18.12.10


Δημήτριος Τζωρτζόπουλος
   Σχ. Σύμβουλος ΠΕ02
Α. ΠΛΑΤΩΝ:  ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ
                                                         ΚΕΙΜΕΝΟ 1
                                                       (318 Ε- 320C )
                        Μπορεί η αρετή να γίνει αντικείμενο διδασκαλίας;   

«Αυτό που θα μάθει είναι η ευβουλία για τις ιδιωτικές του υποθέσεις, πώς θα διοικεί άριστα το σπίτι του, και για τις υποθέσεις της πόλης, πώς θα γίνει ικανότατος, σε ό,τι κάνει και λέει για τις υποθέσεις της πόλης. Άραγε, είπα εγώ [ο Σωκράτης], καταλαβαίνω αυτά που λες; Γιατί μου φαίνεται πως εννοείς την πολιτική τέχνη, και υπόσχεσαι να κάνεις τους άνδρες καλούς πολίτες. Λοιπόν, αυτή ακριβώς, είπε, είναι,  Σωκράτη, η υπόσχεση που δίνω.
            Πράγματι, είπα εγώ, ωραία τέχνη κατέχεις, αν βέβαια την κατέχεις· εγώ, πάντως, δεν θα σου πω τίποτε άλλο πέρα από εκείνα ακριβώς που σκέπτομαι. Αλήθεια, Πρωταγόρα, εγώ δε θεωρούσα ότι αυτό μπορεί να διδαχθεί· αφού όμως το λες εσύ, δεν μπορώ να μην το πιστέψω. Το λόγο, όμως, που νομίζω ότι αυτό δεν μπορεί να διδαχθεί, ούτε να το προσφέρουν άνθρωποι σε άλλους ανθρώπους, είμαι υποχρεωμένος να τον πω. Γιατί εγώ, όπως και οι άλλοι Έλληνες, ισχυρίζομαι πως οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Βλέπω λοιπόν πως, όταν συγκεντρωθούμε στην εκκλησία του δήμου, κάθε φορά που η πόλη χρειάζεται να οικοδομήσει κάτι, στέλνουν και καλούν τους οικοδόμους ως συμβούλους για τα οικοδομήματα, κι όταν πρόκειται για ναυπηγικό έργο τους ναυπηγούς,  και, για όλα τα άλλα, κάνουν το ίδιο, όσα πιστεύουν  πως μπορεί κανείς να τα μάθει και να τα διδάξει· αν όμως κάποιος άλλος επιχειρήσει να τους δώσει συμβουλή, που εκείνοι δεν τον θεωρούν τεχνίτη, ακόμα και αν είναι πολύ όμορφος και πλούσιος κι από καλή γενιά, καθόλου δε δέχονται να τον ακούσουν περισσότερο, αλλά τον περιγελούν και κάνουν θόρυβο, ώσπου είτε ο ίδιος, που επιχειρεί να μιλήσει, αποχωρήσει ζαλισμένος είτε οι τοξότες τον τραβήξουν ή τον σύρουν έξω με τη διαταγή των πρυτάνεων. Για όσα λοιπόν πιστεύουν πως χρειάζονται τεχνικές γνώσεις, έτσι ενεργούν·  κάθε φορά όμως που χρειάζεται να αποφασίσουν κάτι για τα ζητήματα που αφορούν στη διοίκηση της πόλης, σηκώνεται και τους συμβουλεύει γι’ αυτά το ίδιο ξυλουργός και σιδηρουργός και σκυτοτόμος, έμπορος και ναυτικός, πλούσιος και φτωχός, ευγενής και ταπεινός, και κανείς δεν τους κατηγορεί γιαυτό, όπως τους προηγουμένους, ότι, παρόλο που δεν έμαθε από πουθενά ούτε είχε αυτός ποτέ κανένα δάσκαλο, επιχειρεί μετά να δώσει συμβουλές· γιατί είναι φανερό ότι δεν πιστεύουν πως αυτό μπορεί να διδαχθεί. Μη νομίζεις, βέβαια, ότι μόνο στις δημόσιες υποθέσεις συμβαίνει αυτό, αλλά, και στην ιδιωτική τους ζωή, οι περισσότερο σοφοί και άριστοι πολίτες μας, την αρετή που έχουν δεν μπορούν να τη μεταδώσουν σε άλλους· αφού και ο Περικλής, ο πατέρας αυτών των δύο νεαρών, σε όσα εξαρτιόνταν από δασκάλους, τους μόρφωσε ωραία και καλά· σ’ εκείνα όμως που είναι ο ίδιος σοφός, ούτε ο ίδιος τους εκπαιδεύει ούτε τους αναθέτει σε κάποιον άλλο, αλλά οι ίδιοι, γυρνώντας εδώ κι εκεί, βόσκουν σαν αδέσποτα, μήπως και κάπου, στην τύχη, συναντήσουν την αρετή. Κι αν θέλεις, τον Κλεινία, τον νεώτερο αδελφό αυτού εδώ του Αλκιβιάδη, που τον έχει υπό την κηδεμονία του ο ίδιος ο Περικλής, επειδή φοβήθηκε για λογαριασμό του μήπως διαφθαρεί από τον Αλκιβιάδη, τον απομάκρυνε από αυτόν και, παραδίδοντάς τον στον Αρίφρονα, τον μόρφωνε· όμως, πριν περάσουν έξι μήνες, ο Αρίφρων τού τον έστειλε πίσω, επειδή δεν μπορούσε να τον ωφελήσει σε κάτι. Και άλλους μπορώ να σου αναφέρω, πάρα πολλούς, οι οποίοι, παρόλο που οι ίδιοι ήταν καλοί, ποτέ τους δεν έκαναν καλύτερο κανένα, ούτε δικό τους ούτε ξένο. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, λαμβάνοντας υπόψη μου αυτά, δε νομίζω πως η αρετή μπορεί να διδαχθεί· επειδή όμως σε ακούω να λες αυτά, παρασύρομαι και νομίζω πως λες κάτι σημαντικό, επειδή πιστεύω ότι έχεις πολλές εμπειρίες κι έχεις μάθει πολλά, ενώ άλλα τα έχεις ανακαλύψει ο ίδιος. Αν λοιπόν μπορείς να μας αποδείξεις σαφέστερα ότι η αρετή μπορεί να διδαχθεί, μην αρνηθείς αλλά δώσε μας την απόδειξη. Σωκράτη, είπε, δεν θα αρνηθώ· αλλά θέλετε να σας δώσω την απόδειξη ως μεγαλύτερος σε νεώτερους, λέγοντας κάποιο μύθο, ή να μιλήσω με επιχειρήματα; Πολλοί έτσι από εκείνους που κάθονταν μαζί μας του είπαν να μιλήσει όπως θέλει. Έχω λοιπόν την εντύπωση, είπε, ότι πιο ευχάριστο είναι να σας πως ένα μύθο». 

1.Τι διδάσκει ο Πρωταγόρας;
                                        «Αυτό που θα μάθει […] που δίνω»
 Ανάλυση:
Ο σοφιστής Πρωταγόρας, δεινός ηθικός και πολιτικός στοχαστής, υποστηρίζει πως διδάσκει την ευβουλία, δηλαδή τη σωστή σκέψη και απόφαση [=τη φρόνηση ή σύνεση], με την οποία  πρέπει κανείς να διοικεί τα του οίκου του [=τις ιδιωτικές του υποθέσεις] και με τη βοήθεια της οποίας γίνεται ικανός περαιτέρω να χειρίζεται άψογα τις υποθέσεις της πόλης με λόγο και έργο, δηλαδή να έχει γνώμη για τα πολιτικά ζητήματα και να συμμετέχει ενεργά σ’ αυτά. Ο Πρωταγόρας λοιπόν διδάσκει την πολιτική τέχνη και αναλαμβάνει να διαμορφώνει ικανούς πολίτες, που ενεργοποιούνται στα πολιτικά και μπορούν να γίνουν καλοί πολιτικοί. Ο Σωκράτης όμως παρουσιάζεται να μην καταλαβαίνει απόλυτα αυτό που λέει ο Πρωταγόρας. Δεν φαίνεται να πείθεται εύκολα, γιατί η εμπειρία του υποδείχνει ότι πρόκειται για ένα έργο δύσκολο που δεν κλείνεται στα όρια της σοφιστικής διδασκαλίας.
Διερωτάται λοιπόν για το κατά πόσο μπορεί να διδάσκεται η πολιτική αρετή· η  διερώτηση δεν σημαίνει ότι αμφισβητεί εκ θεμελίων και απροϋπόθετα τον ισχυρισμό του Πρωταγόρα περί του διδακτού της αρετής, αλλά συνδέεται με έναν γενικότερο προβληματισμό σχετικά με το ότι υπάρχουν και άλλες αντιλήψεις για τόσο σπουδαία ζητήματα και πρέπει να γίνονται κι αυτές αντικείμενο διαλογικής έρευνας. Κατ’ αυτό τον τρόπο διευρύνεται το πεδίο έρευνας και υποδηλώνεται η αναγκαιότητα του διαλόγου με τεκμήρια, όταν συζητούνται σοβαρά θέματα που άπτονται κυρίως της δημόσιας ζωής. Εξάλλου, αμφότεροι οι συνομιλητές γνωρίζουν ότι η πόλις δεν αντιστρατεύεται τον οίκο αλλά τελεί σε αμοιβαία εσωτερική συνεννόηση με αυτόν, όπως επίσης το δημόσιο συμφέρον δεν ακυρώνει το ιδιωτικό αλλά αλληλοτροφοδοτούνται. Δικαίως λοιπόν ο Σωκράτης δείχνει να θεωρεί πολύ σημαντική την υπόσχεση που δίνει ο Πρωταγόρας στους μαθητές του ότι θα τους κάνει καλούς πολίτες.

Σχόλιο:
Ο Πρωταγόρας είναι δάσκαλος της ευφράδειας, όχι τόσο με το νόημα της ορθοέπειας, δηλαδή το να χρησιμοποιεί τη μορφολογία των λέξεων σωστά, όσο το να ασκεί τη δια-λεκτική και να διαμορφώνει μια τέχνη της λογικής. Είναι γνωστό ότι αναλάμβανε να μετατρέπει την ασθενέστερη υπόθεση σε ισχυρότερη και να διδάσκει στους μαθητές του θέματα προετοιμασμένα, τους λεγόμενους κοινούς τόπους, τους οποίους θα έπρεπε να απομνημονεύσουν. Αυτό, συνεπώς, που ισχυρίζεται εδώ ότι μπορεί να διδάξει έχει να κάνει με τέτοιους τόπους και σε κάθε περίπτωση φαντάζει ως το πιο σπουδαίο στη ζωή του αθηναίου πολίτη και ειδικά των νέων με πολιτικές φιλοδοξίες. Άρα ο σοφιστής χρησιμοποιεί την τέχνη της λογικής για να προσφέρει ό,τι συγκινεί και κινητοποιεί τον μέσο πολίτη. Γι’ αυτό εξάλλου έχει και πολλούς μαθητές αλλά και καλό όνομα. Εδώ μάλιστα δείχνει να είναι απόλυτα σίγουρος για την αποτελεσματικότητα του διδακτικού του έργου. Αυτό βέβαια συνδέεται και με το βασικό αξίωμα της φιλοσοφίας του ότι «ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων»· τα πράγματα δηλαδή υποτάσσονται υπαρκτικά στην κοινή λογική του ατόμου. Άρα ο Πρωταγόρας πρεσβεύει μια φιλοσοφία του εμπειρικά κινούμενου νοείν, η οποία εφαρμόζεται στο ηθικό και πολιτικό πεδίο και ανάγει το άτομο σε υπέρτατο κριτή και γνώμονα σχετικά με το τι είναι το ορθό. Αυτή η φιλοσοφία διακηρύσσει το δικαίωμα αλλά και την ικανότητα της κοινής λογικής, που ανασυλλέγει την εμπειρία της, να δικαιώνει την πεποίθησή της. 
Ο Πλάτων δεν τοποθετείται υπέρ ή κατά της σοφιστικής αντίληψης των πραγμάτων. Μόνο αφήνει ανεπαίσθητα να διαφαίνεται η διαφορετική αντίληψη του Σωκράτη για το τι είδους πολίτες μπορεί να διαμορφώνει η κατά Πρωταγόρα διδασκαλία της πολιτικής τέχνης: ο φιλόσοφος μιλάει για «αγαθούς πολίτες», ενώ ο σοφιστής για «ικανούς πολίτες». Αυτή η διαφορά δεν τίθεται ακόμα προς ανάλυση από τον Σωκράτη· ωστόσο δεν παύει να κατευθύνει θεμελιακά τη σκέψη και τη μέθοδό του κατά τη συνομιλία. Γι’ αυτό εστιάζει, πριν από όλα, την προσοχή του στο μάθημα που ισχυρίζεται ότι διδάσκει ο συνομιλητής του και στο ρεαλιστικό ή μη ρεαλιστικό θεμέλιο αυτού του ισχυρισμού. Εκ πρώτης όψεως, αν πραγματικά ίσχυε αυτός ο ισχυρισμός, ο Πρωταγόρας θα είχε ξεπεράσει όλους τους μεγάλους άνδρες του παρελθόντος που δεν μπόρεσαν να μεταδώσουν την πολιτική αρετή ή τέχνη στους διαδόχους τους και θα αποτελούσε το μοναδικό ως τότε παράδειγμα που θα άξιζε να το μιμηθούν πολλοί άλλοι. Ο Σωκράτης ωστόσο, από άποψη μεθοδολογικής αρχής, δεν προτίθεται να αμφισβητήσει το διδάξιμο ή μη της αρετής, αλλά να διαλεχθεί περί αυτού και να εξετάσει όλες τις πλευρές του θέματος. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για μια πιο συγκεκριμένη άσκηση της σκέψης πάνω σε ενδεχόμενα θέματα, όπως τούτο εδώ.

2. Μπορεί άραγε να διδάσκεται η πολιτική τέχνη;
         «Πράγματι, […] είμαι υποχρεωμένος να τον πω»

·      Ανάλυση:
Ο Σωκράτης εξηγεί στον Πρωταγόρα με κάποιο είδος λεπτής ειρωνείας (Πράγματι, ωραία τέχνη ) πως δεν πιστεύει στο διδακτό της πολιτικής τέχνης. Λέγοντας ότι δεν γνωρίζει αν ο Πρωταγόρας κατέχει πραγματικά την πολιτική τέχνη, δεν θέλει να υποτιμήσει ή να ειρωνευτεί τον σπουδαίο αυτόν σοφιστή ως τσαρλατάνο της πολιτικής θεωρίας και πρακτικής, αλλά να ανοίξει τη συζήτηση χωρίς προαπαιτούμενα ή δογματικές προσηλώσεις στη μια ή στην άλλη υποκειμενική γνώμη. Γι’ αυτό δείχνει μεγάλη προθυμία να συζητήσει τις θέσεις του Πρωταγόρα (=Αφού όμως …πιστέψω) και μαζί τις δικές του επίσης. Γι’ αυτό θα τον δούμε στην πορεία των συλλογισμών του να μετακινείται σε θέσεις που αρχικά τις απέρριπτε. Έτσι ξεκινά ουσιαστικά το διάλογο με την εξέταση, κατ’ αρχήν, των λόγων για τους οποίους θεωρεί ότι η πολιτική τέχνη δεν είναι κάτι που διδάσκεται και, εφόσον δεν διδάσκεται, δεν μπορεί να μεταδίδεται σε άλλους.
Γενικώς ειπείν, όλες αυτές οι υποτυπώσεις περί διδακτού ή μη της αρετής δεν ταυτίζονται με μια ευθύγραμμη ανάλυση, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλή και οριστικά συμπεράσματα. Μας υπομιμνήσκουν όμως σταθερά ότι συσχετιζόμαστε με ένα θέμα, του οποίου η κατανόηση συνεπάγεται εν ταυτώ και κατανόηση του κόσμου, κατανόηση της θέσης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Και τούτο γιατί η αρετή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε ένα απλό άθροισμα επί μέρους αρετών, στις οποίες ο καθένας μπορεί να συμμετάσχει με διαφορετικό τρόπο, αλλά έχει ενιαίο και αδιαίρετο χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, η αρετή συνιστά ενιαία ολότητα ή μια ενδολογική ενότητα, η οποία είναι σύμφυτη με τη γνώση. Η διδασκαλία της επομένως δεν είναι ζήτημα τεχνικών ή εμπειρικών ενσταλάξεων, οι οποίες απευθύνονται προς το συναίσθημα ή το ένστικτο του κοινού νου, αλλά καθαρά αντικείμενο φιλοσοφικής διερμήνευσης.

Σχόλιο:
Από πλευράς φιλοσοφικών πεποιθήσεων ο Σωκράτης, όπως και ο Πλάτων, δεν είναι ριζικά αντίθετος/οι με την άποψη πως η πολιτική αρετή και η πολιτική τέχνη μπορεί να διδαχθεί υπό προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές θα αναπτυχθούν κυρίως στην Πολιτεία  και σχετίζονται με τη γνώση,  τη μάθηση και τη φιλοσοφία ως φιλοσοφικο-παιδαγωγική στάση ζωής. Γιατί όμως εδώ προσποιείται ο Σωκράτης/Πλάτων ότι δεν θεωρεί πως η πολιτική τέχνη μπορεί να διδάσκεται; α) Επειδή αυτές οι προϋποθέσεις δεν είναι πλήρως διαμορφωμένες στη σκέψη του Πλάτωνα κατά την περίοδο που συνέθετε τον Πρωταγόρα· αυτό τον οδηγεί να παρουσιάζει τη φιλοσοφική αντιπαράθεση του Σωκράτη με τον Πρωταγόρα ως ένα αναγκαίο διάλογο της σκεπτόμενης τότε Αθήνας γύρω από καθοριστικά για την περαιτέρω πορεία της ζητήματα. β) Στη γραμμή αυτής της συλλογιστικής διαδικασίας, ο Σωκράτης επιχειρεί να εμβαθύνει στην άποψη του Πρωταγόρα, να την εξετάσει σε όλες της τις λεπτομέρειες, να ελέγξει αναλογικά την επιχειρηματολογία της διδασκαλίας του περιώνυμου σοφιστή για το συγκεκριμένο θέμα, να διερευνήσει σε ποιο βαθμό ο τελευταίος κατέχει αυτό που διδάσκει, πόσο ταυτίζεται με αυτό και  με ποιες μεθόδους επιχειρεί να μεταδώσει ουσιαστική γνώση στους μαθητές του.
Με τούτη τη στάση του, ο Σωκράτης είναι συνεπής προς τη μαιευτική του μέθοδο, κατά την οποία  επιχειρεί να εκμαιεύσει από τον συνομιλητή του ενδιάθετες τάσεις, να προκαλέσει την ανάδυση τεκμηριωμένων σκέψεων και να αναζητήσει αντικειμενικές αλήθειες. Προς τούτο δεν υιοθετεί τη λογική μετάδοσης έτοιμων γνώσεων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η σωκρατική ειρωνεία δεν έχει το καθημερινό νόημα της υποτίμησης ή απαξίωσης του συνομιλητή, αλλά χρησιμοποιείται κυριολεκτικά ως «τέχνασμα του Λόγου» (Hegel), ήτοι ως απέραντη ικανότητα της λογικής σκέψης να ελίσσεται για να εισχωρεί στην αλήθεια ή στα «πιστεύω» του άλλου, αμφισβητώντας συγχρόνως και αυτά τούτα τα «πιστεύω» του ίδιου του εαυτού. Εάν λοιπόν εδώ προσπαθεί να ελέγξει τις πεποιθήσεις του Πρωταγόρα, δεν σημαίνει ότι ο ίδιος ο φιλόσοφος έχει ήδη παγιωμένες αντιλήψεις και προσπαθεί να τις επιβάλει στο συνομιλητή του ή τουλάχιστο να τις καταστήσει γνωστές, αλλά πως καλεί σε κοινή αναζήτηση.

3. Τα επιχειρήματα του Σωκράτη για το μη διδακτό της αρετής

·      «Γιατί εγώ […] αυτό μπορεί να διδαχθεί»

Ανάλυση:
Ο Σωκράτης αρχίζει να επιχειρηματολογεί για το μη διδακτό της πολιτικής τέχνης. Τα επιχειρήματα τα αντλεί από την πολιτική ζωή των Αθηναίων και από πολιτικά πρόσωπα με ιστορικό παρελθόν όπως ο Περικλής. Χαρακτηρίζει πρωτίστως τους Αθηναίους σοφούς, δηλαδή έξυπνους και συνετούς, γιατί δεν πιστεύουν ότι διδάσκεται η πολιτική τέχνη και αρετή. Πώς το δείχνουν αυτό; Με το να ζητούν τη συνδρομή ειδικών, όταν πρόκειται για τεχνικές υποθέσεις -κατασκευή οικοδομών, πλοίων κ.λπ., ενώ για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων και τη γενικότερη αντιμετώπιση των κρατικών υποθέσεων ακούν τον πρώτο τυχόντα χωρίς καμιά εξαίρεση. Τι σημαίνει αυτό για τους Αθηναίους; Πως αναγνωρίζουν, ανεξάρτητα αν το διατυπώνουν με λόγια ή όχι, ότι η πολιτική τέχνη δεν διδάσκεται. Βέβαια, η κρίση του Σωκράτη για τους Αθηναίους δεν είναι απαλλαγμένη και από κάποια μορφή ειρωνείας. Δι’ αυτού του τρόπου αξιοποιεί τις δυνατότητες: αφενός να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα αυτό που συμβαίνει στην εκκλησία του δήμου για να ελέγξει την άποψη του Πρωταγόρα, αφετέρου να αφήσει να αιωρείται ότι δεν είναι εξ ορισμού καλό να αναμιγνύονται οι πάντες στα κοινά, χωρίς μια προηγούμενη πολιτική προπαιδεία. Αυτό λοιπόν που λαμβάνει εδώ ως επιχείρημα για να τεκμηριώσει την άποψή του έναντι αυτής του Πρωταγόρα,  σε άλλες περιπτώσεις το χρησιμοποιεί ως στοιχείο, για να δείξει ότι στην εκκλησία του δήμου κυριαρχούν οι αμαθείς και οι ασήμαντοι1.

Σχόλιο:
Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί εδώ το παράδειγμα των Αθηναίων, για να δείξει ή να αποδείξει το μη διδακτό της πολιτικής τέχνης. Συγχρόνως ξέρουμε πως ποτέ δεν  χρησιμοποίησε την άποψη ή τη στάση των πολλών ως πειστική απόδειξη για κάτι. Γιατί λοιπόν τώρα επικαλείται τους Αθηναίους, ήτοι τη γνώμη των πολλών, και όχι τη λογική σκέψη, στην οποία έτρεφε απόλυτη εμπιστοσύνη; Επειδή θεωρεί  απαραίτητο να χρησιμοποιεί, προς το παρόν τουλάχιστο, επιχειρήματα που ταιριάζουν στο επίπεδο αντίληψης του «μέσου πολίτη», των πολλών, οι οποίοι δεν διαθέτουν βαθύτερη γνώση, διαλογιστική δυνατότητα, ούτε ίσως επαρκή πολιτική κουλτούρα παρά μόνο μια  εκπαίδευση σε σοφιστικά στερεότυπα. Το επιχείρημα λοιπόν αυτό έχει λογική ισχύ εδώ, ενόσω προορίζεται να αντιμετωπίσει τη λογική επιχειρηματολογία [=σοφιστικά στερεότυπα] του Πρωταγόρα, η οποία ανταποκρίνεται στην εμπειρική συλλογιστική του πλήθους. Εδώ δείχνεται η ικανότητα του Σωκράτη να επιχειρηματολογεί, έτσι όπως οι περιστάσεις το απαιτούν. Δεν προσπαθεί να επιβάλει τυποποιημένες γνώσεις -που τις πήρε ποιος ξέρει από πού- ή να εντυπωσιάσει τους πολλούς με περίτεχνα σχήματα σκέψης και λόγου Αυτή η ικανότητα είναι θεμελιακό  γνώρισμα του φιλοσόφου εν γένει και δεν μπορεί να εκφρασθεί παρά μόνο ως τέχνασμα της ίδιας της λογικής σκέψης [=Σωκρατική ειρωνεία]. Πρακτικά συνεπώς η περίφημη Σωκρατική ειρωνεία δεν είναι εδώ ούτε περιφρόνηση του συνομιλητή ούτε υποβάθμιση του διαλόγου, αλλά ένας τρόπος για να φέρνει ο φιλόσοφος στην επιφάνεια απόψεις του συνομιλητή του και να τις εκθέτει, κατ’ επέκταση στη δική του μέθοδο σκέψης.


·      «Μη νομίζεις […] να σας πως έναν μύθο»:

Ανάλυση:
Το δεύτερο επιχείρημα που επικαλείται ο Σωκράτης είναι από την ιδιωτική ζωή. Η ως τώρα στάση των πιο σοφών και των πιο ικανών πολιτικών ανδρών απέναντι στα παιδιά τους βεβαιώνει την αλήθεια του πρώτου επιχειρήματος του Σωκράτη: όπως οι Αθηναίοι δεν ζητούν ειδικούς  για τις πολιτικές τους υποθέσεις, έτσι και οι πολιτικοί δεν προσλαμβάνουν δασκάλους για τη διδασκαλία της πολιτικής αρετής στους γιους τους αλλά ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να τους τη διδάξουν. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Περικλής: έδωσε καλή μόρφωση στα παιδιά του αλλά δεν μπόρεσε να τους μεταδώσει την πολιτική αρετή ή τέχνη, στην οποία ο ίδιος είναι σοφός, ούτε άλλοι δάσκαλοι της αρετής μπόρεσαν να τους τη μεταδώσουν. Τι δείχνει αυτό; πως η πολιτική τέχνη δεν διδάσκεται.  Αυτό όμως δεν εμποδίζει τον μεγάλο φιλόσοφο να παρακολουθήσει την ανάπτυξη των επιχειρημάτων του Πρωταγόρα. Ο τελευταίος καταθέτει τις σκέψεις του με την αφήγηση ενός μύθου.

Σχόλιο:
     Ενώ στο πρώτο επιχείρημα ο Σωκράτης έφερε στο προσκήνιο τη γνώμη των πολλών2, τώρα καταφεύγει στη γνώμη των ειδικών. Βέβαια στη δεύτερη περίπτωση δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο Περικλής ή άλλοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες, τους οποίους ο Πλάτων αναφέρει στο Μένωνα αλλά και σε άλλα κείμενά του, είχαν εκφράσει ποτέ άμεσα την άποψη ότι η πολιτική αρετή δεν διδάσκεται. Απλώς εδώ ο Σωκράτης-Πλάτων κρίνει μια αντικειμενική πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα παιδιά των μεγάλων πολιτικών δεν έγιναν μεγάλοι πολιτικοί παρά τη γενική μόρφωση που είχαν ή μπορεί να είχαν. Κατ’ αυτό τον τρόπο θέτει έναν προβληματισμό, ο οποίος έμελλε να είναι διαχρονικός προβληματισμός: αν και δεν αμφισβητείται επιστημονικά πως το περιβάλλον ανάπτυξης του παιδιού παίζει σημαντικό ρόλο στη μόρφωση και γενικότερη διαμόρφωσή του, ωστόσο κάθε ατομικότητα είναι και μια μοναδικότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με ιδίαν φύση. Η διδασκαλία επομένως πρέπει να λαμβάνει υπόψη πρωτίστως αυτή τη φύση και να επενδύει πάνω της, γνωρίζοντάς την συνάμα. Έμμεσα αλλά με πολλή σαφήνεια αφήνει ο Σωκράτης να διαφαίνεται πως η αγωγή και η πνευματική καλλιέργεια, κυριολεκτικά η παιδεία του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι μια στείρα επιβολή πολυγνωσίας ή, όπως λέμε στην εποχή μας, τεχνογνωσίας ούτε μια λογισμική ή υπολογιστική συσσώρευση πληροφοριών, η οποία περισσότερο συνθηματολογεί παρά προβληματίζει και απελευθερώνει τη σκέψη. Απ’ αυτή την άποψη, με το παράδειγμα των γιων του Περικλή, ο Σωκράτης συνδέει την έρευνα για το διδακτό ή μη της πολιτικής αρετής  όχι με μια στενή λογική εκπαίδευσης, όπως κάνουν οι σοφιστές, η οποία συσκοτίζει την αυτοεπίγνωση του ανθρώπου και μάλιστα του νέου ανθρώπου, αλλά με μια διαδικασία γνώσης που γίνεται για τους συνομιλητές πηγή αυτοκατανόησης. Έτσι ο Σωκράτης δέχεται να ακούσει όλο το βάθος των συλλογισμών του Πρωταγόρα, ώστε αμφότεροι να κατανοήσουν αμοιβαία την πολυπλοκότητα του ζητήματος που τέθηκε και μέσα από τούτη την κατανόηση να αυτό-αξιολογήσει ο καθένας τους τη μέθοδο σκέψης και δράσης του. Ο Πλάτων παρουσιάζει στη συνέχεια τον Πρωταγόρα να  διερευνά το πρόβλημα που τους απασχολεί με την έκθεση ενός μύθου και μετά από το μύθο να θεμελιώνει τα συμπεράσματά του με συνεχή λόγο.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          

ΚΕΙΜΕΝΟ 2
 (320D –321B5)
 Η αρχή της δημιουργίας του κόσμου

«Ήταν κάποτε εποχή που υπήρχαν θεοί, αλλά δεν υπήρχαν θνητά γένη. Κι όταν έφτασε ο χρόνος που είχε οριστεί από τη μοίρα για τη γέννησή τους, οι θεοί τα έπλασαν μέσα στη γη, αναμιγνύοντας χώμα και φωτιά κι όσα ταιριάζουν με το χώμα και τη φωτιά. Κι όταν ήρθε καιρός να τα οδηγήσουν στο φως, διέταξαν τον Προμηθέα  και τον Επιμηθέα να τα εφοδιάσουν και να μοιράσουν στο καθένα τους ξεχωριστά τις ιδιότητες που πρέπει. Τότε ο Επιμηθέας ζήτησε από τον Προμηθέα να κάνει ο ίδιος τη διανομή. “Και μόλις την τελειώσω, είπε, “μπορείς να επιθεωρήσεις”. Έτσι τον έπεισε και έκανε τη διανομή. Μοιράζοντας, λοιπόν, σ’ άλλα έδινε δύναμη χωρίς ταχύτητα· τα ασθενέστερα όμως εφοδίαζε με ταχύτητα.  Σε άλλα έδινε όπλα, κι όσων τη φύση δεν όπλισε, επινοούσε άλλη ικανότητα για τη σωτηρία τους. Γιατί όσα τα έπλαθε μικροκαμωμένα, τα προίκιζε με φτερωτή  φυγή ή με υπόγεια κατοικία. Όσων όμως μεγάλωνε το μέγεθος, αυτό το ίδιο τα έσωζε. Έτσι εξισώνοντας τις διαφορές, μοίραζε και τις υπόλοιπες ιδιότητες. Όλα μάλιστα τα σχεδίαζε με προσοχή, φροντίζοντας να μην εξαφανιστεί κανένα γένος. Κι αφού κατάφερε να ξεφύγουν τη μεταξύ τους εξόντωση, σκεφτόταν την προστασία τους από τις  μεταβολές του καιρού που οφείλονται στο Δία. Έτσι τα έντυσε με πυκνό τρίχωμα και σκληρά δέρματα, ικανά να τα προφυλάσσουν από το κρύο και κατάλληλα για τη ζέστη. Κι έτσι που, πηγαίνοντας να κοιμηθούν, τα ίδια να αποτελούν στρώμα φυσικό και ιδιαίτερο για το καθένα. Και σε άλλα φόραγε οπλές, ενώ άλλα τα έντυνε με τρίχωμα και δέρματα σκληρά και δίχως αίμα. Ύστερα εξασφάλισε τροφή για κάθε είδος χωριστά· σε άλλα χορτάρι από τη γη, σε άλλα καρπούς από τα δέντρα και σε άλλα ρίζες. Μερικά πάλι έκανε να τρέφονται με τη βορά άλλων ζώων. Φρόντισε, λοιπόν, εκείνα να γεννούν λίγα μικρά, ενώ, όσα κατασπαράζονται απ’ αυτά, πολλά, εξασφαλίζοντας τη σωτηρία του γένους».

1. Η δημιουργία των έμβιων όντων
«΄Ηταν κάποτε […] τις ιδιότητες που πρέπει»

Ανάλυση:
            Σύμφωνα με το μύθο, πριν  να δημιουργηθούν τα θνητά είδη ή όντα, υπήρξαν σε κάποια στιγμή του χρόνου θεοί, αθάνατα δηλαδή είδη ή όντα, τα οποία χρησιμοποίησαν χώμα και φωτιά για να πλάσουν τα θνητά όντα. Ο Προμηθέας και ο Επιμηθέας επιφορτίζονται από τους θεούς να εξοπλίσουν αυτά τα όντα με τις δυνατότητες εκείνες που τα καθιστούν ικανά να επιβιώνουν στη ζωή και να υπάρχουν. Η δημιουργία αυτής της κατηγορίας των ζωικών όντων είναι το πρόπλασμα για να εμφανισθεί στην ιστορική σκηνή το ζωικό ον που ονομάζεται άνθρωπος. Η εν λόγω δημιουργία συνιστά μια ορισμένης υφής κοσμογονία, η οποία αφορά στη γένεση των ζώων και όχι ακόμα του ανθρώπου. Ο τελευταίος καταγωγικά ανήκει και αυτός στο ζωικό βασίλειο, αλλά ιστορικά εξελίσσεται σε «κοινωνικό και πολιτικό ζώο», όπως λέει ο Αριστοτέλης. 

Σχόλιο:
Θνητά και αθάνατα είδη ή όντα κινούνται όλα εν χρόνω. Οι θεοί όμως, ως αθάνατα όντα, αποτελούν την αρχή του χρόνου και όλα τα υπόλοιπα όντα που έρχονται στη ζωή κατά την πορεία του χρόνου παρουσιάζονται να είναι δικά τους γεννήματα. Γεννιούνται μάλιστα από χώμα και φωτιά. Τι σημαίνει αυτό; Πως τα ζωντανά όντα γίνονται από κοσμογονικά στοιχεία, εκ των οποίων τα πιο σπουδαία είναι αυτά τα δύο. Το ένα συμβολίζει τη μάνα γη, η οποία γονιμοποιεί και φέρει όλα τα έμβια όντα σε ευφορία, σε ανάπτυξη, το δεύτερο, η φωτιά, συμβολίζει την αεικινησία, την πηγαία ενέργεια που φέρνει τα πάντα στο φως, τους δίνει ζωή, τα κατασκευάζει ή τα μετασκευάζει. Σε αυτό το πλαίσιο τα ζωντανά όντα έχουν αρχή και τέλος, δεν είναι αιώνια· αιώνια είναι μόνο ό,τι γλωσσικά αποτυπώνεται ή αρθρώνεται σε νόημα. Εδώ αυτό το νόημα είναι η ιδέα της δημιουργίας, σύμφωνα με την οποία οι θεοί είναι αθάνατοι ή αιώνιοι ως ιδέα που προϋπάρχει σε σχέση με τα όντα που χρονικά είναι ύστερα. Έτσι ρυθμιστής του χρόνου γέννησης θνητών και αθάνατων όντων, ζωντανών οργανισμών και  θεών γίνεται η ειμαρμένη, που πάντοτε είναι το αδιόρατο ή το αδιάγνωστο ή απρόβλεπτο στοιχείο μέσα στη ζωή των όντων.

2. Το έργο του Επιμηθέα
«Τότε ο Επιμηθέας […] τη σωτηρία του γένους»

Ανάλυση:
Από τους δύο τιτάνες, ο Επιμηθέας αναλαμβάνει να μοιράσει σε όλα τα ζωικά είδη, προκειμένου να μπορέσουν να επιβιώσουν, ιδιότητες και εφόδια. Η όλη μοιρασιά ήταν εξισορροπημένη στο κάθε ον και αντιστάθμιζε την υπεροχή και τη δύναμη του ενός με τη διαμόρφωση αμυντικών μηχανισμών στο άλλο. Η προσοχή, η φροντίδα, η έγνοια, κυριολεκτικά η  ευλάβεια του Επιμηθέα  ήταν να μην εξαφανισθεί κανένα είδος, γι’ αυτό και με τα εφόδια που τους προσέφερε τα προστάτευε από τους εχθρούς, τα προφύλασσε από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και τους εξασφάλιζε τροφή.

Σχόλιο:
Αυτό που μπορούσε να κάνει ο Επιμηθέας για την επιβίωση του ζωικού βασιλείου ήταν να επινοήσει τρόπους, δυνατότητες και μια ισόρροπη διανομή. Η επινόηση ήταν μια πράξη του νου που επέτρεπε στον Επιμηθέα να προβαίνει στην ενέργεια της διανομής, της εξισορρόπησης των αντιθέσεων ή των ανισοτήτων ανάμεσα στα διάφορα ζωικά είδη και σε άλλες παρόμοιες ενέργειες. Επειδή όμως η επινόηση χωρίς κατανόηση εξελίσσεται σε μια μονομερή ενέργεια του νου, ο Επιμηθέας, που δεν γνώριζε την κατανόηση παρά συμβόλιζε απλώς την επινόηση, φρόντισε για την επιβίωση των ζωικών ειδών χωρίς να προνοήσει, όπως θα δούμε παρακάτω, και τον εφοδιασμό του ανθρώπου με χρήσιμες ιδιότητες. Ό,τι δεν μπόρεσε να στοχαστεί ο Επιμηθέας, θα το πράξει ο Προμηθέας.



KEIMENO 3
 (321Β 6–322A )
 Η κλοπή της φωτιάς

«Και επειδή ο Επιμηθέας δεν ήταν αρκετά σοφός, δίχως να το καταλάβει ξόδεψε όλες τις ιδιότητες στα άλογα ζώα και έτσι το γένος των ανθρώπων του έμεινε χωρίς εφόδια, με συνέπεια να μην ξέρει τι να το κάνει. Ενώ λοιπόν βρισκόταν σε αμηχανία, έρχεται ο Προμηθέας να επιθεωρήσει τη διανομή. Και βλέπει τα άλλα ζώα να έχουν τα πάντα κανονικά, τον δε άνθρωπο να είναι γυμνός και ανυπόδητος, χωρίς στρώμα και όπλα. Πλησίαζε όμως η ορισμένη από τη μοίρα μέρα, που έπρεπε και ο άνθρωπος να βγει από τη γη στο φως. Καθώς λοιπόν ο Προμηθέας δεν ήξερε τι να κάνει και τι να βρει για να σώσει τον άνθρωπο, κλέβει τις τεχνικές γνώσεις του Ήφαιστου και της Αθηνάς μαζί με τη φωτιά –γιατί ήταν αδύνατο χωρίς τη φωτιά να αποκτήσει κανείς ή να χρησιμοποιήσει αυτές τις γνώσεις– και τις δωρίζει στον άνθρωπο. Μ’ αυτό τον τρόπο, ο άνθρωπος απέκτησε τις τεχνικές δεξιότητες για τη ζωή. Την πολιτική ικανότητα όμως δεν την είχε. Αυτή την κατείχε ο Δίας. Ο Προμηθέας δεν μπορούσε πια να μπει στην ακρόπολη, την κατοικία του Δία –γιατί και οι φρουροί του ήταν φοβεροί. Μπαίνει όμως κρυφά στο κοινό εργαστήρι της Αθηνάς και του Ηφαίστου, όπου ασκούσαν με μεράκι την τέχνη τους, και, αφού έκλεψε την τέχνη της φωτιάς από τον Ήφαιστο και την άλλη της Αθηνάς, τη δίνει στον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος εξασφάλισε όλα τα μέσα για τη ζωή του. Ο Προμηθέας όμως, εξαιτίας του Επιμηθέα, κατηγορήθηκε αργότερα, όπως λένε, για κλοπή». 

1. Η αμηχανία του Επιμηθέα
«Και επειδή ο επιμηθέας […] δεν ήξερε τι να κάνει»

Ανάλυση:
Ο Επιμηθέας σπατάλησε, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, όλες τις δυνατότητες και ωφέλιμες ιδιότητες στα άλογα όντα· ταυτόχρονα άφησε τον άνθρωπο γυμνό και ανυπεράσπιστο. Όλη του η σοφία εξαντλήθηκε σε μια υποδειγματική διανομή των εφοδίων σε όλα τα άλλα ζώα εκτός από τον άνθρωπο. Έτσι αυτή αποδείχτηκε στην πράξη ότι ήταν λιγότερο σοφία και περισσότερο απερισκεψία, η οποία τελικά οδήγησε τον Επιμηθέα σε αμηχανία σχετικά με το τι θα έπρεπε να πράξει περαιτέρω για τον άνθρωπο, που τον άφησε να είναι πάνω στον κόσμο ένα ατελές και αδύναμο ον.


Σχόλιο:
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με το μύθο, παρουσιάζεται ως ένα από τα πεπερασμένα ή θνητά όντα, ανάμεσα στα πολλά ζωικά είδη. Ως πεπερασμένο ον ρίχνεται στον κόσμο ανίσχυρο και αδύναμο να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στους παντοειδείς κινδύνους που το περιβάλλουν. Η βιολογική του θωράκιση και γενικότερα η υλική του υπόσταση προδίδουν ένα ατελές ον, που έχει εγκαταλειφθεί στο έλεος ανελέητων φυσικών και ζωικών δυνάμεων. Σε αντίθεση όμως με τα άλλα ζωικά είδη, ο άνθρωπος στηρίζει την επιβίωσή του όχι σε κάποιο δυναμικό συντονισμό ενστίκτων αλλά στη νοημοσύνη του. Εάν τα άλλα ζώα είναι άλογα, αυτός είναι έλλογο: μπορεί να σκέπτεται, να ομιλεί και να συνομιλεί. Γι’ αυτό, και η δύναμή του ανάγεται στη δύναμη του νου του.  Απ’ αυτή την άποψη, όσο πιο άμυαλη ήταν η μοιρασιά των εφοδίων από τον Επιμηθέα, τόσο πιο ανεξέλεγκτη έγινε η μοίρα της θνητής του ύπαρξης. Τι σημαίνει αυτό; Πως η απουσία φρόνησης και συγκεκριμένης σκέψης αποδυναμώνει την ουσία του ανθρώπου πάνω στη γη και την καθιστά μοιραία. Γι’ αυτό και η μικρόνοια του Επιμηθέα έχει ανάγκη από την οξύνοια του Προμηθέα.
2.  Η πρόνοια του Προμηθέα για τον άνθρωπο
   «Ενώ λοιπόν βρισκόταν […] δωρίζει στον άνθρωπο»

Ανάλυση:
Ενόσω ο Επιμηθέας βρισκόταν σε αδιέξοδο,  αναλαμβάνει ο Προμηθέας να επιθεωρήσει το έργο της διανομής του αδελφού του. Τότε διαπιστώνει πως το ανθρώπινο γένος είναι καταδικασμένο σε μια γυμνή ύπαρξη με σωματική κατωτερότητα και χωρίς την παραμικρή δυνατότητα αυτό-υπεράσπισής της. Αμέσως κατάλαβε πως δεν είναι αυτός ο τελικός προορισμός του ανθρώπου. Το γεγονός ότι κατάλαβε τον προορισμό του ανθρώπου, τον διαφοροποιεί από τον Επιμηθέα και τον καθιστά οδηγητή του ανθρώπου. Η πορεία του τελευταίου μέσα στο ζωικό βασίλειο είναι μια ανοδική πορεία «από τη γη στο φως του ήλιου» [=από τις εξαρτήσεις της βιολογικής ζωής στην αυτονομία του νοήμονος όντος].  Πώς θα πραγματοποιηθεί αυτή η πορεία; Με τη συμβολή του Προμηθέα: θα κλέψει από τον Ήφαιστο την έντεχνη  σοφία μαζί με τη φωτιά και θα τη δωρίσει στους ανθρώπους.

Σχόλιο:
Ο Προμηθέας επιχειρεί να διορθώσει τα λάθη του Επιμηθέα και να περιορίσει τις αρνητικές συνέπειες, που αυτά τα λάθη επέφεραν στη φυσική συνθήκη του ανθρώπου. Προβαίνει λοιπόν σε μια μεγάλη παράβαση: Κλέβει από το εργαστήρι του Ήφαιστου και της Αθηνάς την έντεχνη σοφία και τη φωτιά για να την δώσει στους ανθρώπους. Η παράβαση αυτή δεν είναι ηθικής υφής, άρα δεν κρίνεται ως κάτι που δεν έπρεπε να συμβεί· απεναντίας είναι μια ευρηματική πράξη του Προμηθέα, η οποία εμφορείται από την ιδέα της ισόρροπης διατήρησης του φυσικού κόσμου και γι’ αυτό υπόσχεται στον άνθρωπο αναπλήρωση της φυσικής του αδυναμίας. Η εκπλήρωση της υπόσχεσης, η οποία είναι ταυτόχρονα και αναπτέρωση της ανθρώπινης ελπίδας, καθιστά την παράβαση μια κατ’ αναγκαιότητα παράβαση και συντελεί, ώστε τα δώρα να έχουν άμεσο και πρακτικό αντίκρισμα: α) υπό την έντεχνη σοφία κατανοείται η τεχνογνωσία, η οποία ενθαρρύνει τον άνθρωπο να αναπτύξει πρωτίστως τις τεχνικές του δεξιότητες, συγχρόνως, δε, να συλλάβει και να οργανώσει τη διαδικασία της εργασίας του ως διαδικασία κατασκευής, π.χ. κατασκευές σπιτιών, όπλων, πλοίων κ.α.,  επινόησης, π.χ. επινόηση της γραφής, της αρίθμησης κ.λπ., καλλιέργειας και αγωγής, π.χ. καλλιέργεια της γης, των γραμμάτων και των τεχνών, ιδίως των καλών τεχνών, αγωγή προς δημιουργία έργων μέσα από την αξιοποίηση εργαλείων ή τεχνικών γνώσεων· αγωγή, κατ’ επέκταση, της εσωτερικής φύσης του ανθρώπου ώστε να ελέγχει τα πάθη του ή να οργανώνει την άμυνά του -όπως ας πούμε ο Οδυσσέας οργάνωσε την άμυνά του απέναντι στις Σειρήνες-, θεραπευτική αγωγή ή ακόμη αγωγή προς πολιτισμό κ.λπ.· γενικώς η έντεχνη σοφία επιτρέπει στον άνθρωπο να μετασχηματίζει τους διάφορους σχεδιασμούς του νου του σε πρακτικό πρόγραμμα ζωής: οι συλλήψεις των ιδεών ή της καλλιτεχνικής φαντασίας υλοποιούνται, όταν προϋποτίθεται η τεχνική γνώση ή τα τεχνικά μέσα. β) Αυτός ο μετασχηματισμός υποδηλώνεται από το δεύτερο δώρο του Προμηθέα, τη φωτιά, η οποία είναι το πέρασμα από την ελπίδα στην εφαρμογή: στην κυριολεκτική της σημασία υποδηλώνει την εφαρμοσμένη, την κατασκευαστική έκφραση της ανθρώπινης δραστηριότητας, μεταφορικά, δε, τη δημιουργικότητα, τη ζωτικότητα, τη φαντασία: γενικώς η φωτιά αντικρίζεται ως πηγή ενέργειας, προκειμένου να φτάσει  ο άνθρωπος σε υψηλά τεχνικά επιτεύγματα και να αντισταθμίσει την υπεροχή των άλλων έμβιων όντων απέναντί του. Έτσι θα μπορέσει να επιβιώσει και να προχωρήσει περαιτέρω στη δημιουργία πολιτισμού, στην καλλιέργεια της γλώσσας και της ομιλίας, στην ανάπτυξη της θρησκείας και των καλών τεχνών.

3. Ο άνθρωπος στερείται ακόμα την πολιτική τέχνη
«Μ’ αυτό τον τρόπο […] οι φρουροί του ήταν φοβεροί»

Ανάλυση:
Ο άνθρωπος κατέχει τώρα την τεχνογνωσία και τη φωτιά. Δεν κατέχει όμως την πολιτική τέχνη, γιατί αυτή βρίσκεται ακόμα στα χέρια του Δία. Ο τιτάνας δεν μπόρεσε να εισχωρήσει στην κατοικία του Δία, που ήταν καλά οχυρωμένη και φυλασσόταν από φοβερούς φρουρούς. Το πνεύμα ωστόσο της προμηθεϊκής εξέγερσης ενάντια στην εξουσία του Δία τόλμησε να σκεφτεί την απελευθέρωση του ανθρώπινου γένους από τις τυφλές δυνάμεις μιας φανταστικής κυριαρχίας, η οποία πλανιέται πάνω από τον άνθρωπο και τον τρομάζει. Έδειξε περαιτέρω το δρόμο της μη-συμφιλίωσης με την αθλιότητα της ανθρώπινης κατάστασης και οραματίστηκε τον βαθύ εκπολιτισμό της, μέσα από την καλλιέργεια πρωτίστως της πολιτικής αρετής και τέχνης.

Σχόλιο:
Τα δώρα που απέκτησε ο άνθρωπος χάρη στον Προμηθέα συνέβαλαν στην εξέλιξη της φυσικής του  κατάστασης, ήτοι στη διασφάλιση της επιβίωσής του, όχι όμως και στην οργάνωση της κοινωνικοπολιτικής του συμβίωσης. Έλειπε ακόμα η πολιτική τέχνη: Ήταν αδύνατο να κλαπεί αυτή από το οχυρό του Δία, γιατί δυο φοβεροί φρουροί, η Βία και το Κράτος, είχαν αποκλείσει κάθε πρόσβαση, σκορπίζοντας παντού το φόβο και τον τρόμο. Ο πατέρας των θεών τη διατηρούσε και τη συντηρούσε εγωιστικά για τον εαυτό του, γιατί ήταν απαραίτητη για τη λειτουργία της κοινότητας των θεών. Πόσο δύσκολο είναι όμως η επίτευξη της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης της ζωής από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο, όταν απουσιάζει η πολιτική αρετή ή τέχνη;
Κάθε κοινωνική και κρατική οργάνωση που δεν στηρίζεται στην πολιτική αρετή, καθιστά την ύπαρξη του ανθρώπου ξένη προς την ίδια του την ουσία. Αν δεν βασιλεύει η ορθολογική συνείδηση που μπορεί με τον ορθό λόγο να γνωρίσει, πραγματικά να εσωτερικεύσει αυτή την αρετή, η ανθρώπινη ουσία είναι ερημωμένη. Η μεγαλύτερη σημασία στην αρχέγονη ιστορία του ανθρώπου έγκειται στο δημιουργικό του χαρακτήρα: είναι μεν ατελές πνεύμα και γνωρίζει μονομερώς τον κόσμο, αλλά ακριβώς γι’ αυτό καλείται να αφομοιώσει όλο τον πνευματικό πλούτο που ιδιάζει στην ιστορικοκοινωνική του φύση και να διεκδικήσει μια ανθρωποκεντρική οργάνωση της κοινωνίας. Μια τέτοια διεκδίκηση και συνείδηση αυτής της διεκδίκησης δεν επιβάλλεται έξωθεν αλλά κατακτάται μέσα από «τον Γολγοθά του πνεύματος»3, από την εξέλιξη του πολιτισμού και τη διαμόρφωση προμηθεϊκής συνείδησης, που δεν ορρωδεί μπροστά στη βία αλλά ορθώνει τον δικό της νόμο.

4. Η αξία του προμηθεϊκού πνεύματος
              «Μπαίνει όμως κρυφά […] για κλοπή»

Ανάλυση:
Εάν τελικά ο Προμηθέας δεν κατόρθωσε να εισδύσει στην καθέδρα του Δία, ωστόσο  πέτυχε να πατήσει το πόδι του στο κοινό εργαστήρι του Ήφαιστου και της Αθηνάς, χωρίς να γίνει αντιληπτός, και να κλέψει από τους δύο θεούς την τέχνη μαζί με τη φωτιά. Έτσι ανακούφισε το ανθρώπινο γένος, αφού του εξασφάλισε πλούσια υλικά μέσα ώστε να αναπληρώσει τις ελλείψεις του έναντι των άλλων ζωικών ειδών, να επιβιώσει και περαιτέρω να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσής του. Η επίλυση ζωτικών αιτημάτων της υλικής του συνθήκης του επιτρέπει στη συνέχεια να σκεφτεί πάνω στα υλικά του επιτεύγματα, να κυριαρχήσει στη φύση και να δημιουργήσει πολιτισμό. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν φέρνει μέσα του μόνο την προνοητικότητα του Προμηθέα, αλλά και την απρονοησία του Επιμηθέα, η κυριαρχία του πάνω στη φύση, ιδωμένη με ένα σύγχρονο βλέμμα, τείνει να εξελιχθεί σε καταστροφή της φύσης και αυτού του ίδιου· και τούτο με την απώλεια του ελέγχου πάνω στα τεχνολογικά του επιτεύγματα. Πρόκειται για μια ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η οποία ιδωμένη στη διαχρονική της πορεία δείχνει να μην μπορεί να εκλογικεύσει την ανάπτυξη του τεχνικού πολιτισμού.

Σχόλιο:
Τελικά η προσφορά του τιτάνα συνέβαλε κατά κύριο λόγο στην ανάπτυξη των τεχνικών γνώσεων και των τεχνικών εφαρμογών. Αυτό ήταν μια πρώτη, βασική προϋπόθεση για να αισθάνεται ο άνθρωπος ασφαλής, ώστε βαθμιαία να επεκτείνει τις δραστηριότητές του  και σε άλλα πεδία πολιτισμού και γνώσης, με αποκορύφωμα τη συγκρότηση ανώτερων πολιτισμικά κοινοτήτων διαβίωσης και συμβίωσης. Κάθε σημαντικό επίτευγμα όμως προκύπτει μετά από πολύ κόπο και ανυπολόγιστες θυσίες. Για να έχει συνεπώς διάρκεια και αξία χρειάζεται να επιδιώκεται με αυταπάρνηση και όχι με ωφελιμιστικούς υπολογισμούς. Κάτι τέτοιο μας αφήνει να συμπεράνουμε η στάση του Προμηθέα, όπως την παρουσιάζει εδώ ο μύθος του Πρωταγόρα: ο θεός που συμπόνεσε τους ανθρώπους και έκλεψε τη φωτιά, για να διορθώσει το λάθος του Επιμηθέα, αυτό το «απόλυτο πνεύμα» (Hegel) που εργάστηκε για την κατάργηση της απρονοησίας, τιμωρήθηκε για την κλοπή αυτή με τη μορφή της δίκης: κατηγορήθηκε, διώχθηκε και καταδικάστηκε από τον Δία με το γνωστό τρόπο που μας παραδίδει ο Αισχύλος στο έργο του Προμηθέας Δεσμώτης.

ΚEIMENO 4
(322A 3–323A )
Η αιδώς και η δικαιοσύνη ως προϋπόθεση της πολιτικής αρετής

«Επειδή τώρα ο άνθρωπος πήρε κάτι από τους θεούς, πρώτα εξαιτίας της συγγένειάς του μαζί τους, μόνος αυτός από όλα τα ζώα πίστεψε σε θεούς και προσπαθούσε να κατασκευάσει βωμούς και αγάλματα θεών. Έπειτα, γρήγορα, άρθρωσε με επιδεξιότητα φωνή και λέξεις και επινόησε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και σκεπάσματα και τροφές από τη γη. Με αυτά τα εφόδια οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι και πόλεις δεν υπήρχαν. Αφανίζονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί από κάθε άποψη ήταν ασθενέστεροι από αυτά. Για την εξασφάλιση της τροφής τους, οι τεχνικές τους ικανότητες παρείχαν αρκετή βοήθεια· ήταν όμως ανεπαρκείς στον πόλεμο με τα θηρία. Γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι η πολεμική. Επεδίωκαν λοιπόν να συγκεντρωθούν και να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις. Όταν όμως συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή δεν κατείχαν την πολιτική τέχνη· σκόρπιζαν έτσι πάλι και αφανίζονταν. Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε μήπως το γένος μας εξαφανιστεί ολοσχερώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη, για να εγκαθιδρύσουν την ευταξία στις πόλεις και δεσμούς που στερεώνουν τη φιλία. Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής τον Δία με ποιο τρόπο να δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδώ στους ανθρώπους: τι από τα δύο, να τις μοιράσω όπως έχουν μοιραστεί και οι τέχνες; Ως γνωστό, οι τέχνες έχουν μοιραστεί με τον εξής τρόπο: ένας που κατέχει την ιατρική τέχνη είναι αρκετός για πολλούς συμπολίτες του, το ίδιο και οι άλλοι δημιουργοί. Τη δικαιοσύνη λοιπόν και την αιδώ έτσι να τις τοποθετήσω ανάμεσα στους ανθρώπους ή να τις μοιράσω σε όλους; Σε όλους, είπε ο Δίας, και να έχουν όλοι μερίδιο. Γιατί δεν θα υπήρχαν πόλεις, αν συμμετείχαν λίγοι σ’ αυτές, όπως στις άλλες τέχνες. Και βέβαια να θέσεις εκ μέρους μου τον εξής νόμο: εκείνον που δεν μπορεί να συμμετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη, να τον σκοτώνουν ως αρρώστια της πόλεως.
Επομένως, Σωκράτη, αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο και οι άλλοι Έλληνες και οι Αθηναίοι, όταν πρόκειται για την ξυλουργική τέχνη ή για κάποια άλλη τεχνική ικανότητα, πιστεύουν ότι λίγοι έχουν το δικαίωμα να λένε την άποψή τους. Κι αν κάποιος, που δεν ανήκει στους λίγους, επιχειρεί να εκφέρει γνώμη, δεν το ανέχονται, όπως υποστηρίζεις· δικαιολογημένα μάλιστα, όπως ισχυρίζομαι κι εγώ. Όταν όμως έρχονται να ζητήσουν γνώμη σε θέματα που αφορούν την πολιτική ικανότητα, γνώμη που ολόκληρη πρέπει να περνά μέσα από τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, τότε σωστά δέχονται να ακούν τον καθένα, γιατί σε όλους ταιριάζει να συμμετέχουν στην ικανότητα αυτή· διαφορετικά δεν θα υπήρχαν πόλεις. Αυτή είναι, Σωκράτη, η αιτία του πράγματος».

1. Η συγγένεια του ανθρώπου με το θείο και η πίστη του στους θεούς
«Επειδή τώρα ο ανθρωπος […] αγάλματα θεων:

Ανάλυση:
Τα δώρα, που χάρισε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, δεν έλυσαν το πρόβλημα της οργάνωσης τους σε κοινότητες ή κοινωνίες ούτε τους εξομοίωσαν με τους θεούς. Τους κατέστησαν όμως ικανούς να συμμετέχουν στο θεϊκό κλήρο και να αποκτούν ιδιότητες ή στοιχεία που έχουν θεία φύση και ανήκουν στους θεούς. Εδώ παρατηρούμε πως οι άνθρωποι, όσο αντισταθμίζουν, με τη βοήθεια των θεϊκών δώρων, τον εξοπλισμό τους απέναντι στα άλλα ζωικά είδη ή τις φυσικές δυνάμεις, δεν αυτονομούνται από τους θεούς αλλά τους προσεγγίζουν περισσότερο. Πώς τους προσεγγίζουν; Ιδρύοντας βωμούς για να τελούν τις λατρευτικές τους εκδηλώσεις και κατασκευάζοντας αγάλματα για να έχουν άμεση  παράσταση των θεών. Η δημιουργία βωμών και η κατασκευή αγαλμάτων καθίσταται δυνατή χάρη στην προΰπαρξη των θείων δώρων. Ιδού πως παρουσιάζεται και σε αυτό το σημείο του μύθου μια αμοιβαία προσέλκυση θείου και ανθρώπινου στοιχείου ή αθάνατου-άπειρου και θνητού-πεπερασμένου.

Σχόλιο:
            Η παρέμβαση του θεού ευεργέτη δείχνει ότι ο άνθρωπος ανήκει στα θαυμαστά δημιουργήματα, για τα οποία έχουν αξία τέτοιας φύσης ευεργεσίες. Και τούτο, γιατί οι άνθρωποι, αν και  θνητά όντα με περιορισμένη, ως ένα σημείο,  δράση, εν τούτοις δείχνουν ικανά να αξιοποιούν τη θεϊκή προσφορά, για να αντιμετωπίζουν τις αρνητικές συνέπειες της θνητής τους φύσης, δηλαδή τις αδυναμίες της φυσικής τους κατάστασης, και  να υλοποιούν την παράσταση του θείου σύμφωνα με την ιδέα ή την αντίληψη που έχουν για τους θεούς. Έτσι εξηγείται γιατί οι άνθρωποι, όσο σκέπτονται το θείο, τόσο εμπνέονται στις κατασκευαστικές τους εφαρμογές ή στις καλλιτεχνικές τους επιδόσεις από υψηλές ιδέες.
Πώς κατανοείται όμως το φαινόμενο, ο άνθρωπος να δέχεται μεν τα δώρα από τον Προμηθέα, αλλά να μην ακολουθεί τις ιδέες του, οι οποίες είναι ιδέες αμφισβήτησης του θείου, παρά να προσηλώνεται πιο πολύ στους θεούς; Η προσήλωση στους θεούς με τη μορφή της πίστης υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος, χάρη στην προμηθεϊκή του δράση, αναδεικνύει την έλλογη ιδιότητά του· και την αναδεικνύει, να υπόκειται σε διαρκή εξέλιξη: από την απλή, ενστικτώδη αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων στην αιτιώδη εξήγηση ή ερμηνεία τους, δηλαδή στη βαθύτερη αναζήτηση γενεσιουργών παραγόντων της συμπαντικής δημιουργίας. Πιο ειδικά, η βαθμιαία ανάπτυξη της τεχνογνωσίας και η αξιοποίησή της στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής του μεταδίδει ένα είδος εμπειρικής τουλάχιστο γνώσης σχετικά με τις φυσικές του αδυναμίες από τη μια και τις τεχνικές του δυνατότητες από την άλλη· του παρέχεται εξελικτικά η δυνατότητα να σκέπτεται πιο βαθιά  την έννοια της δημιουργίας και να της αναγνωρίζει μια θεία [=υπερφυσική] προέλευση, την οποία δεν αισθάνεται ως ξένη αλλά ως κάτι που του ανήκει και τον κάνει  να συνειδητοποιεί τη θνητότητα της φυσικής του κατάστασης. Ιστορικά ιδωμένη λοιπόν η πίστη στους θεούς συνιστά εκδήλωση πνευματικής ωριμότητας του ανθρώπου· και  ακόμα πιο συγκεκριμένα μαρτυρά την τάση της ανθρώπινης σκέψης να επικοινωνεί με την τάξη των θεών.




2. Κατακτήσεις του πολιτισμού: γλώσσα και υλικοτεχνικά εφόδια
«Έπειτα, γρήγορα […] τροφές από τη γη»:

Ανάλυση :
Ο Πρωταγόρας συνεχίζει να απαριθμεί τα επιτεύγματα, στα οποία έφτασε ο άνθρωπος με τη βοήθεια των δώρων του Προμηθέα. Την εγκαθίδρυση της θρησκευτικής πίστης και λατρείας τη διαδέχεται η συγκρότηση έναρθρου λόγου και νοηματικών λέξεων. Ο άνθρωπος λοιπόν παρουσιάζεται να καλλιεργεί πολύ γρήγορα την ικανότητά του να εκφράζει τις σκέψεις του σε λέξεις και φράσεις με περιεκτικό νόημα και λογικό ειρμό. Πρόκειται για τη δημιουργία της γλώσσας, η οποία είναι μια καθαρά πνευματική κατάκτηση. Παράλληλα η έντεχνη σοφία έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ικανοποιήσει μια σειρά από πρωταρχικές του υλικές ανάγκες: παρασκευή τροφής από προϊόντα της γης, κατασκευή κατοικιών, υποδημάτων, ενδυμάτων, σκεπασμάτων.

Σχόλιο:
Η εξέλιξη, όπως την περιγράφει ο μύθος του Πρωταγόρα, αφορά τόσο τον πνευματικό όσο και τον υλικοτεχνικό πολιτισμό. Στον πνευματικό πολιτισμό ανήκει η γλώσσα, όπως και η θρησκεία, η οποία είδαμε προηγουμένως να  δημιουργείται κατά την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης. Στον υλικοτεχνικό πολιτισμό ανήκουν οι ποικίλες επινοήσεις και κατασκευές κατοικιών, ενδυμάτων κ.λπ. που προορίζονταν να καλύπτουν βιοτικές ανάγκες ή να προστατεύουν από τις καιρικές συνθήκες. Η γλώσσα δεν κατανοείται από τον Πρωταγόρα απλώς ως ένα μέσο επικοινωνίας αλλά κυρίως ως η ομιλητική ικανότητα του ανθρώπου, η οποία εξελίσσεται μαζί με τη σκέψη. Γλώσσα και σκέψη συνυφαίνονται και αναπτύσσονται μέσα από μια ενιαία διεργασία αξιοποίησης της πρακτικής και κοινωνικής εμπειρίας που προσφέρει η έντεχνη σοφία. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η γλώσσα αποτελεί τον κυριότερο κώδικα επικοινωνίας και τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα της πολιτισμικής προόδου του ανθρώπου στη μια ή στην άλλη ιστορική φάση. Κωδικοποιεί τη σκέψη σε λέξεις και έννοιες, οι οποίες δομούνται σε λογικές προτάσεις και εκφράζουν συναισθήματα, διαλογισμούς, συλλογισμούς, επιθυμίες: συνοπτικά η γλώσσα, ανάλογα με το βαθμό ανάπτυξής της είναι η συνείδηση του πολιτισμού και της ανθρώπινης συνεννόησης.



3. Η αναγκαιότητα της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης
«Με αυτά τα εφόδια […]  και αφανίζονταν»:

Ανάλυση:
Η προμηθεϊκή προσφορά εξακολουθεί να αποτιμάται από τον Πρωταγόρα σε σύγκριση πάντοτε με τα έως τώρα απαριθμημένα επιτεύγματα. Ό,τι έχει επιτευχθεί, δεν είναι ευκαταφρόνητο αλλά συνάμα δεν είναι και το άπαν. Οι άνθρωποι σιγά-σιγά έλυναν τα βασικά τους προβλήματα, πάντοτε όμως βρίσκονταν μπροστά στην ανάγκη να αντιμετωπίζουν νέα προβλήματα που γεννούσε η ζωή. Η θρησκεία, η γλώσσα, τα κατασκευαστικά επιτεύγματα αποτελούσαν μια καλή βάση για να συνενώνονται, να συνεργάζονται και να συνευρίσκονται οι άνθρωποι σε μικρές κοινότητες ή ομάδες επιβίωσης. Παρ’ όλα αυτά ζούσαν διασκορπισμένοι και χωρίς κάποιες πιο σταθερές κοινωνικοπολιτικές δομές. Το ότι επιβίωναν δεν αρκούσε για να αντιμετωπίσουν τις θανάσιμες απειλές από τα άγρια θηρία, τα οποία υπερτερούσαν σε σωματικές ικανότητες. Η απουσία σωστής πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή της πολιτικής τέχνης, συνεπαγόταν και απουσία της πολεμικής τέχνης, με την οποία οι άνθρωποι θα μπορούσαν να προστατευθούν αποτελεσματικά από τις επιθέσεις των ζώων. Συνεχίζοντας την αφήγηση του μύθου, ο Πρωταγόρας παρατηρεί πως οι άνθρωποι αναγκάστηκαν κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες να συναθροίζονται και να κτίζουν πόλεις. Αλλά η συμβίωση σε αυτούς τους πρώτους κοινωνικούς σχηματισμούς δεν ήταν πάντοτε αρμονική, γιατί κυριαρχούσε η αδικία και ανάγκαζε το πλήθος των ανθρώπων να διασκορπίζεται πάλι εδώ και εκεί και να εξοντώνεται από τα υπέρτερα σε σωματική δύναμη ζώα. Αυτό που χρειάζονταν οι άνθρωποι για να εξασφαλίσουν εύρυθμη κοινωνική και πολιτική ζωή δεν το βρήκαν ακόμα.

Σχόλιο:
Οι τεχνικές γνώσεις από μόνες τους δεν λύτρωναν τους ανθρώπους από τα δεινά  που τους περιέβαλλαν. Γίνονται πιο χρήσιμες, όταν ευδοκιμεί μια δίκαιη και δημιουργική κοινωνικοπολιτική οργάνωση. Αυτό είναι το ζητούμενο εδώ για τον Πρωταγόρα. Δεν αρκεί να υπάρχουν απλώς συγκροτημένες πόλεις, οικισμοί και συνοικισμοί, αλλά δίκαιες πόλεις. Τούτο αναδεικνύει την πολιτική τέχνη σε πρώτη και κύρια προϋπόθεση για να υπάρξει συνεννόηση και συνεύρεση των ανθρώπων στο πλαίσιο μιας κοινωνίας. Η πολιτική δεν νοείται λοιπόν ως μια επί μέρους πολιτική πρακτική ή δραστηριότητα αλλά ως η οργάνωση της κοινωνίας και της διοίκησης που γίνεται με συνείδηση και δικαιοσύνη. Στο βαθμό που η οργάνωση του ανθρώπινου γένους σε πόλεις έγινε χωρίς καλλιεργημένη συνείδηση και χωρίς δικαιοσύνη, ο ένας επιχειρούσε να εξοντώσει τον άλλο και όλοι μαζί εξοντώνονταν από τα θηρία. Όπως θα φανεί πιο καθαρά στην Πολιτεία, ο Πλάτων ανάγει τη λύση τουπολιτικού προβλήματος με βάση τη δικαιοσύνη στο πιο σημαντικό θέμα που πρέπει να απασχολεί τη σκέψη και να κατευθύνει τη δράση των ανθρώπων. Τη δικαιοσύνη, δε, δεν την κατανοεί ως μια δέσμη κανόνων ή αρχών που εισάγονται έξωθεν στην κοινωνία, αλλά ως μια ανάπτυξη της αίσθησης αλλά και του αισθήματος του δικαίου και ως μια φιλοσοφική παιδαγωγία των ανθρώπων. Πρόκειται συνολικά για εκείνο τον φιλοσοφικό πολιτισμό που τους επιτρέπει να σκέπτονται ορθά, να ευαισθητοποιούνται απέναντι στο γενικό καλό, να μην αφήνουν τα πάθη και την ιδιοτέλεια να τους διχάζουν, να επιδιώκουν από εσωτερική παρόρμηση το δίκαιο και όχι επειδή τους εξαναγκάζει κάποιος απ’ έξω. Με μια λέξη ο φιλοσοφικός πολιτισμός είναι η αναγκαία προϋπόθεση για κάθε είδους πολιτικό πολιτισμό.

4. Ο Δίας παρεμβαίνει για να σώσει τους ανθρώπους
«Ο Δίας, λοιπόν, […] στερεώνουν την φιλία»:

Ανάλυση:
Ο Δίας έβλεπε  ότι το ανθρώπινο γένος οδηγούνταν σε ολοκληρωτικό αφανισμό: οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους και συνεχώς αδικούσαν ο ένας τον άλλο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστήσουν αδύνατη την κοινωνική συμβίωση και να κατασπαράσσονται ανηλεώς από τα άγρια ζώα. Έδειξε τότε να ανησυχεί έντονα για τη φθίνουσα πορεία αυτού του γένους και αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά. Στέλνει τον Ερμή να εφοδιάσει τους ανθρώπους με την αιδώ  και την δίκην, που είναι βασικά στοιχεία της πολιτικής τέχνης και συντελούν ώστε να εξασφαλίζεται η τάξη στις πόλεις και η συνοχή στην κοινωνία. Ο Δίας παρουσιάζεται σε τούτο το σημείο του μύθου –το οποίο αποτελεί μάλλον και το αποκορύφωμα της όλης διήγησης– να δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πολιτισμένη συμβίωση των ανθρώπων στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας.

Σχόλιο: 
Ποια σημασία έχει η παρέμβαση του Δία, ειδικά όταν ξέρουμε πως ο Πρωταγόρας που διηγείται το μύθο ήταν ο κατ’ εξοχήν αγνωστικιστής φιλόσοφος του σοφιστικού κινήματος, δηλαδή του ελληνικού διαφωτισμού, και ως εκ τούτου αμφισβητούσε τη δυνατότητα της γνώσης σχετικά με την ύπαρξη των θεών; Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως τα λεγόμενα εδώ για την εμπλοκή του Δία στα ανθρώπινα πράγματα έρχονται σε αντίφαση με τη θεωρία του αγνωστικισμού που πρεσβεύει ο Πρωταγόρας γενικώς. Στην ουσία, το όλο θέμα μπορεί να κατανοηθεί ως εξής: α) την παρουσίαση, με την οποία μας γνωρίζει εδώ ο Πρωταγόρας, τη μεθοδεύει, με αρκετά αντικειμενικό τρόπο κατά την εκτίμηση σύγχρονων μελετητών της πλατωνικής φιλοσοφίας, ο ίδιος ο Πλάτων· άρα η μέριμνα του Δία για τους ανθρώπους εντάσσεται στη γενικότερη πλατωνική αντίληψη περί θείου. β) Ο ίδιος ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί την επιχειρηματολογία, που αναδεικνύεται στο σημείο αυτό από το μύθο, για να καταστήσει στη συνέχεια πιο συναρπαστική –και με μία έννοια πιο έντονη– τη συζήτηση με το Σωκράτη περί του διδακτού της αρετής· το ενδιαφέρον τώρα στρέφεται γύρω από το ερώτημα για το διδακτό της αρετής και είναι αναγκαίος ένας βαθύς προβληματισμός με την αξιοποίηση όλων των δυνατών επιχειρημάτων και συλλογισμών. Ας προσδιορίσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα τα δώρα που στέλνει ο Δίας στους ανθρώπους: Ι. Δίκη και αιδώς ανήκουν στην ηθική περιοχή του ανθρώπου και συνέχουν την κοινωνική του συμπεριφορά, ώστε να μην ολισθαίνει εύκολα σε άδικες διεκδικήσεις και σε εξοντωτικές συγκρούσεις. Οι αρχαίοι χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά αυτές τις έννοιες υπό τη μορφή των θεοτήτων. Εδώ βέβαια δεν λαμβάνονται ως θεότητες  ΙΙ. Η δίκη  θα μπορούσε να αποδοθεί ως η έμφυτη συναίσθηση της δικαιοσύνης ή του δικαίου, η ενύπαρκτη στην ανθρώπινη ύπαρξη αντίληψη περί δικαίου και άδικου.

5.  Ο Δίας κάνει κτήμα όλων των πολιτών την αιδώ και τη δίκη
             «Ρωτάει λοιπόν ο Ερμής […] αρρώστια της πόλεως»:

Ανάλυση:
Ο Ερμής απευθύνεται στον Δία για να μάθει πώς θα διανείμενι στους πολίτες την αιδώ και την δίκη. Οι τρόποι που προσφέρονται είναι δύο: ο πρώτος είναι να μοιράσει τις αρετές αυτές σε ορισμένους μόνο ανθρώπους και αυτοί στη συνέχεια με τη σειρά τους να τις μοιράσουν σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους· να πράξει δηλαδή αυτό που συνήθως πράττουν με τις τέχνες. Τι κάνουν στις άλλες τέχνες; Ο γιατρός, για παράδειγμα, είναι ένας, αλλά δεν παύει να εργάζεται για πολλούς και με πολλούς συμπολίτες του· το ίδιο κάνουν και οι άλλοι δημιουργοί. Το παράδειγμα αυτό συνδέεται με τους ειδικούς, οι οποίοι διαμεσολαβούν για να εκφράσουν συγκεκριμένη άποψη για το ένα ή το άλλο θέμα. Ο δεύτερος τρόπος είναι να τις μοιράσει χωρίς καμιά εξαίρεση σε όλους τους ανθρώπους άμεσα. Ο Δίας βέβαια προκρίνει τον δεύτερο, ο οποίος φαίνεται να είναι και ο πιο ενδεδειγμένος. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά, αφού το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δίας είναι η αρμονική συμβίωση των ανθρώπων στις πολιτείες· και αυτή δεν αφορά λίγους μόνο ανθρώπους ή απλώς τους ειδικούς, αλλά όλους τους πολίτες, ειδικούς και μη ειδικούς. Όλοι οι πολίτες, με αυτή την έννοια, όχι μόνο δικαιούνται, αλλά κυριολεκτικά υποχρεούνται να συμμετέχουν στην προαγωγή της ευνομίας και  ευταξίας της πόλης τους, αφού πρόκειται για το γενικό καλό και για την εύρυθμη ανάπτυξη της ίδιας της κοινωνίας.  Και όμως μπορεί να υπάρξουν άνθρωποι που να μην θέλουν να συμμετέχουν στην αιδώ και τη δίκη, να μην συμπεριφέρονται με φρόνηση, σεβασμό και δικαιοσύνη προς τους συνανθρώπους τους και να μην συμβάλλουν στην αναβάθμιση της κοινωνικής συνεύρεσης· γι’ αυτές τις περιπτώσεις ο Δίας δίνει εντολή στον Ερμή να θεσπίσει ένα νόμο που θα ορίζει την τιμωρία της θανατικής ποινής, γιατί αντικειμενικά τέτοιες συμπεριφορές αποτελούν αρρώστια για την πόλη και την αποδιαρθρώνουν.

Σχόλιο:
Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί τη μυθική αφήγηση για να φέρει στο κέντρο της προσοχής την πολιτική σκέψη και να αρθρώσει έναν αντίστοιχο κοινωνικοπολιτικό λόγο. Έτσι μας γνωρίζει με τη συμβολική συμπεριφορά του Δία, ο οποίος αίρεται πάνω από οποιεσδήποτε υποκειμενικές απόψεις ή προσωπικά πάθη και σκέπτεται ως δίκαιος άρχων των ανθρώπων και των θεών. Η εμμονή σε υποκειμενικές κρίσεις θα μπορούσε να ενσπείρει την αδικία στην κοινωνία και την πολιτεία των ανθρώπων, με ακρότατη συνέπεια την αποσύνθεση της ανθρώπινης κοινότητας και την εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους. Απέναντι σε μια δυνατή καταστροφή των πάντων, ο Διας φροντίζει να γίνουν κτήμα όλων των ανθρώπων εκείνες πρωτίστως οι πολιτικές αρετές που καθιστούν τους πολίτες ορθόφρονες και δίκαιους. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το δικαίωμα να έχουν βαρύνουσα άποψη για τη διαχείριση των κοινών και να φέρουν την ευθύνη για τη χρηστή διοίκηση. Τούτο οδηγεί περαιτέρω στη δια-μόρφωση μιας κοινωνικοπολιτικής συνείδησης των πολιτών, η οποία δεν θα συμβιβάζεται με την πολιτική ανισότητα και με την αδικία.       

ΚΕIMENO 5
                                                       (323A – Ε)
Η πολιτική αρετή ως καθολική ιδιότητα όλων των ανθρώπων

            «Και για να μη νομίζεις ότι πλανάσαι, εάν συμφωνήσεις ότι πράγματι όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν πως ο καθένας μετέχει στη δικαιοσύνη και την άλλη πολιτική αρετή, δέξου αυτό ως απόδειξη. Στις άλλες, αλήθεια, ικανότητες, όπως λες εσύ, αν κάποιος ισχυριστεί πως είναι καλός αυλητής ή κατέχει κάποια άλλη τέχνη που δεν ξέρει, ή τον περιγελούν ή οργίζονται μαζί του. Και οι δικοί του τον πλησιάζουν και τον συμβουλεύουν, σα να πρόκειται για τρελό. Στην περίπτωση της δικαιοσύνης όμως και της άλλης πολιτικής αρετής, ακόμη κι αν ξέρουν ότι κάποιος είναι άδικος, αν αυτός ο ίδιος, μπροστά σε άλλους, λέει την αλήθεια για τον εαυτό του, εκείνο που πριν νόμιζαν ότι είναι σωφροσύνη, δηλαδή να λέει κανείς την αλήθεια, εδώ το λένε τρέλα. Και ισχυρίζονται πως πρέπει όλοι να λένε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, ή πως όποιος δεν παριστάνει τον δίκαιο είναι τρελός. Και αυτό, γιατί το βρίσκουν αναγκαίο, κανένας να μην υπάρχει που κατά κάποιο τρόπο να μη μετέχει στη δικαιοσύνη· διαφορετικά δεν πρέπει να ζει με τους ανθρώπους.
            Όσο για το ζήτημα λοιπόν ότι εύλογα οι Αθηναίοι δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο για την αρετή αυτή, επειδή πιστεύουν ότι ο καθένας μετέχει σ’ αυτή, αυτά σου λέω. Το ότι όμως πιστεύουν πως αυτή η αρετή δεν είναι έμφυτη ούτε εμφανίζεται τυχαία αλλά μπορεί να διδαχθεί και την αποκτά με την επιμέλειά του όποιος την αποκτά, αυτό, ύστερα από το πρώτο θέμα, θα προσπαθήσω να σου αποδείξω. Γιατί για όσα κακά οι άνθρωποι πιστεύουν, ο ένας για τον άλλο, πως έχουν από τη φύση τους ή από τύχη, κανένας δεν οργίζεται ούτε συμβουλεύει ούτε διδάσκει ούτε τιμωρεί όσους τα έχουν, για να πάψουν να είναι τέτοιοι, αλλά τους λυπούνται· στους άσχημους, για παράδειγμα, ή στους κοντούς ή στους καχεκτικούς, ποιος είναι τόσο ανόητος ώστε να επιχειρήσει να κάνει κάτι απ’ αυτά; Γιατί ξέρουν, νομίζω, ότι τα καλά και τα αντίθετά τους υπάρχουν στους ανθρώπους εκ φύσεως ή εμφανίζονται τυχαία. Αν όμως κάποιος δεν έχει τα καλά που αυτοί θεωρούν πως οι άνθρωποι τα αποκτούν με επιμέλεια, με άσκηση και διδασκαλία, αλλά έχει τα αντίθετά τους κακά, γι’ αυτά υπάρχουν οι θυμοί και οι τιμωρίες και οι συμβουλές. Ένα από αυτά είναι η αδικία και η ασέβεια και με ένα λόγο ό,τι είναι αντίθετο στην πολιτική αρετή».   

1.Όλοι έχουν μερίδιο στην πολιτική αρετή
«Και για να μη νομίζεις […] ζει με τους ανθρώπους»:

Ανάλυση: 
·      Ο Πρωταγόρας δεν προτάσσει νέα θέματα για συζήτηση παρά μόνο επιχειρεί να τεκμηριώσει ορθολογικά ό,τι είχε εξηγήσει με το μύθο στην προηγούμενη ενότητα, δηλαδή πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην πολιτική αρετή.
·      Η συλλογιστική του γραμμή είναι η εξής: προϋποθέτει πως όλοι παραδέχονται την καθολικότητα της πολιτικής αρετής και έρχεται να προσθέσει ως επί μέρους αρετή τη δικαιοσύνη· τη θεωρεί βασική αρχή ενάρετης πολιτικής συμπεριφοράς κάθε πολίτη, αφού το αίτημα για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής δεν εκπληρώνεται από τη μια στιγμή στην άλλη παρά συγκεκριμενοποιείται στην κάθε μερική αρετή.
·      Παράλληλα δείχνει να υιοθετεί το παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο Σωκράτης στο πρώτο κείμενο, παραλλάσσοντάς το ως προς τον αυλητή αντί του εξειδικευμένου στη ναυπηγική και στην οικοδομική και γενικεύοντάς το στον ευρύτερο χώρο της κοινωνίας. Με βάση αυτό το παράδειγμα, οι Αθηναίοι απορρίπτουν σκαιά όποιον ισχυρίζεται ψευδώς ότι έχει ειδικές γνώσεις ή ικανότητες, όποιον δηλαδή δεν ερμηνεύει αληθινά τον εαυτό του ως προς το τι είναι και τι πράγματι γνωρίζει,  ενώ αντίθετα, στο πεδίο της δικαιοσύνης ειδικά και της πολιτικής αρετής γενικότερα, θεωρούν παραλογισμό το να λέει κανείς τι είναι αληθινά και τι γνωρίζει ή πιστεύει.
·      Συμφωνούν έτσι όλοι ότι ο καθένας είτε είναι δίκαιος είτε όχι πρέπει να υποστηρίζει ότι είναι ή να φαίνεται δίκαιος. Αυτή τη στάση τη θεωρούν αναγκαία, γιατί ο καθένας έχει μερίδιο στη δικαιοσύνη. Όποιος δεν τηρεί αυτή τη στάση, δεν μπορεί να ζει μέσα στην κοινωνία. Η αδικία δεν συνάδει με την [κοινωνική] φύση του ανθρώπου. Έτσι νομίζουν οι πολίτες. Αυτό είναι το«πιστεύω» της κοινής γνώμης.


Σχόλιο:
·         Ο πλατωνικός Πρωταγόρας, ο μεγάλος σοφιστής δηλαδή όπως τον παρουσιάζει εδώ ο Πλάτων, εμφανίζεται πολύ πραγματιστής: ξεκινά με τα ίδια τα επιχειρήματα του Σωκράτη και συμμερίζεται γενικώς τον προβληματισμό του. Ο απώτερος στόχος του όμως είναι να αποδείξει το αντίθετο από τη σωκρατική ρήση ότι η αρετή δεν διδάσκεται.
·         Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται τα ίδια επιχειρήματα για να συνάγονται αντίθετα συμπεράσματα υποδηλώνει –και αυτή η αντίληψη του Πλάτωνα διατρέχει το σύνολο του παρόντος έργου– πως η συζήτηση για το διδακτό της πολιτικής αρετής δεν είναι κάτι το εύκολο και μονοσήμαντο· χρειάζεται να εκτυλίσσεται συστηματικά, να εισχωρεί στις πεποιθήσεις και στη γενικότερη προβληματική του συνομιλητή, να επαναθέτει το πρόβλημα και να φέρνει στο φως νέες ερμηνευτικές δυνατότητες.
·          Βλέπουμε λοιπόν εδώ τον Πρωταγόρα να ερμηνεύει με πολύ ρεαλισμό την πραγματικότητα της αθηναϊκής κοινωνίας και συνάμα να αναδείχνει τη συμβατική της αντίληψη, η οποία ως ένα βαθμό είναι σεβαστή από το φιλόσοφο: ο ρεαλισμός έγκειται στο ότι οι Αθηναίοι δεν μπορούν να φανταστούν την κοινωνική φύση του ανθρώπου να μην έχει μερίδιο στη δικαιοσύνη, δεν μπορεί δηλαδή να υπάρχει μια κοινωνία χωρίς στοιχειώδη αίσθηση δικαιοσύνης· γι’ αυτό και δεν ανέχονται να ακούν κάποιον, ακόμα και όταν είναι άδικος, να αποποιείται, τη δυνατότητα, το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να μετέχει στη δικαιοσύνη.
·         Είναι ζήτημα κοινωνικού έθους, ήτοι κοινωνικής ηθικής (Sittlichkeit), να υποστηρίζει κανείς, έστω και μόνο στα λόγια, πως είναι δίκαιος και πως πάντοτε υπερασπίζεται την ισχύ του δικαίου· και τούτο, γιατί η εξέλιξη ακριβώς της αθηναϊκής κοινωνίας απαιτεί να μην είναι κανένας πολίτης απληροφόρητος ή αναρμόδιος για θέματα δικαιοσύνης· με άλλα λόγια, κάθε περαιτέρω πρόοδος της αθηναϊκής κοινωνίας προϋπέθετε τούτο: οι πολίτες να έχουν πολιτική και κοινωνική συνείδηση, η οποία εκφράζεται με γνώση ή τουλάχιστον με κατάφαση του δικαίου.
·          Το ζητούμενο όμως για τον Πλάτωνα εξακολουθεί να παραμένει: είναι δια βίου ορθολογικά ανεπτυγμένη η κοινωνική και πολιτική συνείδηση των πολιτών ή οφείλει καθημερινά και εκ νέου να κατακτά νέα επίπεδα αυτογνωσίας και ορθοφροσύνης; Σε σχέση με το ερώτημα αυτό ο φιλόσοφος προχωρεί τώρα στην ανάδειξη της συμβατικής  αντίληψης  για την κοινωνία, που είχαν οι Αθηναίοι.
·         Οι Αθηναίοι πολίτες δεν διανοούνται να αντικρίσουν ρητά το άδικο ή τον άδικο να το ομολογεί, γιατί ίσως πιστεύουν ότι έτσι κλονίζεται το έθος που συνέχει την κοινωνία και πως οι ίδιοι αμφισβητούν στην πράξη αυτό που πιστεύουν, δηλαδή ότι όλοι μετέχουν στη δικαιοσύνη. Αλλά και η ίδια η κοινωνική ηθική, αυτή τούτη η εθιμική και θεσμική αντίληψη διέπεται από το συμβατικό αίσθημα δικαίου· γι’ αυτό και ό,τι στη μια περίπτωση, π.χ την ομολογία του άδικου ανθρώπου ότι είναι άδικος ή πράττει άδικα, το θεωρεί σωφροσύνη, στην άλλη περίπτωση το απορρίπτει ως μη συμβατό με την τρέχουσα αντίληψη περί δικαιοσύνης.
·         Γενικώς μπορεί κανείς, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει πως η πεποίθηση των Αθηναίων για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής παρουσιάζεται από τον Πλάτωνα να ανταποκρίνεται και σε ένα επίπεδο πολιτισμικής ανάπτυξης. Αν δεν υπήρχε ως προϋπόθεση κάποιο ανεπτυγμένο επίπεδο πολιτισμού, πώς θα μπορούσε να ευδοκιμήσει οποιαδήποτε συζήτηση για τόσο σημαντικά  θέματα με διαχρονική ισχύ;
 
      2. Από την έμφυτη πολιτική αρετή στην επίκτητη
        «Όσο για το ζήτημα […]  στην πολιτική αρετή»:

Ανάλυση:
·         Κατ’ αρχάς, ο Πρωταγόρας ολοκληρώνει την αφήγησή του, στο πλαίσιο πάντοτε της έκθεσης των συμπερασμάτων από το μύθο του Προμηθέα,  για τον καθολικό χαρακτήρα της πολιτικής αρετής.
·         Το συμπέρασμα που συνάγει εδώ είναι το ακόλουθο: οι Αθηναίοι πιστεύουν ακράδαντα πως η πολιτική αρετή  συνιστά καθολικό γνώρισμα ή καθολική ιδιότητα του ανθρώπου· αυτό επιτρέπει στον καθένα να αισθάνεται την πολιτική αρετή ως κοινό κτήμα, πράγμα που τον νομιμοποιεί να γίνεται σύμβουλος της αρετής, να υπερασπίζεται δηλαδή αυτό που είναι κοινό για όλους.  
·         Από τη γενική αναφορά στο κοινό επιχείρημα με τον Σωκράτη, ο Πρωταγόρας αντλεί, στη συνέχεια, το δικαίωμα να εξειδικεύσει περισσότερο τη σκέψη του υπέρ του διδακτού της πολιτικής αρετής με αποδείξεις και παραδείγματα.
·         Η αποδεικτική του λογική  συμπορεύεται με αυτό που πιστεύουν οι άνθρωποι για την πολιτική αρετή: πιστεύουν α) ότι η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι το έμφυτο στον άνθρωπο ούτε εμφανίζεται αυτόματα· β) διδάσκεται, καλλιεργείται, αποκτάται με φροντίδα και επιμέλεια.
·         Τα φυσικά ή τυχαία ελαττώματα, όπως είναι για παράδειγμα η ασχήμια, το μικρό ανάστημα ή το ασθενικό σώμα,  τα αποδέχονται οι άνθρωποι, όπως είναι: δεν αγανακτούν ούτε παρεμβαίνουν με συμβουλές, διδασκαλία ή τιμωρία, δηλαδή δεν καταφεύγουν -για να τα αντιμετωπίσουν- μήτε στην πειθώ μήτε στη βία. Εάν επιχειρούσαν κάτι τέτοιο, απλώς θα περνούσαν για τρελοί, γιατί πρόκειται για ελαττώματα που δεν εξαρτώνται από τον άνθρωπο, δεν είναι επίκτητα και δεν επιδέχονται διόρθωση.
·         Το ίδιο ισχύει και για τα καλά που χαρίζει η φύση ή η τύχη στον άνθρωπο: τέτοια καλά, που είναι αντίθετα από τα πιο πάνω, ας πούμε κακά, είναι η ομορφιά, το ωραίο σώμα, η ευρωστία κ.λπ. Αυτά και άλλα παρόμοια γίνονται αποδεκτά όπως είναι.
·         Διαφορετικά όμως συμβαίνει με ελαττώματα και προτερήματα που εξαρτώνται από την αγωγή, την αντίληψη και τη στάση που έχουν οι άνθρωποι. Πρόκειται για επίκτητα ελαττώματα που προκαλούν την οργή και την τιμωρία, όταν μπορούν να καταπολεμούνται και δεν καταπολεμούνται· επίσης απαιτούν συχνά νουθεσίες. Τέτοια ελαττώματα ή μειονεκτήματα είναι π.χ. η αδικία ή η ασέβεια ή οτιδήποτε άλλο αντίκειται στην πολιτική αρετή.
·         Από την άλλη πλευρά, τα προτερήματα καλλιεργούνται αντίστοιχα με νουθεσίες, με άσκηση ή και διδασκαλία. Όσο, εννοείται, καλλιεργούνται τα προτερήματα, τόσο υποχωρούν τα μειονεκτήματα. Εφόσον λοιπόν τα συστατικά γνωρίσματα της πολιτικής αρετής αφομοιώνονται από τον άνθρωπο με επιμέλεια, με άσκηση ή με διδασκαλία, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.





Σχόλιο:
·         Στην πρώτη υπο-ενότητα του παρόντος κειμένου ο Πρωταγόρας εξέτασε το «πιστεύω» των Αθηναίων για την καθολικότητα της πολιτικής αρετής και την ανάλογη συμπεριφορά τους. Η πίστη ωστόσο ή η γνώμη -γενικά και ειδικά- δεν ταυτίζεται για τον Πλάτωνα με τη γνώση· άρα δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητο τεκμήριο παρά μόνο μια αφετηρία συλλογισμού για να γίνει πιο κριτικός και πιο βαθύς ο διάλογος γύρω από το διδακτό της αρετής.
·         Η αποδεικτική διαδικασία  εξελίσσεται με βάση τον εξής συλλογισμό:
Πρώτη προκείμενη: ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με τα φυσικά ελαττώματα ή μειονεκτήματα, γιατί δεν μπορεί να τα εξαλείψει, δεν μπορεί δηλαδή να στραφεί ενάντια στη φύση του.
Δεύτερη προκείμενη: ο ίδιος μπορεί να καλλιεργήσει με νουθεσία, με άσκηση και διδασκαλία την κοινωνική του φύση και να περιορίσει ή να εξαλείψει επίκτητα μειονεκτήματα, όπως είναι η αδικία ή η ασέβεια.
Συμπέρασμα: άρα αυτός μπορεί να διδαχθεί την πολιτική αρετή.
·      Η σκέψη του Πρωταγόρα δείχνει να διέπεται από πραγματικό ανθρωπισμό και να προτάσσει ως μέτρο κρίσης τον άνθρωπο. Αυτό ωστόσο δεν την εμποδίζει να δομείται με βάση το σοφιστικό πνεύμα, το οποίο δεν είναι εξ ορισμού αρνητικό, αλλά γίνεται αρνητικό, όταν καταθέτει μια σχετική αλήθεια με σοφιστικό τρόπο. Η σχετική αλήθεια π.χ. εδώ είναι πως η κοινωνική φύση του ανθρώπου επιδέχεται καλλιέργεια, ευαισθητοποίηση και ηθικοποίηση.
·      Αυτή η αλήθεια μεθερμηνεύει εύστοχα τη ζωτική πραγματικότητα του ανθρώπου, βρίσκει δε σύμφωνο όχι μόνο το Σωκράτη, αλλά και τον κάθε μέσο πολίτη της αθηναϊκής κοινωνίας. Ο σοφιστικός τρόπος του Πρωταγόρα δεν εκφράζεται ακόμη άμεσα και ρητά, θα μπορούσε ωστόσο να ανιχνευθεί: α) στο ότι ο σοφιστής χρησιμοποιεί ως τεκμήριο ή αποδεικτικό μέσο αυτό που πρέπει να αποδείξει: π.χ. η αποδεικτική πρόταση-τεκμήριο, «όσα προτερήματα νομίζουν […] με άσκηση και διδασκαλία», είναι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί· β) στο ότι οι αναφορές του σε αυτό που πιστεύουν οι άνθρωποι για την πολιτική αρετή αποτυπώνουν κυρίως το δικό του «πιστεύω», το οποίο κατατίθεται ως «πιστεύω» των ανθρώπων· γ)  στο ότι ο Πρωταγόρας προϋποθέτει πως την καλλιέργεια και την κατάλληλη κοινωνικοπολιτική προσαρμογή μπορεί να την προσφέρουν μόνο διανοητές σαν αυτόν.  
·      Το σοφιστικό πνεύμα, πιο ειδικά, υπολανθάνει στο γεγονός ότι η καλλιέργεια, η άσκηση, η διδασκαλία απαιτεί εξίσου καλά έναν ικανό και κατάλληλο δάσκαλο. Ένας τέτοιος δάσκαλος είναι ο Πρωταγόρας. Αντικειμενικά είναι καλός δάσκαλος και μεγάλος διανοητής, ανεξάρτητα αν ο ίδιος προσπαθεί ή όχι  να το δείχνει ή να το επιβάλλει. Τη βαρύτητα του στοχασμού του δεν την αμφισβητεί ούτε ο ίδιος ο Πλάτων, γι’ αυτό και τον καθιστά ισότιμο συνομιλητή του Σωκράτη. Εξάλλου, ο μεθοδικός τρόπος, με τον οποίο πραγματεύεται το θέμα, χρησιμοποιεί τα επιχειρήματα και συνάγει συμπεράσματα, τον αναδεικνύει σε συνεπή σμιλευτή του παιδαγωγικού λόγου και τον μεγαλύτερο εκπρόσωπο του ελληνικού διαφωτισμού των σοφιστών.
·      Η ως τώρα ανάλυσή του δεν δείχνει να διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια για τον εαυτό της. Απεναντίας ταξινομεί προϋποθέσεις, επιχειρήματα, παραδείγματα αρκετά λογικά και γι’ αυτό πειστικά: ο σοφιστής παρουσίασε προηγουμένως ως προϋποθέσεις για την επίτευξη της πολιτικής αρετής την αιδώ και τη δίκη. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους και εκφράζουν την ανθρώπινη δυνατότητα για την κατάκτηση ενός καθορισμένου εκάστοτε δικαίου.
·      Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι έννοιες αιδώ και δίκη συνιστούν την ιδεατή ή θεωρητική βάση της κοινωνικής ηθικής των ανθρώπων και κατ’ επέκταση το πεδίο για να διδάσκεται η πολιτική αρετή. Το πρόβλημα λοιπόν για τον άνθρωπο είναι πώς  μπορεί και πρέπει να  ξεκινάει από τη γενική αίσθηση του καλού, που μας χαρίζουν οι συγκεκριμένες έννοιες-προϋποθέσεις, για να καλλιεργεί την ατομική του παιδεία και περαιτέρω να ευαισθητοποιείται προς την επίτευξη μιας δίκαιης πολιτικοκοινωνικής συμπεριφοράς.  

ΚΕΙΜΕΝΟ 6
(324A - C)
Η παιδευτική σημασία της τιμωρίας ως απόδειξη του διδακτού της αρετής

«Εκεί λοιπόν όπου ο καθένας θυμώνει με τον καθένα και τον νουθετεί, είναι φανερό πως το κάνει, επειδή πιστεύει ότι η πολιτική αρετή μπορεί να αποκτηθεί με επιμέλεια και μάθηση. Αν όντως θέλεις να καταλάβεις, Σωκράτη, τι σημασία μπορεί να έχει η τιμωρία όσων αδικούν, αυτό το ίδιο θα σου αποδείξει ότι οι άνθρωποι πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να αποκτηθεί. Γιατί κανείς δεν τιμωρεί όσους αδικούν έχοντας αυτό στο νου του και εξαιτίας αυτού, επειδή δηλαδή αδίκησαν, εφόσον βέβαια δεν παίρνει εκδίκηση σαν ζώο, ασυλλόγιστα. Όποιος όμως έρχεται να τιμωρήσει με περίσκεψη, δεν επιβάλλει τιμωρία για το αδίκημα που έγινε –γιατί ό,τι έγινε δεν μπορεί να το κάνει να μην έχει γίνει– αλλά για χάρη του μέλλοντος, για να μην αδικήσει ξανά ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος  που είδε να τον τιμωρούν. Κι όταν σκέφτεται με αυτό τον τρόπο, θεωρεί ότι η αρετή διδάσκεται. Επομένως τιμωρεί με σκοπό να αποτρέψει από το κακό.  Αυτή λοιπόν τη σκέψη κάνουν όλοι όσοι επιβάλλουν τιμωρίες και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή. Τιμωρούν βέβαια και επιβάλλουν ποινές σε όσους κατά τη γνώμη τους αδικούν και οι άλλοι άνθρωποι και προπάντων οι Αθηναίοι, οι συμπολίτες σου. Άρα, σύμφωνα με τούτο το συλλογισμό, και οι Αθηναίοι είναι από εκείνους που πιστεύουν πως η αρετή μπορεί να μεταδοθεί και να διδαχθεί. Μου φαίνεται λοιπόν, Σωκράτη, πως σου έδωσα επαρκείς αποδείξεις ως προς το ότι σωστά οι συμπολίτες σου δέχονται να τους συμβουλεύει στα πολιτικά και ο σιδηρουργός και ο υποδηματοποιός και ως προς το ότι πιστεύουν πως η αρετή διδάσκεται και μεταδίδεται».

1. Πώς κατανοείται η παιδευτική σημασία της τιμωρίας;
«Εκεί λοιπόν όπου […] αποτρέψει από το κακό»:

         Ανάλυση:
·         Από το προηγούμενο κείμενο  ήδη ο Πρωταγόρας ανέπτυξε το συλλογισμό ότι οι Αθηναίοι ποτέ δεν αγανακτούν με τους ανθρώπους που εμφανίζουν φυσικά ελαττώματα ή μειονεκτήματα ούτε τους τιμωρούν γι’ αυτό· απεναντίας τιμωρούν εκείνους που έχουν ηθικά ελαττώματα ή μειονεκτήματα και δεν νοιάζονται να τα εξαλείψουν με άσκηση και διδασκαλία. Εφόσον οι άνθρωποι μπορούν με διδασκαλία και μάθηση να βελτιώσουν το χαρακτήρα τους, να φτάσουν δηλαδή στην αρετή, συνάγεται ότι η πολιτική αρετή είναι διδακτή.
·         Σε συνέχεια του πρώτου συλλογισμού, ο οξύνους αυτός διανοητής προχωρεί σε ένα δεύτερο συλλογισμό σχετικά με την υπό όρους αναγκαιότητα της τιμωρίας, για να αποδείξει το διδακτό της αρετής: όποιος αδικεί σημαίνει πως δεν έχει μάθει ή δεν θέλει να μάθει  να συμμορφώνεται με τους ηθικούς κανόνες της κοινωνίας, άρα τιμωρείται αναγκαστικά για παραδειγματισμό και για  σωφρονισμό του στο μέλλον. Απ’ αυτή την άποψη η τιμωρία δεν πρέπει να είναι εξοντωτική και να προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, αλλά να την ενισχύει.
·         Το γεγονός ότι οι άνθρωποι τιμωρούνται, όταν πέφτουν σε λάθη ή όταν αδικούν, δείχνει πως θα μπορούσαν να αποφύγουν την αδικοπραγία, εάν είχαν ασκηθεί στην αρετή. Η τιμωρία λοιπόν νομιμοποιείται ως ποινή, γιατί μπορεί να αποτρέπει τους ανθρώπους από τη διάπραξη του κακού και να τους δίνει μια κάποια δυνατότητα μελλοντικής τους  αγωγής.
·         Η επιβολή ποινής μπορεί να παρέχει μια τέτοια δυνατότητα αγωγής, γιατί ήδη  προϋποθέτει πως ο άνθρωπος από τη φύση του είναι μια οντότητα με στοιχειώδη λογική και αισθήματα, τα οποία πάντοτε χρειάζεται να καλλιεργούνται βαθύτερα για να τον εξανθρωπίζουν· προϋποθέτει πως ο ίδιος διαθέτει μια -λιγότερο ή περισσότερο ανεπτυγμένη- ηθική συνείδηση, στη βάση της οποίας μπορεί, μέσω της ποινής, να ανανήψει από το κακό και να αποκτήσει επίγνωση τού τι έχει πράξει και τι καλύτερο μπορεί να πράξει.
·         Γι’ αυτό και όποιος τιμωρείται, δεν τιμωρείται, επειδή διέπραξε το αδίκημα, αλλά για να αισθανθεί με τον τρόπο της τιμωρίας την ανάγκη, εφόσον δεν την αισθάνθηκε με άλλους τρόπους, να μεταστραφεί εκ βαθέων μέσα του και να γίνει μέτοχος στην αρετή. Ιδού πως η αρετή είναι διδακτή!

         Σχόλιο:
·         Ο Πρωταγόρας εκφράζει τώρα τη γνώμη του για τη σκοπιμότητα της τιμωρίας στο πλαίσιο εύρυθμης λειτουργίας μιας κοινότητας ανθρώπων. Το συνολικό σκεπτικό της άποψής του γύρω από αυτή τη σκοπιμότητα το προσάγει  ως μια ακόμη απόδειξη για το διδακτό της αρετής. Συνεχίζει συγκεκριμένα να μεθερμηνεύει την κοινή αντίληψη της κοινωνίας για το ρόλο της τιμωρίας στην παιδαγωγική ανασυγκρότηση της ανθρώπινης υπόστασης.
·          Οι ενέργειες μιας κοινωνίας, όπως για παράδειγμα η τιμωρία, στηρίζονται και οφείλουν να στηρίζονται πάντοτε στη λογική· η λογική αποτελεί τη βασική αρχή για τη συνεννόηση των ανθρώπων, για την αλληλοπροσέγγισή τους, για την οργανωμένη τους συνεύρεση, σε αντίθεση με τα άγρια θηρία που το ένα θέλει να εξοντώσει το άλλο. 
·         Μέσα λοιπόν σε μια ορθολογική κοινωνία η τιμωρία έχει πάντοτε ένα σκοπό και μια σημασία. Σκοπεύει να συνετίσει αυτούς που παρεκτρέπονται και να παραδειγματίσει όποιους άλλους καταφεύγουν με ευκολία στην αδικοπραγία. Επομένως δεν είναι μια στεγνή πράξη αντεκδίκησης ή ανταπόδοσης, δεν προσβλέπει και δεν οφείλει να προσβλέπει στην εξαφάνιση του άλλου, αλλά στη βελτίωσή του, στην  ευαισθητοποίησή του, στην ανα-μόρφωσή του.
·          Εάν η τιμωρία ως ποινή δεν σωφρονίζει ούτε αυτή τον άνθρωπο, τότε σημαίνει ότι αυτός βρίσκεται σε προχωρημένη κατάσταση αντικοινωνικότητας. Με τούτη την έννοια, η σωφρονιστική τιμωρία ή ποινή αποτελεί ένα εξωτερικό τουλάχιστο κριτήριο για να προσμετρείται η μετοχή του ανθρώπου στην αρετή.
·         Η υιοθέτηση της τιμωρίας ως μέσου προς αποφυγή μελλοντικών αδικοπραγιών προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ανθρωπινότητας στον άνθρωπο, η οποία σε κάποια στιγμή μπορεί, μέσα από κατάλληλη νουθεσία, άσκηση και καλλιέργεια, να ξυπνήσει μέσα του και να τον κάνει να συνειδητοποιήσει τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται σε μια ευνομούμενη κοινωνία.


2. Η κοινωνία τελικά πιστεύει στο διδακτό της αρετής
«Αυτή λοιπόν τη σκέψη […] και μεταδίδεται»:

Ανάλυση:
·         Ο Πρωταγόρας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα  πως η τιμωρία επιβάλλεται για σωφρονισμό και για αποτροπή μελλοντικά από το κακό. Το θεωρεί ισχυρό αποδεικτικό μέσο υπέρ του διδακτού της αρετής και το βλέπει να ισχύει τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο βίο.
·         Στον ιδιωτικό βίο αφορά τις σχέσεις των ανθρώπων σε επίπεδο οικογένειας και σχολείου: γονείς και παιδιά, μαθητές και παιδαγωγοί. Στο δημόσιο βίο αφορά κυρίως τις σχέσεις της πολιτείας, ήτοι του κράτους, με τους πολίτες της. Και στις δυο περιπτώσεις οι ποινές που επιβάλλονται έχουν πάντοτε αποδέκτη τον άνθρωπο και τη βελτίωση της συμπεριφοράς του.
·          Σε εκείνους που πιστεύουν στον παιδαγωγικό ρόλο της τιμωρίας συγκαταλέγει ο Πρωταγόρας και τους Αθηναίους: η κοινωνία της Αθήνας θεωρούσε την ποινή συστατικό γνώρισμα της μακράς και βασανιστικής διαδικασίας, με την οποία επεδίωκε τη διαμόρφωση ηθικών και σύννομων συνειδήσεων. Οι Αθηναίοι λοιπόν είναι αυτοί που θεωρούν δυνατή τη μετάδοση και τη διδασκαλία της αρετής.
·         Γιατί όμως κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην Αθήνα; Επειδή ο Σωκράτης είχε φέρει ως γενικό παράδειγμα -και για το καλό και για το κακό- τους Αθηναίους, οι οποίοι είναι και συμπολίτες του Σωκράτη, όχι του Πρωταγόρα, αφού ο τελευταίος κατάγεται από τα Άβδηρα της Θράκης.

Σχόλιο:
·         Ο σοφιστής φαίνεται εδώ να στρέφεται προς το Σωκράτη και να συγκεφαλαιώνει τα συμπεράσματά του. Ποια είναι αυτά; α) Ότι η αρετή μεταδίδεται και διδάσκεται· β) ότι αυτό πιστεύουν και οι ίδιοι οι Αθηναίοι, γι’ αυτό και πράττουν ορθά, όταν επιτρέπουν στον κάθε πολίτη, είτε είναι μεταλλουργός είτε υποδηματοποιός –σαφής υπαινιγμός στα ίδια τα λόγια του Σωκράτη– να συμβουλεύει για τα πολιτικά. γ) Καταρρίπτεται έτσι ο ισχυρισμός του Σωκράτη ότι η αρετή δεν διδάσκεται.
·         Καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχειρηματολογίας του ο Πρωταγόρας υποστήριζε με αυτοπεποίθηση την άποψή του, γιατί μεθερμήνευε τις αντιλήψεις της αθηναϊκής κοινωνίας και υποστήριζε τις εμπειρικές της  εφαρμογές. Δεν επιχείρησε να προχωρήσει πέρα από αυτή την αντίληψη και την εμπειρία της κοινωνίας  παρά μόνο να προσαρμόσει τις δικές του σκέψεις για την αρετή και τη μετάδοσή της.
·         Σε τούτο το στάδιο της συζήτησης, συμβαίνει πράγματι να ακούγονται απόψεις και γνώμες με βάση υπαρκτές εμπειρίες. Το ζητούμενο βέβαια είναι να φτάσει η διαλογική έρευνα σε εκείνη τη γνώση που θα υπερβαίνει τις εμπειρίες ή τις απλές γνώμες και δεν θα γεμίζει έτσι τους πολίτες με αυταπάτες και διαψεύσεις. Προς αυτή τη γνώση προσβλέπει η συζήτηση Πρωταγόρα-Σωκράτη, η οποία δεν θα ολοκληρωθεί στο παρόν έργο  παρά θα θέσει προβληματισμούς υψηλής αξίας που θα  απασχολήσουν τον Πλάτωνα πιο επιτακτικά στην Πολιτεία.
·         Ο αποδεικτικός συλλογισμός, που ακολουθεί και σε τούτη την ενότητα ο Πρωταγόρας, επικαλείται επιχειρήματα, τα οποία χρειάζονται και αυτά  πολλές φορές τη δική τους απόδειξη. Το ότι, ας πούμε, η ποινή παραδειγματίζει δεν μπορεί να θεωρηθεί αναμφισβήτητο ή απόλυτα σωστό τεκμήριο. Αυτό δείχνει π.χ. η θανατική ποινή του Σωκράτη. Το επικαλείται όμως ο Πρωταγόρας ως κοινή πεποίθηση της κοινωνίας, παραβλέποντας πως τούτη η πεποίθηση είναι μια αόριστη, απροσδιόριστη και μη επιδεχόμενη έλεγχο εκτίμηση ή γνώμη.
·         Σε κάθε περίπτωση ωστόσο η θεώρηση που μας προσφέρει εδώ ο Πρωταγόρας για την παιδευτική σημασία της τιμωρίας ως ποινής προς φρονηματισμό –μιας ποινής που ξεκινά από την ανάγκη υπεράσπισης της κοινωνικής ηθικής– είναι σημαντική, ιδίως ως προς τον μη-αντεκδικητικό χαρακτήρα της ποινής, και υπερβαίνει πολλές στατικές πεποιθήσεις της τοτινής κοινωνίας υπέρ της αντεκδικητικής τιμωρίας.
·         Από αφορμή τις σκέψεις του στοχαστικού σοφιστή για την τιμωρία θα μπορούσε κανείς να   μιλήσει γενικότερα για το πνεύμα, με το οποίο θα πρέπει μια κοινωνία να εφαρμόζει το νόμο και τις ποινές για τους παραβάτες. Ο νόμος, καθότι είναι η συνεκτική βάση για τη λειτουργία μιας κοινωνίας, πρέπει να διασφαλίζει την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Να έχει καθολική ισχύ και να μην αφήνει περιθώρια για ανισότητες και διακρίσεις. Επίσης να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών, την ελευθερία σκέψης και λόγου, το δικαίωμα στην εργασία και να εξασφαλίζει ένα ποιοτικό επίπεδο ζωής.
·         Κάθε παραβίαση ή παράβαση, η οποία με δεδομένο ότι ο νόμος είναι δίκαιος σημαίνει πως κάποιος ή κάποιοι αδικούν τους συμπολίτες τους, πρέπει να αντιμετωπίζεται υπό την προοπτική της μεταμέλειας του παραβάτη και της αναμόρφωσής του. Επομένως η ποινή πρέπει να φρονηματίζει και να μην λειτουργεί εκδικητικά ή εξουσιαστικά από την πλευρά της πολιτείας. Όπως και αν συμβαίνει παρανομία, ο παραβάτης πρέπει να τιμωρείται με γνώμονα τον περαιτέρω εξανθρωπισμό του.

ΚΕΙΜΕΝΟ 7
 (324D -326E )
Η διδασκαλία της αρετής από την οικογένεια στην κοινωνία

«Υπάρχει ακόμα μια απορία, αυτή που διατύπωσες σχετικά με τους αγαθούς άνδρες; Για ποιο λόγο οι αγαθοί άνδρες, ενώ διδάσκουν στους γιους τους όλα τα άλλα πράγματα που εξαρτώνται από τους δασκάλους και τους κάνουν σοφούς, δεν είναι σε θέση να τους βελτιώσουν στην αρετή στην οποία είναι και οι ίδιοι καλοί. Για το θέμα αυτό, Σωκράτη, δεν θα σου πως πια μύθο, αλλά λόγο. Σκέψου λοιπόν, τι από τα δύο συμβαίνει: υπάρχει ένα πράγμα, στο οποίο είναι ανάγκη να συμμετέχουν όλοι οι πολίτες, προκειμένου να είναι δυνατή η ύπαρξη πόλεως,   ή δεν υπάρχει; Έτσι μόνο μπορεί να λυθεί η απορία που έχεις. Γιατί, εάν μεν υπάρχει αυτό το πράγμα και εάν αυτό το ένα δεν είναι ούτε η ξυλουργική ούτε η τέχνη του σιδηρουργού ούτε του κεραμέα, αλλά η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και η ευσέβεια, το ένα αυτό το ονομάζω αρετή του ανθρώπου. Αν αυτό είναι εκείνο, στο οποίο όλοι πρέπει να συμμετέχουν καισύμφωνα με το οποίο πρέπει να ενεργεί κάθε άνθρωπος ξεχωριστά σε περίπτωση που θέλει να μάθει ή να πράξει κάτι, και σε καμιά περίπτωση χωρίς αυτό· και εάν, σε περίπτωση που κάποιος δεν συμμετέχει σ’ αυτό, είτε παιδί είναι είτε άνδρας είτε γυναίκα, πρέπει να τον διδάσκουμε και να τον τιμωρούμε, ώσπου με την τιμωρία να βελτιωθεί· και αν, σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει να διώχνουμε από την πόλη ή να σκοτώνουμε ως ανίατο όποιον δεν υπακούει σε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τη διδασκαλία και μετά την τιμωρία· εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, κι εάν, παρόλο που αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, οι αγαθοί άνδρες, ενώ μορφώνουν τους γιους τους σε όλα τα άλλα, αυτό δεν τους το διδάσκουν, τότε σκέψου πόσο παράξενοι άνθρωποι καταλήγουν να είναι οι αγαθοί. Ότι το πράγμα αυτό το θεωρούν διδακτό και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή, το αποδείξαμε ήδη. Ενώ όμως το πράγμα αυτό μπορεί να διδαχθεί και να καλλιεργηθεί, αυτοί διδάσκουν στους γιους τους τα άλλα, των οποίων η άγνοια δεν πρόκειται να επιφέρει ως ποινή τον θάνατο, αυτό όμως, την αρετή, που εάν τα παιδιά δεν τη μάθουν και δεν τη φροντίσουν, η τιμωρία είναι ο θάνατος και η εξορία και οι δημεύσεις περιουσιών πέραν της θανάτωσης και, εν ολίγοις, η καταστροφή του οίκου τους, αυτή δεν τη διδάσκουν και δεν τη φροντίζουν με  κάθε δυνατή επιμέλεια; Πρέπει να πιστεύουμε ότι το κάνουν, Σωκράτη. Από μικρά παιδιά αρχίζοντας, μέχρι όσο ζουν, τα διδάσκουν και τα συμβουλεύουν. Αμέσως μόλις αρχίσει να καταλαβαίνει ένα παιδί τι του λένε, και η παραμάνα του και η μητέρα του και ο παιδαγωγός του και ο ίδιος ο πατέρας του αγωνίζονται γι’ αυτό το πράγμα, για το πώς δηλαδή θα βελτιωθεί το παιδί, διδάσκοντάς του για κάθε του πράξη και για κάθε του λόγο και εξηγώντας του ότι αυτό είναι δίκαιο και το άλλο άδικο, και ότι αυτό είναι καλό και το άλλο αισχρό, και αυτό όσιο και εκείνο ανόσιο, και ότι αυτά πρέπει να τα κάνεις και αυτά να μην τα κάνεις. Κι όταν ακούει με τη θέλησή του, πάει καλά. Εάν όμως δεν υπακούει, τότε με τις απειλές και τα χτυπήματα το “ισιώνουν” σαν δέντρο που λυγίζει και γέρνει. Κι ύστερα, όταν το στέλνουν στους δασκάλους, δίνουν εντολή να επιμεληθεί ο δάσκαλος την ευκοσμία των παιδιών παρά τα γράμματα και τη μουσική. Και οι δάσκαλοι άλλωστε γι’ αυτό φροντίζουν κυρίως. Και μόλις τα παιδιά μάθουν τα γράμματα και είναι στο εξής σε θέση να κατ`αλάβουν ένα γραπτό κείμενο, όπως μέχρι τώρα καταλάβαιναν τον προφορικό λόγο, τα βάζουν, καθισμένα στα θρανία τους, να διαβάζουν δυνατά τα ποιήματα των μεγάλων ποιητών και τα αναγκάζουν να μαθαίνουν απέξω τα έργα, στα οποία υπάρχουν πολλές συμβουλές αλλά και αναλύσεις για τα πράγματα, και έπαινοι και εγκώμια για τους αρχαίους ήρωες, προκειμένου το παιδί να θελήσει να τους μιμηθεί και να έχει διάθεση να γίνει παρόμοιο. […]
            Και όταν πια φύγουν οι νέοι άνδρες από τους δασκάλους, η πόλη, με τη σειρά της, τους αναγκάζει να μάθουν τους νόμους και να ζουν σύμφωνα με αυτούς, ώστε να μην ενεργούν από μόνοι τους και όπως νομίζουν οι ίδιοι […]. Το ίδιο και η πόλη, θεσπίίζοντας νόμους, αυτά τα ευρήματα σπουδαίων και παλαιών νομοθετών, υποχρεώνει τους πολίτες να άρχουν και να άρχονται σύμφωνα με αυτούς. Όποιος δε  τους παραβαίνει, τον τιμωρεί, και το όνομα για την τιμωρία αυτή, σε σας και σε πολλά άλλα μέρη, είναι ευθύνες, επειδή η δικαιοσύνη ξαναβάζει, κατά κάποιο τρόπο, τον παραβάτη στην ευθεία. Ενώ λοιπόν η φροντίδα για την αρετή και στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα είναι τόσο μεγάλη, εσύ Σωκράτη εκπλήσσεσαι και απορείς, αν η αρετή μπορεί να διδαχθεί; Το εκπλητικό όμως θα ήταν μάλλον εάν δεν μπορούσε να διδαχθεί».  

1. Από το μύθο στο λόγο
«Υπάρχει ακόμη […] αλλά λόγο:

Ανάλυση:
·         Η ως τώρα ανάπτυξη των σκέψεων και των επιχειρημάτων του Πρωταγόρα συνοψίζεται στα εξής: α) Η απόκτηση της πολιτικής τέχνης έχει τα θεωρητικά της θεμέλια στην αιδώ και τη δίκη που έδωσε ο Δίας στους ανθρώπους. β) Αυτές οι ιδιότητες ή αρετές αποτελούν μόνο το γενικό έρεισμα για την ηθικοπολιτική ενότητα της κοινωνίας και δεν είναι στον ίδιο βαθμό αφομοιωμένες ή ανεπτυγμένες από τους ανθρώπους. γ) Εναπόκειται λοιπόν στους ίδιους τους ανθρώπους και στην ίδια την πολιτεία να καλλιεργήσει, συγκεκριμένα πλέον, τις πιο πάνω αρετές. δ) Μια τέτοια καλλιέργεια απαιτεί επιμέλεια, φροντίδα, άσκηση και διδασκαλία. ε) Όλη αυτή η διαδικασία ενσαρκώνει το πνεύμα μιας παρατεταμένης παιδευτικής διαδικασίας, η οποία αποσκοπεί στη διαμόρφωση αυτοσυνείδητων πολιτών και ως τέτοια αποτελεί τεκμήριο πως η πολιτική αρετή διδάσκεται. στ) Φαίνεται έτσι από τη σκοπιά του Πρωταγόρα πως έχει ανασκευαστεί η πρώτη άποψη-απορία του Σωκράτη ότι η αρετή εν διδάσκεται.
·          Σε τούτη την ενότητα ο Πρωταγόρας θα επιδιώξει να ανασκευάσει τη δεύτερη άποψη-απορία του Σωκράτη, ότι οι άριστοι άνδρες, δηλαδή οι πιο ολοκληρωμένοι σε ήθος και ικανότητες πολιτικοί, δεν μπορούν να διδάξουν ή να μεταδώσουν στους γιους τους την πολιτική αρετή.

Σχόλιο:
·         Πριν να αναπτύξει τα επιχειρήματά του, για να ανασκευάσει τη δεύτερη άποψη-απορία του Σωκράτη, δηλώνει ρητά ότι  δεν θα χρησιμοποιήσει πλέον το μύθο, δηλαδή τη γλώσσα των παραστάσεων ή αναπαραστάσεων, των αλληγοριών και των συμβολισμών αλλά το λόγο, ήτοι τη γλώσσα των λογικών επιχειρημάτων, των πυκνότερων νοημάτων και των ορθολογικών αποδείξεων.
·         Ποια είναι η βαθύτερη σημασία αυτής της μετάβασης από το μύθο στο λόγο; Είδαμε προηγουμένως τον Πρωταγόρα να στηρίζει τη θεώρησή του για το ποινικό δίκαιο σε γενικές εμπειρικές αναπαραστάσεις. Παρουσίασε, με άλλα λόγια, τις κοινές αντιλήψεις της κοινωνίας, χωρίς να προσπαθήσει να τις ξεπεράσει ή να τις θέσει υπό κριτική, και με βάση αυτές αποφάνθηκε για το διδακτό της αρετής.
·         Στο πλαίσιο του μύθου λοιπόν δικαιολογούνταν οι γενικές του αναφορές, χωρίς αδιάσειστα λογικά επιχειρήματα. Παράλληλα γινόταν δυνατή η ανάδειξη, χωρίς μεγάλη σκέψη, βασικών αξιωμάτων για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας. Ο μύθος λοιπόν διασφαλίζει μια πιο ελευθεριακή και παραστασιακή τοποθέτηση πάνω σε υπαρκτά και γενικώς αποδεκτά αξιώματα ζωής· συνδέεται συνεπώς με το πρώτο γενικό στάδιο της συζήτησης.
·         Ο λόγος απαιτεί μια πιο ορθολογικά δομημένη έκθεση των απόψεών του Πρωταγόρα και πιο συγκεκριμένη διείσδυση στην ουσία του συζητούμενου θέματος. Από την άλλη πλευρά ο Πλάτων κάνει μνεία του μύθου και του λόγου εδώ, γιατί αμφότερα αποτελούσαν ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία της σοφιστικής σκέψης. Ο σοφιστικός λόγος αντλεί τη δυναμική του από το ότι είναι πραγματιστικός: ξεκινά από πραγματικά γεγονότα και επιδιώκει να τα εξηγήσει με κριτήριο την κοινή αποδοχή. Δεν αποβλέπει στην υπέρβαση της κοινής πεποίθησης της κοινωνίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι διαφωτιστικός.


2. Διδάσκουν οι αγαθοί άνδρες στα παιδιά τους την αρετή;
«Σκέψου λοιπόν [...]  κάνουν, Σωκράτη»;

Ανάλυση:
·         Ο Πρωταγόρας αρχίζει το λόγο του με την πρόθεση να ανασκευάσει τη δεύτερη άποψη του Σωκράτη σχετικά με τους αγαθούς ή άριστους πολιτικούς άνδρες, οι οποίοι δεν μπόρεσαν να διδάξουν στα παιδιά τους την αρετή, που είχαν οι ίδιοι. Κατά το ξεκίνημα της επιχειρηματολογίας του προϋποθέτει το ενιαίο της αρετής και την κοινή μετοχή όλων των πολιτών σ’ αυτή, γιατί σε ενάντια περίπτωση θα ήταν αδύνατη η ύπαρξη της πόλης. Στη συνέχεια προχωρεί πιο ειδικά στα μέρη της αρετής.
·         Η επιχειρηματολογία του Πρωταγόρα έχει ως εξής: η πολιτική αρετή συναποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και την οσιότητα. Επειδή αυτή η αρετή με τα επί μέρους στοιχεία της αποτελεί το συνεκτικό κρίκο για την ύπαρξη και τη διατήρηση της πόλης, είναι απαραίτητο, είτε με τη διδασκαλία είτε με τον κολασμό, ο οποίος εν ανάγκη περιλαμβάνει εξορία και θάνατο, να συνδέονται όλοι με την αρετή.
·         Ουσιαστικά εδώ ο λαμπρός εκπρόσωπος του σοφιστικού διαφωτισμού υποστηρίζει μια υποχρεωτική σύμβαση  με την αρετή. Ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας της σύμβασης, ουσιαστικά της επιβολής, του επιτρέπει να διερωτάται τι είδους μεγάλοι άνδρες είναι αυτοί, που διδάσκουν στα παιδιά τους όλα τα άλλα και δεν μπορούν να τους διδάξουν την αρετή, για την παραμέληση της οποίας τους περιμένει η εξορία και ο θάνατος;
·         Με αυτή τη διερώτηση, η οποία εν τέλει είναι ρητορική ερώτηση, παρουσιάζεται να θεωρεί αδιανόητο το να μη διδάσκουν οι πολιτικοί άνδρες την αρετή στους γιους τους. Με αυτό τον τρόπο συμπυκνώνει τον όλο αποδεικτικό του συλλογισμό.
·         Πώς κατανοείται λοιπόν αυτός ο συλλογισμός; Ο Πρωταγόρας μετατρέπει την αποδεικτέα πρόταση σε αποδεικτικό λόγο· πρόκειται για τη «λήψη του ζητούμενου», επικαλείται δηλαδή το ζητούμενο ως δεδομένο· κάτι που  επανέλαβε και σε προηγούμενες ενότητες. Πιο συγκεκριμένα με βάση την κοινή αντίληψη και στοιχειώδη εμπειρία υποθέτει πως είναι αδιανόητο οι μεγάλοι πολιτικοί να θέλουν να θανατωθούν τα παιδιά τους, λόγω μη μετοχής τους στην αρετή, και συγχρόνως μετατρέπει αυτή την υπόθεση σε υπαρκτή πραγματικότητα  για να την επικαλεσθεί ως επιχείρημα.

Σχόλιο:
·         Ο Πρωταγόρας αναπτύσσει τους συλλογισμούς του με βάση μια πιο αυστηρή αποδεικτική λογική. Ξεκινά από το Ένα, το Καθολικό, που είναι το όλον της αρετής, είναι η Μία αρετή, κοινή για όλους τους πολίτες, για να φέρει στο λόγο τις επί μέρους αρετές: δικαιοσύνη, σωφροσύνη, οσιότητα. Από άποψη μεθόδου κατανοείται ως εξής: Από το γενικό ή το καθολικό μεταβαίνει στο μερικό.
·         Εφόσον η πολιτική αρετή είναι ένα ενιαίο όλο, ο πολιτικός άνδρας είναι άριστος και αγαθός, εάν συνδυάζει και τα τρία μέρη της αρετής, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Δεν νοείται άριστος πολιτικός άνδρας, να είναι όσιος αλλά να μην είναι φρόνιμος ή δίκαιος και το αντίστροφο.
·         Το ίδιο ισχύει και για τον κοινό πολίτη. Η διαπαιδαγώγησή του γίνεται σε όλο το φάσμα της πολιτικής αρετής, και εάν η διαπαιδαγώγηση δεν αποφέρει θετικά αποτελέσματα, η επιβολή ποινής, ο κολασμός, πρέπει να αποβλέπει σε ένα εθισμό επί του ενιαίου χαρακτήρα της πολιτικής αρετής.
·         Έχει σημασία η εξοικείωση όλων με την ολότητα ή καθολικότητα της αρετής, γιατί μόνο έτσι διασφαλίζεται η ομαλότητα και ευρυθμία στην κοινωνικοπολιτική ζωή. Και εδώ βλέπουμε τον Πρωταγόρα να συγκεντρώνει την προσοχή του στο πώς θα διατηρηθεί η συνοχή της πολιτείας και της κοινωνίας, όχι πώς θα ανανεωθεί και θα ενοποιηθεί σε μια ανώτερη βάση.
·         Η διατήρηση της συνοχής της πόλης είναι και κύριο μέλημα της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Ο φιλόσοφος όμως θα την επιδιώξει, ειδικά στα έργα της ωριμότητας, μέσα από την αναμόρφωση της κοινωνίας με τη βοήθεια της παιδείας και της ενότητας των ιδεών. Εδώ το θέμα της συνοχής τίθεται υπό βαθύ προβληματισμό και εξετάζονται όλες οι απόψεις είτε είναι του Πρωταγόρα είτε του Σωκράτη-Πλάτωνα.
·         Η διαλογική εξέταση των απόψεων αναδεικνύει και την εγκυρότητα των συλλογισμών των συνομιλητών. Ως εδώ τον λόγο έχει διαρκώς ο Πρωταγόρας, άρα τίθεται υπό έλεγχο η εγκυρότητα του δικού του συλλογισμού. Η όλη αποδεικτική διαδικασία κινείται εντελώς δεοντολογικά, πράγμα που σημαίνει ότι ο συλλογισμός δεν ενισχύεται λογικά και δεν διέπεται από μια ενδολογική συνάφεια.
·         Τα κύρια χαρακτηριστικά του συλλογισμού είναι οι επαναλήψεις, οι λογικές ανακολουθίες, οι πολλές υποθετικές προτάσεις, τα ανίσχυρα επιχειρήματα, η παρέκκλιση από συνθετικά νοήματα και η εύκολη χρήση ρητορικών στοιχείων. Η πεμπτουσία του συλλογισμού, εν ολίγοις, αναφέρεται μόνο στο τι πρέπει να γίνει και όχι στο τι γίνεται πραγματικά· έτσι δεν επιτρέπει στον Πρωταγόρα να θεμελιώνει αποδεικτικά τη δική του άποψη παρά μόνο να την αιτιολογεί, θεωρώντας την από λογική άποψη δεδομένη.

    3. Η αγωγή και η εκπαίδευση στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο
«Από μικρά παιδιά […]εάν δεν μπορούσε να διδαχθεί»:

Ανάλυση:
·         Ό, τι έχει εκθέσει και συνεχίζει να εκθέτει ο Πρωταγόρας ως τεκμήριο για το διδακτό της αρετής, δεν σχετίζεται μόνο με την αγωγή και την εκπαίδευση που έπρεπε να δώσουν στα παιδιά τους οι μεγάλοι πολιτικοί, αλλά με την αγωγή και την εκπαίδευση που έδιναν οι Αθηναίοι στα παιδιά τους. Ουσιαστικά μας προσφέρει έναν εγκωμιαστικό λόγο για το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας.
·         Στην οικογένεια από τη νηπιακή ηλικία τα παιδιά παίρνουν τις βάσεις της ηθικής διάπλασης. Στην παιδική και στην εφηβική ηλικία η προσπάθεια των δασκάλων επικεντρώνεται στη συγκρότηση της ηθικής προσωπικότητας του παιδιού. Το βάρος ρίχνεται στην κόσμια συμπεριφορά των νέων και μετά ακολουθεί η επίδοση στα γράμματα.
·         Η αποκορύφωση της πολιτικής διαπαιδαγώγησης, με την ευρύτερη έννοια, επέρχεται με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει η πολιτεία. Τους μαθαίνει τους νόμους και τους διαπαιδαγωγεί με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης και της κοινωνικής προσαρμογής. Είτε πρόκειται για άρχοντες είτε για αρχομένους, όλοι υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τους νόμους, που έχουν θεσπίσει έμπειροι και αγαθοί-άριστοι νομοθέτες.
·         Τόσο στον ιδιωτικό βίο, στην οικογένεια, όσο και στο δημόσιο βίο η μη συμμόρφωση με τους ηθικούς κανόνες του ευρύτερου περιβάλλοντος οδηγεί αναπότρεπτα στην επιβολή ποινών. Η τιμωρία με τη μορφή διαφόρων ποινών δεν είναι αυτοσκοπός και δεν αντιμετωπίζει το παιδί ή τον έφηβο ως εχθρικό στοιχείο.

Σχόλιο:
·         Ο Πρωταγόρας καταφεύγει σε μια ακόμη απόδειξη-επισήμανση για να υπερασπισθεί το διδακτό της αρετής. Παρουσιάζει το εκπαιδευτικό σύστημα της Αθήνας ως μια άρτια πραγματικότητα παιδείας και αγωγής, την οποία προϋποθέτει ως αναμφισβήτητη παιδευτική διεργασία πολιτισμού και πολιτικής αγωγής.
·         Ο λόγος του είναι εύγλωττος και εντυπωσιακός ως προς την έκθεση της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά από μόνος του ο εκθειασμός του εκπαιδευτικού συστήματος δεν συνιστά λογική απόδειξη για το διδακτό της αρετής, γιατί και οι καλύτερες προθέσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος, ακόμη και του πιο άριστου,  ποτέ δεν ταυτίζονται με το αποτέλεσμα ή ποτέ δεν υλοποιούνται όπως σχεδιάζονται.
·         Είναι χαρακτηριστική η προσπάθεια του Πρωταγόρα να αναδείξει ως κύριο γνώρισμα του εκπαιδευτικού συστήματος της Αθήνας την καλλιέργεια του χαρακτήρα του παιδιού. Στη συνάφεια τούτη η γνώση δεν προσφέρεται ως μια γυμνή θεωρία ή ως δυνατότητα εννοιολογικής θεώρησης των πραγμάτων παρά συνδέεται με πρότυπα που μπορούν να εμπνεύσουν και να παραδειγματίσουν τους νέους.
·         Βέβαια σε επίπεδο γνώσης δεν αποκλείεται η δυνατότητα να καλλιεργείται ο κριτικός νους του νέου ανθρώπου, ο οποίος όμως πάντοτε θα συνδέεται με στάσεις ζωής και με τα γενικότερα ήθη της κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό υπάρχει φροντίδα για την αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη του ψυχισμού των νέων και για την προώθηση μιας σύμμετρης κοινωνικής παρουσίας.
·         Η συμμετρία τούτη διασφαλίζεται από το νόμο, ο οποίος είναι σοφό επίτευγμα των πιο έμπειρων και ικανών νομοθετών. Συμπυκνώνει όλη την κοινωνικοπολιτική εμπειρία και ευθύτητα και γίνεται ο ύψιστος δάσκαλος της πολιτικής αρετής: είναι αυτός που διασφαλίζει την ελευθερία του λόγου και της βούλησης, απελευθερώνει τις δυνατότητες του νέου ανθρώπου για κοινωνική προσφορά και του επιτρέπει να δικαιώνει τις δίκαιες και θεμιτές του προσδοκίες. Η ουσία εν τέλει της κοινωνικοπολιτικής αγωγής είναι η ευθυγράμμιση του νέου με τα ιερά και τα όσια μιας αρκούντως πολιτισμένης κοινωνίας.
·         Γι’ αυτό και όσοι δεν μπορούν να προσαρμοσθούν κοινωνικά υφίστανται τις συνέπειες του νόμου. Η τιμωρία έτσι επιβάλλεται ως μια ανάγκη για να διασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή και να μαθαίνει ο κάθε πολίτης να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Αυτές τις ευθύνες ο Πρωταγόρας τις κατανοεί ως επαναφορά στον ευθύ δρόμο. Η επαναφορά τούτη πρωτίστως σημαίνει αποδοχή του ρυθμού και του ηθικού πνεύματος της κοινωνίας και περαιτέρω μια ηθική-αισθητική καλλιέργεια του ατόμου, η οποία θα αντανακλά την αντίστοιχη αισθητική της κοινωνίας. 




1 Ξενοφών Απομνημονεύματα ΙΙΙ, 7,6.
2 Για τους πολλούς βλ. και M. Heidegger: Είναι και Χρόνος μτφρ. Γ. Τζαβάρα. Εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1978, σσ. 213 κ.εξ.
3 Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος τ. ΙΙ, ό.π. , σ. 682.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου