαταστάσεις µουσουλµάνων εις ελληνικά χωρία) ετέθησαν εις ενέργειαν και πάντες οι δυνατοί τρόποι καταπιέσεως του ηµετέρου στοιχείου: εµπορικός αποκλεισµός, συλλήψεις, φυλακίσεις, κακώσεις, τραυµατισµοί, δηώσεις, τροµοκρατία της υπαίθρου χώρας. Οι µωαµεθανοί πρόσφυγες µόλις εγκαθιστάµενοι εις τας χριστιανικάς οικίας εξεδίωκον τους ηµετέρους οµογενείς και κατελάµβανον τα κτήνη, τα οικιακά σκεύη, έπιπλα, εργαλεία, και πάσαν εν γένει την περιουσίαν αυτών. τους ηνάγκαζον να εργασθώσι δια λογαριασµόν των κακοµεταχειριζόµενοι και παντοιοτρόπως πιέζοντες αυτούς. Εις τους δυστυχείς χριστιανούς ουδέν υπελείπετο ή ν’ αναχωρήσωσι πεινώντες και εστερηµένοι των πάντων. Ούτω ήρχισεν η µετανάστευσις των κατοίκων των χωρίων των επαρχιών Ανδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, .ιδυµοτείχου, Βιζύης, Ηρακλείας, Αίνου, Καλλιπόλεως, Γανοχώρων, Φωκαίας, Κυδωνιών, Περγάµου, Αδραµυττίου, Βρυούλλων, Κυζίκου, Τσερµέ κ.λπ., κ.λπ. µετανάστευσις ήτις, δικαίως, µεγάλως ανησύχησε την ηµετέραν Κυβέρνησιν προβάσαν εις επανειληµµένα διαβήµατα προς περιστολήν του κακού και απειλήσασαν αντίποινα. Εν τω µεταξύ συµµορίαι ενόπλων µωαµεθανών είχον καταστήσει αδύνατον την ύπαρξιν του ηµετέρου στοιχείου εν τη υπαίθρω χώρα. Οι φόνοι, οι τραυµατισµοί, αι λεηλασίαι, των ελληνικών περιουσιών ήσαν εις την ηµερησίαν διάταξιν καθ’ όλην την Τουρκίαν, εις τας συµµορίας ελάµβανον µέρος και αξιωµατικοί τούρκοι. Ο εµπορικός αποκλεισµός εφηρµόζετο κατά τον αγριώτερον τρόπον.
Ανέκδοτη επιστολή από το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών
ΠΗΓΗ 2
Ο ελληνικός όµως πληθυσµός της Μικράς Ασίας ήταν ύποπτος στις τουρκικές αρχές. Αυτό φαίνεται καθαρά σε διαταγή της τουρκικής κυβερνήσεως στη διοίκηση Σµύρνης (14 Μαΐου 1914), που διοχετεύτηκε στον ευρωπαϊκό τύπο.
Στο ίδιο κείµενο, ενώ δίνονται οδηγίες βίαιης εκτοπίσεως, υπενθυµίζεται στις αρχές να προµηθευτούν από τους εκτοπισµένους πιστοποιητικά ότι εγκαταλείπουν θεληµατικά τα σπίτια τους, ώστε να µη δηµιουργηθούν αργότερα πολιτικά ζητήµατα. Φαίνεται πως για τη διεξαγωγή της επιχειρήσεως εκτοπισµού του ελληνικού πληθυσµού χρησιµοποιήθηκαν γερµανικές µέθοδοι.
Άλλωστε από τους τελευταίους µήνες του 1913 τη στρατιωτική διοίκηση της Τουρκίας είχε αναλάβει ο Γερµανός στρατηγός Λίµαν φον Σάντερς. Είναι µάλιστα ενδεικτικό πως το Μάιο του 1914 στρατιωτική αποστολή µε επικεφαλής το φον Σάντερς επιθεώρησε την περιοχή που θα έπρεπε να εκκενωθεί µέσα σε σαράντα µέρες.
Ι.Ε.Ε., τόµ. ΙΕ΄, σ. 99

Αφού µελετήσετε τις παραπάνω πηγές και µε βάση την αφήγηση του σχολικού σας βιβλίου να επισηµάνετε τις µεθόδους που χρησιµοποίησαν οι Τούρκοι για τον εκτοπισµό των Ελλήνων κατά το έτος 1914.


ΠΗΓΗ 1
Ο Α. Α. Πάλλης, γνωστός για τον χειρισµό των προσφύγων, ως δηµόσιος υπάλληλος του Ελληνικού κράτους, σε µια «Αναδροµή στο προσφυγικό ζήτηµα» (Μικρασιατικά Χρονικά, Αθήνα, τόµος 11ος, 1964) διηγείται πως ένα πρωί του Απρίλη 1914, στη Θεσσαλονίκη όπου υπηρετούσε τότε ως οικονοµικός επιθεωρητής, είδε από το παράθυρό του πως το λιµάνι είχε γεµίσει από απρόσκλητα καράβια που είχαν καταφθάσει µέσα στη νύχτα. Τον πληροφόρησαν πως η Οθωµανική κυβέρνηση για να ασκήσει πίεση πάνω στην Ελλάδα ώστε να εκκενώσει τα νησιά του Αιγαίου και επίσης επειδή ήταν υποχρεωµένη να εγκαταστήσει τους Τούρκους πρόσφυγες οι οποίοι κατά χιλιάδες κατέφευγαν στην Οθωµανική Αυτοκρατορία, απ’ όλες τις γωνιές της Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης, είχε εκδιώξει τον ελληνικό πληθυσµό πολλών χωριών της Ανατολικής Θράκης και των ακτών της δυτικής Μικράς Ασίας, από το Αδραµύττι (Edremit) µέχρι τη Μάκρη (Fetiye), τον είχε φορτώσει
σε πλοία µε κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε τίποτα οργανώσει για να δεχθεί αυτούς τους πρόσφυγες αν και έπρεπε να είχε προβλέψει πως η πολιτική της του βαλκανικού διαµοιρασµού θα κατέληγε σε µια αυτόµατη ανταλλαγή πληθυσµών. Ίδρυσε λοιπόν βιαστικά µια Επιτροπή Περιθάλψεως και Εγκαταστάσεως Προσφύγων στη Θεσσαλονίκη. Αυτή η πρώτη επιτροπή χρησιµοποιήθηκε ως βάση για την περαιτέρω οργάνωση του υπουργείου Πρόνοιας το 1917, της Γενικής .ιευθύνσεως Εποικισµού του Υπουργείου Γεωργίας το 1918, του υπουργείου Περιθάλψεως το 1922, της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων το 1924 και τελικά του υπουργείου Υγιεινής το 1928. Από τους κύριους οργανωτές της κυβερνητικής αυτής προσπάθειας για τους πρόσφυγες υπήρξε ο γιατρός και υπουργός Απόστολος .οξιάδης (1874- 1942), πρόσφυγας ο ίδιος από τη Στενήµαχο (Asenovgrad) της Βουλγαρίας, που είχε καταφύγει στην Ελλάδα το 1915.
Το 1914, οι Έλληνες πρόσφυγες περισυλλέχθηκαν στη Θεσσαλονίκη µέσα στις εκκλησίες και οι αγροτικές οικογένειες πήραν τη θέση των κατοίκων στα εγκαταλειµµένα τουρκικά και βουλγαρικά χωριά της περιοχής.
.. Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924),
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1988, σσ. 187-188
ΠΗΓΗ 2
Αι καταδιώξεις ας υφίσταται την σήµερον το ελληνικόν εν Τουρκία στοιχείον δεν δύνανται να θεωρηθώσιν ή ως συνέχεια και εξέλιξις των διωγµών του παρελθόντος έτους.
Αι µεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας επίσηµοι σχέσεις επανελήφθησαν µεν µετά την υπογραφήν της συνθήκης των Αθηνών αλλά δεν επανήλθε και η απαιτούµενη ηρεµία εις τας σχέσεις των δύο χωρών. Το ζήτηµα νήσων του Αιγαίου εξηκολούθη ν’ απασχολή την κοινήν γνώµην ή µάλλον την των ιθυνόντων ενταύθα νεοτουρκικών κύκλων, οίτινες εθεώρησαν καλόν, και συντείνον εις την ταχυτέραν υπέρ αυτών λύσιν του ζητήµατος τούτου, να προκαλέσωσι διωγµόν εναντίον του ελληνικού στοιχείου και εξαναγκάσωσι ούτω την επίσηµον Ελλάδα εις υποχωρήσεις εν τω ζητήµατι τούτω των νήσων. Η πρόφασις ευρέθη ευκόλως: Από της καταλήψεως των τέως τουρκικών χωρών υπό των Βαλκανικών Κρατών ήρχισε µετανάστευσις του µουσουλµανικού στοιχείου, το οποίον δεν δύναται να εξακολουθήση, ως εκ των παραδόσεών του, να κατοική ενχώραις ένθα δεν είνε πλέον το δεσπόζον στοιχείον, ενδεχόµενον άλλως τε εις τούτο να συνέτειναν και καταπιέσεις ας υφίσταντο οι τούρκοι από µέρους των Σέρβων και των Βουλγάρων εν τοις υπό τούτων κατεχοµένοις τµήµασι. Βέβαιον είνε ότι την εν τω Οθωµανικώ κράτει δυσαρέσκειαν την προκληθείσαν υπό της µεταναστεύσεως των τουρκικών
πληθυσµών της Μακεδονίας εξεµεταλλεύθη το νεοτουρκικόν κοµιτάτον και έθεσεν εις ενέργειαν το προς καταστροφήν του εν Τουρκία ελληνισµού σχέδιον αυτούς εκ συνθήµατος ήρχισε πανταχού της Τουρκίας ο διωγµός.
Ανέκδοτη επιστολή από το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών

Αφού µελετήσετε τις παραπάνω πηγές και λάβετε υπόψη το κείµενο του σχολικού σας βιβλίου να αναφερθείτε στα αίτια δηµιουργίας προσφυγικού ρεύµατος προς την Ελλάδα κατά τους βαλκανικούς πολέµους και στον τρόπο αντιµετώπισής τους από το ελληνικό κράτος.



ΕΝΟΤΗΤΑ Β.

ΠΗΓΗ
Το 1924 δηµιουργείται στη Μυτιλήνη µια υποτυπώδης οργάνωση των προσφύγων Αϊβαλιωτών µε την επωνυµία «Κοινότης Κυδωνιών, Μοσχονησίων και πέριξ εν Ελλάδι». Στο κέντρο της σφραγίδας έγραψαν: «Μιµνήσκοµαι Νόστου». Είχαν περάσει κιόλας δύο χρόνια από την έξοδό τους από το Αϊβαλί κι είχε ήδη υπογραφεί η Σύµβαση της Ανταλλαγής, αλλά εκείνοι δεν απελπίζονταν. Κι όταν η οργάνωση έλαβε, τον Μάρτιο του 1932, πρόσκληση από το διευθυντή του µονοταξίου σχολείου του χωριού Κώµη για να παρακολουθήσει τη σχολική γιορτή της 25ης Μαρτίου, το συµβούλιό της ευχαριστώντας τον, απάντησε: «Η κοινότης Κυδωνιών, Μοσχονησίων και πέριξ σας ευχαριστεί δια τας φροντίδας και τους κόπους σας και εγγράφουσα και υµάς µεταξύ των ακραιφνών αυτής εν τη ξένη φίλων παρακαλεί µη παύσητε ποτέ παρέχοντες προστασίαν εις τους πρόσφυγάς της» Δέκα ολόκληρα χρόνια µετά την Καταστροφή και ακόµη το συλλογικό όργανο των Αϊβαλιωτών θεωρούσε την Ελλάδα «ξενιτιά». Ήταν πολύ δύσκολο να πιστέψουν ότι δεν θα ξανάβλεπαν ποτέ πια το Αϊβαλί και ότι δεν θα επαναλαµβανόταν η ιστορία της επιστροφής τους, όπως τις προηγούµενες
φορές, το 1821 και το 1917.
«Δεν µπορούσαµε να πιστέψουµε ότι δεν θα γυρίζαµε στα δικά µας. Όπως και οι παππούδες µας. Άντε, λέγαµε, κι αυτός είναι ο τελευταίος µήνας και κάναµε κουράγιο. Βγαίναµε στις ρούγες, µας πετροβολούσαν και µας έδερναν και πουλούσαµε τις προίκες των κοριτσιών µας για ένα κοµµάτι ψωµί κι ύστερα λέγαµε: Σαν πάµε εκεί σ’ ένα χρόνο βάνω κρεβατή - που πάει να πει αργαλειός - και τα ξαναφτιάχνω όλα. Έτσι λέγαµε να παρηγορηθούµε».
Άννα Παναγιωταρέα, Όταν οι Αστοί έγιναν πρόσφυγες,

1. Να αναφερθείτε στην αίσθηση της προσωρινότητας που είχαν οι πρόσφυγες σε σχέση µε την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα και να επισηµάνετε τις συνέπειες που είχε αυτό το γεγονός για την ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία.

ΠΗΓΗ
Η άφιξη στην Αθήνα - Αµερικανική βοήθεια για την περίθαλψη των προσφύγων
Το αντιτορπιλικό έφτασε στον Πειραιά τα χαράµατα της επόµενης µέρας. Ύστερα από σύντοµες διαπραγµατεύσεις, οι αρχές έδωσαν άδεια αποβίβασης σε όλα τα µέλη της παροικίας µας. Πολύ σύντοµα πείστηκα ότι είχα κάνει πολύ καλά που ανέλαβα προσωπικά την υπόθεση των πολιτών µας. Οδήγησα, προσωρινά, τους επιβάτες του Simpson στις εγκαταστάσεις του τελωνείου και φρόντισα να συγκροτηθεί αµέσως µια επιτροπή από τους πιο ικανούς στο χειρισµό γραφειοκρατικών θεµάτων - εξασφάλιση προµηθειών, διανοµή χρηµάτων για τις ανάγκες κάθε οικογένειας κλπ. Τα χρήµατα αυτά τα είχαµε πάρει στη Σµύρνη από τους αντιπροσώπους της Επιτροπής Ανακούφισης της Εγγύς Ανατολής. Στη συνέχεια καταπιάστηκα µε το πρόβληµα της στέγασης των φυγάδων. Τηλεγράφησα στο Κέντρο, στην Ουάσιγκτον, και εξήγησα στους προϊσταµένους µου ότι έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγµατα στη Σµύρνη, χρειαζόµουν έκτακτη οικονοµική ενίσχυση προκειµένου να αντιµετωπίσω τις ανάγκες των Αµερικανών προσφύγων. Ο Πειραιάς και η Αθήνα είχαν ήδη πληµµυρίσει πρόσφυγες από όλη την Τουρκία. Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι η εξεύρεση καταλύµατος για τους νεοαφιχθέντες Αµερικανούς θα ήταν υπόθεση δύσκολη ή και ακατόρθωτη. Αφού έτρεχα σαν τρελός όλη µέρα από τη µια υπηρεσία στην άλλη, κατάφερα επιτέλους, προς το βραδάκι, να πάρω άδεια για να κάνω χρήση ενός µεγάλου ατµόπλοιου που βρισκόταν στο λιµάνι για επισκευές.
Η έκκλησή µου στην Ουάσιγκτον για οικονοµική βοήθεια βρήκε αµέσως ανταπόκριση και µου στάλθηκε επιταγή δύο χιλιάδων δολαρίων. Δεκαπέντε ηµέρες αργότερα ήρθε από την Κωνσταντινούπολη και ο πρόξενος Oscar Heizer, ο οποίος µας έφερε κι άλλα χρήµατα. Ένα µικρό δωµάτιο στο ισόγειο του αµερικανικού προξενείου των Αθηνών διατέθηκε για να στεγάσει το προσωπικό του προξενείου της Σµύρνης. Το γραφείο αυτό πληµµύριζε καθηµερινά από τους πρόσφυγες και τους αναρίθµητους συγγενείς τους. Ήµαστε αναγκασµένοι να µελετούµε προσεκτικά κάθε περίπτωση χωριστά, για να διαπιστώνουµε κατά πόσο ο ενδιαφερόµενος δικαιούνταν τη βοήθεια που πρόσφερε η αµερικανική κυβέρνηση. Η ανυπαρξία αρχείων έκανε την έρευνά µας ακόµα πιο δύσκολη. Αλλά το πιο δυσάρεστο καθήκον µας ήταν το ζήτηµα της µετανάστευσης. Ενώ οι Αµερικανοί πολίτες µπορούσαν να επαναπατριστούν, πολλοί συγγενείς τους δε δικαιούνταν βίζα.
Οι υπάλληλοι του προξενείου βρέθηκαν κατά συνέπεια στη δυσάρεστη θέση να χωρίζουν οικογένειες και µάλιστα να ακολουθούν τους τύπους τόσο αυστηρά, ώστε να αποκόβουν ανήµπορους ηλικιωµένους γονείς από τα παιδιά τους. Ήµαστε όλοι υποχρεωµένοι να ενεργούµε σαν όργανα του ανελαστικού συστήµατος µετανάστευσης. Η γνώµη µου ήταν και είναι πως, κάτω από τις έκτακτες συνθήκες της φάσης εκείνης, το σύστηµά µας έπρεπε κατ’ εξαίρεση να αντιµετωπίσει κάπως υποχωρητικά την ιδιοµορφία και τον επείγοντα χαρακτήρα του προσφυγικού ζητήµατος της Σµύρνης. Μια πιο ευχάριστη πτυχή της δουλειάς µας ήταν η επανένωση κάποιων διαλυµένων οικογενειών. Συµβάλαµε στην επανασύνδεσή τους εντοπίζοντας τους αγνοούµενους συγγενείς που βρίσκονταν διασκορπισµένοι σε διάφορα µέρη της Ελλάδας. Αυτό το έργο ξεκίνησε από εµένα και συνεχίστηκε αργότερα πιο συστηµατικά από τις υπηρεσίες του Ερυθρού Σταυρού της Αθήνας.
George Horton, Αναφορικά µε την Τουρκία, ό.π., σσ. 175-177

2. Αφού µελετήσετε τις παραπάνω πηγές και µε βάση το κείµενο του σχολικού σας βιβλίου να αναφερθείτε στη βοήθεια που παρείχαν ξένα κράτη και φιλανθρωπικές οργανώσεις για την ανακούφιση και περίθαλψη των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.





















ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ: ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ


ΠΗΓΗ 1
Η στέγαση των προσφύγων τον πρώτο καιρό της εγκατάστασής τους στην Ελλάδα
Κατά τις πρώτες ώρες της µικρασιατικής τραγωδίας, η πρώτη δραστηριοποίηση από πλευράς ελληνικών αρχών ήταν η συλλογή τροφίµων και χρηµάτων για να περιθάλψουν τα ράκη που αποβιβάζονταν από το «Καρνάκ» και τη «Φρυγία», τα δυο πρώτα ξένα ατµόπλοια που κατέπλευσαν στον Πειραιά. Όπως ήταν φυσικό, εξίσου πρωταρχική ενέργεια υποδοχής ήταν η παραχώρηση, όπου υπήρχαν, των υποστέγων του Πειραιά, των προτεσταντικών εκκλησιών της πόλης και κάποιων αιθουσών του Τζάννειου Νοσοκοµείου. Και πάρα πολύ σύντοµα, στις εφηµερίδες της 2ας Σεπτεµβρίου, πλάι στις ειδήσεις για τη «Σµύρνη που καίγεται», τους «χριστιανούς που σφαγιάζονται» και τον Βενιζέλο που «αγωνίζεται να σώσει τη Θράκη», διαβάζουµε στα ψιλά γράµµατα ότι στο Υπουργείο Δικαιοσύνης «µελετάται η τροποποίηση του ενοικιοστασίου», στο σηµείο που αφορά στην υπενοικίαση των δωµατίων. Ακόµη, στο Ελεύθερον Βήµα παρουσιάζεται από τις πρώτες κιόλας µέρες «προσφορά δωµατίου εντός κατοικίας», αλλά υπό τον εξής όρο: το δωµάτιο προσφέρεται «για ενοικίαση από οικότροφο προσφυγοπούλα». Τα δείγµατα αυτά είναι οι προάγγελοι, κατά κάποιον τρόπο, των επικείµενων επιτάξεων, έστω και αν για την ώρα µάλλον δε φαίνεται να υπάρχει σαφής αντίληψη στο κράτος και στην κοινή γνώµη περί της εκτάσεως των γεγονότων. Στο µεταξύ οι καταλήψεις επεκτείνονται σε κάθε κενό, δηµόσιο χώρο.
Βίκα  Γκιζελή, «Επίταξις ακινήτων κατοικουµένων ή οπωσδήποτε χρησιµοποιουµένων».


