24.9.14




ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΜΠΕΔΩΣΗΣ


1ο Κείμενο: “Διαφήμιση και βία” (Θεματικοί κύκλοι, σ.σ. 203-204)
Έτυχε πριν από δεκαπέντε μέρες να πάρω μέρος σε μία δημόσια συζήτηση γύρω απ’τη διαφήμιση και τη βία που οργάνωσε το περιοδικό “Η διαφήμιση αύριο”. Ένα περιοδικό στο οποίο από καιρό μια ομάδα από δημοκράτες διαφημιστές κάνουν μια υπεύθυνη κριτική εξέταση των ορίων, των ελαττωμάτων, της μοίρας του επαγγέλματός τους. Μπρος στο απρόσμενο ξέσπασμα απόδοσης ευθυνών για τη βία, μπρος στην αυτοκατηγορία που η καταναλωτική κοινωνία φαίνεται ότι άρχισε δημόσια, οι διαφημιστές διερωτήθηκαν, σ’αυτή τη συζήτηση, ποια είναι η μερίδα ευθύνης που τους πέφτει. Και σ’αυτό το σημείο μου φάνηκε απόλυτα αναγκαίο να τους καθησυχάσω. Όχι από επιείκεια, αλλά για να μην αφήσω τη δίκη των αποτελεσμάτων να καλύψει τη δίκη των αιτίων.
Τι έκανε για χρόνια η διαφήμιση με παραγγελία του συστήματος; Ερέθιζε τις επιθυμίες. Κάνοντάς το όμως, δεν ώθησε απλά τον κόσμο να θέλει, αλλά του είπε τι να θέλει και τι ήταν καλό να θέλει. Αν το σκεφτούμε καλά, θα δούμε ότι πέτυχε δύο αποτελέσματα από “αντικειμενική” άποψη επαναστατικά (οι προθέσεις δεν μας ενδιαφέρουν εδώ). Οι συντηρητικές κοινωνίες και οι αντιδραστικοί παιδαγωγοί δήλωναν πάντα με σοφό τρόπο ότι οι υπερβολικές επιθυμίες είναι κακό πράγμα και ότι κατ’αρχή δεν πρέπει να δίνουμε στους φτωχούς την εντύπωση ότι μπορούν ν’αποχτήσουν τα πράγματα των πλουσίων. Το ότι οι βασιλιάδες μετατοπίζονταν με τη φορητή πολυθρόνα ήταν απόδειξη ότι αυτό το σκεπαστό πολυτελές φορείο ήταν βασιλικό πράγμα: κανείς άλλος δεν μπορούσε να το θέλει.
Η διαφήμιση, μεταφράζοντας τη φορητή πολυθρόνα σε “αυτοκίνητο”, είπε ακόμη και στον άνεργο ότι μπορούσε να επιθυμεί αυτοκίνητο, ότι όλοι μπορούσαν να το αποχτήσουν κι ότι, πάντως, περισσότερο από δικαίωμα, ήταν υποχρέωση να το επιθυμούν. Το ίδιο έγινε και για το σαπούνι με γαλλικό άρωμα και για το διαμέρισμα, για τη γραβάτα και για το μηχανάκι.
Μια επιθυμία, ερεθισμένη κι ανικανοποίητη, μπορεί να πάρει δύο δρόμους: την ατομική εξέγερση (την εγκληματική πράξη για παράνομη ιδιοποίηση των αγαθών άλλου) και τη συλλογική επανάσταση (τον κοινωνικό αγώνα για σωστότερη διανομή του κοινού πλούτου). Δεν μπορούμε ν’αρνηθούμε ότι ένα από τα αποτελέσματα της καταναλωτικής προπαγάνδας υπήρξε και η αύξηση της κοινωνικής αγωνιστικότητας για την κατάχτηση μιας ευδαιμονίας που παρουσιαζότανε σαν δυνατή για όλους και που τελικά ήταν σχεδόν άφταστη. Η καταναλωτική προπαγάνδα είναι αναμφίβολα υπεύθυνη για την παράλογη απόφαση ν’απαχθεί ένα παιδί για ν‘αγοράσει ο απαγωγέας βίλα, αλλά είναι επίσης και υπεύθυνη για την κατάληψη σπιτιών από ανθρώπους που νιώθουν αποκλεισμένοι από αγαθά που διαφημίζονται σ’όλες τις γωνιές των δρόμων.
Και να που η κοινωνία, αφού πρώτα ερέθισε τις επιθυμίες για όλα τα πράγματα, τρομοκρατείται γιατί ο κόσμος απαιτεί τουλάχιστον ένα μέρος χωρίς να πρέπει αναγκαστικά να εγκληματήσει. Είναι σαν να έλεγε το σύστημα στους υπηκόους του: “Έπρεπε να θέλετε να ξοδέψετε όλο το μισθό σας, και το δέκατο τρίτο και το δέκατο τέταρτο, αλλά τώρα το παρακάνετε: τώρα θέλετε και αύξηση μισθού! Το παιχνίδι δεν ήταν έτσι. Μην υπερβάλλετε, και σκεφτείτε τα αγαθά της λιτότητας”. Αυτό είναι, περίπου, το νόημα της έκκλησης του προέδρου της δημοκρατίας. Και τώρα που ο κόσμος επιθυμεί υπερβολικά πράγματα ποιος φταίει;  Η διαφήμιση, για παράδειγμα, που πρέπει να προκαλεί επιθυμίες για ψυγεία (κι αλίμονο αν δεν πουληθούν αρκετά, θα κλείσουν τα εργοστάσια). Αλλά αν για ν’αγοράσει ο κόσμος ψυγεία απαιτεί νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τότε κάτι δεν πάει καλά. Συναγερμός, οι πολίτες καταναλώνουν πολλά, ζητούν πολυτέλειες.
Πώς να δικαιολογηθούν γι’αυτό; Κατηγορώντας στην τύχη, παράλογα. Γιατί ο κύκλος είναι φαύλος, η βία βρίσκεται στην ίδια την ιδέα του κέρδους, είναι παλιά ιστορία: πρέπει να επιθυμείς αυτά που σου προσφέρω όχι αυτά που έχω εγώ, διαφορετικά όλα τελείωσαν. Πράγματι τέλειωσαν: η βία είναι αποτέλεσμα, όχι αιτία αυτής της κατάστασης.
Ουμπέρτο Έκο, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή
Απόδοση: Αντώνης Τσοπάνογλου



2ο Κείμενο: “Κοινωνικές ταυτότητες” (Θεματικοί κύκλοι, σ.σ. 240-241)

Οι κοινωνικές ταυτότητες είναι πολλές, είναι ιεραρχημένες και άνισες. Τις ταυτότητες τις αποκτάει ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία, αρχίζοντας από την οικογένεια. Υπάρχουν ταυτότητες πολύ πιο σταθερές από άλλες, γιατί είναι επενδυμένες με μεγάλη κοινωνική αξία. Την εθνική, π.χ. ή τη θρησκευτική τους ταυτότητα οι άνθρωποι την αλλάζουν πολύ σπάνια και σε πολύ ειδικές συνθήκες. Άλλες, αντίθετα, είναι πολύ πιο ρευστές γιατί έχουν λιγότερο βάρος και μικρή κοινωνική αξία.
Σε ορισμένες ταυτότητες άλλοι δίνουν μεγάλη αξία και άλλοι όχι. Άλλοι π.χ. αλλάζουν εύκολα πολιτική ταυτότητα, άλλοι το θεωρούν αθέμιτο και άλλοι σχεδόν ιεροσυλία απέναντι σε ευγενή ιδανικά.
Την επαγγελματική τους ταυτότητα επιδιώκουν οι άνθρωποι να την αλλάζουν όποτε μπορούν για να τη βελτιώσουν.
Οι πιο σταθερές απ’όλες τις κοινωνικές ταυτότητες είναι εκείνες που αποδίδουν κοινωνική ανωτερότητα, που καταφέρνουν γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο και αφομοιώνουν χαρακτηριστικά άλλων ταυτότητων που αποδίδουν κατωτερότητα, με βάση μια κοινωνική και αυθαίρετη ταξινόμηση. Ένα εύκολο παράδειγμα είναι η προφορά των αστικών κέντρων σε σχέση με τις τοπικές διαλεκτικές προφορές.
Με την ίδια λογική, οι ανθρώποι προβάλλουν τις ταυτότητες εκείνες που θεωρούνται με υψηλή κοινωνική αξία και ποτέ το αντίθετο. Κανένας άνθρωπος που π.χ. δεν έχει τελειώσει το Δημοτικό δεν αυτοπροβάλλεται στους άλλους σαν “αγράμματος”.
Μια από τις παραδοσιακά ισχυρές κοινωνικές ταυτότητες είναι η τοπική καταγωγή. Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν την τοπική τους ταυτότητα σημείο αναφοράς της όλης τους προσωπικότητας. Άλλοι στην τοπική καταγωγή τους αρνούνται την παραδοσιακή κοινωνία, τις πεποιθήσεις και προκαταλήψεις της αγροτικής κουλτούρας.
Ένα παράδειγμα είναι η κρητική καταγωγή. Κάποιος μακρινός συγγενής μου, που ήρθε παιδί στην Αθήνα του 1950 και έγινε με τη βοήθεια της οικογένειας μηχανικός, ερμήνευε σε όλη τη ζωή του μεγάλο ποσοστό των πράξεων του με αναφορά στην τοπική του καταγωγή, λέγοντας με καμάρι “είμαι Κρητικός”. Απέδιδε στο “Κρητικός” πολλές θετικές αξίες και συστηματικά προέβαλε την τοπική του ταυτότητα γενικά συνώνυμη με τη λεβεντιά, την ντομπροσύνη, την αντοχή, την ειλικρίνεια, την αλληλεγγύη, την τιμιότητα και πολλά άλλα προτερήματα, ακόμη και το χιούμορ.
Η αδελφή του ωστόσο, που έζησε κι εκείνη στην Αθήνα και έγινε παρά τις αντιρρήσεις της οικογένειας γιατρός, απέδιδε στην τοπική της ταυτότητα (που αγαπούσε και αγαπάει πάντα) πολλά αρνητικά στοιχεία δίπλα στα θετικά. Και μιλούσε με πίκρα για τις μπαλωθιές που βαράνε στη γέννηση αρσενικών παιδιών, για τις σφαγμένες αδελφές, για το αντριλίκι και τον κίνδυνο που συνοδεύει την παράνομη οπλοφορία, για την ευκολία με την οποία επέλεγαν οι φορείς της τοπικής κουλτούρας τη βία σαν λύση ασήμαντων προβλημάτων, για φόνους εκ προμελέτης με αίτιο οικονομικές διαφορές τελείως ανάξιες λόγου.
Υπάρχουν λοιπόν οι ταυτότητες, αλλά υπάρχουν και οι αναπαραστάσεις τους στο μυαλό των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι οι ταυτότητες δεν επιβάλλονται μηχανικά μέσα στην κοινωνικοποίηση. Αντίθετα, τα άτομα δομούν τις πολλές τους κοινωνικές ταυτότητες ενεργητικά στη διάρκεια της ζωής τους, ανάλογα με πολλούς παράγοντες κοινωνικούς. Άρα οι κοινωνικές ταυτότητες δεν είναι στατικές ούτε ίδιες για πάντα, αλλά μεταμορφώνονται διαρκώς.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ταυτότητες ούτε “φυσικές” ούτε “αυθεντικές”. Οι κοινωνικές προκαταλήψεις ξεκινάνε ακριβώς από την αντιμετώπιση των ταυτοτήτων σαν να ήταν φυσικές και άρα αυθεντικές.
Ακριβώς επειδή οι κοινωνικές ταυτότητες γίνονται αντιληπτές από τον κοινό νου σαν στατικές και “φυσικές”, η ζωντανή απόδειξη με την παρουσία “άλλων” που είναι “διαφορετικοί” προκαλεί καχυποψία ή και εχθρικότητα. Η παρουσία και μόνον “άλλων διαφορετικών” αμφισβητεί τη “φυσικότητα”, γιατί καθρεφτίζει την απόδειξη ότι όλες οι ταυτότητες είναι “ιδιαίτερες” και καμία δεν είναι ούτε φυσική ούτε αυθεντική.
Οι προκαταλήψεις και οι διακρίσεις στηρίζονται σε στοιχεία των ταυτοτήτων που θεωρούνται αυτονόητα. Με τα “αυτονόητα” και “αυθεντικά” της χαρακτηριστικά η κάθε κοινωνική ταυτότητα γίνεται στερεότυπο και αυτό οδηγεί στις κοινωνικές διακρίσεις. Εύκολο παράδειγμα είναι οι κοινωνικές ταυτότητες φύλου.
Η ταυτότητα του φύλου βεβαίως είναι κοινωνική και καθόλου “φυσική”. Όλα ανεξαιρέτως τα χαρακτηριστικά των αντρών και των γυναικών που προσδιορίζουν τη συμπεριφορά, τις ιδέες, την προσωπικότητα, τη στάση απέναντι στο ιδιωτικό και το δημόσιο, τα όνειρα, τις φιλοδοξίες, τις επιλογές κ.ο.κ., είναι προϊόντα της κοινωνίας και όχι της βιολογίας.
Και αποτελεί θεμέλιο των διακρίσεων κατά των γυναικών στην κοινωνία η πλατιά πεποίθηση ότι οι ταυτότητες του φύλου είναι “φυσικές”, και ότι άρα το στερεότυπο της θηλυκότητας και του ανδρισμού που επικρατεί στην κοινωνία είναι αυτονόητα δοσμένο από τη φύση.
Άννα Φραγκουδάκη, από τον ημερήσιο Τύπο

3ο Κείμενο: “Η αισθητική παιδεία του ελληνικού λαού” (Θεμ. κύκλοι, σ. 278)

[...] Πολλά τα αγαθά του πνεύματος, πολλοί οι δρόμοι που οδηγούν προς αυτά, πολλοί οι τρόποι της παιδείας. Όσα αγαθά, τόσες και μορφές παιδείας. Παιδεύεται  ο άνθρωπος και για τη θεωρία και για την πράξη. Παιδεύεται στον πρακτικό λόγο για να γίνη ηθική προσωπικότητα, για να γίνη αυτόγνωμος πολίτης, με κοινωνική συνείδηση. παιδεύεται στο θεωρητικό λόγο για να γίνη εργάτης μιας ειδικής επιστήμης ή της καθολικής επιστήμης, της φιλοσοφίας. Παιδεύεται στον αισθητικό λόγο για να φθάση στη νόηση και στην πλαστουργία του ωραίου(1).
Όλες αυτές οι μορφές παιδείας πρέπει να βρίσκονται σε μιαν από βαθιά προσδιορισμένη συνοχή, σε μιαν αυστηρή ισορροπία αναμεταξύ τους. Γι’αυτό θα ήταν
σωστότερο να τις πραγματευόμαστε, ως ένα σημείο τουλάχιστον, όλες μαζί. Αλλά, είτε γιατί μερικών μορφών η έρευνα θα μας τραβούσε πολύ μακριά, είτε γιατί άλλες πάλι μορφές είναι κατ’ανάγκην μελετήματα ευθετώτερων καιρών, θα περιορισθούμε σήμερα σε μια μορφή της παιδείας, που ήταν ανέκαθεν στην νέα Ελλάδα παραμελημένη, ή μάλλον αγνοημένη, και που χωρίς αυτήν αύριο δεν θα μπορέσωμε να αναπτύξωμε σύμμετρα και αρμονικά την πολύπλευρη ψυχή του λαού μας, προπαντός των πολλών, που σ’αυτών πρώτα-πρώτα την εξύψωση θα αποβλέψη η αυριανή συγχρονισμένη κοινωνική πολιτεία.
Λέγοντας παιδεία δεν εννοούμε μόνο τη συστηματική σχολική παιδεία, αλλά κάθε στιγμή ζωής όπου κάποια πενευματική δύναμη προσφέρει ένα άλλο νόημα σε κάποιον που δεν το κατέχει. Αυτή η δύναμη μπορεί να είναι ο δάσκαλος, ο γονιός, ο φίλος, ο πολιτικός, ο κήρυκας, ο ηθοποιός. μπορεί όμως να είναι και ένα τραγούδι, μια εικόνα, ένα μνημείο, η γραμμή ενός βουνού, ο μίσχος ενός άνθους. Και η λεγόμενη αυτοπαιδεία χωράει σ’αυτόν τον ορισμό. Γιατί τι άλλο σημαίνει κι αυτή, παρά πως ωρισμένες πιο προηγμένες λειτουργίες ενός ανθρώπου, με τη βοήθεια ενδεχομένως και άλλων εξωτερικών στοιχείων (βιβλίων, εικόνων κτλ.), παιδεύουν άλλες λιγώτερο προηγμένες λειτουργίες του ίδιου ανθρώπου. Και εδώ η ύπαρξη δύο στοιχείων, του παιδεύοντος και του παιδευομένου, είναι λογικά απαραίτητη. Η παιδεία είναι μια αδιάκοπη λειτουργία της ζωής που μας καταλαμβάνει από τη στιγμή που θα γεννηθούμε και μας παρακολουθεί, άλλοτε πιο έντονη, σε ξύπνιο και σε ύπνο, ως την τελευταία μας πνοή [...]
Κων/νος Τσάτσος, “Πριν το ξεκίνημα”
1 ωραίου: Υπάρχουν τόσοι τρόποι παιδείας όσες και απόλυτες αξίες. Και αυτό γιατί κάθε μία κινεί διαφορετικές λειτουργίες του πνεύματος και απαιτεί γι’αυτό μια διαφορετική μέθοδο. Είναι φυσικό άλλωστε όλος ο δρόμος -και ο δρόμος είναι “η μεθ’οδός”- να προσδιορίζεται από το τελικό του τέρμα, την απόλυτη αξία




ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ


ΚΕΙΜΕΝΟ
«Διαφήμιση και βία»
Στο κείμενο αναλύεται η σχέση βίας και διαφήμισης. Ο συγγραφέας αφορμάται από ένα σχετικό συνέδριο, προκειμένου να τονίσει πως η διαφήμιση ανέκαθεν «ερέθιζε» τις ανικανοποίητες ανάγκες του ατόμου. Οι επιθυμίες αυτές δύνανται να οδηγήσουν σε φαινόμενα βίας και εγκληματικότητας, με στόχο την κατάκτηση μιας πλασματικής ευτυχίας. Ωστόσο η κοινωνία, μέσα σε αυτό το πλαίσιο υπερκαταναλωτικού φόβου, προσπαθεί να βρει τρόπους περιορισμού του φαινομένου. Το κράτος-ο συγγραφέας τονίζει το παράδοξο-αφενός προσφέρει προϊόντα και αφετέρου προσπαθεί να περιορίσει τη δυνατότητα του ατόμου να τα αποκτήσει. Καταλήγει, πως σε ένα τέτοιο σημείο, δεν πρέπει η βία που παρατηρείται να προβληματίζει, καθώς αποτελεί απότοκο της παραπάνω κατάστασης που η ίδια η κοινωνία δημιούργησε.
ΚΕΙΜΕΝΟ
«Κοινωνικές ταυτότητες»
Η συγγραφέας πραγματεύεται το κατά πόσο οι κοινωνικές ταυτότητες προσδιορίζουν και καθορίζουν την προσωπικότητα του ατόμου. Υποστηρίζει πως είναι πολλές και δε χαρακτηρίζονται από το ίδιο «βάρος» στη συνείδηση του ατόμου. Διαμορφώνονται αρκετά νωρίς και αποτελούν εικόνα της κοινωνίας. Οι πιο ισχυρές, κατά τη γνώμη της, είναι όσες προσδίδουν κοινωνική ανωτερότητα στα άτομα, προκειμένου να ξεχωρίσουν μέσα στο πλήθος. Ωστόσο οι ταυτότητες εναπόκεινται σε συνεχή αλλαγή, αν και χρησιμοποιούνται δια βίου από το άτομο ως κάτι σταθερό. Η θεώρηση αυτή κατά το συγγραφέα, επιτρέπει την εδραίωση των προκαταλήψεων και του ρατσισμού μεταξύ των ατόμων, κυρίως στη διάσταση του φύλου. Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται «φυσική» η υπεροχή του ανδρικού φύλου έναντι του θηλυκού, διάκριση η οποία αναπαράγει στερεότυπα και ανταγωνισμό, δυσχεραίνοντας εν τέλει την ομαλή συμβίωση τους. 

ΚΕΙΜΕΝΟ
«Η αισθητική παιδεία του ελληνικού λαού»
Μέσα από το απόσπασμα, ο συγγραφέας αναλύει την έννοια της παιδείας και τη σημασία της στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Αρχικά υποστηρίζει πως ο άνθρωπος αγωνίζεται να κατακτήσει τη γνώση με διάφορους τρόπους, οι οποίοι καθιστούν την παιδεία έννοια πολύπλευρη. Στη συνέχεια επισημαίνει πως η αισθητική παιδεία είναι αυτή που εξυψώνει ηθικά το άτομο, δεν είναι στατική, μα ούτε και συγκεκριμένη. Αφορμάται από ποικίλα γεγονότα ή άτομα, δεν περιορίζεται στη σχολική διδασκαλία και περιστρέφεται γύρω από τη θέληση του ατόμου για γνώση. Επομένως, καταλήγει, αποτελεί μια διαδικασία που ακολουθεί το άτομο μέχρι το τέλος της ζωής του.




Επιμέλεια: Γκέκα Βάγια
Φιλόλογος/ Msc Παιδαγωγικής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου