Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παυλόπουλος). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ ΛΥΚ (Λογοτεχνία: Παυλόπουλος). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.1.11


Δημήτριος  Τζωρτζόπουλος
Δρ. Φιλοσοφίας
Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ02
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ   ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
– ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ  ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ –
Γ. Παυλόπουλος: Τα  Αντικλείδια
1.Προκαταρκτικές επισημάνσεις
·       Το  ποίημα ανήκει στην ομώνυμη ποιητική συλλογή.
·       Η συλλογή αυτή δημοσιεύτηκε το 1988 και έχει ως θέμα τον ονειρικό αγώνα του ποιητή με το ποίημα.
·       Κινητήρια δύναμη του ποιήματος είναι η ουσία της ποίησης  και όσοι προσβλέπουν σ’ αυτή.
·       Ο τόνος είναι αφηγηματικός, το δε ύφος κοφτό και κουβεντιαστό.
·       Ο αφηγητής αναφέρεται στους πολλούς που δεν σχετίζονται με την ποίηση και σε εκείνους τους λίγους που προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτή, χωρίς ίσως το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.
·       Η εισχώρηση στα ενδότερα της ποίησης δεν είναι εύκολη. Τούτο μαρτυρεί ο τίτλος και η όλη εξέλιξη της αφήγησης.
·       Ο τίτλος, πιο ειδικά, υποδηλώνει την αξιοποίηση ποιητικών συνθέσεων που πιθανώς να επέτρεπαν στον ποιητή να περάσει την πόρτα της ποίησης, να προσεγγίσει δηλαδή την ποιητική τέχνη.
·       Ο ποιητής εκφράζει βαθιά νοήματα με απλό, καθημερινό λεξιλόγιο, αλλά και με συμβολισμούς ή μεταφορικές προεκτάσεις.
·       Ο ποιητής επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ποίηση;».
2. Ερμηνεία και κατανόηση
Στ. 1:
·       Μια πρώτη απόπειρα του ποιητή να ορίσει την ποίηση.
·       Πώς ορίζεται; Ως πόρτα ανοικτή.
·       Φαίνεται δηλαδή να είναι προσιτή σε όλους.
Στ. 2-5:
·       Η ποίηση τελικά δεν είναι άμεσα προσιτή στον καθένα, αλλά έχει και περιέχει κάτι βαθύτερο.
·       Όσοι δεν την αντιμετωπίζουν στο πραγματικό της βάθος και παραγνωρίζουν τα ενδότερα νοήματά της, πώς μπορούν να βρουν την πόρτα της ανοικτή;
·       Αυτό συμβαίνει με τους πολλούς: την αντικρίζουν επιφανειακά και αδιάφορα: δεν είναι σε θέση να την αποτιμούν δημιουργικά, να την προσεγγίζουν ως ανώτερη πράξη αίσθησης και πνευματικής ευωχίας.
·       Το αποτέλεσμα είναι να την προσπερνούν, αλλά εξίσου να τους προσπερνά και η ποίηση δια του ποιητή.
·       Υπάρχουν όμως και ορισμένοι που πλησιάζουν την ανοικτή πόρτα της ποίησης με μεγαλύτερο ενδιαφέρον, με προσεκτική ματιά, με περισσότερη ευαισθησία και «κάτι βλέπουν».
·       Γοητεύονται απ’ αυτό που βλέπουν.
·       Δεν βλέπουν βέβαια όλοι το ίδιο.
·       Ο καθένας μαγεύεται από κάτι διαφορετικό και δοκιμάζει να διαβεί την ανοικτή πόρτα.
·       Ο ένας έλκεται ίσως από τη μαγεία των λέξεων, ο άλλος από τα παρελαύνοντα νοήματα ή από αντίστοιχες ποιητικές εικόνες,  συγκεκριμένες αξίες και ιδέες.
·       Άλλοι επίσης βρίσκουν τη λύτρωσή τους στην ποίηση, υπερβαίνουν υπαρξιακά αδιέξοδα, επικοινωνούν εσωτερικά με τον εαυτό τους και με τους άλλους, χαράσσουν ή εκφράζουν κοινωνικούς στόχους και προσδοκίες, γενικώς βρίσκουν εκείνο το κάτι που συναρπάζει την ψυχή τους ή τους ανυψώνει πνευματικά.
Στ. 6-7:
·       Όταν όμως δοκιμάζουν να διαβούν την πόρτα, αυτή κλείνει και μένουν απ’ έξω.
·       Τι σημαίνει αυτό για την εξέλιξη της σκέψης του ποιητή;
·       Πως η ουσία της ποίησης δεν «ξεκλειδώνεται», ήτοι δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά.
·       Ενέχει ανεξερεύνητα βάθη και πρέπει κανείς να ατενίζει προς τούτα.
·       Από εδώ εκκινεί ο ποιητής για να διερευνήσει την ουσία της:
·       Να αναζητήσει μαζί με τον ευαίσθητο ποιητικά αναγνώστη το κλειδί, την οδό αποκάλυψης [ή και ανακάλυψης] της ποιητικής αλήθειας.
·       Δεν υπάρχουν πολλά κλειδιά που τους εισάγουν στον οίκο της ποίησης παρά μόνο ένα.
·       Αυτό ψάχνουν να βρουν, χωρίς ωστόσο να έχουν μια απαντοχή.
·       Η αναζήτηση εξελίσσεται σε αγωνιώδη προσπάθεια να πατήσουν τα άδυτα του ποιητικού χώρου, να ικανοποιήσουν τις πνευματικές τους ανησυχίες.
·       Η ποίηση δεν είναι, εν τέλει, ένα εμπορεύσιμο αγαθό, προορισμένο να ικανοποιεί τα κατώτερα ένστικτα του καθένα.
·       Αντίθετα η κατάκτησή της, η απόλαυσή της, η αληθινή της αξία ταυτίζεται με τον αγώνα της  σκέψης και της γραφής χωρίς αρχή και τέλος.
Στ. 8-10:
·       Οι ποιητές ξοδεύουν ολόκληρη τη ζωή τους, αλλά δεν κατορθώνουν ν’ ανοίξουν την πόρτα, να απολαύσουν εκείνους τους πνευματικούς χυμούς που είναι αντάξιοι ενός ποιητικού έργου.
·       Η ανύψωση εν τέλει στο επίπεδο της αληθινής ποίησης δεν είναι δεδομένη για τον καθένα ούτε ζήτημα μιας απλής ευάρεστης διάθεσης.
·       Απεναντίας απαιτεί κόπους, διαρκή προσπάθεια, θυσία ίσως ολόκληρης ζωής, χωρίς μάλιστα να είναι βέβαιη η ποθητή πραγμάτωση.
·       Το ευκταίο ή επιθυμητό δεν γίνεται εύκολα πραγματικό στην ποίηση.
·       Η υψηλή ποίηση παραμένει πάντοτε το ζητούμενο και δεν έχει οριστικό τέλος.
·       Η όλη γοητεία του ωραίου ποιητικού ταξιδιού δεν βρίσκεται στο αποτέλεσμα ή στο προσδοκώμενο, αλλά στην αγωνία της αναζήτησης, στη δραματική της τροπή.
Στ. 11-13:
·       Σημάδια αυτής της δραματικής τροπής είναι οι απεγνωσμένες προσπάθειες όσων εννοούν να επιμένουν ποιητικά.
·       Δεν μπορούν να βρουν το κλειδί και γι’ αυτό φτιάχνουν αντικλείδια, γράφουν δηλαδή ποιήματα, μήπως και μπορέσουν να προσεγγίσουν για λίγο  την ουσία ή την αλήθεια της ποίησης.
·       Τα αντικλείδια, ήτοι τα ποιήματα που γράφονται με ζέση, με πνοή και με ευαισθησία, είναι πολλά και μεθερμηνεύουν τον διακαή πόθο της ανθρώπινης ψυχής μαζί και του νου να ομιλήσουν τη γλώσσα της αυθεντικής ποίησης.
·       Το κλειδί όμως της ποίησης ως τέτοιας είναι ένα και μοναδικό· δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τα διάφορα αντικλείδια.
·       Η ανθρώπινη προσπάθεια βέβαια συνεχίζεται, δεν σταματά ούτε κατ’ ελάχιστο, ακόμη και όταν συναισθάνεται ή συνειδητοποιεί, κατά την εξέλιξη της ποιητικής πράξης, ότι η πόρτα της ποίησης είναι ερμητικά, οριστικά κλειστή.
·       Ιδού το κορυφαίο δράμα, το αίνιγμα της ποιητικής μας συνθήκης!
·       Όσο ο άνθρωπος-ποιητής [και ποιητής-άνθρωπος] πιστεύει ότι πλησιάζει την ποιητική αλήθεια, τόσο ετούτη αποσύρεται.
·       Τον σαγηνεύει, τον εμπνέει, τον προδιαθέτει να εκφραστεί ποιητικά, αλλά όταν ό ίδιος αφοσιώνεται σ’ αυτήν και εισδύει στο βάθος της, η ίδια δεν είναι εκεί, απομακρύνεται από κοντά του, περισυλλέγεται στην αλήθεια της, γίνεται παρούσα-απούσα.
·       Παρούσα με τη μορφή των ποιημάτων, αλλά απούσα με το διαιώνιο και γι’ αυτό απρόσιτο για τον δημιουργό-ποιητή βάθος της. 
Στ. 14-18:
·       Η παρουσία της ποίησης με τη μορφή των πολλών, των απειράριθμων ποιημάτων μέσα στο χρόνο δεν είναι κάτι το περιφρονητέο. Αξίζει να τιμάται, να ανατιμάται, όχι όμως και να υπερτιμάται.
·       Να ανατιμάται, γιατί καθιδρύει την αλήθεια του ανθρώπου ως δημιουργού-ποιητή, αγγέλλει τον αγώνα του για τη διάνοιξη της πύλης της ποίησης, προπαρασκευάζει τις ποιητικές συνθήκες που θεμελιώνουν την ευαισθησία, την αισθητικότητα, την πνευματική του διαύγεια.
·       Να μην υπερτιμάται, γιατί τα ποιήματα, μαζί και η ποιητική διάθεση και έξαρση,  δεν μας οδηγούν υποχρεωτικά στο ύψος της ποίησης.
·       Η ποιητική ιδέα δεν εξαντλείται με την τρέχουσα ποιητική πράξη.
·       Η τελευταία τούτη δεν είναι δευτερεύουσα πράξη, αλλά πρωταρχική εκδήλωση του ποιητικού Είναι των ανθρώπων.
·       Καθότι τέτοια, στοιχειοθετεί τον αποκαλυπτικό λόγο της ποίησης.
·       Είναι αποκαλυπτικός, γιατί με την εργώδη ποιητική ανέλιξη μας λέγει πως η ποίηση δεν είναι ένα απλό φαινόμενο του πολιτισμού και της κουλτούρας μας, δεν συνιστά έναν εφήμερο και περαστικό ενθουσιασμό, δεν εκφράζει απλώς ψυχικά βιώματα αλλά θεμελιώνει την ίδια την ουσία του ανθρώπου.
·       Ως θεμελιωτική δύναμη είναι ανεξάντλητη πηγή ποιητικών δημιουργημάτων, μας παρέχει έτσι την οίκηση του ποιητικού χώρου και συναφώς μας καλεί να εμβιώνουμε την ιερότητά του.
·       Ο τελευταίος στίχος (στ. 18) ολοκληρώνει τον κύκλο της ποιητικής εκμύθευσης του κόσμου και επιβεβαιώνει ότι η σχέση μας με την ποίηση παραμένει μια γοητευτική, αλλά και επώδυνη περιπέτεια ζωής.    
·       Συμπερασματικά: η ποίηση και η τέχνη γενικότερα συνιστούν μια πόρτα ανοικτή για τον ποιητή και τον καλλιτέχνη:
·       Είναι μια αστείρευτη πηγή καλλιτεχνικο-ποιητικών επιτευγμάτων, η οποία επιτρέπει στους δημιουργούς να απολαμβάνουν κάποια από αυτά τα επιτεύγματα.
·       Συγχρόνως όμως είναι και κλειστή, με το νόημα ότι δεν εξαντλείται με το [ή στο] ένα ή το άλλο ποιητικό και καλλιτεχνικό αγαθό, αλλά είναι παρούσα ως πρόκληση  για βαθύτερες και καλύτερες εκάστοτε ποιητικές-καλλιτεχνικές δημιουργίες.
·       Να λοιπόν γιατί το κάθε ποίημα δεν ταυτίζεται με την ποίηση. Το πρώτο σηματοδοτεί την ατέρμονη προσπάθεια των ποιητών, γενικότερα των δημιουργών, να εισχωρήσουν για λίγο στην οντολογική τους πηγή, που είναι η ποίηση.
3. Στοιχεία μορφής
·       Η ποιητική αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και με την αίσθηση ότι ο αφηγητής γνωρίζει τη βαθύτερη ποιητική αλήθεια της και τον διαρκή αγώνα προσέγγισής της.
·       Ο ίδιος ο αφηγητής είναι ένας από τους πολλούς ποιητές που προσπαθούν να κινηθούν στη γειτονιά της αληθινής ποίησης.
·       Ο λόγος του αφηγητή δεν στοχεύει στη μετάδοση συναισθηματικών φορτίσεων, αλλά εκθέτει με τρόπο στοχαστικής διάθεσης συγκεκριμένες απόψεις για την ουσία της ποίησης.
·       Η όλη αφήγηση έχει αλληγορικό χαρακτήρα και στηρίζεται στην τεχνική των αντιθέσεων ή αντιφάσεων.
·       Τα αντίθετα συνυπάρχουν και ισορροπούν στη γραμμή μετάδοσης νοήματος του ενός προς το άλλο και αντίστροφα.
·       Παρατηρείται μια συνεχής κίνηση της ποιητικής αφήγησης από το γνωστό στο άγνωστο, από το ανοικτό στο κλειστό, από το κατανοητό στο  ακατανόητο.
·       Το ποίημα μοιάζει με παραμύθι, κύρια γνωρίσματα του οποίου είναι το μυστηριώδες περιεχόμενο, το μυθολογικό, το φαντασιακό ή και μαγικό.
·       Στα σχήματα λόγου δεσπόζει αυτό του κύκλου, των επαναλήψεων και των μεταφορών.
·       Η αισθητική λειτουργία του ποιητικού λόγου στηρίζεται στις κύριες προτάσεις, οι οποίες αποτυπώνουν αυτοτελή και ολοκληρωμένα νοήματα.
·       Η ψυχογραφία του ποιητικού υποκειμένου  συγκροτείται με βάση τα εξής στοιχεία:
-        Το εν λόγω υποκείμενο προβάλλει μια καθολική γνώση του χώρου, του χρόνου και του κόσμου.
-        Συμμετέχει ψυχικά στην εναγώνια επιδίωξη των ανθρώπων-δημιουργών – ποιητών να προσπελάσουν το μαγικό κόσμο της ποίησης. 
















ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας, 22 Ιουνίου 1924 – Πύργος Ηλείας, 26 Νοεμβρίου
2008) ήταν Έλληνας ποιητής της μεταπολεμικής γενιάς.
Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο στην γενέτειρά του. Ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στην ποίηση.
Για βιοποριστικές ανάγκες, εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στο
ΚΤΕΛ Ηλείας.
Άρχισε να γράφει ποιήματα από το 1941. Οι πρώτες του δημοσιεύσεις έγιναν το 1943 στο
περιοδικό Οδυσσέας, που εξέδιδε ο ίδιος με φίλους του στον Πύργο. Ήταν στενός φίλος με τον
Τάκη Σινόπουλο και συνεργάστηκε μαζί του σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων,
τα οποία συμπεριέλαβε ο Σινόπουλος στο έργο του. Ήταν επίσης φίλος με τους πεζογράφους
Νίκο Καχτίτση και Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο, καθώς και με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη.
Η πρώτη του ολοκληρωμένη συλλογή ποιημάτων με τίτλο Το κατώγι κυκλοφόρησε το 1971.
Είχαν ωστόσο προηγηθεί πολλές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε λογοτεχνικά περιοδικά του
Πύργου και της Αθήνας, καθώς και σε έναν τόμο Για το Σεφέρη, που κυκλοφόρησε στην
Αθήνα το 1962. Ακολούθησαν οι συλλογές: Το σακί (1980), Τα αντικλείδια (1988), Τριάντα τρία
χαϊκού (1990), Λίγος άμμος (1997), Ποιήματα 1943–1997 (2001), Πού είναι τα πουλιά (2004) και Να
μην τους ξεχάσω (2008, κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του ποιητή). Επίσης το
2008, κυκλοφόρησαν σε έναν μικρό τόμο με τίτλο Γράμματα από την Αμερική οι επιστολές που
έστειλε από τις ΗΠΑ σε φίλο του ψυχίατρο το 1985.
Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και μπήκαν και σε σχολικά
βιβλία. Ο ίδιος συμμετείχε σε συνέδρια και παρουσιάσεις ποιητών στην Ελλάδα και το
εξωτερικό. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Πέρα από την ποίηση,
ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με την ζωγραφική. Με την φροντίδα μερικών φίλων του,
πίνακές του εκτέθηκαν στην ΙΘ΄ Πανελλήνια Έκθεση Ζωγραφικής το 1977.
Τα ποιήματα του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονο βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που
γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι
τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος
του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και τον θάνατο.
Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΝΙΑ
Ο ποιητής εντάσσεται στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, «στη γενιά που αποδεκάτισαν στον
πόλεμο, στην κατοχή και στον εμφύλιο».
Συμβατικά όρια της μεταπολεμικής ποίησης είναι από το 1944(απελευθέρωση) έως το
1967(πραξικόπημα και στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου)
Οι ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς γεννήθηκαν μεταξύ 1919 και 1928 και είναι
ενεργοί ιστορικοί συντελεστές, συμμετέχουν στην ιστορική δράση μιας ταραγμένης εποχής
και έχουν διαμορφωμένη ιδεολογική συνείδηση και πίστη στο όραμα της κοινωνικής
αναμόρφωσης, πίστη η οποία θα κλονιστεί δραματικά με την ήττα του αριστερού κινήματος.
Οι ποιητές της γενιάς του Γιώργη Παυλόπουλου αντλούν από ένα οδυνηρό βιωματικό
υπόστρωμα, συγκροτημένο από κοινές μνήμες της μετακατοχικής εμφυλιακής περιόδου, που υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Το έργο του Παυλόπουλου
συνιστά προϊόν κατεργασίας του προσωπικού βιώματος με εντονότατες ιστορικοκοινωνικές
διαστάσεις και ηθικές-υπαρξιακές προεκτάσεις, με γνώμονα την ιδιαίτερη ευαισθησία του
ποιητή σχετικά με τον ρόλο και τους μηχανισμούς της ποιητικής τέχνης.
O Γιώργης Παυλόπουλος ανήκει στους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς που
γράφουν αντιστασιακή ή κοινωνική ποίηση. Χαρακτηρίζεται για την αγωνιστική του
διάθεση, την καταγραφή γεγονότων του πολέμου και του εμφυλίου, τον ενθουσιασμό για
έναν καλύτερο κόσμο.
ΟΙ ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΤΙΧΟΙ 1-13:
Η ουσία της ποίησης.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΤΙΧΟΙ 14-17:
Τα ποιήματα ως αντικλείδια.
ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΣΤΙΧΟΣ 18:
Επιμύθιο
ΕΡΜΗΝΕΙΑ:
Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ:
Στο συγκεκριμένο ποίημα, όπως και γενικότερα στα ποιήματα του Παυλόπουλου, ο
τίτλος είναι χαρακτηριστικός: πρόκειται για ένα συγκεκριμένο ουσιαστικό (αντικλείδια), το
οποίο συνοδεύεται από το οριστικό άρθρο (τα). Ο τίτλος οικοδομεί μια οικειότητα,
απευθύνεται σε προποιητική εμπειρία που είναι κοινή για όλους (όλοι γνωρίζουν τα
αντικλείδια).
ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:
Στον πρώτο στίχο η λέξη «Ποίηση» γράφεται με το αρχικό γράμμα κεφαλαίο, για να
υποδηλωθεί η αξία και σημασία της ποιητικής τέχνης. Ο ποιητής επιχειρεί τον ποιητικό
ορισμό της ποίησης που την επαναφέρει στη μαγική και αρχέγονη λειτουργία της. Η ποίηση
παρομοιάζεται με «μια πόρτα ανοιχτή» και μάλιστα παρατηρείται αναστροφή του
προσδιοριστικού επιθέτου( «πόρτα ανοιχτή»-αντί «ανοιχτή πόρτα»). Επειδή η πόρτα
συμβολίζει την είσοδο σ ένα χώρο που δεν γνωρίζουμε, δημιουργείται μια μυστηριώδης
κατάσταση με αυτόν τον συμβολισμό του αγνώστου.
Με τον δεύτερο στίχο αρχίζει να προσδιορίζεται κάπως το περιεχόμενο της Ποίησης, να
αίρεται το μυστήριο και να δημιουργείται μια άγνοια. Η Ποίηση δεν απευθύνεται σε όλους.
Πολλοί προσπαθούν να την προσεγγίσουν, αλλά δεν την καταλαβαίνουν. Αυτοί είναι οι
αμύητοι, που δεν έχουν ιδέα από Ποίηση. Είναι το μεγάλο πλήθος, οι ανυποψίαστοι, όσοι
δεν συγκινούνται με την ποίηση και δεν τους δονεί η αρμονία της. Η πνευματική ματιά
λείπει από πολλούς ανθρώπους
Ωστόσο, μερικοί κάτι βλέπουν αμυδρά ή καλύτερα κάτι διαισθάνονται. Αισθάνονται μια
απροσδιόριστη έλξη και ασυναίσθητα κινούνται προς την πόρτα με σκοπό να μπουν μέσα.
Είναι εκείνοι που διαθέτουν ενόραση και φαντασία, όσοι έχουν διαμορφώσει ένα ευαίσθητο
κριτήριο για να μπορέσουν να συλλάβουν τον «μέσα» κόσμο. Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να
διαισθάνονται ότι πίσω από την ανοιχτή πόρτα υπάρχει ένας υπέροχος κόσμος γνώσης,
αρμονίας και ομορφιάς.
Αυτοί που προσπαθούν να μπουν και να περάσουν μέσα στην πόρτα της Ποίησης
απογοητεύονται, γιατί ακριβώς εκείνη τη στιγμή η πόρτα κλείνει και κανένας δεν τους
ανοίγει.. Αρχίζουν τότε να ψάχνουν να βρουν το κλειδί, αλλά και πάλι κανείς δεν γνωρίζει
ποιος το έχει. Επειδή όμως αυτό που νόμισαν ότι είδαν ,όταν η πόρτα ήταν ανοιχτή,
εξακολουθεί να τους γοητεύει, επιμένουν. Πολλές φορές η επιμονή τους κρατάει όσο και η
ζωή τους, που μάταια σπαταλούν, προσπαθώντας να βρουν ένα τρόπο ν ανοίξουν την
πόρτα.
Οι άνθρωποι που παρακινούνται να μπουν στην πόρτα της ποίησης, θέλοντας να μπουν με
οποιοδήποτε τρόπο, αποφασίζουν να φτιάξουν αντικλείδια. Να σημειωθεί ότι, ενώ το κλειδί
που χάθηκε είναι ένα, τα αντικλείδια είναι πολλά.. Τα αντικλείδια συμβολίζουν τα ποιήματα
που φτιάχνουν όσοι είναι σχετικοί με την Ποίηση στην προσπάθειά τους να φτάσουν στο
κλειδί, να φτάσουν δηλαδή από το ημιτελές ποίημα στο ολοκληρωμένο ποίημα. Σύμφωνα με
το ποίημα του Παυλόπουλου, τα ποιήματα δεν ταυτίζονται με την ποίηση, γιατί τα ποιήματα
είναι απλώς κάποια αντικλείδια.
Στο σημείο αυτό ο ποιητής φεύγει από το ρεαλιστικό και περνά στον μύθο. Στο γνωστό
παραμύθι «Ο Αλή -Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες» μια λέξη μαγική ανοίγει τη σπηλιά με τους
θησαυρούς. Στο ποίημα η μαγική λέξη είναι «τα αντικλείδια». Κάθε ποίημα είναι ένα
αντικλείδι και με αυτό προσπαθούν οι ποιητές ν ανοίξουν την πόρτα της ποίησης.
πόρτα της ποίησης δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος.
Το πρώτο ρήμα (ανοίγει) τίθεται σε χρόνο ενεστώτα, ενώ το δεύτερο( άνοιξε) τίθεται σε
αόριστο, γιατί ο αφηγητής παρουσιάζεται ως άνθρωπος που κυριαρχεί στον χώρο και στον
χρόνο. Ο ποιητής γνωρίζει καλά όλες τις εμπειρίες όλων των ποιητών. Όσο εμβαθύνει κανείς
στο μυστήριο της ποιητικής δημιουργίας, τόσο ανακαλύπτει την αδυναμία του να το
ερμηνεύσει.
ΤΟ ΒΑΘΟΣ:
Αυτό το βάθος είναι ένα βάθος απροσπέλαστο που θυμίζει την Πλατωνική αντίληψη για το σπήλαιο.
Εκεί το φως της Ιδέας, εδώ το φως της Ποίησης. Οι ποιητές δοκιμάζονται για να μπορούν να
βλέπουν, να διακρίνουν, να αντιλαμβάνονται, να εξηγούν σε όλους τους άλλους. Είναι οι
δάσκαλοι της εμπειρίας, οι πιο σοφοί δάσκαλοι της ζωής και γι αυτό πρέπει να δοκιμαστούν
ως προς την πίστη τους στη ζωή. Ο ποιητής με το βασανιστήριο του ξαφνικού κλεισίματος
της πόρτας, παραπέμπει και στην εμπειρία του εφιάλτη κατά τον οποίο ο κοιμώμενος
ονειρεύεται ένα παραδεισένιο τόπο και τη στιγμή που ετοιμάζεται να μπει, η πόρτα κλείνει
και τον αφήνει απέξω.
Μπορεί ακόμα η ποιητική εκδοχή της ανοιχτής πόρτας που ξαφνικά κλείνει, να παραπέμπει
στον μύθο του Σίσυφου, του μυθικού βασιλιά της Κορίνθου, που καταδικάστηκε στον Άδη
να μεταφέρει αιωνίως ένα μεγάλο βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Κατά την εκδοχή αυτή,
ο ποιητής είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα, στερημένο από μια ευτυχία που μπόρεσε να
προγευθεί, αλλά που ποτέ δεν πρόκειται να απολαύσει.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΣΙΣΥΦΟΥ
Ένας από τους πιο ιδιόμορφους μύθους της ελληνικής μυθολογίας είναι αυτός του
Σίσυφου, γιου του Αίολου. Ο Σίσυφος ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που
έγινε κατόπιν γνωστή ως Κόρινθος. Η περιπέτεια του Σίσυφου άρχισε όταν ο Δίας
αποπλάνησε την Αίγινα, κόρη του ποταμού-θεού Ασωπού. Όταν ο πατέρας του κοριτσιού
πήγε στην Κόρινθο αναζητώντας την κόρη του, συμφώνησε με τον Σίσυφο, που γνώριζε
πολύ καλά τι είχε συμβεί, ότι, αν του έδινε πληροφορίες, εκείνος θα έκανε να αναβλύσει στην
ακρόπολη της Κορίνθου μια αστείρευτη πηγή.
Έτσι, ο Σίσυφος είπε όλα όσα γνώριζε στον Ασωπό κι εκείνος καταδίωξε άγρια τον
πατέρα των θεών για να πάρει εκδίκηση. Όταν τελικά ο Δίας κατάφερε να γλιτώσει από την
οργή του, πρόσταξε τον Άδη να πάρει στα Τάρταρα τον Σίσυφο και να του επιβάλει αιώνια τιμωρία. Όμως ο Σίσυφος με πονηριά κατόρθωσε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον Άδη και να τον
φυλακίσει.
Για όσο διάστημα ο Άδης βρισκόταν φυλακισμένος, κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει.
Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά
σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο
Άρης, ο θεός του πολέμου, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα σε αυτή την κατάσταση. Πήγε στο
παλάτι του Σίσυφου κι αφού απελευθέρωσε τον Άδη, του παρέδωσε τον Κορίνθιο βασιλιά.
Ο Σίσυφος όμως δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο του λόγο. Προτού κατεβεί στα
Τάρταρα, είχε δώσει εντολή στη σύζυγο του Μερόπη να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, μόλις
έφτασε στον Κάτω Κόσμο, αξίωσε πως, αφού ήταν άταφος, δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Με
αυτό τον τρόπο εξαπάτησε την Περσεφόνη, τη γυναίκα του Άδη, που του έδωσε άδεια να
επιστρέψει στη γη για τρεις ημέρες, ώστε να κανονίσει να ταφεί το σώμα του. Βέβαια, ο
Σίσυφος δε σκόπευε να τηρήσει τη συμφωνία. Γι αυτό ο Ερμής ανέλαβε να τον φέρει πίσω
ξανά.
Για να τον τιμωρήσουν, οι Κριτές των Νεκρών του ανέθεσαν να ανεβάζει σπρώχνοντας
στην κορυφή ενός λόφου έναν τεράστιο βράχο. Κάθε φορά που πλησίαζε στην κορυφή, ο
βράχος κυλούσε πίσω. Έτσι, ο Κορίνθιος βασιλιάς ακόμη σπρώχνει εκείνον τον ογκόλιθο και
θα εξακολουθεί να το κάνει ακατάπαυστα στην αιωνιότητα.
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:
Τα ποιήματα είναι οι προσπάθειες των ποιητών όλων των εποχών να υλοποιήσουν ή να
πλησιάσουν απλώς το ποιητικό τους όραμα. Είναι «μια ατέλειωτη αρμαθιά από
αντικλείδια», που φτιάχτηκαν για ν ανοίξουν την πόρτα της ποίησης. Η λέξη «ίσως» στην
αρχή του στίχου 14 δημιουργεί μια αίσθηση αβεβαιότητας .Όσο η πόρτα δεν ανοίγει, οι
ποιητές εξακολουθούν να γράφουν. Και όσο γράφουν, τόσο η ιδέα της ποίησης γίνεται πιο
απρόσιτη και πιο γοητευτική. Τα ποιήματα δεν ταυτίζονται με την ποίηση, γιατί τότε η
ποίηση θα είχε πάψει να υπάρχει.
ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:
«Μα η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή». Το ποίημα τελειώνει με τον ίδιο στίχο, όπως αρχίζει
(σχήμα κύκλου). Μοναδική διαφορά το μόριο «μα» στην αρχή του τελευταίου στίχου, που
υποδηλώνει ότι όποιος κατάλαβε πως η πόρτα της Ποίησης είναι μια πόρτα κλειστή,
κατάλαβε λάθος. Η πόρτα της ποίησης είναι πάντοτε ανοιχτή, γιατί η ποίηση διαρκώς
ανανεώνεται, η ποιητική διαδικασία είναι αέναη. Κανείς από τους ήρωες της έκφρασης δεν
θα παραβιάσει την πόρτα ( άλλωστε μια ανοιχτή πόρτα ποτέ δεν παραβιάζεται, θα
αποτελούσε σχήμα οξύμωρο) ,γιατί τότε η ποίηση θα πάψει να υπάρχει. Τελικά, ολόκληρη η
αφήγηση, στην οποία ο ποιητής κινείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, αφορά την
επαναλαμβανόμενη διαδικασία απόπειρας να παραβιαστεί η πόρτα της Ποίησης, η οποία
είναι πάντοτε ανοιχτή.