ΠΗΓΗ 2
Υπό την πίεση των γεγονότων, η Επαναστατική Επιτροπή του Πλαστήρα αποφασίζει την επίταξη κάποιων ακινήτων µε Απόφασή της, την 15η Σεπτεµβρίου, δεκαπέντε ηµέρες µετά την Καταστροφή. Είναι το πρώτο από τα πολλά βήµατα που θα συµπεριλάβει η προσφυγική αποκατάσταση, που θα κάνει τον Αµερικανό διπλωµάτη και για ένα διάστηµα πρόεδρο της ΕΑΠ, Χένρυ Μοργκεντάου να πει, µε το γνωστό λυρικό του ύφος: «…το µικρό ελληνικό έθνος των πέντε εκατοµµυρίων ψυχών υποδέχθηκε τους πληγωµένους από τη δυστυχία αδελφούς του µε αταλάντευτο θάρρος και ανοιχτές αγκάλες», αναφερόµενος στο έργο της περίθαλψης.
Σε αυτή την Απόφαση της 15ης Σεπτεµβρίου στηρίζονται οι επόµενες νοµοθετικές ρυθµίσεις. Και στις 11 Νοεµβρίου του ίδιου έτους εµφανίζεται το πολύ βασικό Ν. «Περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων»: Έχοντες υπόψη την υπ’ αριθµ. 1 § της από 15 Σεπτεµβρίου 1922 αποφάσεως της Επαναστατικής Επιτροπής, προτάσει του Ηµετέρου Υπουργικού Συµβουλίου, απεφασίσαµεν και διατάσσοµεν: Άρθρον 1ον Επιτρέπεται η επίταξις εν όλω ή εν µέρει οικηµάτων επιπλωµένων και µη, αγροικιών, κτηµάτων […κτλ.] και παντός είδους ακινήτων […] µη κατοικουµένων ή άλλως πως χρησιµοποιούµενων υπό του ιδιοκτήτου.
Πολλά είναι όµως τα ερωτήµατα που τίθενται; Ποια είναι τα κριτήρια µε τα οποία αποφασίζεται µια επίταξη; Ποιος αποφασίζει την επίταξη ενός οικήµατος; Ποιος την εφαρµόζει; Πώς ενηµερώνεται ο ιδιοκτήτης; Τι γίνεται µε τα ήδη κατειληµµένα από πρόσφυγες οικήµατα; Πόσο διαρκεί µια επίταξη; Και πολλά άλλα. Ας τα δούµε µε τη σειρά. Σε ό,τι αφορά τα ποιου είδους και ποιας χρήσης οικήµατα επιτάχθηκαν, η απάντηση είναι απλή: παντός είδους και κάθε χρήσης. .ηλαδή, τα πάντα. Επιτρέπεται η επίταξις […] αγροικιών, κτηµάτων, αποθηκών, νοσοκοµείων µοναστηριακών οικηµάτων και παντός είδους ακινήτων κατάλληλων προς προσωρινήν στέγασιν ή νοσηλείαν προσφύγων […] Επιτάσσονται οικήµατα που ανήκουν σε φυσικά πρόσωπα, σε εταιρείες, σε νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, σε µονές, ναούς και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύµατα. Με αυτόν τον τρόπο επιτάχθηκαν θέατρα, κινηµατογράφοι, χαρτοπαικτικές λέσχες, γραφεία, αποθήκες, νοσοκοµεία και, φυσικά, κατοικίες. «Μη κατοικούµενες ή άλλως πως χρησιµοποιούµενες». Πάρα πολύ σύντοµα γίνεται φανερό ότι µε µόνο τις «µη κατοικούµενες» οικίες, το µέτρο της επίταξης δεν επαρκεί. Κι έτσι, έντεκα µόλις µέρες αργότερα, στις 22 Νοεµβρίου, έρχεται νέο Ν. βάσει του οποίου ο Υπουργός Περιθάλψεως, αν κρίνει ανεπαρκή την προσωρινή στέγαση, εξουσιοδοτείται να επεκτείνει την επίταξη και επί ακινήτων κατοικουµένων ή οπωσδήποτε χρησιµοποιουµένων. Από τη στιγµή αυτή, το προσφυγικό ζήτηµα αφορά άµεσα κάθε Έλληνα κάτοικο. Κανείς πλέον δεν µπορεί να µείνει απαθής. Ο Χένρυ Μοργκεντάου τώρα δηλώνει: «Και το τελευταίο ελληνικό νοικοκυριό άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του και δέχτηκε κάποιους πρόσφυγες. Στην Αθήνα πάνω από πέντε χιλιάδες δωµάτια σε ιδιωτικά σπίτια προσφέρθηκαν σε πρόσφυγες». Ο αριθµός µένει να εξακριβωθεί. Μεγέθη σε εθνικό επίπεδο είναι δύσκολο να βρεθούν. Σε άλλα κείµενα της εποχής αναφέρονται οχτώ χιλιάδες δωµάτια. Όπως είναι φυσικό ακολουθούν αλλεπάλληλες ρυθµίσεις, που επιχειρούν την οριοθέτηση, την εξειδίκευση και κάποιον εξορθολογισµό του τεράστιου αυτού κεφαλαίου που άνοιξε µονοµιάς, συγχρόνως, θα λέγαµε, µε τις εξώπορτες της ιδιωτικής κατοικίας.
Βίκα  Γκιζελή, «Επίταξις ακινήτων κατοικουµένων ή οπωσδήποτε χρησιµοποιουµένων»,

Αφού µελετήσετε τις παραπάνω πηγές να αναφερθείτε στις πρώτες ενέργειες του κράτους για την αποκατάσταση των προσφύγων.

ΠΗΓΗ 3
ΑΥΕ, φακ. Ε, προσφυγικόν ζήτηµα εν Ελλάδι, 1923:
«Η κατανοµή των προσφύγων εγένετο άνευ ουδενός κριτηρίου, ένεκα της σπουδής µεθ’ ης, ιδία εκ Μ. Ασίας, εγένετο η µεταφορά αυτών, επικρατησάσης µόνον της απόψεως να διευθύνωνται τα ατµόπλοια εις την εγγυτέραν ελευθέραν γωνίαν και όπου κατά συµπεριφοράν υπετίθετο ότι ευκολώτερα και προχειρότερα θα ήσαν τα µέσα στεγάσεως. Έπεται εκ τούτου ότι ήδη παρίσταται εκ νέου ανάγκη νέων µετακινήσεων του προσφυγικού πληθυσµού, πρώτον ίνα τα µέλη της αυτής οικογενείας επανεύρωσιν άλληλα, δεύτερον δε ίνα συνενωθώσιν επί το αυτό οι κάτοικοι των ιδίων συνοικισµών, χωρίων, κωµοπόλεων».
Άννα Παναγιωταρέα, Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες,
εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 148

«Η κινητικότητα των προσφύγων υπήρξε µεγάλη, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια»: Να σχολιάσετε τη φράση, αφού λάβετε υπόψη το παραπάνω κείµενο καθώς και το παράθεµα 14 του σχολικού σας βιβλίου (σσ. 156-157).

ΠΗΓΗ 4
Η υδροδότηση του συνοικισµού δεν επιβάρυνε στην αρχή τους κατοίκους αλλά το δηµόσιο, που έστελνε το σχετικό ποσό στο δήµο. Όταν η ροή αυτή σταµάτησε, ο δήµος αρνήθηκε να καταβάλει αυτός τη δαπάνη µε το αιτιολογικό ότι και άλλες συνοικίες ήταν εξίσου φτωχές. Ήδη όµως βρισκόµαστε στο 1936 και ίσως η απόφαση αυτή του Δηµοτικού Συµβουλίου να αντανακλά µια αλλαγή στη στάση των Ερµουπολιτών απέναντι στους πρόσφυγες. Ενώ δηλαδή τους συνέδραµαν µε ποικίλους τρόπους στην κρίσιµη φάση της άφιξης και πρώτης εγκατάστασης, φαίνεται ότι σταδιακά, και κυρίως όταν η µεγάλη οικονοµική κρίση του 1929 έπληξε ισχυρά την πόλη, άρχισαν να αρνούνται την αντιµετώπισή τους µε κριτήρια διαφορετικά, πιο ευνοϊκά, από αυτά που ίσχυαν για άλλους, εξίσου δοκιµαζόµενους κατοίκους της πόλης. Αντιβενιζελικές οµάδες άρχισαν να βλέπουν µε δυσαρέσκεια την πολιτική βαρύτητα που απέκτησαν οι πρόσφυγες µε τη δυνατότητά τους να ψηφίζουν. Είναι γνωστό ότι η βενιζελική, ιδιαίτερα, παράταξη ευνοήθηκε από την ψήφο τους. Συχνές είναι οι καταγγελίες του αντιπάλου κόµµατος ότι οι εκλογικοί κατάλογοι των προσφύγων είναι νοθευµένοι.
Χ. Λούκος, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ερµούπολη»,
στο συλλογικό τόµο Ο ξεριζωµός και η άλλη πατρίδα, ό.π., σ. 209

Αφού λάβετε υπόψη σας την παραπάνω πηγή να σχολιάσετε την αλλαγή στάσης των Ερµουπολιτών απέναντι στους πρόσφυγες κατά το 1936.
























ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ.

ΠΗΓΗ 1.
Οι πρόσφυγες είναι, κατά πλειοψηφία, αρχικά «βενιζελικοί»
Οι πρόσφυγες, προς έκδηλη δυσαρέσκεια των πιο συντηρητικών στοιχείων του αυτόχθονος πληθυσµού, ήταν πολυπληθείς και συµπαγώς εγκαταστηµένοι, ώστε να δρουν ως ρυθµιστές της πολιτικής ζωής στη διάρκεια του µεσοπολέµου. Μερικοί από τους µη προνοµιούχους ήταν επηρεασµένοι ιδεολογικά από τα επαναστατικά δόγµατα του Κοµµουνιστικού Κόµµατος της Ελλάδας (ΚΚΕ), το οποίο είχε ιδρυθεί πρόσφατα (το 1918) και ορισµένοι από τους ηγέτες του κατάγονταν από την Ανατολία. Παρά τις µεγάλες στερήσεις όµως η απήχηση του κοµµουνισµού θα παρεµποδιζόταν σηµαντικά από την εµµονή της Κοµιντέρν (µεταξύ 1924 και 1935) το ελληνικό κόµµα να υποστηρίζει την ιδέα ενός αυτόνοµου Μακεδονικού κράτους, η δηµιουργία του οποίου θα είχε ως επακόλουθο την απόσπαση µιας µεγάλης περιοχής της Βόρειας Ελλάδας. Από τους νεοεγκατεστηµένους πρόσφυγες των οποίων η ζωή είχε ήδη αναστατωθεί µια φορά, λίγοι ήταν διατεθειµένοι να ξαναζήσουν αυτή την εµπειρία.
Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι πρόσφυγες παρέµειναν πιστοί στον Ελευθέριο Βενιζέλο, το χαρισµατικό οραµατιστή µιας Μεγάλης Ελλάδας και επίδοξο ελευθερωτή τους. Το αλυτρωτικό του όραµα είχε τώρα καταρρεύσει, αλλά αυτό ερµηνευόταν απόλυτα µε την προδοσία της εσωτερικής αντίδρασης και τις µηχανορραφίες εξωτερικών δυνάµεων. Αυτή η αφοσίωση επιβίωσε και µετά την προσέγγιση Βενιζέλου και Κεµάλ Ατατούρκ το 1930, η οποία επιτεύχθηκε µόνο µε ουσιώδεις ελληνικές παραχωρήσεις στο ζήτηµα των αποζηµιώσεων για την τεράστια ακίνητη περιουσία που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες, φεύγοντας από την Τουρκία. Οι πρόσφυγες ψήφισαν σε µεγάλο ποσοστό υπέρ της κατάργησης της µοναρχίας στο δηµοψήφισµα του 1924, το οποίο έφερε αποτέλεσµα 70% (758.472 έναντι 325.322 ψήφων) υπέρ της δηµοκρατίας.
R. Clogg, Συνοπτική Ιστορία της Ελλάδας 1770-1990, Αθήνα 1995, σσ. 111-112

Αφού µελετήσετε την παραπάνω πηγή να αναφέρετε τους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαµόρφωση των πολιτικών πεποιθήσεων των προσφύγων. (Αρχικά ήταν βενιζελικοί επειδή θεωρούσαν υπεύθυνους του ξεριζωµού τους αντιβενιζελικούς - Μετά το σύµφωνο του 1930 πολλοί εντάχθηκαν στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο).


ΠΗΓΗ 2.
Η ελληνοτουρκική προσέγγιση (1930)
Η σύµβασις της 10ης Ιουνίου 1930 υπέστη δριµύτατην κριτικήν εκ µέρους της αντιπολιτεύσεως. Οι Τσαλδάρης και Καφαντάρης έψεξαν τον Βενιζέλον, ότι προέβη εις παραχωρήσεις, χωρίς να λάβη πολιτικά ανταλλάγµατα. Ο Βενιζέλος ηµφεσβήτησεν ότι η Ελλάς υπέστη θυσίας διά της συµφωνίας. Ηµφεσβήτησεν ότι η αξία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών υπό των Ελλήνων εις Τουρκίαν ήτο µεγαλυτέρα από την αξίαν των εγκαταλειφθεισών υπό των Τούρκων. Υπεστήριξεν ότι και εξωγκωµένα ενεφανίζοντο υπό των δικαιούχων τα ενεργητικά, ότι η αξία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών εξέπεσε µετά την αναχώρησιν του ελληνικού στοιχείου, ότι αι ελληνικαί περιουσίαι εν Τουρκία απετελούντο από κινητάς αξίας, κατά το πλείστον, αι οποίαι δενεπροστατεύοντο από την Συνθήκην της Λωζάννης, ενώ, αντιθέτως, αι εν Ελλάδι τουρκικαί ήσαν αποκλειστικώς ακίνητοι. Τέλος, και αυτό ήτο το σοβαρώτερον επιχείρηµα, ετόνισεν ότι, ως προέκυψεν από την πείρα επτά ετών, η εκτίµησις των εκατέρωθεν περιουσιών θα απήτει πολλάς δεκαετίας, χωρίς και να είναι βέβαιον ότι το αποτέλεσµα της εκτιµήσεως θα ήτο ευνοϊκόν δια την Ελλάδα. Εις την επίκρισιν του Τσαλδάρη, ότι δεν ελήφθη πρόνοια προστασίας των ελληνικών µειονοτήτων εν Τουρκία, απήντησεν ότι «οι Έλληνες της Τουρκίας, είτε ραγιάδες, είτε πολίται Έλληνες, θα τύχουν υποστηρίξεως εκ µέρους της τουρκικής κυβερνήσεως, αναλόγως προς την ανάπτυξιν των φιλικών και στενών σχέσεων µεταξύ των δύο κρατών».
Ως προς το πολιτικόν αντάλλαγµα, υπεσχέθη ότι τούτο δεν θα εβράδυνε να δοθή. Ο Βενιζέλος, εξ άλλου, ηρνήθη να δεχθή την αξίωσιν που διετύπωσαν ωρισµένοι προσφυγικοί κύκλοι, όπως το ελληνικόν κράτος υποκατασταθή εις όλας τας υποχρεώσεις τας οποίας η Τουρκία υπείχεν εκ της συµβάσεως περί ανταλλαγής ως προς την ανταλλάξιµον περιουσίαν. Εις την συνεδρίασιν της Βουλής της 25ης Ιουνίου 1930, κατά την οποίαν εξέθεσεν εν όλη του τη εκτάσει το προσφυγικόν ζήτηµα, απέδειξεν ότι οι πρόσφυγες είχον λάβει κατά µέσον όρον τα 15% της εν Τουρκία περιουσίας των, ότι τοις εξησφαλίσθη η απόκτησις στέγης και ότι δια την αποκατάστασιν και περίθαλψίν των το κράτος είχε δαπανήσει 30.290 εκατοµµύρια δραχµών, δηλαδή περί τα 80 εκατοµµύρια χρυσών λιρών. Ο Βενιζέλος, κατά την συνεδρίασιν ταύτην, υπεστήριξεν ότι η Ελλάς ανέλαβε δια της συνθήκης περί ανταλλαγής την υποχρέωσιν να χρησιµοποιήση την εις το έδαφός της ανταλλάξιµον περιουσίαν δια την αποζηµίωσιν των προσφύγων και ότι την υποχρέωσίν της ταύτην την εξεπλήρωσεν.
Αλλ’ οσονδήποτε και αν ήτο επαχθής δια την Ελλάδα η σύµβασις της 10ης Ιουνίου, τίποτε το καλύτερον δεν ηµπορούσε να πραγµατοποιηθή. Η Τουρκία εζήτει, ευθύς εξ αρχής, τον πλήρη συµψηφισµόν. Η Ελλάς αντεπρότεινεν όπως τα ουδέτερα µέλη της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής αναλάβουν την εφαρµογήν συνοπτικού και συνολικού συστήµατος εκτιµήσεως. Η τουρκική κυβέρνησις απεδέχθη, τελικώς, την ελληνικήν πρότασιν, τα ουδέτερα δε µέλη υπέδειξαν τον γενικό συµψηφισµόν. Να ηρνείτο η Ελλάς την υπόδειξιν ταύτην;
Η τουρκική κυβέρνησις δεν είχε κανένα λόγο να βιάζεται. Αντιθέτως, η εκκρεµότης της έδιδε την ευκαιρίαν να δυσχεραίνη ακόµη περισσότερον την θέσιν των 110.000 Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι θα εξηναγκάζοντο να καταφύγουν εις την Ελλάδα. Θα ηµπορούσαµεν να υποστώµεν το νέον αυτό προσφυγικόν κύµα; Και ήτο συµφέρον να κενωθή η Κωνσταντινούπολις από τους Έλληνας, έναντι της αβέβαιας προοπτικής που παρείχεν η παράτασις της εκκρεµότητος επί του ζητήµατος των εκτιµήσεων; Ο Ελ. Βενιζέλος δεν ανήκεν εις την κατηγορίαν των ανθρώπων που εδίσταζον να αναλάβουν ευθύνας. Άλλωστε, όταν η Ελλάς είχε βαστάσει το βάρος της Μικρασιατικής καταστροφής, όταν είχεν υποστή τόσας θυσίας εις άψυχον και έµψυχον υλικόν, ποίαν αξίαν ηµπορούσαν να έχουν µερικαί εκατοντάδες χιλιάδων λιρών, όταν δια της θυσίας αυτής επετυγχάνετο ένας ευρύτερος διακανονισµός των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εγεφυρούτο το από αιώνων χάσµα µεταξύ των δύο λαών και το Αιγαίον πέλαγος µετετρέπετο από χωριστικόν όριον εις συνδέουσαν γέφυραν;
Εάν ο Βενιζέλος δεν ανελάµβανε την ευθύνην της οριστικής εκκαθαρίσεως του κυκεώνος των οικονοµικών διαµφισβητήσεων µεταξύ των δύο χωρών, εάν άφηνε τα πράγµατα να κυλούν όπως προέβλεπον αι µέχρι τότε συµβάσεις, αι ελληνοτουρκικαί σχέσεις καθηµερινώς θα εδηλητηριάζοντο, η καχυποψία αµοιβαίως θα εγένετο εντονωτέρα, η προσφυγή εις τους εξοπλισµούς θα καθίστατο αναπόφευκτος, µε αποτέλεσµα την επιβάρυνσιν της Ελλάδος δια ποσών θετικώς µεγαλύτερων από την αρνητικήν ζηµίαν που υπέστη δια της παραιτήσεως από µιας αξιώσεως αµφιβόλου βασιµότητος. Το θέµα ήτο:
Εσύµφερεν ή όχι την Ελλάδα να λησµονήση το παρελθόν και να επιδιώξη ειλικρινώς την αποκατάστασιν φιλικών σχέσεων µε την Τουρκίαν; Εσύµφερεν ή όχι να µεταβληθή ο προαιώνιος εχθρός εις φίλον; Εφ’ όσον η απάντησις εις το ερώτηµα τούτο θα ήτο καταφατική, η συµφωνία της 10ης Ιουνίου παρουσιάζετο ως το καλύτερον δυνατόν πρώτον βήµα δια την συµφιλίωσιν µε την Τουρκίαν. Οι επικριταί, άλλωστε, του Βενιζέλου, όπως απέδειξεν η µετά ταύτα πολιτική των, επίστευον ότι η συµφωνία εκείνη ήτο κατά βάσιν ορθή.
Το επιστέγασµα της επελθούσης συνεννοήσεως ήτο το ταξίδιον του Έλληνος πρωθυπουργού εις Άγκυραν, κατόπιν προσκλήσεως της τουρκικής κυβερνήσεως, και η υπογραφή του συµφώνου φιλίας, ουδετερότητος και διατησίας.
Γρ. .αφνή, Η Ελλάς µεταξύ δύο πολέµων (1923-1940),
τόµ. Β΄, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997, σσ. 66-68

Αφού µελετήσετε την παραπάνω πηγή και µε βάση την αφήγηση του σχολικού σας βιβλίου, να επισηµάνετε τα επιχειρήµατα που χρησιµοποίησε ο Ελ. Βενιζέλος για να υποστηρίξει τις θέσεις του σχετικά µε την ελληνοτουρκική προσέγγιση (Σύµβαση 10ης Ιουνίου 1930) και να τα σχολιάσετε.


ΠΗΓΗ 3
Στη Μυτιλήνη λειτούργησε το «Μεικτόν Εκκλησιαστικό Συµβούλιο Επαρχίας Κυδωνιών - Μοσχονησίων και πέριξ», που αντικατέστησε το σύλλογο «Κοινότης Κυδωνιών, Μοσχονησίων και πέριξ». Στο αρχείο της Ενώσεως Κυδωνιατών σώζεται η αλληλογραφία του Συµβουλίου και τα πρακτικά των συνεδριάσεών του από την 26η Απριλίου 1926 µέχρι και τη 16η Οκτωβρίου 1933, που έπαψε να λειτουργεί. Εκεί είναι καταγραµµένα λεπτοµερώς όλα τα
στοιχεία των Αϊβαλιωτών που κατέφευγαν στο Συµβούλιο για να αποκτήσουν, τίτλους ιδιοκτησίας και να επαληθεύσουν κληρονοµικά δικαιώµατα. Ακολουθείτο, σ’ όλες τις περιπτώσεις, ένα είδος ανακριτικής διαδικασίας για την εξακρίβωση και την επαλήθευση των στοιχείων που προσκόµιζαν οι µάρτυρες.
Τις αποφάσεις του το Μεικτό Εκκλησιαστικό Συµβούλιο παρέπεµπε στη Δευτεροβάθµια Επαρχιακή Επιτροπή για την περιφέρεια Κυδωνιών, που είχε συστήσει η Διεύθυνση Ανταλλαγής του Υπουργείου Γεωργίας. Η απόφαση αυτή ήταν το έγκυρο έγγραφο που οι δηµόσιες υπηρεσίες λάµβαιναν υπόψη τους για τον καθορισµό των αποζηµιώσεων των δικαιούχων αγροτών και των αστών Αϊβαλιωτών. Η επαφή των προσφύγων µε το ελληνικό δηµόσιο και τη γραφειοκρατία που είχε δηµιουργηθεί τους αποθάρρυνε εντελώς και τους έκανε να νιώθουν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 157

Αφού µελετήσετε το παραπάνω παράθεµα να απαντήσετε στο ακόλουθο ερώτηµα: Πώς διασφαλιζόταν η ακρίβεια των στοιχείων που αφορούσαν τις διεκδικούµενες περιουσίες;







































ΙΣΤΟΡΙΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
ΚΕΦ: Ε
Α. ΠΗΓΗ
Σχετικά µε τα επαγγέλµατα των προσφύγων κατά την άφιξή τους στην Σύρο και τους πρώτους µήνες εγκατάστασης, έναν πρώτο πίνακα έχει δώσει (…) η Μαργαρίτα Δρίτσα και αργότερα άλλοι. Εκκρεµεί, ωστόσο, να δειχθεί αν άσκησαν τα επαγγέλµατά τους, αστικά τα περισσότερα, στις νέες τους πατρίδες ή αναγκάστηκαν, λόγω ανάγκης κυρίως, σε άλλες επιλογές, ή, από την άλλη µεριά, αν συνέβαλαν στη δηµιουργία νέων επαγγελµατικών δραστηριοτήτων.
Από τον παραπάνω πίνακα προκύπτουν ελάχιστοι εργάτες και πολλοί ελεύθεροι επαγγελµατίες και έµποροι. Κατά µία µαρτυρία που πρέπει όµως να διασταυρωθεί, πολλές από τις γυναίκες αρνήθηκαν να εργαστούν στις βιοµηχανίες του νησιού (κυρίως κλωστοϋφαντουργίες), επειδή το µεροκάµατο που τους προσφέρθηκε (δύο δραχµές) θεωρήθηκε εξευτελιστικό. προτίµησαν να αναζητήσουν σε άλλες πόλεις εργασία. Γεγονός πάντως είναι ότι η ντόπια βιοµηχανία δεν µπόρεσε να καλύψει τις ανάγκες της σε εργατικό δυναµικό µε τους πρόσφυγες που τελικά παρέµειναν στη Σύρο. Σύντοµα οι βιοµήχανοι ζητούν από το κράτος να αποστείλει, µε δικά τους µάλιστα έξοδα, στη Σύρο τους ανέργους πρόσφυγες άλλων περιοχών και αυτό για να τονωθεί η ντόπια βιοµηχανία.
Χ. Λούκος, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ερµούπολη».

Αφού µελετήσετε την παραπάνω πηγή και εντοπίσετε στον Πίνακα 2 της σελίδας 157 του σχολικού σας βιβλίου τις τέσσερις (4) γεωγραφικές περιφέρειες στις οποίες εγκαταστάθηκαν οι περισσότεροι πρόσφυγες, να ερµηνεύσετε το γεγονός λαµβάνοντας υπόψη και τον Πίνακα 3 της σελίδας 169.


Β. ΠΗΓΗ 1
«Οι Κυδωνιάτες ήταν ικανοί για Τέχνες και Γράµµατα και όχι για µεγαλοβιοµήχανοι και εισαγωγείς. Την πολιτισµική προσφορά µετρούσαν κι όχι την πολιτική των οικονοµικών διεκδικήσεων. Να φανταστείτε ότι µόλις οι συντοπίτες µας πήραν την αποζηµίωση - το ένα τρίτο από εκείνη που έπρεπε - πήγαν και αγόρασαν έπιπλα και πίνακες και βιβλιοθήκη και ηλεκτρικά είδη για να φτιάξουν το περιβάλλον τους. Θα έλεγα ότι σε σύγκριση µε τους ντόπιους αυτός ήταν πολιτισµός. Κι ήταν πολύ πικρό να βλέπουµε στη σκηνή των αθηναϊκών επιθεωρήσεων ότι γινόµαστε στόχος τραγικής σάτιρας για το ήθος των Μικρασιατισσών ή για τις συνήθειές µας» (µαρτυρία Π. Βαλσαµάκη).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 176
ΠΗΓΗ 2
«Όταν πήραµε τα ψυχία της αποζηµιώσεως αντί να τα χρησιµοποιήσουµε προς βελτίωσιν της τροφής µας, τα εδαπανήσαµε σε λούσα και έπιπλα, όπερ προδίδει τον αυτοσεβασµόν µας. Έτσι όµως εφθάρη ακόµη περισσότερον ο ήδη εξαντληµένος οργανισµός µας που είχε ανάγκη από καλή τροφή και ξεκούραση. Αλλά δεν θεωρώ τυχαίον ότι µε τις αποζηµιώσεις στολίστηκαν τα σπίτια µας. διότι επιστεύοµεν ότι η πενία µας καθιστούσε πρόσφυγας εις τα όµµατα των εντοπίων» (µαρτυρία Α. Κερεστεντζή).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 176
ΠΗΓΗ 3
«Είµαστε Έλληνες όσο κι εδώ. Αλλά µε το ‘πρόσφυγες’ µας ξεχώρισαν, µας τοποθέτησαν στο περιθώριο της κοινωνίας και κοντέψαµε να ξεχάσουµε τις ήµαστε. Ήταν τίτλος ανυποληψίας το ‘πρόσφυγας’, πώς να σας το πω. Μόνο όταν πιάσαµε στα χέρια µας τον κόπο µας και κάναµε δικό µας σπίτι, όταν έγιναν γνωστοί οι Κόντογλου, Βαλσαµάκης, Βενέζης, οι επιστήµονές µας κι έτρεχαν σ’ αυτούς οι ντόπιοι να τους συµβουλευτούν, τότε το ‘πρόσφυγας’, δεν µας ένοιαζε. Τιµή µας, που αν και µας ήθελαν πρόσφυγες, εµείς τα είχαµε καταφέρει» (µαρτυρία Π. Καλαϊτζή).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 177
ΠΗΓΗ 4
Σχέσεις προσφύγων και ντόπιων
Με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω θέλησα να δείξω ότι η ελληνική κοινωνία βρέθηκε µπροστά σε ζητήµατα δυσεπίλυτα, σε ζητήµατα που, ενώ δεν ανατρέπουν δοµές, ενώ υποτάσσονται στο κοινωνικό status quo, δηµιουργούν ωστόσο παρενέργειες στην καθηµερινή ζωή των γηγενών, πολύ περισσότερες από αυτές που δηµιουργούν οι άλλες µέθοδοι της στεγαστικής πολιτικής. Επιτάξεις και συγκατοίκηση, όταν θεωρούνται στο επίπεδο της καθηµερινότητας, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων µεταλλάσσονται σε σχέσεις φόβων, καχυποψίας, προκαταλήψεων και επιρροής στερεοτύπων, αντεγκλίσεων και εντάσεων, φαίνεται ότι δεν τεκµηριώνουν αυτές τις στάσεις κοινωνικής ευαισθησίας και σύµπνοιας που θέλουµε να πιστεύουµε ότι υπήρξαν και ότι οδήγησαν στην αµοιβαία αφοµοίωση των δύο κοινωνικών µορφωµάτων, προσφύγων και ντόπιων. Όταν όµως θεωρούνται στο επίπεδο µιας γενικεύουσας προοπτικής του ευρύτερου φαινοµένου, αποδεικνύουν περίτρανα την ύπαρξη µιας κοινωνίας µε ανεκτικότητα, αντοχή και βαθύ αίσθηµα κοινωνικής αλληλεγγύης, µιας κοινωνίας που στάθηκε εντέλει ικανή να αφοµοιώσει 1,5 σχεδόν εκατοµµύριο πληθυσµού, πραγµατοποιώντας ένα τεράστιο έργο αποκατάστασης και παραχωρώντας, ως ένα βαθµό, ακόµα και τα σχολεία της, ακόµα και τα ενδότερα της οικογενειακής της ζωής.
Μένει να διερευνηθεί αν η διαφορά της κοινωνικής συµπεριφοράς στα δύο αυτά επίπεδα ανάλυσης εντάσσεται µέσα στο πλαίσιο του φυσιολογικού και του αναµενόµενου, ή µήπως υποδηλώνει ίδιες της κοινωνίας µας εσωτερικές αντιφάσεις.
Βίκα . Γκιζελή, «Επίταξις ακινήτων κατοικουµένων ή οπωσδήποτε χρησιµοποιουµένων»,

Αφού µελετήσετε τις παραπάνω πηγές και µε βάση την αφήγηση του σχολικού σας βιβλίου να επισηµάνετε τον τρόπο µε τον οποίο ενσωµατώθηκαν στις κοινωνίες των τόπων εγκατάστασής τους οι πρόσφυγες.


Γ. ΠΗΓΗ
Το 1931 τα ανταλλάξιµα κτήµατα παραχωρήθηκαν µε συµβόλαια ιδιοκτησίας στους πρόσφυγες, αλλά και σε ακτήµονες της Λέσβου. Οι πρόσφυγες Αϊβαλιώτες πίστευαν ότι αδικούνταν µε αυτή τη διευθέτηση κι έχοντας στο µεταξύ στείλει και Αϊβαλιώτη βουλευτή στη Βουλή, τον γιατρό Κ. Σίµο, συγκρότησαν αµέσως Επιτροπή και ξεσηκώθηκαν για να σταµατήσει η διαδικασία της παραχώρησης των ανταλλάξιµων στους ντόπιους ακτήµονες.
Έστειλαν τηλεγραφήµατα στην κυβέρνηση µε την έµµεση απειλή ότι θα βρουν τρόπο να διεκδικήσουν από µιαν επόµενη κυβέρνηση, την οποία βέβαια θα υποστήριζαν µε την ψήφο τους, τα νόµιµα δικαιώµατά τους. Και για να αποδείξουν ότι στο αίτηµά τους αυτό ήταν όλοι ενωµένοι υπέγραφαν ως  «Κοινότης Κυδωνιών και Μοσχονησίων», τίτλος όµως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγµατικότητα, αφού δεν είχαν κατορθώσει να εγκατασταθούν όλοι σ’ ένα χωριό και να αποτελέσουν µια κοινότητα µαζί µε τους Μοσχονήσιους. Η απογοήτευση των προσφύγων ήταν µεγάλη. Πίστευαν ότι είχαν χάσει την πατρίδα τους εξαιτίας της Μικρασιατικής Εκστρατείας και ότι αντί να βρουν κατανόηση και συµπαράσταση εισέπραξαν την κακοπιστία των ντόπιων και του Ελληνικού Δηµοσίου. «Πρόσφιγγες και πρόσφυγες, µαζώµατα και ακρίδες και βενιζελόµουτρα, αλλά εµάς χαλάσανε την πατρίδα µας, το Αϊβαλί, και φύγανε από εδώ οι Τούρκοι κι ήρθαµε εµείς κι έγιναν κι οι ντόπιοι, οι ξεβράκωτοι, νοικοκυραίοι. Εµάς εκµεταλλεύτηκαν, αλλά και πάλι νοικοκυραίοι σαν εµάς δεν έγιναν».
Η κυβέρνηση Βενιζέλου τελικά παραχώρησε, το χειµώνα του 1930, παρά τις έντονες αντιδράσεις των αγροτών Αϊβαλιωτών και των άλλων προσφύγων, κλήρο στους ντόπιους ακτήµονες. Η παραχώρηση αυτή επέδρασε κατευναστικά πάνω στους ντόπιους και έµµεσα ωφέλησε τους πρόσφυγες, αφού µειώθηκε κάπως η ένταση που δηµιουργούσαν οι συγκρουόµενες διεκδικήσεις των ανταλλάξιµων κτηµάτων στα µεικτά χωριά. «Κλήρο δεν πήραµε µόνο εµείς, αλλά και οι ακτήµονες. Γι’ αυτό όταν λέγανε ότι: ‘Ήρθαµε πρόσφυγες για να τους φάµε το ψωµί’, εµείς τους λέγαµε ότι: ‘Εµείς είµαστε εκείνοι που ξεσπιτωθήκαµε και γίναµε αφορµή να φύγουν οι Τούρκοι από ’δω για να πάρουν και αυτοί κτήµα, που σ’ εµάς, στο Αϊβαλί, είχε και ο φτωχότερος’».
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σσ. 158-159
Αφού µελετήσετε την παραπάνω πηγή και µε βάση τις γνώσεις σας από το σχολικό βιβλίο να αναφερθείτε:
α) στα αιτήµατα των προσφύγων σε σχέση µε τα ανταλλάξιµα
β) στις σχέσεις τους µε τους ντόπιους.

Δ. ΠΗΓΗ 1
«Ήθελα να εργαστώ και πήγα στο Υπουργείο Πρόνοιας που ο υπουργός, ο γιατρός Ορφανίδης, ήταν φίλος του πατέρα µου. Εργάστηκα στην Υπηρεσία Στεγάσεως Προσφύγων. Να φανταστείτε ότι ο συνοικισµός του Αιγάλεω στα πρώτα παραχωρητήρια που έγιναν στο υπουργείο γραφόταν «Νέαι Κυδωνίαι», αλλά οι Αϊβαλιώτες ούτε που καταδέχτηκαν να ενδιαφερθούν ούτε καν αιτήσεις δεν έφεραν. Αν είχαν πάει στο συνοικισµό δεν θα είχαµε έτσι σκορπίσει και χαθεί. Θα είχαµε αλληλεγγύη. Λέγανε ότι δεν πάνε, γιατί θα
πληµµύριζε κάποτε το ποτάµι και αποκαλούσαν την περιοχή «ντάµια». Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελαν να µείνουν σε προσφυγικό συνοικισµό. Τους έπεφτε ντροπή. Εγώ προσπάθησα να δώσω το παράδειγµα µαζί µ’ έναν θείο µου Γονατά, αξιωµατικό της Αεροπορίας. Αυτό που καταφέραµε ήταν να έρθουν κοντά µας 50 εργατικές οικογένειες που έφυγαν το 1937 από τη Μυτιλήνη, γιατί είχε πέσει ανεργία. Λοιπόν ξέρετε τι έγινε; Μετά τον πρώτο χρόνο πούλησαν κι αυτές τον κλήρο τους και πήγαν σε συνοικίες που δεν υπήρχε ίχνος πρόσφυγα. Αν βρείτε µια οικογένεια στο Αιγάλεω σήµερα αϊβαλιώτικη θα είναι κατόρθωµα» (µαρτυρία Ο. Καλδή).
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σ. 174
ΠΗΓΗ 2
Κι ενώ πολλοί Κυδωνιάτες δεν αντιµετώπιζαν άµεσο πρόβληµα στέγης, όπως άλλοι αστοί Μικρασιάτες, το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών µε την αρµόδια Υπηρεσία Στεγάσεως Προσφύγων αποφάσισε το 1955 ότι στην περιοχή του Αιγάλεω θα κτιζόταν προσφυγικός συνοικισµός µε την επωνυµία «Νέαι Κυδωνίαι», στον οποίο θα έπαιρναν µικρά διαµερίσµατα κατά πλειοψηφία δικαιούχοι από την περιοχή των Κυδωνιών. Η τυπική διαδικασία που ακολουθούσε το υπουργείο, µόλις εξοικονοµούσε κάποια δηµόσια κτήµατα ή απαλλοτρίωνε άλλα, ήταν να τα διαθέτει στην Υπηρεσία Στεγάσεως Προσφύγων. Η Υπηρεσία, µε µειοδοτικό διαγωνισµό, ανέθετε σε κατασκευαστική εταιρεία την οικοδόµηση των προσφυγικών πολυκατοικιών και σύµφωνα µε τις αιτήσεις που είχαν υποβληθεί για την παροχή στέγης κλήρωνε στους δικαιούχους τα µικρά διαµερίσµατα. Η απόφαση, όµως, που αφορούσε τους Κυδωνιάτες πάρθηκε χωρίς να ερωτηθούν οι ίδιοι ή το ανεπίσηµο συλλογικό όργανο που είχαν ιδρύσει, ένα είδος παραρτήµατος του Μεικτού Εκκλησιαστικού Συµβουλίου της Μυτιλήνης στην Αθήνα, για να τους παρέχει πιστοποιητικά και έγγραφα απαραίτητα για τη διεκδίκηση της αποζηµίωσης.
Άννα Παναγιωταρέα, ό.π., σσ. 173-174

Αφού λάβετε υπόψη σας τις παραπάνω πηγές:
α) Να εξηγήσετε γιατί οι συγκεκριµένοι πρόσφυγες δεν θέλησαν να εγκατασταθούν σε προσφυγικό συνοικισµό.
β) Να αναφερθείτε στον τρόπο µε τον οποίο αντιµετώπισαν οι ντόπιοι τους Μικρασιάτες πρόσφυγες τον πρώτο καιρό της παραµονής
τους στην Ελλάδα.                             






           



















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου