30.3.10


ΑΡΧΑΙΑ-ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ


1.    Νομίσατε τοίνυν  ἀσέβημα οὐδέν  ἒλαττον εἲναι τῶν μηδέν ἠδικηκότων ἀσεβεῑν καταγνῶναι ἤ τούς ἠσεβηκότας μή τιμωρεῑσθαι.

2.    Εἰ μέν, ὦ ἂνδρες, ἐν ἑτέρω τῷ πράγματι οἱ παριόντες μή τήν αὐτήν γνώμην ἒχοντες πάντες ἐφαίνοντο, οὐδέν ἂν θαυμαστόν ἐνόμιζον.

3.    Ὣστ᾽ οὐ δεῑ ὑμᾱς ἐκ τῶν λόγων τοῡ κατηγοροῡντος τούς νόμους μαθεῑν εἰ καλῶς ἒχουσιν ἤ μή, ἀλλ᾽ ἐκ  τῶν νόμων τούς τούτων λόγους εἰ ὀρθῶς ὑμᾱς νομίμως τέ διδάσκουσιν ἤ  οὐ.

4.    Τοσούτων τοίνυν ἡμῑν ὑπαρχόντων οὗτοι, καί συγγενεῑς ὂντες καί οὐδέν δίκαιον εἰπεῑν ἒχοντες, οὐκ αἰσχύνονται καταστήσαντες ἡμᾱς εἰς ἀγῶνα περί τούτων.

5.    Εγῶ μέν γάρ οὐ τοῡθ᾽ ἡγοῡμαι μέγιστον εἶναι τῶ παρόντων κακῶν, ὅτι ἀδίκως κινδυνεῡω.

6.    Την μέν οὖν τούτων αναισχυντίαν καί την αἰσχροκέρδειαν ἒτι μᾱλλον γνώσεσθε, ἐπειδάν πάντων ἀκούσητε. Ὅθεν δ᾽ οἶμαι τάχιστ᾽ ἂν ὑμᾱς μαθεῑν περί ὧν ἀμφισβητοῡμεν, ἐντεῡθεν ἂρξομαι διδάσκειν.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

  1. νομίσατε = να θεωρήσετε, να είστε βέβαιοι, τοίνυν = λοιπόν, ἀσέβημα = ασέβεια, οὐδέν = (επίρρ.) καθόλου, ἒλαττον = λιγότερο, ἀδικέω-ῶ = διαπράττω αδικία, ἀσεβέω-ῶ = είμαι ασεβής, καταγιγνώσκω τινός = καταδικάζω κάποιον.

  1. ἐν ἑτέρω τῷ πράγματι = σε κάποια άλλη υπόθεση, οἱ παριόντες = οι ρήτορες, θαυμαστός = παράδοξος, παράξενος


  1. οἱ καλῶς κείμενοι νόμοι = οι σωστοί νόμοι, τά μη καλῶς ἒχοντα = αυτά που δεν είναι ορθά, διδάσκω τινά τι = διδάσκω, εξηγώ σε κάποιον κάτι.

  1. ἒχω + τελικό απαρέμφατο = μπορώ να, αἰσχύνομαι = ντρέπομαι, οὐκ αἰσχύνονται καταστήσαντες ἡμᾱς εἰς ἀγῶνα = δε ντρέπονται που μας ανάγκασαν σε δικαστικό αγώνα.


  1. ἡγέομαι-οῡμαι + ειδ. απαρέμφατο = νομίζω, θεωρώ ότι… .

  1. ἀναισχυντία = αδιαντροπιά, γιγνώσκω = γνωρίζω, ξέρω, αντιλαμβάνομαι, ἀμφισβητέω-ῶ = διαφωνώ, φιλονικώ, (δικαστ. όρος = έχω διεκδικήσεις, αξιώσεις, ἐντεῡθεν = από εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου