Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18.12.10

Το νόμιμο είναι και ηθικό;

Ο Ρουσό, ο Αριστοτέλης και ο... άλλος

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΒΩΚΟΣ | Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008
 
Η εξίσωση του νόμιμου με το ηθικό, στην οποία προέβη την περασμένη εβδομάδα ο τότε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, ήρθε να ταράξει τα νερά της... λογικής αλλά και της κυβέρνησης, αφού την Παρασκευή το μεσημέρι ο κ. Βουλγαράκης υπέβαλε την παραίτησή του η οποία και έγινε δεκτή. Η κίνηση αυτή του πρώην υπουργού σαφώς δεν ακυρώνει και μάλλον ενισχύει το ερώτημα του τίτλου του σημερινού αφιερώματος. Οσο και αν θα ήταν το επιθυμητό, τουλάχιστον στα δημοκρατικά πολιτεύματα, οι ηθικές αρχές δεν κατοχυρώνονται διά της νομοθεσίας. Οι νόμοι «φροντίζουν» να διευκολύνουν τη συμβίωση των ανθρώπων χωρίς να ηθικολογούν. Η ηθικήείναι προσωπική υπόθεση του καθενός. Η πολιτική ηθική, από την άλλη, είναι υποχρέωση που αναλαμβάνεται εθελοντικά. Στις σημερινές κοινωνίες όπου η ελευ
θερία της γνώμης, του θρησκεύματος, των επιλογών κατοχυρώνεται συνταγματικά, περισσεύει μία «τυραννία» οιασδήποτε «ηθικοπλαστικής πλειοψηφίας». Δεν αναζητούνται Ιφιγένειες οι οποίες θα θυσιαστούν εν ονόματι της ηθικής του άλλου. Αλλά δεν μπορεί να νομιμοποιούνται και εκείνοι των οποίων η ηθική έχει αποκτήσει μεγάλη ελαστικότητα. Ο Πρωθυπουργός στην εφετινή ΔΕΘ απέφυγε, για πρώτη φορά, να επισημάνει ότι η κυβέρνηση συνεχίζει τον βηματισμό της στον δρόμο τού «σεμνά και ταπεινά», αφού η επιταγή αυτή δεν επήγαζε εκ του νόμου αλλά αφορούσε τον βηματισμό των στελεχών του σύμφωνα με την προσωπική τους ηθική. Οπως αναφέρεται και στο αφιέρωμα που ακολουθεί, οι φιλόσοφοι ανά τους αιώνες έχουν σκεφθεί πολύ και τα προβλήματα της ηθικής και εκείνα της πολιτικήςαπαντώντας στο ερώτημα αν το νόμιμο είναι και ηθικό.
Α
ς υποθέσουμε, έστω για μια στιγμή, ότι στον πυθμένα, εκεί που τα πράγματα συγκροτούνται, υπάρχει κενό. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι στο κενό αυτό υπάρχει μόνη της, γυμνή και ωμή, η βία, που κυκλοφορεί με τον ασυνάρτητο βηματισμό μιας τρελής θεάς. Ας υποθέσουμε, τέλος, ότι ο κόσμος είναι έργο της. Ποιος δεν βλέπει πως στην περίπτωση που οι τρεις υποθέσεις ισχύουν, η ζωή θα ήταν απελπισία;

Απολύτως απελπισμένος, όμως, δεν μπορεί να ζήσει κανείς. Γι΄ αυτό είναι απαραίτητο να πάρουμε τα μέτρα μας. Τα πήραμε. Φτιάξαμε κοινωνίες, επιχειρήσαμε δηλαδή να δώσουμε νόημα στο χάος, φροντίζοντας όπως όπως τη συμβίωσή μας. Οι κοινωνίες ήταν φυσικό να διαφέρουν μεταξύ τους, μια και έπρεπε να λάβουμε υπόψη μας τα διαφορετικά ήθη των ανθρώπων. Μπορέσαμε να ονομάσουμε το τελικό προϊόν «ανθρωπότητα», γιατί παρατηρήσαμε ένα είδος σταθεράς, την οποία είπαμε ηθική ενότητα και τη θεωρήσαμε κοινό παρονομαστή των κοινωνιών.

Ως προς το θέμα αυτό, ο Ρουσό τα είπε σταράτα στον Αιμίλιο: «Κοιτάξτε όλα τα έθνη του κόσμου, διατρέξτε όλες τις ιστορίες. Ανάμεσα σε τόσες απάνθρωπες και παράξενες λατρείες, ανάμεσα στην αξιοθαύμαστη διαφορά ηθών και χαρακτήρων, θα βρείτε παντού τις ίδιες ιδέες της δικαιοσύνης και της εντιμότητας, παντού τις ίδιες έννοιες του καλού και του κακού».

Ο κοινός παρονομαστής, ωστόσο, δεν ήταν αρκετός: χρειάστηκε να πάρει συγκεκριμένες όψεις, να εξειδικευτεί, ώστε να γίνει αμέσως χρήσιμος και εφαρμόσιμος πρακτικά. Φτιάξαμε λοιπόν τα περίτεχνα και πολύπλοκα οικοδομήματα των νόμων, που μας επέτρεψαν να έχουμε στη διάθεσή μας και σε απόσταση χειρονομίας κάτι σαν προσομοίωση του ήθους και της αρετής, και οι προσομοιωτές αυτοί έδιναν την ψευδαίσθηση- χρήσιμη όμως και απαραίτητη- ότι η αρετή και το ήθος μπορούσαν πια να γίνουν αντικείμενα ποσοτικής εκτίμησης.

Βεβαίως οι υπολογισμοί μας δεν ήταν πάντοτε σωστοί. Υπήρχαν ελλείψεις και υπερβολές, οι οποίες τις περισσότερες φορές δεν φαίνονταν και τόσο αθώες: εξυπηρετούσαν και βόλευαν άλλους (συνήθως τους λιγότερους), ενώ άλλους τους αδικούσαν (συνήθως τους πολλούς). Οι διορθωτικές μετρήσεις που έγιναν ήταν πολλές και κάθε φορά άφησαν πίσω τους πολύ αίμα και ακόμη περισσότερο πόνο. Θεωρήσαμε πάντα ότι το δυσβάσταχτο κόστος άξιζε τον κόπο, γιατί το ζητούμενο ήταν αυτός ο περίφημος κοινός παρονομαστής χωρίς τον οποίο βρισκόταν σε κίνδυνο η ανθρωπότητα. Πληρώναμε το τίμημα με τα μάτια στραμμένα στη δικαιοσύνη, την τιμιότητα και την αρετή, γιατί μας ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι σόι ζωή θα ήταν η δική μας χωρίς αυτά που μας έκαναν να νιώθουμε ότι είμαστε και μείς άνθρωποι, ότι ανήκουμε και μείς στην ανθρωπότητα.

Αλλά ο κοινός παρονομαστής έμοιαζε με άπιαστο όνειρο: μας περίμενε με περιπαικτική διάθεση στη γωνία, κάθε φορά που διαπιστώναμε ότι οι νόμοι ήταν κατώτεροί του. Γιατί οι νόμοι είναι έργα των ανθρώπων. Ενώ ο κοινός παρονομαστής είναι έργο της ανθρωπότητας, δηλαδή έργο που ξεπερνά απείρως τις μικρούτσικες δικές μας μηχανορραφίες. Τίμιος δεν είναι αυτός που δεν κλέβει, επειδή φοβάται την τιμωρία που προβλέπει ο νόμος. Τίμιος είναι αυτός που δεν κλέβει, επειδή πιστεύει ότι η κλοπή δεν είναι σωστό πράγμα. Ο πρώτος πάντα θα βρει τρόπο να ξεγελάσει τον νόμο. Εχει συμβούλους, δικηγόρους, ακόμη και προστάτες, οι οποίοι ενίοτε μπορεί να είναι ή να νομίζουν ότι είναι πολύ ισχυροί. Ο δεύτερος, μπροστά στην πάνοπλη αγέλη που περιβάλλει τον πρώτο, είναι μόνος του. Βρίσκεται όμως πολύ κοντά στον κοινό παρονομαστή, το ξέρει, και αυτό του δίνει τη δύναμη να συνεχίσει μια απελπισμένη μάχη, με την πεποίθηση ότι πρέπει οπωσδήποτε να κερδηθεί ο πόλεμος.

Ο Αριστοτέλης, κατά πώς λένε, έχει σκεφτεί πολύ και τα προβλήματα της πολιτικής και τα προβλήματα της ηθικής και τις δυσκολίες που αναφύονται στις σχέσεις τους. Οσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν τις αντιλήψεις του στα Ηθικά Νικομάχεια, έργο δύσκολο αλλά απαραίτητο σήμερα όσο ποτέ. Γράφει εκεί ο μεγάλος Σταγειρίτης: «Κατέχουμε τις αρετές επειδή τις έχουμε ήδη ασκήσει, όπως συμβαίνει και με τις άλλες τέχνες. Γιατί τα πράγματα που πρέπει να τα μάθεις για να τα κάνεις, τα μαθαίνεις κάνοντάς τα, όπως γίνεσαι οικοδόμος χτίζοντας σπίτια και κιθαριστής παίζοντας κιθάρα. Με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαια πράγματα και σώφρονες κάνοντας σώφρονα και γενναίοι κάνοντας γενναία».

Δυστυχώς δεν μας κυβερνά ο Αριστοτέλης, αλλά ο άλλος. Τι να κάνουμε; Στον καθένα ο άρχοντας που του αξίζει. Εμείς, ως νομιμόφρονες πολίτες, θα σκύψουμε λίγο περισσότερο το κεφάλι και θα ακολουθήσουμε τον αρχηγό, χωρίς αυτό να σημαίνει οπωσδήποτε ότι αγνοούμε τον Αριστοτέλη. Απλώς ο άλλος μοιάζει να συμφέρει περισσότερο.

Ο κ. Γεράσιμος Βώκος είναι
καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=14304&dt=14/09/2008#ixzz18RcDx4c1
Ο ρόλος της παιδείας κατά τον Αριστοτέλη
 
 
Του Δρα Θεόδωρου Κ. Θεοδώρου

Ο Αριστοτέλης, στο όγδοο βιβλίο των «Πολιτικών» του, αναφέρεται διεξοδικά σε θέματα που αφορούν στην παιδεία. Αν συνδυάσει κανείς τις σχετικές απόψεις που εκφράζει εδώ με τις απόψεις που εμπεριέχονται και σε άλλα του έργα, και ιδιαίτερα στα «Ηθικά Νικομάχεια», τότε εύκολα συναρμολογεί ολόκληρο το πάζλ των αριστοτελικών θέσεων για την παιδεία.
Για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία γίνεται λόγος για νομοθετημένη κοινή παιδεία «κοινήν και μη κατ’ιδίαν», μέσα στα πλαίσια της οποίας ο άνθρωπος καθίσταται ενεργός πολίτης, κατακτά την αρετή και την ευδαιμονία μέσω της λογικής και οδηγείται στην τελείωση.
Ο κυριότερες επιμέρους λειτουργίες της παιδείας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη είναι:
1. Συντελεί στη δημιουργία του ενεργού πολίτη.

Ο άνθρωπος μέσω της παιδείας αποκτά τη δυνατότητα να «μετέχει κρίσεως και αρχής», δηλαδή να συμμετέχει όχι μόνο στην άσκηση της δικαστικής-νομοθετικής εξουσίας, αλλά να ασκεί και κριτική στην εκάστοτε εκτελεστική εξουσία. Τελικό αποτέλεσμα να «μετέχουν της πολιτείας πάντες οι πολίται». «Παιδεύεσθαι και εθίζεσθαι προς τας πολιτείας» διακήρυττε ο σταγειρίτης φιλόσοφος. Πολιτεύματα χωρίς παιδεία βλάπτονται ανεπανόρθωτα: «εν ταις πόλεσιν ου γινόμενον τούτο βλάπτει τας πολιτείας». Επομένως η παιδεία θεωρείται από τον Αριστοτέλη η «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση για τη διάπλαση ενεργών πολιτών, από την οποίαν εξαρτάται όχι μόνο η εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας, αλλά και η ίδια η ύπαρξη της.
2. Συντελεί ώστε ο πολίτης να γίνεται «αγαθός(ενάρετος) και σπουδαίος» δια μέσου της λογικής.

Τρεις παράγοντες συμβάλλουν στο να γίνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι. «Διά τριών γίγνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι, έστι δε ταύτα τα τρία: φύσις, έθος και λόγος», δηλαδή η φυσική προδιάθεση, ο εθισμός και η λογική. Θεωρεί ως κυριότερο την καλλιέργεια του λόγου: «διά τον λόγον οι άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον», τουτέστιν με τη λογική τους ικανότητα οι άνθρωποι κατορθώνουν να πράττουν έργα αντίθετα προς τον εθισμό και τις φυσικές ορμές τους, αν πειστούν ότι κάποια άλλη πορεία είναι σωστότερη. Η καλλιέργεια του λόγου γίνεται μέσω της παιδείας.
3. Ο ηθοπλαστικός της χαρακτήρας.

Βασικός σκοπός της παιδείας πρέπει να είναι η διάπλαση «του ήθους της ψυχής». Στα «Ηθικά Νικομάχεια Βιβλίο Β» τονίζει ότι «η ηθική (του ανθρώπου) εξ έθους περιγίγνεται, όθεν και το όνομα….», δηλαδή η ηθική αντίληψη του ανθρώπου διαμορφώνεται με τη συνήθεια, απ’ όπου παράγεται και η λέξη. «Ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίγνεται αλλά εξ έθους περιγίγνεται», δηλαδή καμιά ηθική αρετή δεν την έχουμε έμφυτη, δοσμένη από τη φύση, αλλά διαμορφώνεται με τη συνήθεια. «Οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς», δηλαδή οι νομοθέτες προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς (ενάρετους) με τη συνήθεια και τον εθισμό. Αν λάβουμε υπόψη ότι η παιδεία κατά το φιλόσοφο θα πρέπει να είναι νομοθετημένη από την πολιτεία, απ’ό,τι ανέφερα και πιο πάνω, αντιλαμβανόμαστε ότι πρώτιστα σ’αυτήν πέφτει το βάρος της διαμόρφωσης του χαρακτήρα των πολιτών.
4. Η παιδεία είναι χρήσιμη και για την οικονομία.

«Τα γράμματα και προς την οικονομίαν δοκεί χρήσιμα είναι» διακηρύττει ο φιλόσοφος στα «Πολιτικά» του. Θα πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε ότι, όταν ο Αριστοτέλης μιλά για γράμματα τα εννοεί ως περιέχοντα την ανάγνωση, την γραφή, τη γραμματική καθώς επίσης και στοιχεία αριθμητικής, γεωμετρίας και αστρονομίας. Η διοίκηση λοιπόν του οίκου και ο καταμερισμός της εργασίας που γίνεται στο εσωτερικό του, καθίστανται αποτελεσματικότερα με μορφωμένους πολίτες.
5. Η παιδεία δεν πρέπει να στοχεύει στην ταλαιπωρία των μαθητών.

Παρόλο που παραδέχεται ότι οι νέοι δε μαθαίνουν παίζοντας «ου γαρ παίζουσι μανθάνοντες, μετά λύπης γαρ η μάθησις», εντούτοις δεν πρέπει να θεωρείται η παιδεία ως γενεσιουργός αιτία ταλαιπωρίας. «Δει τους νέους μη παιδιάς ένεκα παιδεύειν». Η χαρά λοιπόν της μάθησης και η παιγνιώδης μορφή της διδασκαλίας, που αποτελούν ορισμένους από τους πυλώνες της σύγχρονης προοδευτικής παιδαγωγικής έλκουν την καταγωγή τους από την αριστοτελική σκέψη.
6. Τελικός σκοπός της μάθησης πρέπει να είναι η επίτευξη της ευδαιμονίας.

«Τέλος» στον Αριστοτέλη σημαίνει σκοπός. «Η δ’ευδαιμονία τέλος εστίν», επομένως η ευδαιμονία του ανθρώπου είναι ο τελικός σκοπός. Αυτή όμως δε νοείται μόνο ως ευχαρίστηση ή ικανοποίηση από την απόλαυση υλικών ή πνευματικών αγαθών, αλλά ως ενέργεια της ψυχής η οποία τείνει προς την τελείωση. Η παιδεία, συνεπώς, έχει ως αποστολή να συντελέσει στην πραγμάτωση του σκοπού της ύπαρξης, που είναι η επίτευξη της ευδαιμονίας.
Πραγματικά όταν ανατρέχει-που οφείλει να ανατρέχει ο εκπαιδευτικός στις κλασικές πηγές της παιδείας-μοναχά δέος μπορεί να αισθανθεί. Αρχές παιδαγωγικές ανεπανάληπτες, διαχρονικές που ισχύουν παντού και πάντοτε, όπως π.χ ενεργός πολίτης, ηθοπλαστική παιδεία, διαθεματική διδασκαλία, παιγνιώδης μορφή της διδασκαλίας και άλλες, που εμείς όχι μόνο δεν καταφέραμε ακόμα να τις εφαρμόσουμε, αλλά τις εξαγγέλλουμε κατά καιρούς ως στόχους της χρονιάς, για να λειτουργούν ως άλλοθι της δικής μας απραξίας. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να είμαστε περήφανοι ή να ντρεπόμαστε, που είμαστε κληρονόμοι τέτοιων ρηξικέλευθων απόψεων και απόγονοι του μεγαλύτερου διανοητή της αρχαιότητας και όχι μόνο.

Δρ. ΘΕΟΔΩΡΟΣ Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ,
Οικονομολόγος, Συντονιστής Β. Δ/ ντής, Λύκειο Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ΛΕΜΕΣΟΣ.
E-mail: Theodorou.Theodoros@cytanet.com.cy



http://www.alfavita.gr/artra/artro20070616a.php
H «φρόνησις» και η αριστοτελική ηθική
Mια μελέτη του ακαδημαϊκού Παύλου Kόντου για τα «ηθικά» έργα του μεγάλου αρχαίου Eλληνα φιλοσόφου
 
Tου Φωτη Tερζακη
Παύλος Kόντος: «H αριστοτελική ηθική ως οντολογία. Φρόνησις, τέχνη, σοφία». Eκδόσεις «Kριτική», 2000.

Mέρος της ανεξίτηλης σφραγίδας που έχει αφήσει ο Iουδαιοχριστιανισμός στον πολιτισμό της Δύσης είναι ότι δεν μπορούμε να ακούσουμε τη λέξη «ηθική» χωρίς αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως στο νου μας σε μια σειρά συγκεκριμένων και ειδικών εντολών: ο χώρος της ηθικής είναι ο χώρος της ετερονομίας, που σημαίνει ακριβώς την αδιαπραγμάτευτη, τυραννική προτεραιότητα του γενικού, που είναι ο νόμος, απέναντι στην ατομική βούληση και προαίρεση. O Kαντ θέλησε βεβαίως να σχετικοποιήσει αυτό το ετερονομικό στοιχείο που φαινόταν μάλλον αναξιοπρεπές στα μάτια μας ορισμένης φιλελεύθερης ευρωπαϊκής αστικής τάξης, διαχωρίζοντας αφενός την ηθική σφαίρα από τις παράλληλες σφαίρες του αληθούς (επιστήμη) και του ωραίου (αισθητική), αφετέρου εντός της ίδιας της ηθικής σφαίρας τις υποθετικές από την κατηγορική επιταγή: μολονότι έτσι το καταναγκαστικό στοιχείο της ηθικής περιοριζόταν στις ελάχιστες τυπικές αρχές του πράττειν, η καντιανή ηθική παραμένει δέσμια του ιουδαιοχριστιανικού ειδώλου κατά το ότι είναι ανίκανη να διαφύγει μια ουσιαστικά νομική σύλληψη του πράττειν – το οποίο πρακτικά ισοδυναμεί με καθαγιασμό, να το ξαναπούμε, της δικτατορίας του γενικού. Ποια άλλη σύλληψη του πράττειν είναι τότε δυνατή, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, εάν τουλάχιστον συμφωνούμε ότι ο ηθικός σχετικισμός δεν είναι απάντηση αφού διαλύει το ίδιο το πεδίο της ηθικής ερωτηματοθεσίας.
H άλλη μεγάλη παραδοσιακή σύλληψη της ηθικής είναι βεβαίως εκείνη την οποία μπορούμε άφοβα να αποκαλούμε πλατωνική, η ιδέα δηλαδή της υπαγωγής του ανθρώπινου πράττειν στις αρχές που θεσπίζει η αληθής γνώση. Παρότι τα δύο στρατόπεδα έχουν θέσει κατ’ αντίστροφο τρόπο τις αξιώσεις τους, όχι μόνο αυτή η «πλατωνική» προτεραιότητα της θεωρίας έναντι του πράττειν δεν είναι λιγότερο ετερονομική, αλλά τουναντίον δεν θα επέτρεπε ποτέ ούτε τους «εκδημοκρατισμούς» που επέφερε η καντιανή σχετικοποίηση των καθ’ ύλην επιταγών: ταιριάζει σε μια αριστοκρατική, αυστηρά ιεραρχική αντίληψη του κόσμου στο πλαίσιο της οποίας οι παραμικρές μορφές συμπεριφοράς των ανθρώπων θα κατευθύνονταν ασφυκτικά από ένα ιερατείο των κατεχόντων (οι λεγόμενες «σοσιαλιστικές» γραφειοκρατίες του πρόσφατου παρελθόντος είναι ίσως το κοντινότερο παράδειγμα του τι θα ήταν ένα πλατωνικό μοντέλο κοινωνικής ζωής στην πράξη).
Yπάρχει, ωστόσο, ακόμα ένας τρόπος διαφυγής από τις ετερονομικές συμπληγάδες που ελλοχεύουν σε κάθε ηθική ερωτηματοθεσία, υπό τον όρον ότι θα αρνηθούμε κάθε εύκολη προσφυγή σε «αρχές» και θα περιοριστούμε κυριολεκτικά στο πεδίο της ερωτηματοθεσίας: ότι θα κατανοήσουμε την ηθική σφαίρα ως τη σφαίρα του διαρκούς και διηνεκώς ανοικτού ερωτήματος περί των ανθρώπινων πράξεων και της σημασίας τους μέσα σε συνθήκες πάντοτε συγκεκριμένες και ειδικές, που ορίζονται από την επιθυμία μας να ζούμε μέσα σε ανθρώπινη κοινότητα και σε συσχετισμό με το τι είδους κοινότητα είναι αυτή στην οποία θέλουμε να ζούμε. Aυτή ακριβώς είναι και η σημασία του σύγχρονου όρου «μεταηθική», και μια ορθή διαίσθηση έχει καθοδηγήσει ένα πολιτικά εγρήγορο κομμάτι της μοντέρνας σκέψης να αναζητήσει ένα προσχέδιο μιας τέτοιας πραξεολογικής προβληματικής στον Aριστοτέλη. Oπως και σε πολλά άλλα ζητήματα, στο πεδίο της ηθικής η σκέψη του Aριστοτέλη θα υποκύψει εντέλει στην πλατωνική επιρροή (η οποία, όπως φαίνεται, συνιστά έναν ανυπέρβατο ορίζοντα για το φαντασιακό της εποχής του), όχι όμως πριν φέρει σχολαστικά στην επιφάνεια όλες τις ρωγμές της και πριν, κάνοντας ακριβώς αυτό, υποδείξει σχεδόν υπνοβατικά την αποκλεισμένη δυνατότητα που ο ιστορικός του κόσμος ήταν αδύνατο να συλλάβει πλήρως – αυτή ακριβώς που μένει σ’ εμάς, με το έργο της ερμηνείας, να φέρουμε στην επιφάνεια.
Στο έργο αυτό συμβάλλει η πυκνή μελέτη που έχουμε μπροστά μας, ενός νεαρού ακαδημαϊκού με διακεκριμένες σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Louvain, του Παύλου Kόντου. Πρόκειται, όπως ήδη περιμένει κανείς, για έναν στοχαστή εμποτισμένο στη φαινομενολογική παράδοση, ο οποίος έχει επίσης το σπάνιο χάρισμα του φιλοσοφικού συγγραφέα (και μεταφραστή: του χρωστάμε ήδη δύο άρτιες μεταφράσεις του Husserl και του Heidegger). Σε μια πραγματικά γόνιμη (μολονότι κάπως «κλειστή») αξιοποίηση της φαινομενολογικής μεθόδου, ερευνά εκ του σύνεγγυς τα ηθικά έργα του Aριστοτέλη προσπαθώντας να ανασυστήσει τις ιδιότητες αυτού που ο ίδιος ονομάζει (ακολουθώντας τον Aριστοτέλη) οντολογία του πρακτού. Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα πεδίο γενικών αρχών ή εντολών αλλά για τον ίδιο τον προσδιορισμό της ιδιάζουσας στο ανθρώπινο ον πράξης, μέσα σε συνθήκες πάντοτε συγκεκριμένες και ειδικές, που είναι η ζωή σε μια δεδομένη κοινότητα. Oπως ταιριάζει στον ειδικό και συγκεκριμένο του χαρακτήρα, αυτός ο πραξεολογικός «χώρος» θα προσδιοριστεί αρνητικά, ως διαφοροποιητικό διάστημα ανάμεσα σε δύο άλλους, διακριτούς πραξεολογικούς χώρους: τον χώρο της γνώσης και τον χώρο της τεχνικής. Στην φρόνησιν, που είναι ο αριστοτελικός όρος για το ηθικό πράττειν, δεν ταιριάζει ούτε ο τρόπος του επιστημονικού ή γνωστικού ενεργείν (σοφία) που εμφανίζεται κατ’ ανάγκην υποταγμένος στο γενικό, ούτε ο τρόπος του εργαλειακού πράττειν (τέχνη) που καθοδηγείται πάντοτε από έναν σκοπό εξωτερικό προς την ίδια την πράξη, και η ηθική αστοχία δεν έγκειται σε τίποτε άλλο από το να μεταφέρει κάποιος στο πεδίο της διανθρώπινης αλληλόδρασης τροπικότητες που αντιστοιχούν σε κάποιο από τα δύο παραπάνω πραξεολογικά πεδία.
Aν με αυτόν τον τρόπο ανοίγεται το ριζικό οντολογικό πεδίο της πράξης, με την αριστοτελική έννοια του όρου, για την αποσαφήνισή του θα χρειαστεί ένα «υποκειμενικό σύστοιχο», όπως λέμε, ένας τύπος βιώματος που ενσαρκώνει παραδειγματικά τις ιδιότητες του ηθικού πράττειν. O συγγραφέας θα υποδείξει αυτό το βιωματικό σύστοιχο ακριβώς στην αριστοτελική έννοια της φιλίας, και μέσα από τη συστηματική διερεύνηση της τελευταίας θα ολοκληρώσει την πραγμάτευσή του. H πρόταξη της φιλίας, με τον πάντοτε ειδικό και προσωπικό της χαρακτήρα που δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συγκεκριμένη, σαρκική σχεδόν υπαρκτικότητα του άλλου, έναντι και αυτής ακόμα της δικαιοσύνης, η οποία ενέχει δυνάμει το στοιχείο της καταπιεστικής γενικότητας, απενσαρκώνοντας τον άλλον στη θέση του απρόσωπου κριτή, είναι μια διορατική υπόδειξη με κρίσιμες πολιτικές σημασίες: είναι το μοναδικό δυνατό θεμέλιο μιας εξισωτικής και αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας, η οποία αρνείται να νομιμοποιήσει τόσο τη σχέση εντολής / υπακοής όσο και την αναγωγή του άλλου σε μέσον . H ανάδειξη όμως της κριτικής σημασίας τέτοιων διαπιστώσεων και η εξαγωγή των πολιτικών σημασιών που αβίαστα απορρέουν από το ερμηνευτικό εγχείρημα του συγγραφέα, οδηγούν αναπόφευκτα πέρα από τα όρια μιας καθαρά περιγραφικής θεωρίας στα οποία ο ίδιος δηλώνει πως θέλει να παραμείνει.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_100033_03/12/2002_46052
Η αρχή της Μεσότητας κατά τον Αριστοτέλη




«Κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα
όπως και κάθε πράξη
και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση
φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο αγαθό»,
Αριστοτέλης,
Ηθικά Νικομάχεια.

Μετά τον Πλάτωνα, o Αριστοτέλης δίνει μια νέα ώθηση στην επιστημονική μεθοδολογία[1]. Δίχως να παραγνωρίζει τη μεταφυσική όψη της, κατευθύνει την έρευνά του σε πιο πρακτικούς στόχους. Ο χαρακτήρας της ηθικής του φιλοσοφίας είναι τελολογικός: Όλη η φύση απαρτίζεται από όντα και πράγματα που έχουν τέλος (σκοπό). Ο φιλοσοφικός όρος που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε ότι τα όντα κατά τον Αριστοτέλη έχουν μέσα τους κάποιο σκοπό που αναμένει δυναμικά την εκδήλωσή του, που είναι η Εντελέχεια.
 Μελετά τον άνθρωπο και τη φύση συστηματοποιώντας την έρευνα σε τομείς παρόμοιους με αυτούς της σημερινής επιστήμης[2]. Ουσιαστικά η νοοτροπία του σημερινού πολιτισμού βασίζεται στο αριστοτέλειο ορθολογιστικό μοντέλο σκέψης, το οποίο επικράτησε στα χρόνια της Αναγέννησης έναντι του πλατωνικού μεταφυσικού μοντέλου. Η ταξινόμηση, η παρατήρηση, το πείραμα, η ανάλυση, αν και δεν χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά απ’ τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, αποτέλεσαν τον άξονα της θεώρησής του για τον κόσμο. Αργότερα η αριστοτέλεια μεθοδολογία θα υιοθετηθεί απ’ τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό απ’ τον οποίο ξεπήδησε η επιστήμη των ημερών μας.

Θεωρία για την μεσότητα

Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι μεταξύ της ευδαιμονίας και της αρετής υπάρχει ουσιαστική σχέση. Δεν θα μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος, χωρίς να είναι ενάρετος. Ένας δειλός, ένας μικροπρεπής, ένας γενικώς φαύλος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Για τον Αριστοτέλη η ευδαιμονία είναι ενέργεια της ψυχής. Διατύπωσε την θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ευδαιμονία και η αρετή συνίσταται στην μεσότητα μεταξύ δύο ακροτήτων, μεταξύ μιας υπερβολής  και μιας έλλειψης. π.χ. Η μετριοφροσύνη είναι η μεσότητα μεταξύ της αλαζονείας, η οποία  συνιστά την κατάσταση της υπερβολής, και της μικροπρέπειας, που  αποτελεί έλλειψη. Το θάρρος επίσης είναι η μεσότητα μεταξύ του  θράσους και της δειλίας, κ.ο.κ. Με όλες τις άλλες αρετές[3]. Μεσότητα ο Αριστοτέλης αποκαλεί τη μέση οδό που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ακραίες καταστάσεις. Για παράδειγμα το μέσον μεταξύ της παρόρμησης και της αδράνειας είναι η σύνεση, μεταξύ της έκστασης και της απάθειας είναι η νηφαλιότητα.
Η  θεωρία του Αριστοτέλη για την μεσότητα αποτελεί κεντρικό άξονα της ηθικής φιλοσοφίας του. Στο πλαίσιο της θεωρίας του αυτής ο Αριστοτέλης μας προτρέπει  και μας παρακινεί, αν θέλουμε να κατακτήσουμε την αρετή και να γίνουμε ευτυχισμένοι στην ζωή μας, πρέπει να αποφεύγουμε στην ζωή μας και στην εν γένει συμπεριφορά μας τις ακραίες επιλογές, δηλαδή τις ακρότητες αν θέλουμε να είμαστε ευτυχείς. Τώρα θα αναλύσουμε δύο πολύ σπουδαίες λέξεις κλειδιά στην θεωρία του Αριστοτέλη για την   μεσότητα, την ευδαιμονία και την αρετή.


Το πρώτο στοιχείο είναι η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ. Η άποψη που είχε ο Αριστοτέλης για τον κόσμο ήταν η εξής: Είχε μια τελολογική αντίληψη για τον κόσμο. Πίστευε ότι κάθε  γεγονός στον κόσμο υπαγορεύεται από κάποιο τέλος (σκοπό). Έτσι πίστευε ότι για κάθε γεγονός δεν μπορούμε να δώσουμε  καμιά εξήγηση αν δεν ξέρουμε τον σκοπό του. Παρά το γεγονός όμως ότι ο Αριστοτέλης διατύπωσε μια θεωρία για την πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από εκείνη του Πλάτωνα, αναγνώρισε ωστόσο, όπως ο δάσκαλός του, το προνόμιο των ανθρώπων να μπορούν να γνωρίσουν την πραγματικότητα και να γίνουν κάτοχοι της αληθείας. Βάσει, λοιπόν, της αντίληψης του Αριστοτέλη για τον κόσμο, δηλαδή της γνώμης του ότι ήταν τελολογική, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ευδαιμονία  αποτελεί το ύψιστο αγαθό στην ζωή μας και ότι, ως εκ τούτου, εν ονόματι αυτής οφείλουμε να ρυθμίζουμε την συμπεριφορά μας.
Συγκεκριμένα κατά τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος είναι δημιουργικό όν. Οι άνθρωποι δημιουργούν, φτιάχνουν πλοία, κατασκευάζουν πόλεις, κάνουν πολέμους, συνάπτουν φιλίες, καθιερώνουν αθλητικούς και πολιτιστικούς αγώνας και άλλα.
Και όλα αυτά τα κάνουν πάντοτε για κάποιο σκοπό . Τίποτα στην ζωή μας δεν είναι άσκοπο. Το κάθε τι  παραπέμπει  σε κάτι άλλο, το κάθε τι γίνεται για κάποιο σκοπό. Έχει ένα συγκεκριμένο  σκοπό στην ζωή μας, δεν είναι χωρίς σκοπό (άσκοπο). π.χ. Οι άνθρωποι φτιάχνουν σπίτια με σκοπό να προστατευθούν από τις ταλαιπωρίες  και τους κινδύνους που θα ήσαν υποχρεωμένοι να υποστούν, αν ζούσαν στην ύπαιθρο. Προκειμένου όμως να φτιάξουν τα σπίτια τους χρησιμοποιούν ορισμένα υλικά (πέτρες, ασβέστι, ξύλα κ.α.).Αλλά τα υλικά χρειάζονται προκειμένου για να παραχθούν ή να γίνει η επεξεργασία τους τα κατάλληλα εργαλεία και μηχανήματα. Για τον σκοπό λοιπόν αυτό, προκειμένου να παραγάγουν τα οικοδομικά υλικά οι άνθρωποι, φτιάχνουν εργαλεία και μηχανήματα κ.ο.κ.

Εάν οι άνθρωποι δεν κινδύνευαν ζώντας έξω στην ύπαιθρο, δεν θα είχαν κανένα λόγο να κατασκευάζουν σπίτια, και εάν δεν είχαν κανένα λόγο να κατασκευάζουν σπίτια, θα ήταν  άσκοπη,  επίσης, η επεξεργασία και η παρασκευή οικοδομικών υλικών. και αν δεν είχαν κανένα λόγο να χρησιμοποιούν οικοδομικά υλικά, δεν θα είχε νόημα η κατασκευή εργαλείων και μηχανημάτων για την παραγωγή  των οικοδομικών υλικών[4].
Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί στην δημιουργία κάποιου αγαθού, που με την σειρά του εξυπηρετεί κάποιο άλλο αγαθό, κ.ο.κ. Αυτή η αλυσίδα των αγαθών, όμως, κατά τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να καταλήξει κάπου, να έχει τέλος, ένα έσχατο σκοπό. Τελικό σημείο αναφοράς ο Αριστοτέλης θεωρεί την ευδαιμονία. Η κατασκευή των εργαλείων και των μηχανημάτων, με τα οποία θα φτιάξουν και θα επεξεργαστούν τα οικοδομικά υλικά, με τα οποία θα οικοδομήσουν τα σπίτια τους, που θα τους προστατέψουν   από τις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους που συνεπάγεται  η διαβίωσή τους έξω στη φύση, όλα αποσκοπούν  στην εξασφάλιση  της ευδαιμονίας τους, της χαράς τους και της ευτυχίας τους, η οποία δεν εξυπηρετεί κανένα περαιτέρω σκοπό ή αγαθό.
Βέβαια όταν λέμε ότι όλες οι δραστηριότητές  μας στοχεύουν στην ευδαιμονία μας, στην χαρά μας και στην ευτυχία  μας, τότε οτιδήποτε κάνουμε, το κάνουμε για να γίνουμε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι, μας δημιουργείται η εντύπωση ότι η ευδαιμονία τοποθετείται σε κάποιο σημείο ανώτερο της ζωής μας. Δηλαδή ένα σημείο όπου, όταν φτάσουμε, και αφού θα έχουμε αποκτήσει όλα τα απαιτούμενα αγαθά, θα γίνουμε ευτυχισμένοι. Μια τέτοια αντίληψη για την ευδαιμονία μας, όμως, και για τον Αριστοτέλη είναι ανακριβής.
Στην πραγματικότητα κατ’ αυτόν τον μεγάλο φιλόσοφο, μπορούμε να γίνουμε ευτυχισμένοι οποιαδήποτε στιγμή της ζωής μας, αρκεί ο τρόπος που θα συμπεριφερθούμε να είναι ο κατάλληλος. Έτσι, λοιπόν, για να εξασφαλίσουμε  το ύψιστο αγαθό της ευδαιμονίας, θα πρέπει να εκτελούμε τις εκάστοτε πράξεις μας σωστά. Έτσι οδηγούμεθα σ’ ένα άλλο ερώτημα που έρχεται μετά τις ανωτέρω σκέψεις.
Ποιός είναι ο ιδιαίτερος τρόπος  συμπεριφοράς με τον οποίο οι άνθρωποι θα εξασφαλίσουν την ευδαιμονία τους; πότε μπορούμε να πούμε οτι οι πράξεις μας εγιναν σωστά, έτσι ώστε να μας κάνουν ευτυχισμένους; Για να δοθεί απάντηση σε τέτοιου είδους απορίες λέει ο Αριστοτέλης, είναι αναγκαίο, πρώτα απ’ όλα, να καθοριστεί το έργο του ανθρώπου. Και αυτό γιατί αισθάνεται κανείς ευτυχισμένος, εφόσον κάνει καλά την δουλειά του. Όλοι μας είμαστε εξουσιοδοτημένοι να επιτελούμε κάποιο έργο, που, εκτελώντας το σωστά, αισθανόμαστε ευτυχισμένοι. Ο δραματουργός έχει ως έργο να γράφει θεατρικά κείμενα, ο δάσκαλος να διδάσκει, ο μαθητής να μαθαίνει, ο οικοδόμος να κατασκευάζει σπίτια. κτλ. Ο άνθρωπος, όμως, θα πρέπει να έχει κάποιο έργο. Ποιο έργο; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, κατά τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να προσδιορίσουμε την ιδιαίτερη φύση του ανθρώπου. Και αυτό θα το πετύχουμε, αν συγκρίνουμε τον άνθρωπο με τα άλλα είδη οργανισμών και δούμε τι είναι εκείνο που διαθέτει ο άνθρωπος και δεν το έχουν  ούτε τα φυτά ούτε τα ζώα.
Αν τώρα συγκρίνουμε τον άνθρωπο με τα ζώα βλέπουμε ότι ο άνθρωπος μοιράζεται  τις ορέξεις, τα ένστικτα και τα πάθη. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι κοινά στους ανθρώπους και στα ζώα. Τι είναι όμως εκείνο που κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα φυτά και τα ζώα. Εκείνο που τον ξεχωρίζει είναι ο λόγος. Δηλαδή,  το ότι σκέπτεται.
Πιο πάνω είπαμε ότι, κατά τον Αριστοτέλη, ο κατάλληλος τρόπος που πρέπει να συμπεριφερόμαστε, για να γίνουμε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι, είναι να ρυθμίζουμε την συμπεριφορά μας  σύμφωνα με το έργο που υπαγορεύεται από την φύση μας, να κάνουμε δηλαδή ό,τι είναι  σύμφωνο με την φύση μας. Μπορούμε λοιπόν  τώρα να  πούμε ότι κατά τον Αριστοτέλη, γίνεται κανείς ευτυχισμένος, όταν συμπεριφέρεται σύμφωνα με το λογικό του.Διαφορετικά, αν αδιαφορήσει προς ό,τι  του υπαγορεύει ο  λόγος, είναι βέβαιο, ότι θα γίνει δυστυχισμένος. Το ερώτημα όμως σ’ αυτή την περίπτωση είναι σε τι συνίσταται η λειτουργία του λόγου, την οποία θα πρέπει να σεβαστούμε, προκειμένου να γίνουμε ευτυχισμένοι και χαρούμενοι στην ζωή μας και στο κόσμο που ζούμε. Ο Μεγάλος σταγειρίτης φιλόσοφος παρατηρεί ότι ο λόγος επιδιώκει, από την φύση του, την ισορροπία και την συμμετρία.
Έτσι, συμπεριφέρομαι σύμφωνα με τη λογική φύση μου σημαίνει ότι επιλέγω κάτι που δεν μπορεί να είναι ακραίο, κάτι που δεν είναι ούτε υπερβολικό, ούτε ελλειπτικό. Π.χ. αν  θέλοντας να ικανοποιήσω την πείνα μου, φάω πάρα πολύ και βαρυστομαχιάσω ή πολύ λίγο, τόσο που να εξακολουθώ να αισθάνομαι την δυσφορία της πείνας, είναι σαφές ότι δεν μπορώ να νιώθω ευχαριστημένος με καμία από τις δύο αυτές επιλογές μου. Θα πρέπει για να νιώθω ευτυχής, να φάω τόσο που να μη είναι ούτε πολύ ούτε λίγο, αλλά κάπου μεταξύ των δύο αυτών άκρων. Έτσι, λοιπόν,  ευδαιμονία βρίσκεται πάντοτε στην επιλογή της μέσης οδού μεταξύ των δύο ακραίων προοπτικών, της υπερβολής και της έλλειψης.
Β) Το δεύτερο στοιχείο, παράμετρος, που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για θεμελιώσει την θεωρία του για την μεσότητα[5], είναι η αρετή, η αρετή ως έλλογη δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα ο σταγειρίτης φιλόσοφος αναφέρει τα εξής: ….Η λειτουργία της ύψιστης φύσης του ανθρώπου, η λογική ψυχή του, είναι τούτος να ζει μιαν εύτακτη ζωή. Κατ’ αυτήν, κάθε πλευρά του ανθρώπου ανταποκρίνεται στις έλλογες εντολές του, με την έννοια ότι η κατώτερη φύση του συμπεριφέρεται σε συμφωνία προς τον λόγο. Έτσι, η αρετή περιλαμβάνει στην ουσία τη χρήση των ικανοτήτων του ανθρώπου να ενεργεί με σκοπό, με συμφωνία με τη διανοητική του αντίληψη. Αρετή σημαίνει την εφαρμογή της σκέψης πάνω σε πρακτικές καταστάσεις και με συγκεκριμένες ενέργειες. Συνεπώς, η αρετή εξαρτάται, τόσο από την κατοχή,  όσο και από την πρακτική άσκηση της διάνοιας, ώστε η έλλογη ζωή του ατόμου να γίνει ο συνηθισμένος τρόπος συμπεριφοράς του, το χαρακτηριστικό του γνώρισμα.

      Μολονότι η ορθή πράξη είναι πάντοτε ενάρετη, η απλή και μεμονωμένη ενέργεια της ορθής πράξης δεν καθιστά τον άνθρωπο ενάρετο. Όταν η ορθή ενέργεια πραγματοποιείται τακτικώς, μέχρις ότου ενσωματωθεί στην προσωπικότητα ως συνήθεια, τότε είναι που παράγεται αρετή. Η ενάρετη ή η ορθή πράξη είναι ένα μέσο ανάμεσα σε δυο ακρότητες. Ο Αριστοτέλης εμμόνως απαιτεί τη μεσότητα σε όλα τα πράγματα, επειδή η υπερβολή της πράξης είναι ανήθικη ή κακή. Οι ακρότητες είναι πάντοτε κακές, είτε πρόκειται για ακρότητα έλλειψης ή για ακρότητα πλησμονής. Η αρετή βρίσκεται ανάμεσα στις δύο ακρότητες. Όταν κανείς δεν μπορεί να κρατηθεί στο νεκρό σημείο του μέσου, τότε τον συμβουλεύει να κλίνει προς την πλευρά του λιγότερο κακού, να διαλέξει το μικρότερο από τα δύο κακά. Πάντοτε, η μία ακραία εκλογή θα είναι λιγότερη κακή από την αντίθετή της-για παράδειγμα, αν η αρετή είναι ανδρεία και τα δύο άκρα είναι η δειλία και το θράσος καλύτερα θα είναι να επιλέξει κανείς τη δειλία παρά το θράσος, αν επί του παρόντος, η ιδεώδης αρετή, η ανδρεία, είναι αδύνατη. Η αληθινή αρετή, ως το μέσον ανάμεσα στα δύο άκρα, αναγκάζει τον άνθρωπο να ζει σε αρμονία με το λόγο, να ζει μία έλλογη ζωή. Η μέση, η ορθή πράξη, σημαίνει να πράττεις το ορθό στο ορθό πρόσωπο, στον ορθό χρόνο, στην ορθή έκταση, με τον ορθό σκοπό και με τον ορθό τρόπο. Έτσι, το να πράττεις ορθά δεν βρίσκεται μέσα στις δυνατότητες του καθενός, παρά μόνο σ’ αυτόν που είναι προικισμένος με τη γνώση και ικανότητα να πραγματοποιήσει την ορθή εκλογή και να ανακαλύψει την αλήθεια-όπως ακριβώς δεν μπορούμε να περιμένουμε από τον καθένα να βρει το ακριβές κέντρο ενός κύκλου[6].

Ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι μεταξύ της ευδαιμονίας και της αρετής υπάρχει ουσιαστική σχέση. Δεν θα μπορεί να είναι κανείς ευτυχισμένος, χωρίς να είναι ενάρετος. Ένας δειλός, ένας μικροπρεπής, ένας γενικώς φαύλος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Η ευδαιμονία είναι η ενέργεια της ψυχής  σύμφωνα με την αρετή.
Διατύπωσε την θεωρία  του στο έργο του Ηθικά Νικομάχεια[7], σύμφωνα με την οποία η ευδαιμονία και η αρετή συνίσταται στην μεσότητα  μεταξύ δύο ακροτήτων, μεταξύ μιας υπερβολής  και μιας έλλειψης. Π.χ. Η μετριοφροσύνη είναι η μεσότητα μεταξύ της αλαζονείας, η οποία  συνιστά την κατάσταση της υπερβολής, και της μικροπρέπειας, που αποτελεί έλλειψη. Το θάρρος επίσης είναι η μεσότητα μεταξύ του  θράσους και της δειλίας, κοκ. Με όλες τις άλλες αρετές. Κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε ένα ηθικό αίτημα οφείλουμε, αν θέλουμε οι πράξεις μας να έχουν ηθική αξία και κατ’ επέκταση, να μας κάνουν  να νιώθουμε ευτυχείς να επιλέγουμε πάντοτε την μεταξύ δύο ακροτήτων μέση οδό.
Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου λοιπόν είναι η ευδαιμονία, η ευτυχία. Για να γίνει ο άνθρωπος ευδαίμων οφείλει να ακολουθεί έναν ορισμένο (ενάρετο) τρόπο ζωής. Αυτός ο ενάρετος τρόπος ζωής συνίσταται στην τήρηση της Μεσότητας. Μεσότητα ο Αριστοτέλης αποκαλεί τη μέση οδό που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ακραίες καταστάσεις. Για παράδειγμα το μέσον μεταξύ της παρόρμησης και της αδράνειας είναι η σύνεση, μεταξύ της έκστασης και της απάθειας είναι η νηφαλιότητα. Στο θαυμαστό έργο του Ηθικά Νικομάχεια[8], Η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα.
Για παράδειγμα, είναι δυνατό να νιώσουμε και φόβο και θάρρος και επιθυμία και οργή και ευσπλαχνία και γενικά ευχάριστα και δυσάρεστα συναισθήματα και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό (απ' ότι χρειάζεται) και τα δύο αυτά δεν είναι καλά. Όμως το να αισθάνεται κανείς αυτά τη στιγμή που πρέπει και σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει και σε σχέση με τους ανθρώπους που πρέπει και για το λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι το μέσο και το άριστο, πράγμα που έχει άμεση σχέση με την αρετή. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει και στις πράξεις υπερβολή και έλλειψη και μέσο. Η αρετή εξάλλου αναφέρεται στα πάθη (συναι-σθήματα) και στις πράξεις, στα οποία η υπερβολή αποτελεί σφάλμα και κατακρίνεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσο επαινείται και είναι το σωστό. Και τα δύο αυτά έχουν σχέση με την αρετή. Επομένως η αρετή είναι μια μορφή μεσότητας, αφού έχει ως στόχο το μέσο.

Μεσότητα Δικαιοσύνη και Πολίτευμα.

Είναι αλήθεια οτι και ο Αριστοτέλης, κάτω απο την επίδραση της σωκρατικής διδασκαλίας για τη δικαιοσύνη, ως προσωπική αρετή, εντάσσει τη δικαιοσύνη[9] στο σύστημα των ηθικών αξιών που έχουν όλες κοινό παρονομαστή την αρχή της μεσότητας και συνθέτουν το σωρείτη των αρετών, κορυφαία απο τις οποίες είναι η δικαιοσύνη. Και η έννοια της δικαιοσύνης ενττάσσεται στην θεωρία της μεσότητας. Με αφετηρία λοιπόν αυτήν τη θεμελιακή διάκριση της ουσίας της (αντικειμενικής) ιδέας της δικαιοσύνης, ώς μεσότητας προς έτερον, και της (υποκειμενικής) αρετής της δικαιοσύνης, ως έξης εσωτερικών επιλογών της βούλησης με μέτρο την αρχή της μεσότητας, ανέδειξε σε αιώνιο παγκόσμιο κτήμα της γνώσης τη διάκριση μεταξύ της διανεμητικής και της διορθωτικής λειτουργίας της δικαιοσύνης[10]. Είναι φανερή, λοιπόν, η διαφορά ανάμεσα στην αρετή και στη δικαιοσύνη, γιατι υπάρχει ταυτότητα μεταξύ τους, αλλά και η διαφορά, αφού η δικαιοσύνη συνιστά αρετή στις σχέσεις μας με τους άλλους, ενώ, άν πρόκειται για συνήθεια καθ' αυτήν, τότε πρόκειται γι' απλή αρετή.
Ενώ ο Πλάτωνας υποστήριξε ως ιδανικό πολίτευμα εκείνο όπου κυβερνούν οι «φιλόσοφοι», δηλαδή οι «άριστοι». Ο μαθητής του Αριστοτέλης, αντίθετα, θεώρησε ως καλύτερο πολίτευμα αυτό όπου επικρατεί η ανθρώπινη αρετή του μέτρου, όπου ακολουθείται «η αρχή της μεσότητας» κι όπου γίνονται σεβαστοί οι νόμοι. Ο δρόμος του μέτρου, η Αριστοτελική μεσότητα, είναι «η ταυτόχρονη αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης».
Εκείνο που ζητάμε από τους πολιτικούς είναι το ανθρώπινο μέτρο, δηλ. να είναι τίμιοι, να διαθέτουν γνώση, ευθύνη και επίγνωση. Γνώση του αντικειμένου τους. Ευθύνη προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος. Και επίγνωση των ορίων τους. Αν διαθέτουν εντιμότητα, γνώση, ευθύνη και επίγνωση είναι καλοί πολιτικοί.
Οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες, οικοδομήθηκαν στην αρχή της Αριστο-τελικής «μεσότητας», όχι στην αναζήτηση της «απολυτότητας».

Δικρίσεις αρχής της Μεσότητας: Ρέουσα, Μεταβαλλόμενη και δυναμική Μεσότητα

Αγγίζει, έτσι, ο Αριστοτέλης τον πυρήνα κάθε ηθικού προβληματισμού: το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «αρετή» και, περαιτέρω, το κριτήριο που διακρίνει το ενάρετο από το αχρείο βίωμα. Ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της αρετής, αναδεικνύεται η μεσότητα. Ασφαλώς, ο όρος αυτός αποτελεί την αριστοτελική εκδοχή της κορυφαίας αρχαιο-ελληνικής αξίας: του μέτρου που αρχικά απασχόλησε τον Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης, όμως, τον συστηματοποίησε και τον κατέστησε φιλοσοφικό όρο, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Καταρχάς, η μεσότητα ως προσδιοριστικό της αρετής έχει υποκειμενικό χαρακτήρα και δεν είναι ίδια, ούτε για όλους τους ανθρώπους, ούτε για όλες τις κοινωνίες, αλλά ούτε και παραμένει αμετάβλητη στον χρόνο ή ανεπηρέαστη από τις ιστορικές συγκυρίες. Ο χαρακτήρας της, επομένως, δεν είναι μόνο υποκειμενικός, αλλά και δυναμικός, καθώς αποβλέπει πάντοτε στο να αποτελεί το σημείο της τέλειας ισορροπίας ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη, τις δύο δηλαδή όψεις του Κακού[11].

Μεσότητα και Ηθική
Στα πλαίσια της Ηθικής, η υπερβολή και η έλλειψη εκπροσωπούν το Κακό, γιατί οδηγούν σε κατάργηση της αυτάρκειας, δηλαδή της ελευθερίας. Αν για παράδειγμα, ένας άνθρωπος ελλείπει σε κάτι, χρήζει συμπλήρωσης, άρα είναι εξαρτημένος. Αν πάλι πλεονάζει σε κάτι, έχει ανάγκη όχι να πάρει, αλλά να «δώσει», ειδάλλως το πλεόνασμα είναι πλασματικό. Με ένα σχεδόν ψυχαναλυτικό μοντέλο, ο Αριστοτέλης ερμηνεύει, για παράδειγμα, το πάθος της απληστίας του πλούσιου, ως άγχος αυτοεπιβεβαίωσης.Το γεγονός ότι η μεσότητα είναι ένα μάλλον δύσκολο επίτευγμα, αποτελεί για τον Αριστοτέλη, μία ακόμη ισχυρή απόδειξη ότι είναι η σωστή ηθική επιλογή ταυτίζεται με την αρετή.

Ο Αριστοτέλης, ορίζοντας τη μεσότητα ως προσδιοριστικό όρο της αρετής, εισάγει μία παράμετρο που μετατρέπει τον ηθικό προβληματισμό του σε φιλοσοφικό στοχασμό: είναι λοιπόν η αρετή συνήθεια προαιρετική, που εκπροσωπεί την υποκειμενική μεσότητα και καθορίζεται από τη λογική και συγκεκριμένα, κατά τη γνώμη μου, από τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου[12]. Η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν τα δύο άκρα τα οποία πρέπει να αποφεύγονται, προκειμένου να κατακτηθεί η ηθική αρετή. Η μεσότητα, ή αλλιώς «το μέσον», ορίζεται ως το μέσο σημείο ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη, και αναδεικνύεται ως ο μοναδικός δρόμος για τον προσδιορισμό και την κατάκτηση της ηθικής αρετής. Θεωρώντας τη μεσότητα υποκειμενικό προσδιοριστικό παράγοντα της αρετής, ο Αριστοτέλης προσέδωσε σε αυτήν προσωπικό χαρακτήρα. Η ποικιλομορφία, όμως που συνεπάγετο ένας τέτοιος χαρακτήρας, τελικά ακύρωνε το ηθικό βάρος της αρετής, αφού με το άλλοθι του υποκειμενισμού, κάθε στάση ζωής δυνητικά θα μπορούσε να είναι ηθική...
Ωστόσο, η αριστοτελική μεσότητα και, περαιτέρω, η ελληνική ηθική στο σύνολο της υπακούει στον Λόγο, την πλέον ελληνική αξία. Και, μάλιστα, στη λογική του σωστού ανθρώπου, δηλαδή εκείνου του οποίου ο νους κυβερνάται από τη φρόνη-ση. Για τον Έλληνα, η φρόνηση είναι αποτέλεσμα απόλυτης και συνολικής ισορροπίας ανάμεσα στο σύνολο και στα μέρη. Η λογική, επομένως, που εκπηγάζει από μία τέτοια ισορροπία και καθορίζει και το ενάρετο βίωμα.
Η ηθική έτσι, έχει όχι αξιωματικό, αλλά ορθολογιστικό χαρακτήρα, είναι η βίωση της τέλειας αρμονίας ανάμεσα στο Όλον (Κόσμος-Άνθρωπος), αλλά και ανάμεσα στα μέρη του Ανθρώπου (Σώμα-Ψυχή).
Θα ήταν το ίδιο σαν να ισχυρίζετο κάπιος ότι το να είναι κανείς άδικος, δειλός ή ακόλαστος, υπάρχει μεσότητα και υπερβολή και έλλειψη. Με αυτή την έννοια, θα υπήρχε στην υπερβολή και την έλλειψη μια μεσότητα, όπως και μία υπερβολή της υπερβολής και μια έλλειψη της έλλειψης. Αλλά καθώς ακριβώς η σωφροσύνη και η ανδρεία δεν επιδέχονται, ούτε υπερβολή ούτε έλλειψη, διότι η μεσότητα αποτελεί εν προκειμένω μιαν ακρότητα, έτσι και τα πάθη δεν επιδέχονται ούτε μεσότητα, ούτε υπερβολή, ούτε έλλειψη, διότι αυτός που παραδίδεται σε αυτά εκτελεί κάθε φορά μια κακή πράξη. Εν συντομία ούτε η υπερβολή ούτε η έλλειψη επιδέχονται μεσότητα, ούτε η μεσότητα υπερβολή ή έλλειψη.[13]
Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, όριζε ως πρότυπο την αρχή της μεσότητας. Από τον Ντεκάρτ μέχρι πρόσφατα, την σημερινή εποχή, το πρότυπο δεν άλλαξε, ήταν ο άνθρωπος του μέτρου. Στη σύγχρονη κοινωνία, της υπερκατανάλωσης δίχως όρια και σύνορα, αλλάζει. Δεν υπάρχει μέτρο, υπάρχει σε όλα η υπερβολή. Οι καταστάσεις, τις οποίες ζουν οι άνθρωποι των κοινωνιών μας και οι συμπεριφορές που αναπτύσσουν, φέρουν μια έντονη σφραγίδα υπερβολής. Είναι η υπερβολή της κατανάλωσης, των απολαύσεων, αλλά και υπερβολή των πιέσεων, του άγχους. Ακόμη κι οι ειδικές παθολογίες σφραγίζονται από την υπερβολή: παθολογίες διατροφής, ανορεξία ή βουλιμία, κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, κ.λπ. Σε αναζήτηση όλο και υψηλότερων επιδόσεων, κυκλωμένος από πρότυπα που τον ωθούν προς το υπερβολικό, ο σύγχρονος άνθρωπος κατατείνει στην υπερδραστηριότητα, ασφυκτιά υπό την πίεση του χρόνου και κυριολεκτικά «διαλύεται» άλλοτε στα ναρκωτικά, το σεξ ή και άλλοτε στα επικίνδυνα σπορ. Αυτή είναι η τάση της σύχρονης εποχής, η οποία συνεχώς κερδίζει έδαφος σε όλες τις ηλικίες και τα άτομα, είτε επειδή τα ίδια το επιθυμούν, είτε επειδή οι κονωνικές συνθήκες τα εξαναγκάζουν. Ακούμε συχνά ανθρώπους να βροντοφωνάζουν «Ζω μονίμως μέσα στο επείγον, την πίεση, την ταχύτητα. Δεν θα μπορούσα να δουλέψω με ανθρώπους που τρέχουν συνεχώς, χωρίς μέτρο και σταματημό». Και το φαινόμενο αυτό, σύμφυτο με τις κοινωνίες μας, εξελίσσεται όλο και πιο πολύ, παρασύροντας στο άρμα του όλο και περισσότερο άτομα, με αποτέλεσμα να τα οδηγεί σε παθολογικές καταστάσεις φυσικής ή ψυχικής εξάντλησης, σε burn–out.  
Η αρετή χαρακτηρίζεται μεσότητα και διευκρινίζεται ότι αυτή είναι υποκει-μενική (πρός ἡμᾶς) κι όχι αντικειμενική (κατά το πρᾶγμα), ποιοτική κι όχι ποσοτι-κή. Διαφέρει, όμως, από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς δεν εντοπίζεται με μαθηματικά κριτήρια, αλλά η ανεύρεσή της εξαρτάται από τις φυσικές ροπές του ατόμου, από τις περιστάσεις και συγκυρίες της ζωής του, από τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του, κλ.π. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν σ’ αυτό το σημείο τον Αριστοτέλη σχετι-κοκράτη, αφού, όπως και οι σοφιστές, φαίνεται, να διατείνεται ότι κάθε άνθρωπος, αρκεί να συνεκτιμήσει τα προσωπικά του δεδομένα και να προσπαθήσει να φθάσει στην κατάκτηση της αρετής, αφού πρόκειται για μια έννοια ρευστή και γι’ αυτό δεν είναι μία και μοναδική. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, όμως, παρέλειψαν να προσέξουν ότι ο άνθρωπος που θέλει να κάνει κτήμα του την αρετή, πρέπει να έχει ως κριτήριο την διασφάλιση της αντικειμενικότητας αυτής της μεσότητας. Και το κριτήριο αυτό είναι ο «ὀρθός λόγος» ή, με άλλα λόγια, η λογική του σωστούανθρώ-που.
      Προείπαμε, ήδη, ότι μεσότητα στην ηθική αρετή είναι τελικά η σωστή στάση που τηρεί κανείς απέναντι στα πάθη, το «ἄλογον» μέρος της ψυχής. Όταν κανείς σταθμίζει τις αντιδράσεις του, σύμφωνα με τη δεοντολογία των καταστάσεων και των συγκυριών, δρα σωστά («κατορθοῦται») και συγκεντρώνει τον έπαινο («ἐπαινεῖται») του περιβάλλοντος του.Ηπιότερη (έλλειψη) ή εντονότερη (υπερβολή συναισθηματική έκφραση) οδηγεί στο λάθος («ἁμαρτάνεται») και επιφέρει την κοινωνική κατακραυγή («ψέγεται»)
      Τελικά, η ηθική αρετή είναι μια μεσότητα που ο καθορισμός της βασίζεται σε υποκειμενικά δεδομένα, την επιλέγει ελεύθερα ο άνθρωπος, αφού κανείς δεν πρόκει-ται να τη συναντήσει, αν το έργο αυτό του ανατεθεί καταναγκαστικά. Όποιος κατορθώνει να εκδηλώνει, σύμφωνα με την αρχή της μεσότητας, τα συναισθήματα και τις πράξεις του, φτάνει στο τέλος στη μεσότητα της ηθικής αρετής[14].

Ποιος όμως ορίζει τη μεσότη-τα; Ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν διακρίνεται από φρόνηση. Ο φρόνι-μος άνθρωπος -ο άνθρωπος που γνωρίζει ή αντιλαμβάνεται κατά τον Πρωταγόρα- αποτελεί μέτρο για τον ίδιο του τον εαυτό του. Η λογική είναι ουσιαστικά εκείνη που υποδει-κνύει το δέον και μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ευδαι-μονίαν. Πρώτ' απ' όλα, ο Αριστοτέ-λης προϋποθέτει την ωριμότητα και την κατάλληλη προπαρασκευή. Η καλ-λιέργεια των αρετών που είναι ανα-γκαία για την πραγμάτωση του τελικού αγαθού της ευδαιμονίας χρειάζεται και επαρκή παιδεία όπως άλλωστε και φυσική προδιάθεση. Αλλιώς δε μπορεί να τελεσφορήσει η "ακρόασις" της οποιασδήποτε διδα-σκαλίας[15].
 Όμως η χαρακτηριστική αναγνώριση της ανάγκης για μια μη θεωρητική προσπέλαση της ηθικότητας διαφαίνεται κυρίως από τον ίδιο τον ορισμό της ηθικής αρετής. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση των Ηθικών Νικομαχείων πρόκειται για ἕξις προαιρετική[16]. Δεν αρκεί η ορθολογική σύλληψη της ηθικής αρετής υπό το πρίσμα της "μεσότητος", μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως. Η κατανόηση της "προς ημας μεσότητος" επιτυγχάνεται μόνο με την έμπρακτη συνδρομή, όσων διακρίνονται από διανοητική αρετή της φρονήσεως. Η καλλιέργεια των αρετών, που είναι αναγκαία για την πραγμάτωση του τελικού αγαθού της ευδαιμονίας, χρειάζεται και επαρκή παιδεία, όπως άλλωστε και φυσική προδιάθεση. Αλλιώς, δεν μπορεί να τελεσφορήσει η "ακρόασις" της οποιασδήποτε διδασκαλίας.
Δεν αρκεί η ορθολογική σύλληψη της ηθικής αρετής υπό το πρίσμα της "μεσότητος", μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως. Η κατανόηση της "προς ημας μεσό-τητος" επιτυγχάνεται μόνο με την έμπρακτη συνδρομή, όσων διακρίνονται από τη διανοητική αρετή της φρονήσεως. Η Ηθική θεωρία του Αριστοτέλη έτυχε ευρύτατης απήχησης και ανάλυσης ανά τους αιώνες. Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου λοιπόν είναι η ευδαιμονία, η ευτυχία. Για να γίνει ο άνθρωπος ευδαίμων οφείλει να ακολουθεί έναν ορισμένο (ενάρετο) τρόπο ζωής. Αυτός ο ενάρετος τρόπος ζωής συνίσταται στην τήρηση της Μεσότητας.
Βιβλιογραφία
Αριστοτέλης Ηθικά Νικομάχεια, Βιβλίο Β΄, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Δ. Λυπουρλής, εκδ. Ζήτρος: Θεσσαλονίκη 2000
Δ.Ζ. Ανδριόπουλος (επιμ.), Αριστοτέλης: Οντολογία, Γνωσιοθεωρία, Ηθική, Πολιτική Φιλοσοφία, εκδ. Παπαδήμα: Αθήνα 31997
Ι. Düring, Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ.Β΄, Μ.Ι.Ε.Τ.: Αθήνα 1994
W.D. Ross, Αριστοτέλης, Μ.Ι.Ε.Τ.: Αθήνα 21993
Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, 2 τόμοι, απόδ. Β. Μόσκοβη, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1993.
Βιρβιδάκης Σ., «Η αριστοτελική Ηθική και οι σύγχρονες αντιθεωρητικές τάσεις στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας», στο: Ανδριόπουλος Δ.Ζ., Αριστοτέλης, τ. Ι, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2003.
 Düring Ι., Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τ. Β΄, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.
 Κόντος Π., «Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Ηθική και πολιτική φιλοσοφία», στο: Βιρβιδάκης Σ. κ.ά., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη: από την Αρχαιότητα έως τον 20ο Αιώνα, τ. Α΄, Ε.Α.Π., Πάτρα 2000.
Κατσίρας Λεωνίδας, Σχολικός Σύμβουλος Στερεάς Ελλάδος και Θεσσαλίας, Πολιτεία, Θρησκεία και Εκπαίδευση. Εκπαιδευτικές και Παιδαγωγικές προσεγγίσεις. Η εικόνα του Ισλάμ στα Πανεπιστήμια εγχειρίδια των θεολογικών Σχολών της Ελλάδος, Αθήνα 2008.
Μιχαηλίδης Κ., «Η μεσότητα ως συνθετική αρχή της ψυχής κατά τον Αριστοτέλη», στο: Ανδριόπουλος Δ.Ζ., Ανδριόπουλος Δ.Ζ., Αριστοτέλης, τ. ΙΙ, εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2003.
Πεντζοπούλου-Βαλαλά Τ., Προβολές στον Αριστοτέλη, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1998.
Ross W.D., Αριστοτέλης, μτφρ. Μ. Μήτσου, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 3200a.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ, Ι. Bywater, εκδ. 1894. Aristotelis Ethica Nicomachea. Οξφόρδη: Clarendon Press. Ανατ. 1962, Βιβλίο Β, Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002, Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος και Μτφρ. Β. Μοσκόβης. 1993. Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
Στ. Βιρβιδάκης, «Η αριστοτελική ηθική και οι σύγχρονες αντιθεωρητικές τάσεις στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας», στον τόμο Δ.Ζ. Ανδριόπουλος (επιμ.), Αριστοτέλης: Οντολογία, Γνωσιοθεωρία, Ηθική, Πολιτική Φιλοσοφία, εκδ. Παπαδήμα: Αθήνα 1997, σ.500-501.



[1] Από τα συγγράμματά του κανένα δε δημοσίευσε ο Αριστοτέλης. Η επιστημονική έρευνα κατατάσσει τα έργα του στις ακόλουθες κατηγορίες: α) Λογικά ή Όργανον, δηλαδή πραγματείες χρήσιμες για τη γνώση. Είναι οι εξής έξι: "Περί ερμηνείας", "Κατηγορίαι", "Αναλυτικά πρότερα", "Αναλυτικά ύστερα", "Τοπικοί και Σοφιστικοί έλεγχοι". β) Φυσικά. Περιλαμβάνουν τις εξής πραγματείες: "Φυσική ακρόαση" (βιβλία 8), "Περί ουρανού" (βιβλία 4), "Περί γενέσεως και φθοράς" (βιβλία 3), "Μετεωρολογικά" (βιβλία 4), "Περί κόσμου" (ψευδεπίγραφο).γ) Βιολογικά. "Περί ζώων ιστορίας" (βιβλία 10), "Περί ζώων μορίων" (βιβλία 4), "Περί ζώων πορείας" (1 βιβλίο), "Περί ζώων κινήσεως", "Περί ζώων γενέσεως" (βιβλία 5), "Περί φυτών" (ψευδεπίγραφο). δ) Ψυχολογικά: "Περί ψυχής" (βιβλία 3), "Περί αισθήσεως και αισθητών", "Περί μνήμης και αναμνήσεως", "Περί ύπνου και εγρηγορήσεως", "Περί ενυπνίων", "Περί μαντικής της εν τοις ύπνοις", "Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος", "Περί ζωής και θανάτου", "Περί αναπνοής", "Περί πνεύματος" (ψευδεπίγραφο). Εκτός από το πρώτο, τα υπόλοιπα της ομάδας αυτής είναι γνωστά με το κοινό όνομα "Μικρά φυσικά".
ε) Μεταφυσικά ή πρώτη φιλοσοφία, όπως τα αποκαλούσε ο Αριστοτέλης. Απ' αυτά προήλθε ο όρος "μεταφυσική" των νεότερων χρόνων. Στα 12 βιβλία των Μεταφυσικών προσθέτουν συνήθως και τη διατριβή "Περί Μελίσσου, Ξενοφάνους και Γοργίου" (πιθανώς ψευδεπίγραφο). στ) Ηθικά: "Ηθικά Ευδήμεια" (βιβλία 7), "Ηθικά μεγάλα" (βιβλία 2), "Ηθικά Νικομάχεια" (βιβλία 10). Αυτά ιδιαίτερα τα τίμησαν οι θεολόγοι. ζ) Πολιτικά: "Πολιτικά" (βιβλία 8), "Αθηναίων Πολιτεία", "Οικονομικά" (βιβλία 2). Αποτελούν, και σήμερα ακόμα, τη βάση των ερευνών για όσους ασχολούνται με τις πολιτικές επιστήμες, η) Τεχνικά: "ρητορική" (βιβλία 3), "Ποιητική" (δε σώθηκε ολόκληρη). θ) Προβλήματα: Περιέχουν προβλήματα από διάφορες περιοχές της γνώσης
[2] Η φιλοσοφική διδασκαλία του Αριστοτέλη αποτελεί την κορύφωση της αρχαίας φιλοσοφικής σκέψεως, καθώς δίνει δημιουργικές λύσεις στα φιλοσοφικά προβλήματα που είχαν προβάλει οι προηγούμενοι απ' αυτόν στοχαστές. Θεωρούνταν όμως ο Αριστοτέλης και μεγάλος στιλίστας του ύφους. Από τη διδασκαλία του μπορούμε να διδαχτούμε πολλά πάνω στις αρχές της επιστήμης και της φιλοσοφίας, να προβληματιστούμε σε θέματα ηθικής και πολιτικής, αλλά και να χαρούμε τη γοητεία του λόγου.
[3] «Πραγματικά, ο άνθρωπος που συστηματικά τρέπεται σε φυγή μπροστά στο καθετί, που φοβάται τα πάντα και δεν αντιστέκεται σε τίποτε, γίνεται δειλός· ο άνθρωπος, από την άλλη, που δεν φοβάται τίποτε και βγαίνει να αντιμετωπίζει το καθετί, γίνεται απόκοτος· το ίδιο: αυτός που απολαμβάνει συστηματικά όλων των ειδών τις ηδονές και δεν μένει μακριά από καμία, γίνεται ακόλαστος, ενώ αυτός που -σαν αγροίκος-μένει συστηματικά μακριά από όλες τους, γίνεται, θα λέγαμε, αναίσθητος· συμπέρασμα: τη σωφροσύνη και την ανδρεία τις φθείρει η υπερβολή και η έλλειψη, ενώ η μεσότητα τις σώζει», www.komvos.edu.gr

[4] Αρχές Φιλοσοφίας, Γ΄ Γενικού Λυκείου θεωρητικής κατεύθυνσης, Ο.Ε.Δ.Δ., Αθήνα.
[5] Η μεσότητα την οποία ο Αριστοτέλης πρώτος υποστήριξε υιοθετείται από τον Μ.Βασίλειο και τον αγ.Γρηγόριο τον Θεολόγο στο θέμα της αρετής. Θα τονίσουν ότι η αρετή βρίσκεται στη μέση των κακών. Για να πετύχουμε τούτο πρέπει να προετοιμαζόμαστε για μια άλλη ζωή και να μη μας αγγίζουν οι πολυτέλειες, τα αξιώματα και τα κοσμικά στοιχεία που δεν μας βοηθούν σε τίποτε, Γρηγορίου του Θεολόγου, Υποθήκαι παρθένοις , 2, 208-209, P.G. 37, 594 A και Μ.Βασιλείου, Ομιλία προς τους νέους , 2, P.G. 31, 565B.
[6] H μεσότητα έχει σχέση και με την θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης που ανέπτυξε ο Goleman (προϊστάμενος ανώτερος υπάλληλος της συναισθηματικής υπηρεσίας πληροφοριών στη Μασαχουσέτη και ένας πρώην εκπαιδευτικός του Χάρβαρντ) στο έργο του συναισθηματική νοημοσύνη (Emotional intelligence) διακρίνει 4 κύριες κατηγορίες Συναισθηματικής Νοημοσύνης: Self-awareness/αυτοεπίγνωση: Η αυτοεπίγνωση, περιλαμβάνει ως υποκατηγορίες την συναισθηματι-κή επίγνωση, την αυτοαξιολόγηση και τέλος την αυτοπεποίθηση.
Self-management/αυτοδιαχείριση: Η αυτοδιαχείριση συνίσταται από τις ακόλουθες υποκατηγορίες, τον συναισθηματικό αυτοέλεγχο, την προσαρμοστικότητα, τον προσανατολισμό στους στόχους και την θετικότητα.
Social-awareness/κοινωνική επίγνωση: Η κοινωνική επίγνωση περιλαμβάνει ως υποκατηγορίες την εμπάθεια, την επίγνωση του συνόλου και τον προσανατολισμό στην εξυπηρέτηση των συνανθρώπων.
Relationship management/διαχείριση σχέσεων: Η διαχείριση των σχέσεων συνίσταται από τις ακόλου-θες υποκατηγορίες, την ηγεσία, την παρακίνηση, την δυνατότητα ανάπτυξης των τρίτων, τη διαχείριση των συγκρούσεων, τη σύσφιξη των σχέσεων και τέλος την ομαδικότητα και τη συνεργασία.
[7] Τα Ηθικά Νικομάχεια είναι και πολιτικό βιβλίο. Κατά αυτό σκοπός της πολιτικής είναι να «εγκολπωθεί όλες τις άλλες επιστήμες με τέτοιον τρόπο, ώστε στόχος κοινός να γίνει το ανθρώπινο καλό». Η πολιτική είναι εκείνη που μπορεί να διακρίνει και να στοχεύσει το αγαθό στο οποίο όλα τα αγαθά υποτάσσονται, το «κυρίαρχο αγαθό», που οι περισσότεροι άνθρωποι ονομάζουν «ευτυχία». Παρουσίαση στη «Monde» (22/2/2004) του βιβλίου «Ethique Α Nicomaque» του Αριστοτέλη, μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις Richard Bodeus, εκδόσεις «Flammarion») από τον Robert Redeker.
[8] «Είς τα Ηθικά Νικομάχεια ανά πάσαν σελίδα, σχεδόν ανά πάσαν γραμμήν, εκφαίνεται η έξοχος διείσδυτική ικανότης του Αριστοτέλους είς τον κλειστόν και βαθύν χώρον της ανθρώπινης ψυχής όχι ως αδρανούσης και λιμναζούσης παθητικής καταστάσεως, δεχομένης έξωθεν τα κίνητρα, αλλά ως ενεργού ψυχικής διαθέσεως, εκδηλουμένης είς πράξεις, αι οποίαι υπαγορεύονται υπό του έν τη ψυχή εδρεύοντος ορθού λόγου και χειραγωγούνται υπό της φύσεως και του εθισμού», ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ Α΄, Μετάφραση: ΣΠΥΡ. Χ. ΜΑΓΓΙΝΑΣ, ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Αθήνα. Όσον αφορά την ονομασία του έργου Νικομάχεια, ισχύει το εξής: Μετά το θάνατο της πρώτης του συζύγου, ο Αριστοτέλης είχε έναν μόνιμο και τρυφερό δεσμό- που δεν νομιμοποίησε ποτέ- με μια συμπατριώτισσά του, Σταγειρίτισσα, την Ερπυλλίδα, από την οποία απέκτησε ένα γιο, το Νικόμαχο. Σ' αυτόν έχει αφιερώσει το μεγαλύτερο και ωριμότερο από τα ηθικά του συγγράμματα, τα «Ηθικά Νικομάχεια».
ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ, Βιβλίο Α'-Δ', Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια: Δημήτριος Λυπουρλής, ο οποίος αναφέρει τα εξής: «Ένα από τα πιο ώριμα και πιο σημαντικά έργα του Αριστοτέλη. Μαζί με τα Πολιτικά αποτελούν την «περί τα ανθρώπεια» φιλοσοφία του Σταγειρίτη φιλοσόφου, η οποία πραγματεύεται θέματα που σχετίζονται με την κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων. Θέμα του έργου αυτού είναι οι ανθρώπινες πράξεις, η συμπεριφορά δηλαδή του ατόμου, μέσα από τις οποίες οδηγείται στην ευδαιμονία…».
[9] Αύτη μεν ουν η δικαιοσύνη αρετή μέν εστιν τελεία, αλλ' ουχ απλώς αλλά προς έτερον. Και δια τούτο πολλάκις κρατίστη των αρετών είναι δοκεί η δικαιοσύνη, και ούθ' έσπερος ούτε εώος ούτω θαυμαστός και παροιμιαζόμενοί φαμεν "εν δε δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ' αρετή 'στιν". Και τελεία μάλιστα αρετή, οτι της τελείας αρετής χρήσις εστίν, τελεία δ' εστίν, οτι ο έχων αυτήν και προς έτερον δύναται τη αρετή χρήσθαι, Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1129b 31-40.
[10]Το μεν γαρ διανεμητικόν δίκαιον των κοινών αεί κατα την αναλογίαν εστί την ειρημένην, Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, Ε' 1131b34-35 Βλ. Περισσότερα στο Kriele, Kriterien der Gerechtigkeit; zum Problem des rechtsphilosophi
[11] βλ, περισσότερα στο site, http://www.oodegr. Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας.
[12] "Εστίν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν", Ηθ. Νικ., Β 6,14-16.
[13] Αριστοτέλης , Ηθικά Νικομάχεια , ΙΙ 6 , 1106b15-1107a27.
[14] Διδακτική, της Όλγας Παλαιοχωρινού, Φιλολόγου, Συνολική θεώρηση των «Ηθικών Νικομαχείων» του Αριστοτέλη, Ενότητες 1η-10η, Σχολικό εγχειρίδιο-Γ΄ λυκείου (Θεωρητική κατεύ-θυνση,  Όλγα γ. Παλαιοχωρινού, βλ. περισσότερα στο olgapal@otenet.gr
[15] Ηθ. Νικ. 1095b4-6, a1-8 και 1142a13-18, 1178b24-26, Στ. Βιρβιδάκης, «Η αριστοτελική ηθική και οι σύγχρονες αντιθεωρητικές τάσεις στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας», στον τόμο Δ.Ζ. Ανδριόπουλος (επιμ.), Αριστοτέλης: Οντολογία, Γνωσιοθεωρία, Ηθική, Πολιτική Φιλοσοφία, εκδ. Παπαδήμα: Αθήνα 31997, σ.500-501.
[16] Ηθ. Νικ, 1106b36-1107a1. 

www.katsiras.gr/index.php?option=com_docman&task=doc...

Αριστοτελική ηθική

Αριστοτέλης θεώρησε ότι η ηθική γνώση δεν είναι ορισμένος γνώση (όπως μεταφυσική και επιστημολογία) αλλά είναι γενική γνώση. Επειδή δεν είναι α θεωρητικός πειθαρχία, σκέφτηκε ότι ένα πρόσωπο πρέπει να έχει «την εμπειρία των ενεργειών στη ζωή» και «έχει παρουσιαστεί επάνω στις λεπτές συνήθειες» προκειμένου να γίνει αγαθό (ΝΕ 1095a3 και b5). Εάν ένα πρόσωπο επρόκειτο να γίνει ενάρετο, δεν θα μπορούσε να μελετήσει απλά ποια αρετή είναι, έπρεπε πραγματικά να κάνει τις ενάρετες δραστηριότητες.
“ Δεν μελετάμε προκειμένου να είναι γνωστός ποιος αρετή είναι, αλλά για να γίνουμε καλοί, για ειδάλλως δεν θα υπεάρχε κανένα κέρδος σε το. (ΝΕ 2.2) ”

Περιεχόμενο


Ηθική Αριστοτέλη

Αριστοτέλης έγραψε διάφορες εργασίες επάνω ηθική: Ηθική Nicomachean, Ηθική Eudemian, και, λιγότερο πιθανώς, Μεγάλο Moralia. Όλοι ενδιαφέρονται για το θέμα αρετή.[1] Από αυτούς, Ηθική Nicomachean έχει λάβει την πιό μορφωμένη προσοχή. Τα δέκα βιβλία που περιλαμβάνουν αυτό είναι βασισμένα στις σημειώσεις από τις διαλέξεις του Λύκειο και μπορεί να έχει εκδοθεί κοντά ή να είχε αφιερωθεί στο γιο Αριστοτέλη, Nicomachus.
Αριστοτέλης θεώρησε ότι η ηθική γνώση δεν είναι ακριβής γνώση, όπως λογική και μαθηματικά, αλλά γενική γνώση όπως τη γνώση της διατροφής και άσκησης. Επίσης, δεδομένου ότι είναι μια πρακτική πειθαρχία παρά α θεωρητικός ένας σκέφτηκε ότι προκειμένου να γίνει «καλός», κάποιος δεν θα μπορούσε να μελετήσει απλά ποια αρετή είναι; κάποιος πρέπει πραγματικά να είναι ενάρετος. Ανάλογα, προκειμένου να γίνει καλός σε έναν αθλητισμό όπως το ποδόσφαιρο, κάποιος δεν μελετά απλά αλλά και πρακτικές. Αριστοτέλης πιστοποιεί αρχικά αυτό που ήταν ενάρετο. Άρχισε με τον καθορισμό ότι όλα έγιναν με κάποιο στόχο στο μυαλό και ότι ο στόχος είναι «αγαθό.» Ο τελευταίος στόχος κάλεσε Υψηλότερο αγαθό: ευτυχία (Gk. eudaimonia - που μεταφράζεται μερικές φορές όπως «ζωντανό καλά»).
Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ευτυχία δεν θα μπορούσε να βρεθεί μόνο στην ευχαρίστηση ή μόνο στη φήμη και την τιμή. Βρίσκει τελικά την ευτυχία «με τον υπολογισμό του συγκεκριμένου ρόλου του ατόμου». Αλλά ποια είναι αυτή η λειτουργία που θα φέρει την ευτυχία; Για να καθορίσει αυτό, Αριστοτέλης ανέλυσε την ψυχή και την βρήκε για να έχει τρία μέρη: η θρεπτική ψυχή (φυτά, ζώα και άνθρωποι), η διορατική ψυχή (ζώα και άνθρωποι) και η λογική ψυχή (άνθρωποι μόνο). Κατά συνέπεια, η λειτουργία ενός ανθρώπου είναι να κάνει τι το κάνει τον άνθρωπο, για να είναι καλή σε αυτό που το θέτει εκτός από όλα τα άλλα: η δυνατότητα στο λόγο ή λογότυπα. Ένα πρόσωπο που κάνει αυτό είναι το ευτυχέστερο επειδή εκπληρώνει το σκοπό ή τη φύση του όπως βρίσκεται στη λογική ψυχή. Ανάλογα με πόσο καλά έκανε αυτό, Αριστοτέλης είπε ότι οι άνθρωποι άνηκαν στη μια από τέσσερις κατηγορίες: ο ενάρετος, η ήπειρος, ακρατής και ο κακοήθης.
Αριστοτέλης εθεώρησε ότι κάθε ηθική αρετή είναι ένας ενδιάμεσος όρος μεταξύ υπερβολή και ανεπάρκεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι Αριστοτέλης πίστεψε ηθικός σχετικισμός, εντούτοις. Έθεσε ορισμένες συγκινήσεις (π.χ., μίσος, φθόνος, ζηλοτυπία, φθόνος, κ.λπ.) και ορισμένες ενέργειες (π.χ., μοιχεία, κλοπή, δολοφονία, κ.λπ.) όπως πάντα λανθασμένος, ανεξάρτητα από την κατάσταση ή τις περιστάσεις.
Στην ηθική Nicomachean Αριστοτέλης εστίασε συχνά στην εύρεση του μέσου όρου μεταξύ δύο άκρων οποιουδήποτε ιδιαίτερου θέματος εάν είναι δικαιοσύνη, θάρρος, πλούτος και ούτω καθ'εξής. Παραδείγματος χάριν, το θάρρος είναι ένας μέσος όρος μεταξύ δύο συναισθημάτων (φόβος και εμπιστοσύνη) και μιας δράσης (η θαρραλέα πράξη). Πάρα πολύς φόβος ή επίσης λίγη εμπιστοσύνη οδηγεί cowardice, και επίσης λίγος φόβος ή πάρα πολλή εμπιστοσύνη μπορεί να οδηγήσει στις ορμητικές, ανόητες επιλογές. Αριστοτέλης λέει ότι η εύρεση αυτού του μέσου εδάφους είναι ουσιαστική στην επίτευξη του eudemonia, η τελευταία μορφή θεϊκής συνείδησης. Αυτό το μέσο έδαφος αναφέρεται συχνά ως Ο χρυσός μέσος όρος.
Αριστοτέλης έγραψε επίσης για τις σκέψεις του στην έννοια της δικαιοσύνης στην ηθική Nicomachean. Σε αυτά τα κεφάλαια, Αριστοτέλης καθόρισε τη δικαιοσύνη σε δύο μέρη, τη γενική δικαιοσύνη και την ιδιαίτερη δικαιοσύνη. Η γενική δικαιοσύνη είναι μορφή Αριστοτέλη καθολικής δικαιοσύνης που μπορεί μόνο να υπάρξει σε μια τέλεια κοινωνία. Η ιδιαίτερη δικαιοσύνη είναι όπου η τιμωρία δίνεται έξω για ένα ιδιαίτερη έγκλημα ή μια πράξη της αδικίας. Αυτό είναι όπου Αριστοτέλης λέει ότι ένας μορφωμένος δικαστής απαιτείται για να εφαρμόσει ακριβώς τις αποφάσεις σχετικά με οποιαδήποτε ιδιαίτερη περίπτωση. Αυτό είναι όπου παίρνουμε την έννοια των κλιμάκων της δικαιοσύνης, ο δικαστής που συμβολίζει την τυφλή δικαιοσύνη, που ισορροπεί τις κλίμακες, που ζυγίζει όλα τα στοιχεία και που σκέφτεται κάθε ιδιαίτερη περίπτωση χωριστά. Η ομωνυμία είναι ένα σημαντικό θέμα στη δικαιοσύνη Αριστοτέλη επειδή μια μορφή δικαιοσύνης μπορεί να ισχύσει για τη μια, ενώ άλλη θα ήταν καταλληλότερη για ένα διαφορετικές πρόσωπο/μια περίπτωση. Αριστοτέλης λέει ότι η ανάπτυξη των καλών συνηθειών μπορεί να κάνει έναν καλό άνθρωπο και ότι η άσκηση της χρήσης του χρυσού μέσου όρου όπου μπορεί να εφαρμοστεί στις αρετές θα επιτρέψει έναν άνθρωπο να ζήσει μια υγιής, ευτυχισμένη ζωή.

Το υψηλότερο αγαθό

Προκειμένου να γίνει αυτό, Αριστοτέλης έπρεπε πρώτα να πιστοποιήσει αυτό που ήταν ενάρετο. Άρχισε με τον καθορισμό ότι όλα έγιναν με κάποιο στόχο στο μυαλό και ότι ο στόχος είναι «καλός»:
Κάθε ικανότητα και κάθε έρευνα, και ομοίως, κάθε δράση και επιλογή της δράσης, θεωρούνται για να έχουν κάποιο αγαθό ως αντικείμενό της. Γί αυτό το αγαθό έχει οριστεί σωστά ως το αντικείμενο όλης της προσπάθειας. (ΝΕ 1.1)
Αλλά, εάν η δράση Α γίνεται με το στόχο Β, ο στόχος Β θα είχε επίσης έναν στόχο, στόχος Γ. Ο στόχος Γ θα είχε επίσης έναν στόχο και αυτό θα συνεχιζόταν έως ότου σταμάτησε κάτι άπειρος παλινδρομήστε. Αυτό ήταν Υψηλότερο αγαθό.
Τώρα, εάν υπάρχει κάποιο αντικείμενο των δραστηριοτήτων που θέλουμε για τη χάρη της (και άλλες μόνο λόγω αυτής), και εάν δεν είναι αλήθεια ότι όλα επιλέγονται για το κάτι άλλο - οπότε σ'αυτή την περίπτωση θα υπάρξει ένας άπειρος παλινδρομεί, αυτό θα ακυρώσει όλη την προσπάθειά μας - είναι σαφές ότι αυτό πρέπει να είναι το αγαθό, το υψηλότερο αγαθό. Η γνώση του δεν θα είχε μια μεγάλη επιρροή στο δρόμο μας; Δεν θα ήμαστε καλύτεροι να κάνουμε τι πρέπει, όπως τους τοξότες με έναν στόχο να στοχεύσουμε; (ΝΕ 1.2)
Αριστοτέλης είπε Υψηλότερο αγαθό πρέπει να έχει τρία χαρακτηριστικά:
  • επιθυμητός για τη χάρη του
  • μη επιθυμητός χάριν κάποιου άλλου αγαθού
  • όλα τα άλλα αγαθά `» επιθυμητά για τη χάρη του
Αριστοτέλης επιλύει αυτό το υψηλότερο αγαθό στο eudaemonia, που είναι συνήθως μεταφρασμένο ως «ευτυχία,» αλλά θα μπορούσε επίσης να είναι «ευημερία» ή «άνθηση.»
Ποιο είναι το υψηλότερο αγαθό σε όλα θέματα δράσης; Όσον αφορά στο όνομα, υπάρχει σχεδόν πλήρης συμφωνία για την ακαλλιέργητη και εκπαιδευμένη όμοια κλήση ευτυχία, και καθιστά την ευτυχία ίδια με την καλή ζωή και την επιτυχή διαβίωση. Διαφωνούν, εντούτοις, για την έννοια της ευτυχίας. (ΝΕ 1.4)

Ευτυχία και η λειτουργία της ανθρωπότητας

Αριστοτέλης υποστήριξε ότι η ευτυχία δεν θα μπορούσε να βρεθεί μόνο στην ευχαρίστηση, δεδομένου ότι «θα ήταν παράλογο εάν το τέλος ήταν διασκέδαση και εάν το πρόβλημα και η δυσκολία καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής όλα θα ήταν χάριν της διασκέδασης.» Επίσης υπέθεσε ότι δεν ήταν μόνο στη φήμη και την τιμή, όπως «φαίνεται να είναι πιό επιφανειακό από τι ψάχνουμε, δεδομένου ότι στηρίζεται στο άτομο που δίνει την τιμή παρά σε τον που το λαμβάνει.» Βρίσκει τελικά την ευτυχία «με τον υπολογισμό του συγκεκριμένου ρόλου του ατόμου. Στην περίπτωση των φορέων φλαούτων, των γλυπτών, και όλων των βιοτεχνών - πράγματι όλοι που αναπτύσσουν κάποιες λειτουργία και δραστηριότητα - «καλών» και «άριστων» να κατοικήσουν στη λειτουργία τους. Τώρα το ίδιο πράγμα ισχύει για το άτομο, εάν έχει μια ιδιαίτερη λειτουργία σε τον. «
Αλλά ποια είναι αυτή η λειτουργία που θα φέρει την ευτυχία; Για να καθορίσει αυτό, Αριστοτέλης ανέλυσε τη φύση της ψυχής. Αριστοτέλης είδε την ψυχή όπως υπάρχουσα σε τρία μέρη, κάθε ένα από τα οποία είχε μια συγκεκριμένη λειτουργία:
  • Θρεπτική ψυχή (φυτική ψυχή) - που βρίσκεται στα φυτά, τα ζώα και τα ανθρώπινα οντα αρμόδιος για την αύξηση και την αναπαραγωγή
  • Διορατική ψυχή (ευαίσθητη ψυχή) - που βρίσκεται στα ζώα και το άτομο αρμόδιος για την αντίληψη μέσω των αισθήσεων
  • Λογική ψυχή - βρήκε στους ανθρώπους μόνο αρμόδιος για τη σκέψη
Κατά συνέπεια, η λειτουργία ενός ανθρώπου είναι να κάνει τι το κάνει τον άνθρωπο, για να είναι καλή σε αυτό που το θέτει εκτός από όλα τα άλλα: η δυνατότητα στο λόγο ή Nous. Ή, όπως Αριστοτέλης ολοκληρώνει, «ο ρόλος του ατόμου είναι δραστηριότητα της ψυχής σύμφωνα με το λόγο, ή τουλάχιστον όχι χωρίς λόγο.» Προσδιορίζει δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η ψυχή μπορεί να συμμετέχει: συλλογισμός (και πρακτικός και θεωρητικός) και μετά από το συλλογισμό. Ένα πρόσωπο που κάνει αυτό είναι το ευτυχέστερο επειδή εκπληρώνουν το σκοπό ή τη φύση τους όπως βρίσκεται στη λογική ψυχή.
(Το σοφό πρόσωπο) να είναι περισσότερο από ανθρώπινος. Ένα άτομο δεν θα ζήσει όπως αυτό δυνάμει του humanness του, αλλά δυνάμει κάποιου θείου πράγματος μέσα σε τον. Η δραστηριότητά του είναι τόσο ανώτερη από τη δραστηριότητα των άλλων αρετών όπως αυτό το θείο πράγμα είναι στο σύνθετο χαρακτήρα του. Τώρα εάν το μυαλό είναι θείο σε σύγκριση με το άτομο, η ζωή του μυαλού είναι θεία σε σύγκριση με τη μόνη ανθρώπινη ζωή. Δεν πρέπει να ακολουθήσουμε τις δημοφιλείς συμβουλές και, όντας ανθρώπινοι, να έχουμε μόνο τις θανάσιμες σκέψεις, αλλά πρέπει να γίνουμε αθάνατοι και να κάνουμε όλα προς καλύτερο διαβίωσης το σε μας. (ΝΕ 10.7)
Με άλλα λόγια, ο φιλόσοφος είναι όχι μόνο το «καλύτερο» πρόσωπο, αλλά είναι επίσης ο περισσότερος όπως το Θεό.

Ανάπτυξη της ηθικής

Το αντίθετο στις διδασκαλίες Πλάτωνα, ο δάσκαλός του, Αριστοτέλης σταθερά εθεώρησε ότι όλα τα ανθρώπινα οντα (έπειτα ερμήνευσε όπως ελεύθερα αρσενικά) γεννιούνται με τη δυνατότητα να γίνουν ηθικά ενάρετα και σχεδόν σοφά. Για να επιτύχει αυτούς τους στόχους, πρέπει να περάσουν από δύο στάδια:
  1. Αναπτύξτε τις κατάλληλες συνήθειες κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας.
  2. Συνδυάστε την ηθική αρετή με την πρακτική φρόνηση μόλις αναπτυχθεί πλήρως ο λόγος.

Μετριοπάθεια

Αριστοτέλης εθεώρησε ότι κάθε ηθική αρετή είναι ένας ενδιάμεσος όρος μεταξύ υπερβολή και ανεπάρκεια. Παραδείγματος χάριν, ο φόβος δεν είναι κακός και του, είναι ακριβώς κακός όταν γίνεται αισθητός στην υπερβολή ή την ανεπάρκεια. Ένα θαρραλέο πρόσωπο κρίνει ότι μερικοί κίνδυνοι αξίζουν αντιμετώπιση και άλλες όχι, το επίπεδο φόβου είναι κατάλληλο για τις περιστάσεις. Ο δειλός φεύγει σε κάθε κίνδυνο, αν και οι περιστάσεις δεν τον αξίζουν. Το ορμητικό πρόσωπο δεν λαμβάνει υπόψη όλο το φόβο και βουτά σε κάθε κίνδυνο κανένα θέμα οι συνέπειες. Αριστοτέλης προσδιορίζει την αρετή όπως όντας «σημάνετε» της κατάστασης. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να διαμορφωθεί ένα ακριβές σύνολο κανόνων που θα έλυνε κάθε πρακτικό πρόβλημα. «Το ενάρετο πρόσωπο βλέπει την αλήθεια σε κάθε περίπτωση, που είναι δεδομένου ότι ήταν πρότυπα και ένα μέτρο τους.»
Αυτό δεν σημαίνει ότι Αριστοτέλης πίστεψε στον ηθικό σχετικισμό, εντούτοις. Έθεσε ορισμένες συγκινήσεις (π.χ., μίσος, φθόνος, ζηλοτυπία, φθόνος, κ.λπ.) και ορισμένες ενέργειες (π.χ., μοιχεία, κλοπή, δολοφονία, κ.λπ.) ως πάντα λανθασμένος, ανεξάρτητα από την κατάσταση ή τις περιστάσεις.

Τύποι ανθρώπων

Ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το του/της Nous σύμφωνα με το λόγο, μπορούν να εμπέσουν στη μια από τέσσερις κατηγορίες:
  • Ενάρετος - εκείνοι που απολαμβάνουν αληθινά αυτό που είναι σωστό και κάνουν έτσι χωρίς ηθικό δίλημμα
  • Ήπειρος - το ενάρετο πράγμα τις περισσότερες φορές, αλλά πρέπει να υπερνικήσει τη σύγκρουση
  • Ακρατής - αντιμετωπίζει την ίδια ηθική σύγκρουση, αλλά συνήθως επιλέγει το κακοήθες («σύνολο της κακίας») πράγμα
  • Κακοήθης - βλέπει λίγη αξία στην αρετή και δεν την προσπαθεί

Τρεις ηθικές πραγματείες

Τρεις πραγματείες της ηθικής Αριστοτέλη επιζούν σήμερα:
Κάθε μια θεωρείται μια συλλογή των σημειώσεων διάλεξης Αριστοτέλη (αν και συγγραφικό επάγγελμα Μεγάλο Moralia είναι συζητημένος), περιέχοντας ενδεχομένως διάφορες διαφορετικές σειρές μαθημάτων διάλεξης, οι οποίες μπορούν να είναι αραιές και δύσκολο να διαβαστούν.
Η μορφωμένη συναίνεση είναι αυτή Ηθική Eudemian αντιπροσωπεύει την πρόωρη ηθική θεωρία Αριστοτέλη, και Ηθική Nicomachean εμφανίζεται να χτίζει επάνω σε τον. Μερικοί κριτικοί θεωρούν Ηθική Eudemian για να είναι «λιγότερο ώριμος,» ενώ υποστηρίζουν άλλοι, όπως Kenny (1978), ότι Ηθική Eudemian είναι ο ωριμότερος, και επομένως αργότερα, εργασία. Βιβλία IVVI Ηθική EudemianΗθική Nicomachean. επίσης εμφανιστείτε ως βιβλία VVII
Οι μελετητές θεωρούν ότι Ηθική Nicomachean και Ηθική Eudemian είτε εκδόθηκε κοντά είτε αφιερώθηκε στο γιο Αριστοτέλη και το μαθητή Nicomachus και τον απόστολό του Eudemus, αντίστοιχα, αν και οι εργασίες οι ίδιοι δεν εξηγούν την πηγή ονομάτων τους. Αν και ο πατέρας Αριστοτέλη κλήθηκε επίσης Nicomachus, ο γιος Αριστοτέλη ήταν ο επόμενος ηγέτης του σχολείου Αριστοτέλη, Λύκειο, και οι ιστορικοί επομένως τον θεωρούν πιθανότερο να έχουν επηρεάσει τη συλλογή των σημειώσεων διάλεξης Αριστοτέλη.
Μια τέταρτη πραγματεία, Αριστοτέλη Πολιτική, θεωρείται συχνά ως συνέπεια στην ηθική Η ηθική Αριστοτέλη δηλώνει ότι το αγαθό του ατόμου είναι κατώτερο στο αγαθό της πόλης κράτους, ή polis. Αριστοτέλη Στην ψυχή μπορέστε να θεωρηθείτε prequel στην ηθική του, ειδικά στη συζήτησή του της λογικής ψυχής.

Ηθική Nicomachean

Κύριο άρθρο: Ηθική Nichomachean
Ηθική Nicomachean, Εστίαση Αριστοτέλη στη σημασία συνεχώς συμπεριφορά εναρέτως και αναπτυσσόμενος αρετή παρά δεσμεύοντας τις συγκεκριμένες καλές ενέργειες. Αυτό μπορεί να αντιταχθεί Kantian ηθική, στην οποία η αρχική εστίαση είναι στη μεμονωμένη δράση. Ηθική Nicomachean υπογραμμίζει τη σημασία του πλαισίου στην ηθική συμπεριφορά - ποια δύναμη είναι σωστή σε μια δύναμη κατάστασης κάνει λάθος σε άλλη. Αριστοτέλης εθεώρησε αυτός ευτυχία είναι το τέλος της ζωής και αυτή εφ' όσον προσπαθεί ένα πρόσωπο για καλοσύνη, οι καλές πράξεις θα προκύψουν από εκείνη την προσπάθεια, που καθιστά το πρόσωπο ενάρετο και επομένως ευτυχής.

Επιρροές των πιό πρώτος ελληνικών ηθικών συστημάτων

Η ηθική Αριστοτέλη χτίζει επάνω στην προηγούμενη ελληνική ηθική, ιδιαίτερα αυτή του δασκάλου Αριστοτέλη Πλάτωνας και ο δάσκαλός του, Socrates. Μια σημαντική διάκριση είναι ότι το Socrates δεν άφησε οποιαδήποτε γραπτή εργασία, αημένες οι Πλάτωνας εργασίες στόχευσαν περισσότερων προς τη δημοφιλή κατανάλωση, και Αριστοτέλης άφησε περισσότερες μορφωμένες εργασίες. Συχνότερα από Πλάτωνα, Αριστοτέλης σημειώνει τις εξαιρέσεις στους γενικούς κανόνες του και την έλλειψη ακρίβειας στην ηθική του. Οι γενικές κατευθύνσεις κάθε ένας από αυτούς τους φιλοσόφους, εντούτοις, ήταν αρκετά παρόμοιες.
Το Socrates ήταν ο πρώτος ελληνικός φιλόσοφος για να επικεντρωθεί στην ηθική. Αυτή η συγκέντρωση στην ηθική άρχισε πιθανώς ως απάντηση σόφισμα, το οποίο ήταν ένα δημοφιλές σχολείο της σκέψης που τότε υπογράμμισε ρητορική, ηθικός σχετικισμός και επιχείρημα ενάντια παραδοσιακή ελληνική θρησκεία (χρησιμοποίησαν τη ρητορική για να μιλήσουν ενάντια σε πολλές άλλες παραδόσεις επίσης). Οι σοφιστές έθιξαν πολλά ηθικά προβλήματα στη σύγχρονη κοινωνία χωρίς προσφορά των λύσεων.
Το Socrates, Πλάτωνας και Αριστοτέλης όλα δίδαξαν την χαρακτήρας-βασισμένη στην ηθική στην οποία οι άνθρωποι πρέπει να ακολουθήσουν την αρετή (arete) για να επιτύχουν την ευτυχία ή την άνθηση (eudaimonia). Όλοι είδαν την ενάρετη συμπεριφορά ως κάτι που μπορεί να διδάξει και να ασκηθεί. Αυτοί όλη η σκέψη ότι η ηθική είναι βασισμένη στο λόγο, και ότι υπεάρξαν λογικοί λόγοι για εναρέτως. Αυτό αντιπαρέβαλε με τον ηθικό σχετικισμό των σοφιστών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι πολλές διαφορετικές συμπεριφορές θα μπορούσαν να δουν όπως ηθικές από τις διαφορετικές κοινωνίες. Στην πραγματικότητα, τα παρόμοια επιχειρήματα εμφανίζονται ακόμα στη φιλοσοφική ηθική σήμερα.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις θεμελιώδεις ομοιότητες, οι διαφορές στην ηθική μεταξύ του Socrates, Πλάτωνα και Αριστοτέλη φαίνονται προσβολή. Η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι το Socrates και Πλάτωνας σκέφτηκαν ότι η γνώση της ενάρετης συμπεριφοράς ήταν αρκετή να εξασφαλίσει ότι οι άνθρωποι το ακολούθησαν, και ότι κανένας δεν έκανε το κακό εσκεμμένα. Αριστοτέλης διαφώνησε (και οι περισσότεροι πιό πρώην φιλόσοφοι συμφωνούν με τον σχετικά με αυτό το σημείο), λέγοντας ότι πολλοί άνθρωποι ξέρουν τα κακά αποτελέσματα των ενεργειών τους, αλλά δίνει μέσα στις επιθυμίες τους οπωσδήποτε λόγω των αδύνατων διαθηκών. Πλάτωνας παρουσίασε μόνο τέσσερις βασικές αρετές: φρόνηση, θάρρος, μετριοπάθεια και δικαιοσύνη. Αριστοτέλης επεκτάθηκε και διαμόρφωσε σε αυτόν τον κατάλογο αρκετά εκτενώς.

Επιρροή στους πιό πρώην φιλοσόφους

Οι γραφές Αριστοτέλη δίδαξαν στην Αθήνα μέχρι την ΑΓΓΕΛΙΑ 529 όταν Βυζαντινός αυτοκράτοραςΙουστινιανός Ι κλειστός κάτω από τις μη χριστιανές σχολές της φιλοσοφίας. Οι διδασκαλίες Αριστοτέλη διέδωσαν μέσω της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, όπου το πρόωρο Ισλάμ υποστήριξε τις λογικές φιλοσοφικές περιγραφές του φυσικού κόσμου. Avicenna και Averroes ήταν Ισλαμικοί φιλόσοφοι ποιος σχολίασε Αριστοτέλη καθώς επίσης και γράφοντας τη φιλοσοφία τους σε Αραβικά.
Στο δωδέκατο αιώνα, οι λατινικές μεταφράσεις εργασιών Αριστοτέλη βρέθηκαν, διευκόλυνση Δομινικανά ιερέας Αλβέρτος ο μεγάλος και ο μαθητής του Thomas Aquinas για να συνδυάσει τη φιλοσοφία Αριστοτέλη με τη χριστιανική θεολογία. Πιό πρόσφατη μεσαιωνική εκκλησία σχολαστικισμός επιμένοντας στις Thomist απόψεις και την κατασταλμένη μη-αριστοτελική μεταφυσική. Εργασία Aquinas Summa Theologiae περιείχε πολλούς τόμους, δεκαπέντε από τους οποίους ενδιαφέρθηκαν για την ηθική και τις τιμές. Υποστήριξε ότι ένα λογικό ίδρυμα για την ηθική ήταν συμβατό με το χριστιανισμό, που επιτρέπει σε το για να δανειστεί πολλές ιδέες από την ηθική Nicomachean. Το Eudaimonia ή η ανθρώπινη άνθηση θεωρήθηκε ένας προσωρινός στόχος για αυτήν την ζωή, αλλά η τέλεια ευτυχία ως τελευταίος στόχος θα μπορούσε μόνο να επιτευχθεί στην επόμενη ζωή από τον ενάρετο. Οι νέες θεολογικές αρετές προστέθηκαν στο σύστημα: πίστη, ελπίδα και φιλανθρωπία. Η υπερφυσική βοήθεια επιτράπηκε επίσης, βοηθώντας τους ανθρώπους για να είναι ενάρετους. Πολλά σημαντικά μέρη της ηθικής Αριστοτέλη διατηρήθηκαν εντούτοις. Θωμισμός, το όνομα που δίνεται στις πεποιθήσεις του Thomas Aquinas, είναι ιδιαίτερα επιδρόν: είναι ένα μέρος του επίσημου καθολικού δόγματος από το χρόνο Παπάς Leo ΧΙΙΙ (1878-1903).
Δέκατος έβδομος αιώνας εμπειριοκρατία προκλημένου Αριστοτέλη μεταφυσική τόσο επιτυχώς εκείνη η αμφιβολία δημιουργήθηκε στο υπόλοιπο της φιλοσοφίας του επίσης. Η ηθική Nicomachean παραμένει βιώσιμη σήμερα εντούτοις--στηρίζεται σε καμία μη υλικές οντότητες όπως ψυχές ή δικαιώματα ούτε στο α αιτιοκρατικός άποψη της αιτιολογίας.
Οι πρόσφατοι και σύγχρονοι ηθικοί φιλόσοφοι που επηρεάζονται από Αριστοτέλη περιλαμβάνουν Bernard Ουίλιαμς, Άκρη Ayn, Martha Nussbaum, John McDowell και Rosalind Hursthouse,[2] και εκείνοι που συνεχίζουν πλήρως την παράδοση Aristotelianism περιλάβετε Alasdair MacIntyre.[3]

Δείτε επίσης


Αναφορές

  1. ^ Ηθική Nicomachean, συνδιαλλαγή. T.H. Irwin, εισαγωγή. Hackett Publishing Company (Ινδιανάπολη: 1999) XV.
  2. ^ Rosalind Hursthouse, Στην ηθική αρετής, Πανεπιστημιακός Τύπος της Οξφόρδης, 1999.
  3. ^ Kelvin Knight, Αριστοτελική φιλοσοφία: Ηθική και πολιτική από Αριστοτέλη σε MacIntyre, Τύπος πολιτικών, 2007.