30.11.10

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ






ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

«Στάσεις των γηγενών Σλαβοφώνων κατοίκων της Εορδαίας
απέναντι στους πρόσφυγες, από το 1922 έως σήμερα»






Επιμέλεια: Γκέκα Βαΐα
Α.Μ.: 219





Τριμελής Επιτροπή:

Ανδρέου Ανδρέας (Καθηγητής)
Φωτιάδης Κων/νος (Καθηγητής)
Ηλιάδου-Τάχου Σοφία (Επίκουρος Καθηγήτρια)


ΦΛΩΡΙΝΑ 2010
























ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η παρούσα μελέτη αφορά τις στάσεις των γηγενών Σλαβοφώνων της Εορδαίας απέναντι στους πρόσφυγες, από το 1922 έως και σήμερα. Αφορμή για την ανάληψη και πραγματοποίησή της στάθηκε αρχικά το προσωπικό ενδιαφέρον της ερευνήτριας, αλλά και το γεγονός απουσίας ανάλογης μελέτης για τις σχέσεις γηγενών και προσφύγων της συγκεκριμένης περιοχής.
Πραγματοποιήθηκαν ελεύθερες συνεντεύξεις - εβδομήντα (70) σε αριθμό - σε κατοίκους των μικτών χωριών της Εορδαίας, σχετικά με τη συνύπαρξη, συμβίωση και αλληλεπίδρασή τους με τους πρόσφυγες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα χωριά τους και στην ευρύτερη περιοχή. Οι συνεντεύξεις απομαγνητοφωνήθηκαν, καταγράφηκαν και αναλύθηκαν με βάση τις ρήσεις των συμμετεχόντων, σχετικά με όψεις – κοινωνικές, πολιτισμικές, εθνοτικές κ.τ.λ. – της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο ομάδων. Ακολούθησε η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων και έπειτα η προσπάθεια διεξαγωγής συμπερασμάτων για την οπτική και στάση των γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες.
Στο πρώτο κεφάλαιο αναπτύσσεται το θεωρητικό πλαίσιο έρευνας, όπου παραθέτονται γενικές πληροφορίες για τα μικτά χωριά της Εορδαίας, από τους κατοίκους των οποίων ελήφθησαν και οι αντίστοιχες συνεντεύξεις. Για τη συγκέντρωση των στοιχείων πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις σε τοπικές βιβλιοθήκες και στα γενικά αρχεία της Νομαρχίας Κοζάνης, προκειμένου να γίνει κατανοητό το γεωγραφικό και πολιτικό κλίμα της περιοχής.
Στο δεύτερο κεφάλαιο παρατίθεται η μεθοδολογία της έρευνας που ακολουθήθηκε. Αρχικά γίνεται αναφορά στο ζήτημα επιλογής της κατάλληλης μεθόδου για μια παρόμοια έρευνα, έπειτα αναλύεται η έννοια της «στάσης» ως μέσο ερμηνείας των κινήτρων της συμπεριφοράς, καθώς επίσης και έναν τρόπο να συνοψίσει και να προβλέψει κανείς την ανθρώπινη αντίδραση. Αφού αναλύονται οι διάφοροι τύποι συνεντεύξεων, παρατίθεται η επιχειρηματολογία σχετικά με την επιλογή της ποιοτικής μεθόδου για την παρούσα εργασία.
Από δύο μέρη αποτελείται το τρίτο κεφάλαιο, στο οποίο παρουσιάζεται η μέθοδος της ανάλυσης περιεχομένου. Στο πρώτο μέρος αναλύεται η διαδικασία ανάλυσης περιεχομένου, η κατάρτιση κατηγοριών και οι προϋποθέσεις προκειμένου αυτές να καταστούν έγκυρες για την περαίωση της έρευνας. Ακολουθεί η έννοια και η περιγραφή των πέντε γενικών θεματικών κατηγοριών, οι οποίες καταρτίστηκαν από τις αναφορές των συμμετεχόντων στην έρευνα, προκειμένου να γίνει κατανοητή η κωδικοποίηση των αναφορών. Στο δεύτερο μέρος του τρίτου κεφαλαίου παραθέτονται τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την στατιστική ανάλυση των δεδομένων, η ποιοτική και περιγραφική ανάλυση των συνολικών αναφορών της έρευνας.
Στο τελευταίο κεφάλαιο, έπειτα από το θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο της έρευνας επιχειρείται μια προσπάθεια διεξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τις οπτική, συμπεριφορά και εν τέλει γενική στάση των γηγενών Σλαβοφώνων κατοίκων της Εορδαίας απέναντι στους εγκατεστημένους πρόσφυγες της περιοχής τους.

Θα ήθελα τέλος να αποδώσω τις ιδιαίτερες ευχαριστίες μου σε όλους τους κατοίκους των μικτών χωριών της Εορδαίας, οι οποίοι πρόθυμα δέχτηκαν να καταθέσουν τις εμπειρίες και τα βιώματά τους και με κατηύθυναν προς τα κατάλληλα άτομα, προκειμένου να διεξαχθεί ομαλά η παρούσα έρευνα.








Η παρούσα εργασία διαπραγματεύεται τις στάσεις των γηγενών Σλαβοφώνων της Εορδαίας απέναντι στους πρόσφυγες, από το 1922 έως και σήμερα. Μέσα από ελεύθερες συνεντεύξεις από κατοίκους των χωριών της περιοχής, επιχειρήθηκε να αποτυπωθεί – όσο είναι δυνατόν – η οπτική γωνία των γηγενών σχετικά με την κοινωνικο-πολιτισμική τους συνύπαρξη με τους πρόσφυγες στα χωριά τους και στον ευρύτερο τοπικό χώρο. 
Ως αντικείμενο έρευνας επιλέχθηκαν οι ρήσεις των συνεντευξιαζόμενων, ενώ ως μονάδα ανάλυσης χρησιμοποιήθηκε η νοηματικά ολοκληρωμένη φράση, εκείνη η φράση δηλαδή, η οποία εμπερικλείει ένα πλήρες νοηματικό περιεχόμενο με βάση τομείς ενδιαφέροντος, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, η πολιτική τοποθέτηση του ομιλούντα κ.τ.λ.
Η κάθε συνέντευξη απομαγνητοφωνήθηκε και καταγράφηκε και οι αναφορές που προέκυψαν κατηγοριοποιήθηκαν σε θεματικές ενότητες, οι οποίες υποδιαιρέθηκαν σε αντίστοιχες κατηγορίες και υποκατηγορίες. Μέσα από την στατιστική ανάλυση των δεδομένων, προέκυψε η ανάγκη διεξαγωγής συμπερασμάτων, τα οποία αποτυπώνουν μια γενική μόνο τάση που επικρατεί στη συνείδηση των γηγενών κατοίκων της περιοχής, σχετικά με την αλληλεπίδρασή τους με τους πρόσφυγες. Παρατηρήθηκε ότι οι απαντήσεις των συμμετεχόντων, καθορίστηκαν ανάλογα με το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται - εγκατάσταση προσφύγων, εμφύλιος, μεταπολεμική περίοδος – γεγονός που αντικατοπτρίζει και τη στάση την οποία κρατούν απέναντι στους πρόσφυγες, στάση κυμαινόμενη από θετική μέχρι πολύ αρνητική.
Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονιστεί πως λόγω της μη τυχαιότητας και αντιπροσωπευτικότητας του δείγματός, δεν είναι δυνατό από την παρούσα εργασία να προκύψουν ασφαλή και γενικευμένα συμπεράσματα για το σύνολο των κατοίκων, γηγενών και προσφύγων, στην περιοχή της Εορδαίας. Η έρευνα αυτή επαφίεται στην ευχέρεια και επιθυμία μελλοντικών ερευνητών.




ABSTRACT

This paper focuses on the attitudes of Slavic-speaking natives of the Eordea province towards refugees from 1922 until today. The perspective of the indigenous residents and their socio-cultural coexistence with the refugees in their villages and the wider local area was recorded after they have been interviewed.

The survey was focused on beliefs and sayings of the interviewees along with information about interpersonal relations, political affiliation etc.

Each interview was recorded and the reports composed were categorized into themes, which are divided into respective categories and subcategories. Statistical analysis of data collected showed the results and conclusion, which only reflect a general trend in the mentality of the indigenous inhabitants on the interaction with refugees. It was observed that the participants’ responses were closely related to the period of reference, namely the period of resettlement of refugees, civil war, the postwar period - which reflects the attitude towards immigrants, an attitude ranging from positive to negative.

However, it is noteworthy that due to the non-randomness and representativeness of the sample it is not possible to obtain safe and generalized conclusions from this study about all people, indigenous and refugees in Eordea. It is recommended that further research be undertaken in the aforementioned topic and area.








ΠΡΟΛΟΓΟΣ________________________________________________________ 2
ΠΕΡΙΛΗΨΗ________________________________________________________ 4
ABSTRACT_________________________________________________________ 5

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ_______________________________________________________ 9
Ι.Ι. ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ_________________________________ 10
Ι.ΙΙ. Ο ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ_______________________________________ 12

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΡΕΥΝΑΣ______________ 14
Α. ΠΕΡΙΟΧΗ ΕΡΕΥΝΑΣ: ΤΑ ΜΙΚΤΑ ΧΩΡΙΑ ΕΟΡΔΑΙΑΣ_______________________ 14
Α.1. ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ__________________________________________ 14
Α.2. ΑΝΑΡΡΑΧΗ___________________________________________________ 16
Α.3 ΑΣΒΕΣΤΟΠΕΤΡΑ________________________________________________ 18
Α.4 ΔΡΟΣΕΡΟ_____________________________________________________ 19
Α.5. ΕΜΠΟΡΙΟ____________________________________________________ 20
Α.6. ΚΟΜΑΝΟΣ___________________________________________________ 22
Α.7. ΚΡΥΟΒΡΥΣΗ__________________________________________________ 23
Α.8. ΜΑΥΡΟΠΗΓΗ_________________________________________________ 24
Α.9. ΜΗΛΟΧΩΡΙ___________________________________________________ 26
Α.10. ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ_________________________________________________ 27
Α.11. ΠΕΡΔΙΚΑΣ___________________________________________________ 29
Α.12. ΠΡΟΑΣΤΙΟ__________________________________________________ 30
Α.13. ΠΤΟΛΕΜΑΙΔΑ________________________________________________ 32
Α.14. ΦΟΥΦΑΣ____________________________________________________ 37

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ - ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ__________________ 39
Β.1. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ____________________________________ 39
Β.2. Ο ΛΟΓΟΣ____________________________________________________ 40
Β.3. Ο ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ_____________________________ 40
Β.4. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΣΗΣ________________________________________ 42
Β.5. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ_____________ 48
Β.6. ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ_____________________________________________ 50
Β.7. ΕΠΙΛΕΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ_____________________ 55

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ___________________ 59
Α’ ΜΕΡΟΣ – ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ______________________________________ 59
Α.1. ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ______________________________________ 59
Α.2. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ__________________________ 61
Α.3. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ_________________________________________________ 63
Α.4. ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ___________________________ 65
Α.5. ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΘΕΜΑΤΙΚΩΝ____________________________ 69
Α.5.1. ΚΟΙΝΩΝΙΑ__________________________________________________ 69
Α.5.2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ_______________________________________________ 70
Α.5.3. ΠΟΛΙΤΙΚΗ__________________________________________________ 71
Α.5.4. ΕΘΝΟΣ_____________________________________________________ 73
Α.5.5. ΜΕΡΙΜΝΑ ΚΡΑΤΟΥΣ__________________________________________ 74
ΜΕΡΟΣ Β’ – ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΡΕΥΝΑΣ__________________________________ 77
Β.1. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ_______________________________ 77
Β.2. ΠΕΡΙΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ.____________________________ 92
Β.2.1. Γενικά ανθρωποκοινωνικά χαρακτηριστικά_________________ 92
Β.2.2.1. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΔΙΟ_______________________________________ 101
Β.2.2.1.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ________________________________________ 114
Β.2.2.2. ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΠΕΔΙΟ______________________________________ 117
Β.2.2.2.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ________________________________________ 129
Β.2.2.3. ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ_________________________________________ 131
Β.2.2.3.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ________________________________________ 150
Β.2.2.4. ΕΘΝΟΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ________________________________________ 152
Β.2.2.4.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ________________________________________ 159
Β.2.2.5. ΠΕΔΙΟ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ________________________________ 161
Β.2.2.5.1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ________________________________________ 174

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΣΥΖΗΤΗΣΗ__________ 176

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ_______________________________________ 182

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ__________________________________________ 183
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΩΝ
























Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η εθνική συμφορά του 1922 είχε ως αποτέλεσμα το ξερίζωμα του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Πάνω από 1.300.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να επαναπατρισθούν βίαια, εγκαταλείποντας μαζί με τις περιουσίες τους και τον πολιτισμό τους. Στην παγκόσμια ιστορία η Σύμβαση της υποχρεωτικής ανταλλαγής των πληθυσμών της Ελλάδας και Τουρκίας είναι το μόνο παράδειγμα. (Φωτιάδης: 59)
Οι ελληνικές υπηρεσίες υπολόγισαν ότι κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 κατέφυγαν στην Ελλάδα 700.000 πρόσφυγες, στους οποίους, μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών από το 1923, προσετέθησαν ακόμη 800.000. Σύνολο 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες, στους οποίους πρέπει να συναθροισθούν οι προηγούμενοι χιλιάδες πρόσφυγες της Άνω Μακεδονίας, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Αλβανίας και της Νοτίου Ρωσίας που είχαν βρει άσυλο μεταξύ των ετών 1913-1919 (Μέρτζος: 9-14).
Στα πλαίσια της Διεθνούς Συνδιάσκεψης της Λωζάνης η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν το 1923 σύμβαση για την μεταξύ τους υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Κατά την ανταλλαγή έφυγαν 300.000 περίπου Μουσουλμάνοι και εγκαταστάθηκαν 700.000 Έλληνες πρόσφυγες στην Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη, κυρίως από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Υπολογίζεται πως το 1928 το 25% της Μακεδονίας ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές.
Κατά τη σύμβαση η ανταλλαγή έπρεπε να αρχίσει την 1η Μαΐου 1923. Ωστόσο ο μεγαλύτερος όγκος των προσφύγων από το μικρασιατικό και θρακικό ελληνισμό, καθώς και από την περιοχή του Καυκάσου, κατέκλυσε την Ελλάδα στη διάρκεια του Μικρασιατικού Πολέμου (1920-1922) και κυρίως, μετά τη συνακόλουθη καταστροφή. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εξωτερικών, οι πρόσφυγες  που κατέφυγαν στην Ελλάδα, από τον Αύγουστο μέχρι και το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1922, ανέρχονται σε 808.320 άτομα (Πελαγίδης, 1994: 64).
Έτσι η Ελλάδα, ηττημένη βαριά, διχασμένη ακόμη βαθειά, κατεστραμμένη πλήρως οικονομικά και κοινωνικά από τουλάχιστον διακόσιες χιλιάδες ανέργους, ανειδίκευτους και φτωχούς εφέδρους της Στρατιάς Μικράς Ασίας, αντιμετώπιζε οξύτατο προσφυγικό πρόβλημα. Επί πλέον, οι αντιδράσεις των περισσότερων γηγενών απέναντι στους επήλυδες πρόσφυγες («φερμένους», «ξένους», «ματζίριδες» κ.α.) κυμαίνονταν από την επιφυλακτικότητα έως και την απροκάλυπτη εχθρότητα.
Όπου δεν υπήρχε μεγάλη ιδιοκτησία, υπήρχαν έλη και ρηχές λίμνες. Η ελονοσία ήταν η πιο θανατηφόρα ασθένεια με δεύτερη τη φυματίωση, που αθροιστικά σκότωναν πολύ περισσότερους από όσους οι πόλεμοι. Οι πόλεις, με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη, ήταν μικρές και η εγκατάσταση αστών προσφύγων προκαλούσε έκρηξη πληθυσμού, ανεργίας, προστριβών και επείγουσας ανάγκης στοιχειωδών τουλάχιστον υποδομών.
Με την αρωγή ελληνικών και ξένων ιδιωτικών φιλανθρωπικών οργανώσεων, τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό και την αποφασιστικότητα του κράτους, οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε 1.954 αγροτικούς οικισμούς, σε μεγάλη πλειοψηφία καινούργιους εντελώς. Στη Μακεδονία χτίστηκαν 1.047 αγροτικοί οικισμοί με 446.094 πρόσφυγες, στη Δυτική Θράκη 574 αγροτικοί οικισμοί με 72.000 πρόσφυγες και σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ελλάδα μόνο 373.
Στην περιοχή που εξετάζουμε, αναφέρεται κατά τα στοιχεία, ότι σε σύνολο 862.110 προσφύγων όλης της χώρας, στο νόμο Κοζάνης έχουν εγκατασταθεί 6.030 πρόσφυγες και τα νούμερα αυτά διατηρούνται, με λίγους περιορισμούς στην πρώτη απογραφή που έγινε, τον Απρίλιο του 1923. Το 1925, όταν έχει πια ολοκληρωθεί η ανταλλαγή οι αριθμοί είναι διαφοροποιημένοι αισθητά, καθώς οι πρόσφυγες στην Υποδιοίκηση Καιλαρίων ανέρχονται σε 26.257 άτομα, ενώ ο προσφυγικός πληθυσμός ενισχύεται ακόμα περισσότερο το 1928, αφού η προσφυγική αποκατάσταση έχει πια οριστικοποιηθεί (Πελαγίδης, 1994: 69). Στην περιοχή της Εορδαίας το 1928 σε συνολικό αριθμό 36.853 κατοίκων, οι γηγενείς ανέρχονται σε 13.568 και οι πρόσφυγες σε 23.285 άτομα.









Από φυσική άποψη η Δυτική Μακεδονία αποτελεί ένα αρκετά εκτεταμένο οροπέδιο μήκους 250 χλμ, περίπου, και πλάτους 100 χλμ., με μέσο υψόμετρο κυμαινόμενο μεταξύ 400 και 700μ. Φυσικά όρια της περιοχής αποτελούν οι γνωστές οροσειρές του Βερμίου, ανατολικά, της Πίνδου, δυτικά, του Καϊμακτσαλάν, βόρεια, και Χασίων και Καμβουνίων, νότια. Αλλά και ο μεταξύ των ορεινών αυτών όγκων χώρος είναι γεμάτος από δασικές εκτάσεις. Συνολικά, οι δασωμένες εκτάσεις της Δυτικής Μακεδονίας ανέρχονται σε 1.264.500 στρέμματα, έναντι των 6.145.100 στρ. όλης της Μακεδονίας. Οι εκτάσεις αυτές καλύπτουν το 13,5% της όλης επιφάνειας (18% του Νομού Φλώρινας και 9% του Νομού Κοζάνης), με μέση αντιστοιχία 4,5 στρεμμάτων για κάθε κάτοικο (5,6 στο Νομό Φλώρινας και 3,6 στο Νομό Κοζάνης).
Η σημερινή Επαρχία Εορδαίας του νομού Κοζάνης ανήκε σε όλη της την έκταση στην αρχαία Εορδαία, η οποία ταυτίζεται με την περιοχή που περικλείουν τα όρη Βέρμιο στα ανατολικά και νοτιοανατολικά, με σύνορα τη Βοττιαία και την Ελιμειώτιδα αντίστοιχα. Το Άσκιο, το Μουρίκι και το Βέρνο στα νοτιοδυτικά, δυτικά και βορειοδυτικά, με σύνορα την Ελιμειώτιδα, την Ορέστιδα και τη Λυγκήστιδα και το Βόρα στα βόρεια, με σύνορα τη Λυγκήστιδα και την Αλμωπία.
Στα αρχαία χρόνια ήταν ένα από τα κράτη της Άνω Μακεδονίας και οι κάτοικοί της οι Εορδοί, ήταν βασικοί εταίροι του μακεδονικού κράτους, που ενίσχυσαν την μακεδονική εποποιία με άνδρες σαν τον Πείθωνα Κρατεύα και τον Αριστόνου τον Πεισαίου.
Διάσημο ιστορικό πρόσωπο της αρχαίας Εορδαίας ήταν ο στρατηγός του Αλεξάνδρου Πτολεμαίος ο Λάγου, ο γενάρχης της δυναστείας στην Αίγυπτο, το όνομα του οποίου πήρε στα χρόνια του μεσοπολέμου η νεώτερη πρωτεύουσα της Εορδαίας, Πτολεμαΐδα (Εορδαίας Εγκώμιον: 5).
Στο πέρασμα των χρόνων το κρατίδιο των Εορδών ανέπτυξε ισχυρή δύναμη, δικό του τρόπο στις τέχνες και τον πολιτισμό, αλλά επειδή δέχθηκε πολλές επιθέσεις από διάφορους επιδρομείς, αναγκάσθηκε να ενσωματωθεί στο κράτος των Αιγών, εξαιτίας και των φιλικών σχέσεων που διατηρούσε προς αυτό. Η γρήγορη εξέλιξη του κράτους των Αιγών, στο οποίο βασιλείς μεταξύ των άλλων διετέλεσαν ο Φίλιππος Β και ο Μέγας Αλέξανδρος, είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη αφομοίωση των Εορδών στο κράτος των αρχαίων αυτών Μακεδόνων.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια η περιοχή της Εορδαίας έγινε το επίκεντρο πολλών συγκρούσεων, κατά την προσπάθεια των Ρωμαίων να εισέλθουν στην ηπειρωτική Ελλάδα, λόγω του ότι την περιοχή διέσχιζε η Εγνατία Οδός που συνέδεε τη Δύση με την Ανατολή.
Στα Βυζαντινά χρόνια η ευρύτερη περιοχή του νομού Κοζάνης διοικητικά ανήκει στο Β’ θέμα της Αυτοκρατορίας, όπου, όπως ολόκληρη η Μακεδονία δέχθηκε αλλεπάλληλες επιδρομές από Γότθους και Οστρογότθους, καθώς από Αβάρους και Σλάβους. Κατά το 14ο αιώνα οι Σέρβοι με αρχηγό τους το Στέφανο Δουσάν κατέλαβαν την περιοχή για λίγα χρόνια για να ακολουθήσει η υποδούλωση της από τους Τούρκους, οι οποίοι γίνονται κύριοι της Βαλκανικής το 1389 μ. Χ. με τη μάχη στο Κοσσυφοπέδιο και το 1430 μ. Χ. με την άλωση της Θεσσαλονίκης.
Στις 15 Οκτωβρίου 1912, η πόλη της Πτολεμαϊδας, που τότε ονομαζόταν «Καϊλάρ» και η περιοχή «Επαρχία Καϊλαρίων», ελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό.
Η συνεισφορά της Εορδαίας τόσο κατά τους αγώνες του 1854-1878, όσο και κατά τον Μακεδονικό Αγώνα είναι μεγάλη, καθώς σπουδαίοι οπλαρχηγοί ήταν από την περιοχή. Με βασιλικό διάταγμα στις 11-9-1916, η περιοχή μετονομάσθηκε σε επαρχία Εορδαίας και απαριθμεί 5.654 κατοίκους, που διαμένουν σε δύο ανεξάρτητους μεταξύ τους οικιστικούς πυρήνες.
Κατά την περίοδο 1923-1930, η Δυτική Μακεδονία, διοικητικά, είναι διαιρεμένη στους Νομούς Κοζάνης και Φλώρινας. Οι δύο άλλοι σημερινοί Νομοί ιδρύθηκαν αργότερα: της Καστοριάς το 1941, των Γρεβενών το 1964. Στον πρώτο υπάγονταν οι επαρχίες Κοζάνης, Εορδαίας, Ανασελίτσας, Γρεβενών, ενώ στο δεύτερο οι επαρχίες Φλώρινας και Καστοριάς. Η συνολική τους επιφάνεια ανέρχεται σε 10.018 τ.χλμ. (6.362 του Νομού Κοζάνης και 3.656 του Ν. Φλώρινας).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ



Περνώντας την ανατολική έξοδο της Πτολεμαΐδας και ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί στα χωριά του Βερμίου στο 4° χιλιόμετρο, συναντούμε τη διακλάδωση Ανατολικού και Αγίου Χριστόφορου. Παίρνοντας τη δεξιά κατεύθυνση μετά από 3 χιλιόμετρα φτάνει κανείς στον Άγιο Χριστόφορο. Το Δημοτικό Διαμέρισμα του Αγίου Χριστόφορου είναι χτισμένο στην πλαγιά του Βερμίου σε υψόμετρο 670 μέτρων[1].
Το χωριό ανήκει στο δήμο Αγίας Παρασκευής, που συστάθηκε από τις κοινότητες Αγίου Χριστοφόρου, που είναι και η έδρα του δήμου, Ερμακιάς, Καρυοχωρίου και Σπηλιάς.
Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Τρέπιστα. Οι κάτοικοι του χωριού έζησαν πολύ δύσκολα χρόνια κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και επαναστάτησαν πολλές φορές κατά αυτού, με αποτέλεσμα να καίγεται συχνά και να χτίζεται ξανά πάντα σε διαφορετική τοποθεσία.
Αρχαιολογικά ευρήματα του 2ου και 4ου αιώνα έχουν βρεθεί στην περιοχή, όπως αρχαιολογικός οικισμός, ο οποίος επί Βυζαντίου ονομαζόταν «Παναγία». Σύμφωνα με την παράδοση, ο οικισμός είχε 9 χιλιάδες κατοίκους και 22 βυζαντινές εκκλησίες (Τσολάκης, 2002: 653).
Το χωριό αναγνωρίζεται ως κοινότητα με το ΒΔ 19.12.1918 ΦΕΚ Α260/1918 και μετονομάζεται με το Δ. 20.11.1927 ΦΕΚ Α 18/1927 σε Άγιο Χριστόφορο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ.
581
704
936
835
909
838
928
791
810

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 104 πρόσφυγες, από τους οποίους 44 άνδρες και 60 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται απο το Γραφείο Εποικισμού 107 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 467 άτομα[2].
Το 1971 στους πρόσφυγες του χωριού μοιράστηκαν από το κράτος 295 κλήροι (10.325 στρέμματα), ενώ το 1976 καταμετρήθηκαν και διανεμήθηκαν 134 οικόπεδα (254 στρέμματα).
Γνωρίζουμε πως το 1905 υπάρχει στο χωριό Γραμματοδιδασκαλείο με 30 μαθητές και Γραμματοδιδάσκαλο τον Νικολάου Σωτήριο (Αδάμου, 1994: 253). Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει στον Άγιο Χριστόφορο μεικτό μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον κ. Τέρπου Κων/νο και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό την κα. Αρίστη Στεφάνου (Μανάδης, 2000: 212). Σύμφωνα με τοπική εφημερίδα της εποχής, το 1929 προκηρύσσεται διαγωνισμός για την ανέγερση Δημοτικού Σχολείου[3].
Στον Άγιο Χριστόφορο υπάρχει η εκκλησία του Άγιου Νικολάου, η οποία φτιάχτηκε το 1904. Στο ναό υπάρχουν παλαιές εικόνες με την τεχνοτροπία των τεχνιτών του Πύργου Εορδαίας. Απέναντι του βρίσκεται ο ναός του Αγίου Χριστόφορου που άρχισε να χτίζεται από το 1971 και σήμερα γίνεται η αγιογράφηση του. Είναι ο πολιούχος άγιος και γιορτάζεται πανηγυρικά κάθε χρόνο στις 9 Μαΐου.
Λίγο πιο μακριά από τον οικισμό υπήρχε μια ιαματική πηγή και η πίστη του λαού ότι το νερό της γιατρεύει, οδήγησε τους κατοίκους στο χτίσιμο ενός ναού το 1939 αφιερωμένο στη Ζωοδόχο πηγή. Αργότερα η εκκλησία αφιερώθηκε στην Αγία Παρασκευή αλλά η θρησκευτική πανήγυρης εξακολουθεί και γίνεται την Παρασκευή μετά το Πάσχα.
Η Αναρράχη ανήκει στην επαρχία Εορδαίας, του νομού Κοζάνης και βρίσκεται 13 χιλιόμετρα δυτικά της Πτολεμαΐδας. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Μουρικίου σε υψόμετρο 710 μ. Σήμερα η Αναρράχη είναι ένα από τα έξι δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Μουρικίου, του οποίου η έδρα βρίσκεται στο Εμπόριο.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Δέβρη ή Δίβρη και ανήκε στην δικαιοδοσία του Αλή Πασά. Αργότερα μεταβιβάστηκε στην αρμοδιότατα του Βιλαετίου του Μοναστηρίου. Η Δέβρη μετονομάστηκε στο σημερινό της όνομα με το Δ. 20.8.1927 ΦΕΚ Α 179/1927.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
1396
1271
1628
1519
1478
1131
1192
1151
1150

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 133 πρόσφυγες, από τους οποίους 59 άνδρες και 74 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται απο το Γραφείο Εποικισμού 214 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 856 άτομα. Οι πρόσφυγες κατάγονταν από διάφορες περιοχές του Πόντου (Ορντούν, Κερασούντα, Μενέτ, Τρίπολη, Σιμικλή, Αλούτσερα), της Μικράς Ασίας (Προύσα) και της Θράκης.
Η διανομή των κλήρων και των οικοπέδων πραγματοποιήθηκε στο χωριό το 1937 και 1961, όπου μοιράστηκαν 274 κλήροι (8.098 στρέμματα) και 305 οικόπεδα (465 στρέμματα), αντίστοιχα.
Αναφορικά με την εκπαίδευση στην Αναρράχη, στα χρόνια της τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα μέχρι το 1890, λειτουργούσε ελληνικό σχολείο, του οποίου η λειτουργία σταμάτησε μετά από πίεση των Βουλγάρων στην περιοχή. Το 1905 υπάρχει στο χωριό Δημοτικό σχολείο και νηπιαγωγείο. Με την απελευθέρωση της Μακεδονίας, την άνοιξη του 1913 ιδρύθηκε Δημοτικό σχολείο, που λειτουργούσε ως διθέσιο μέχρι το 1923 και ως τριθέσιο μέχρι το 1942. Το 1977 έγινε πενταθέσιο. Τον Ιανουάριο του 2001 συνενώθηκε με το σχολείο του Εμπορίου και μεταφέρθηκε στο νέο κτίριο που βρίσκεται ανάμεσα στα χωριά Αναρράχη – Εμπόριο.
Στην Αναρράχη υπάρχουν τρεις θρησκευτικοί ναοί:
Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου: Ο ναός χτίστηκε το 1858, όταν το χωριό υπαγόταν εκκλησιαστικά στην Ιερά Μητρόπολη «Μογλενών και Εμπορίου», επί Μητροπολίτου Νεόφυτου. Το φθινόπωρο του 1859 τελέστηκαν τα εγκαίνια του ναού από τον Μητροπολίτη Μελέτιο και ιερέας ήταν ο Αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος. Το 1927 ο ναός κατεδαφίστηκε και στη θέση του έμεινε ένα μικρό εκκλησάκι. Ο ναός θεμελιώθηκε εκ νέου στις 22-6-1986.
Εξωκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου: το εκκλησάκι βρίσκεται ανατολικά του χωριού, στο δρόμο προς τη Βλάστη και χτίστηκε το 1971, δωρεά του δασκάλου του χωριού Κων/νου Κυρζίδη.
Εκκλησάκι Κοιμήσεως της Παναγίας: το εκκλησάκι βρίσκεται στην περιοχή «Μέλιο» έξω από το χωριό και χτίστηκε πριν πενήντα χρόνια περίπου.
Έντονη είναι και η πολιτιστική δραστηριότητα στο χωριό, καθώς έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν πολιτιστικοί και φυσιολατρικοί σύλλογοι, όπως:
Ο Σύλλογος Ποντίων Αναρράχης: ο σύλλογος ιδρύθηκε το 1932 και αποτελεί τον πρώτο σύλλογο του Νομού Κοζάνης. Μετά το 1979 υπάρχει επίσημο καταστατικό του συλλόγου και σκοπός του είναι η διάσωση και διάδοση του ποντιακού στοιχείου, των ιδιαίτερων παραδόσεων, των ηθών και εθίμων των Ποντίων.
Η Κοινότητα Νέων Αναρράχης: ο σύλλογος ιδρύθηκε το 1957 και απέκτησε επίσημο καταστατικό το 1979. Πρόεδρος του συλλόγου ήταν ο Λαρχανίδης Γεώργιος και αντιπρόεδρος ο Μωυσίδης Ιωάννης. Σκοπός της ίδρυσής του είναι η συσπείρωση και η συνεργασία των νέων του χωριού σε θέματα λαογραφίας και παράδοσης.
Ο Φυσιολατρικός σύλλογος Αναρράχης: ο σύλλογος ιδρύθηκε το 1999 και είχε 98 μέλη. Πρόεδρος του συλλόγου είναι ο κ. Κουμανίδης Λάζαρος. Σκοπός της ίδρυσης του συλλόγου είναι ο εξωραϊσμός χώρων φυσικής ομορφιάς.


Η Ασβεστόπετρα βρίσκεται στα βορειοανατολικά του Άσκιου σε υψόμετρο 635μ., πλησίον του δασωμένου λόφου Προ­φήτη Ηλία, στο οποίο  είναι κτισμένο ομώνυμο γραφικό εξωκλήσι και υπάρχουν ίχνη αρχαιοτάτου φρουρίου. Το όνομα της το οφείλει στην πληθώρα των ασβεστολιθικών  πετρωμάτων της περιοχής της.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας το χωριό ονομαζόταν Χασάνκιοϊ. Μετονομάστηκε σε Ασβεστόπετρα με το Δ. 20.1.1927 ΦΕΚ Α 179/1927.
Κατά τον Μακεδονικό αγώνα οι κάτοικοι ανέθεσαν σε εξαμελή επιτροπή τον συντονισμό των ενεργειών για την παροχή τρο­φίμων και πληροφοριών στο Σώμα του Καπετάν Βάρδα (Γ. Τσόντου). Την  επιτροπή   αποτελούσαν   οι:   Παπαμανώλης Χρήστος, Στέφανος και Κύρος-Ιωάννης Καραβόλτσης, Χρήστος Μπαμπαλίκης και Κοσμάς Τσιότσιος. Ο τελευταίος ακολούθησε ως αντάρτης τον Καπετάν Βάρδα. Μνημείο έχει στηθεί στην αυλή του σχολείου για τους πεσόντες στους αγώνες υπέρ της πατρίδος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
997
1061
1305
1148
1158
1032
896
828
740

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 139 πρόσφυγες, από τους οποίους 66 άνδρες και 73 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 165 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 524 άτομα.
Το 1960 διανεμήθηκαν 266 κλήροι (25.152 στρέμματα) στο χωριό και το 1986 οικόπεδα συνολικής έκτασης 400 στρεμμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελάσσονος, το 1905 στο χωριό υπάρχει Δημοτική Σχολή με 25 μαθητές και Γραμματοδιδάσκαλο τον Γαδέση Παντελή. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μονοτάξιο Δημοτικό με διευθυντή τον Τριαντάφυλλο Κύρου και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό την Θεολογίδου Φωτεινή.
Τοπική εφημερίδα της εποχής αναφέρει το 1929, πως το μολυσμένο κλίμα στο χωριό, εξαιτίας των ελών τα οποία βρίσκονται εντός αυτού, προκαλεί έντονη ανησυχία στους κατοίκους της περιοχής, καθώς απειλείται άμεσα η ζωή τους. Οι κάτοικοι ζητούν την αποξήρανση των ελών[4].
Στις 10.01.1932 αναφέρεται επίσης η ίδρυση Γυμναστικού Συλλόγου με την ονομασία «Ερμής» με ψηφισθέν κονδύλιο 2000 δρχ. Επίσης λειτουργεί Νυχτερινή Σχολή για αγράμματους, η οποία διευθύνεται από τους Τριαντάφυλλο Κύρου και Αντώνη Αγγελίδη[5].
Κατά την Βυζαντινή περίοδο σπουδαία οδική αρτηρία περνούσε από την περιοχή αυτή με κατεύθυνση προς το Βαρικό – Κλεισούρα και συνδεόταν με την Εγνατία οδό. Προς την κατεύθυνση αυτή και σε απόσταση 1,5 χιλ. από το Δροσερό υπάρχουν υπολείμματα παλαιού οικισμού, τα οποία αποκαλύπτονται  κατά την καλλιέργεια των αγρών. Η τοποθεσία ονομάζεται «Κάμπος». Όπως αναφέρει ή τοπική παράδοση, εδώ υπήρχε το χωριό «Άγιος Γεώργιος» ,το οποίο είχαν ιδρύσει κατά τους πρώτους χρόνους της Βυζαντινής αυτοκρατορίας Ηπειρώτες μέτ­οικοι, πρόγονοι των σημερινών κατοίκων του Δροσερού.
Με την υποδούλωση της Μακεδονίας στους Τούρκους ο «Άγιος Γεώργιος» και ή «Ακρόπολις» καταστράφηκαν. Όσοι από τους κατοίκους διασώθηκαν, εγκαταστάθηκαν στην θέση του σημερινού χωρίου.
Στη θέση «Κάμπος» μεταφέρθηκε και φυλάσσεται στο Σχολείο ένα μαρμάρινο κιονόκρανο.  Κίονας  μαρμάρινος βρίσκεται στη θέση αυτή όπου βρέθηκε το κιονόκρανο και υπάρχουν θεμέλια κτιρίου και υπολείμματα υδραγωγείου.
Το χωριό κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας ονομαζόταν Έλος, Κνούφι ή Κονούφιον. Μετονομάστηκε σε «Δροσερό» με το Δ. 20.9.1955 .
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
462
437
523
484
486
392
373
377
327

Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται απο το Γραφείο Εποικισμού 59 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 235 άτομα.
Το 1982 έγινε διανομή οικοπέδων στους πρόσφυγες από το κράτος [81 οικόπεδα (90 στρέμματα)].
Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μονοτάξιο Δημοτικό, με δασκάλα την Αγνή Αλαβάνου. Το 2002 λειτουργεί μονοθέσιο νηπιαγωγείο με πρόεδρο τον κ. Πανταζή Κωνσταντίνο (Τσολάκης, 2002: 642).
Το Εμπόριο ανήκει στην επαρχία Εορδαίας του νομού Κοζάνης και απέχει 14 χιλιόμετρα από την Πτολεμαΐδα. Είναι κτισμένο στους πρόποδες του όρους Μουρικίου (1800 μ.) σε υψόμετρο 690 μ. Ανατολικά του Εμπορίου βρίσκεται η Αναρράχη, βορειοδυτικά το Μηλοχώρι και ο Φούφας (Παλαιοχώρι).
Το Εμπόριο διατήρησε το όνομά του αναλλοίωτο στη διάρκεια των αιώνων, ακόμα και στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν άλλο όνομα για το χωριό, το «Αηνουριέ» και σύμφωνα με τίτλο του αυτοκρατορικού κτηματολογίου, υπαγόταν στη διοίκηση Σερβίων, της επαρχίας Τζεμιλέ.
Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα το Εμπόριο σημείωσε αξιόλογη δράση. Η οικία Θωμά Δαλάκη χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη όπλων και πυρομαχικών, με τα οποία τροφοδοτούνταν οι Αγωνιστές, που δρούσαν στην περιοχή του Μουρικίου.
Πολλοί κάτοικοι συμμετείχαν ενεργά στον αγώνα, αλλά από αυτούς ξεχωρίζει ιδιαίτερα ο Βασίλειος Βύζας (1879-1943). Γεννήθηκε στο Εμπόριο, αλλά αργότερα μεταναστεύει στην Οδησσό για καλύτερη τύχη. Αποκτά χρήματα και τα διαθέτει για το χτίσιμο Ελληνικού σχολείου στην πατρίδα του. Είναι η εποχή κατά την οποία επεκτείνεται η προπαγάνδα των Βουλγάρων στην περιοχή. Ο ίδιος τιμήθηκε το 1932 με μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα και εγγράφηκε στην επετηρίδα των Μακεδονομάχων, με αύξοντα αριθμό 49. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1903 διορίστηκε από τη Μητρόπολη Μογλενών ως δάσκαλος της ελληνικής γλώσσας στο σχολείο του Εμπορίου.
Το Εμπόριο αναγνωρίζεται ως κοινότητα με το ΒΔ 19.12.1918 ΦΕΚ Α260/1918.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του Εμπορίου τα τελευταία 100 χρόνια έχει ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
1180
1078
1177
1173
1169
917
924
922
1003

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 63 πρόσφυγες, από τους οποίους 31 άνδρες και 32 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται απο το Γραφείο Εποικισμού 45 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 186 άτομα.
Η διανομή κλήρων και οικοπέδων πραγματοποιήθηκε στο χωριό το 1927 όπου μοιράστηκαν 51 κλήροι (1.170 στρέμματα) και 69 οικόπεδα (22 στρέμματα).
Το 1905 υπάρχει στο Εμπόριο Δημοτική Σχολή και Παρθεναγωγείο. Επίσης καταγράφεται Δημοτική Σχολή και νηπιαγωγείο για τους σχισματικούς κατοίκους του Εμπορίου, καθώς και Σχολαρχείο. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει στο Εμπόριο τριτάξιο μεικτό Δημοτικό σχολείο με 171 μαθητές, καθώς και νηπιαγωγείο με 44 μαθητές.
Στο χωριό υπάρχουν τρεις θρησκευτικοί ναοί:
Ο Ιερός Ναός Αγίου Μηνά: Ο ναός χτίστηκε σε θεμέλια παλαιού ναού το έτος 1815 επί αρχιερατείας του Μητροπολίτου Μογλενών και Εμπορίου Τιμόθεου και εφημερίας του ιερομόναχου Κύρου Βησαρίωνος. Για την ανέγερσή του εκδόθηκε Πατριαρχική άδεια και σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεούφ Πασά, από την Κωνσταντινούπολη. Το 1920 κατέβασαν τις παλαιές δοκούς της εκκλησίας και την κατεδάφισαν. Το 1921 την ξανάχτισαν πάνω στα ίδια θεμέλια με πέτρα, ξύλο και πηλό, επί αρχιερατείας του Μητροπολίτου Μογλενών και Φλωρίνης Πολύκαρπου. Από το χτίσιμό του το 1815 μέχρι και τη μεταφορά της έδρας της Μητροπόλεως από το Εμπόριο στη Φλώρινα το 1861, ο ναός του Αγίου Μηνά ήταν ο Μητροπολιτικός Ναός. Ο Αθανάσιος Παπαδημητρίου κατείχε τη θέση του ιερέα στον ναό την περίοδο 1906-1935.
Μέσα στο ναό υπάρχουν πέρα από πολλές και σπουδαίες αγιογραφίες, εικόνες που έφεραν πόντιοι πρόσφυγες το 1924 από την Αργυρούπολη του Πόντου και χρονολογούνται από το 1905-1906.
Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου: Η πρώτη μαρτυρία για το ναό είναι από το έτος 1754, όταν ο τότε εφημέριος του χωριού, ο πατήρ Δημήτριος αγοράζει μια σειρά δώδεκα μηνιαίων και τα αφιερώνει στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου. Τη δεκαετία του 1930 γκρεμίζεται και κτίζεται όπως είναι σήμερα. Τη περίοδο 1906-1941 ιερέας του ναού είναι ο Δημήτριος Τσολάκης.
Το Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης: Ο ναός χτίστηκε πάνω σε ερείπια Βυζαντινού ναού στις αρχές του 1800. Το 1959 κατεδαφίστηκε και ξαναχτίστηκε. Ομοίως συνέβη και το 1987, όπου κτίστηκε με τη σημερινή του μορφή.
Επίσης το 1929 υπήρχε Σχολή Έκθεσης και Εκμάθησης Καλλιτεχνικών έργων Οικοκυροσύνης. Άρχισε να λειτουργεί στις 16 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.
Το χωριό εκτείνεται στις παρυφές δύο λοφίσκων, οι οποίοι διαχωρί­ζονται από μικρές κοιλάδες. Στο μέσον της κοιλάδας αυτής, ως συνδετικός κρίκος των δύο συνοικιών, υπάρχει ο Ναός του Ιωάννου Χρυσοστόμου. Οι λοφίσκοι που βρίσκονται δυτικά του χωριού δημιουργούν στενωπό από την οποία διέρχε­ται η οδός από Κοζάνη προς Πτολεμαΐδα.
Το χωριό διατήρησε την ονομασία του και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αναγνωρίστηκε επίσημα ως κοινότητα το 1918 και δεν μετονομάστηκε, όπως τα υπόλοιπα χωριά το 1927.
Στις 3 Νοεμβρίου 1912 έγινε η μάχη του Κομάνου, όπου τελείωσε με την υποχώρηση των Τούρκων και την καταδίωξή τους προς τα Καιλάρια (Πτολεμαΐδα).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
329
555
747
823
956
1017
1067
817
523
Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 39 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 145 άτομα.
Το 1939 διανεμήθηκαν στο χωριό από το κράτος 117 κλήροι (3.593 στρέμματα), ενώ η διανομή των οικοπέδων πραγματοποιήθηκε το 1982 (226 στρέμματα).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσόνος το 1905 στο χωριό υπάρχει Γραμματοδιδασκαλείο με 27 μαθητές και Γραμματοδιδάσκαλο τον Στέφανο Χρήστου. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε ότι το 1924-1925 υπάρχει μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον Ιωάννη Καρδάρα και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό την Δημητρίου Ολυμπία.
Στην είσοδο του χωριού, αριστερά, σε δασωμένο λόφο βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, χτισμένη το έτος 1858. Στην μικρή κοιλάδα στο μέσο του χωριού βρίσκεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Ο κεντρικός ναός του χωριού είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Ιωάννου Χρυσοστόμου, στη μνήμη του οποίου 26 Ιουλίου γίνεται πανηγύρι με τοπικούς λαϊκούς χορούς.
Η Κρυόβρυση αποτελεί συνοικισμό, πού υπάγεται στην Κοινότητα Άρδασσας. Ευρίσκεται σε απόσταση 3 χιλ. απ' αυτή, συνδέεται με αστική συγκοινωνία με την Πτολεμαΐδα. Κτίσθηκε σε  ωραία τοποθεσία σε πεδινή έκταση, που βρίσκεται  στους Β.Δ. πρόποδες του όρους Ασκίου.
Με τις υπάρχουσες εν­δείξεις συμπεραίνεται, ότι η ιστορία του χωρίου τοποθετείται στην Βυζαντινή, τουλάχιστον, εποχή. Αυτό αποδεικνύεται από τα  ερείπια  παλαιού Βυζαντινού Κά­στρου, για το οποίο υπάρχει ο θρύλος μεταξύ των κατοίκων, ότι υποτάχθηκε κατόπιν πολιορκίας, που προηγήθηκε  με την διακοπή παροχής νερού.
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Ραδούνιστα. Μετονομάστηκε σε Κρυόβρυση με το Δ. 20.1.1927 ΦΕΚ Α 18/1927.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
66
200
-
236
217
168
248
204
191

Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 34 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 134 άτομα.
Κλήροι διανεμήθηκαν από το κράτος στους πρόσφυγες του χωριού το 1972 και 1981, όπου καταγράφονται οι αριθμοί 23 (72 στρέμματα) και 99 (2.835 στρέμματα) αντίστοιχα.  Οικόπεδα διανεμήθηκαν το 1979, 56 σε αριθμό (282 στρέμματα).
 Η Μαυροπηγή εκτείνεται στις νοτιοανατολικές παρυφές του λόφου Αγίου Μάρκου. Στα τέσσερα άκρα του οικισμού της, πού συμπίπτουν με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έχουν τα Ιερά τους οι προστάτες «Άγιοι του τόπου». Στο βορρά ό Άγιος Νικόλαος, στο νότο η Αγία Παρασκευή, στα ανατολικά ο πολιούχος Άγιος Δημήτριος και στα δυτικά ο Άγιος Μάρκος. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι, οι «Άγιοι ως άγρυπνοι φύ­λακες κατέλαβαν τις θέσεις αυτές για να προστατεύουν τον οικισμό από καταστροφές».
Τα ερείπια  δύο ακροπόλεων, πού υπάρχουν στους λόφους του Αγίου Μάρκου και του Μεγάλου Κάστρου, συνολικής έκτασης 500 στρεμ­μάτων και ίχνη οικισμού στην θέση « Ισωμά », ανατολικά του Μεγάλου Κάστρου, μαρτυρούν, ότι στον τόπο αυτό άκμασε κατά τους αρχαίους χρόνους πόλη κραταιά και πολυάνθρωπη.
Με την κατάληψη της Μακεδονίας από τους Τούρκους, φαίνεται ότι ή πόλη κατεστράφη και ελάχιστοι από τους κατοίκους διεσώθησαν. Κατά το έτος 1750 πολλοί Έλληνες από διάφορα μέρη της τουρκοκρατούμενης Μακεδονίας, Ηπεί­ρου και Θεσσαλίας εγκαταστάθηκαν στη Μαυροπηγή ως κολίγοι του Τούρκου Μπέη για να βρουν ασφάλεια και εργασία. Κατά την διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, το χωριό χρησιμοποιήθηκε ως εν­διάμεσος σταθμός της κεντρικής επιτροπής Αγώνος Κοζάνης και οπλαρχηγών περιο­χής Ασκίου. Ομάδα συνδέσμων και τροφο­δοτών υπό την αρχηγία των: Νίκου Αλε­ξίου και Καραχαρίση Νικολάου, με την συμπαράσταση όλων των κατοίκων του χωρίου, μετέφερε τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά στα ανταρτικά σώματα. Το 1912 στην μάχη Κομάνου, ο Καραχαρίσης Νικό­λαος, οδηγώντας τα αναγνωριστικά τμήματα της 5ης Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού, συνελήφθη υπό των Τούρκων και κατακρεουργήθει πριν την εισόδου τους στο χωριό. Η Κοινότητα προς τιμήν του και  όλων των πεσόντων υπέρ Πατρίδος ανέγειρε Μνημείο.
Σημαντική πρόοδος παρουσιάζεται στην ζωή του χωριού μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο ανα­δασμός του αγροκτήματος Μαυροπηγής, που έγινε κατά τα έτη 1965-1966, αύξησε την παραγωγή δημητριακών στο τριπλάσιο. Το έτος 1929 εφημερίδα της εποχής αναφέρει την προκήρυξη διαγωνισμού για την κατασκευή του υδραγωγείου της Κοινότητας[6].
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Καραμπουνάρ, που σημαίνει Μαύρη Βρύση. Μετονομάστηκε σε Μαυροπηγή με το Δ. 20.1.1927 ΦΕΚ Α 18/1927.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
473
625
810
791
824
776
826
774
649

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 123 πρόσφυγες, από τους οποίους 59 άνδρες και 64 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 40 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 161 άτομα.
Στη Μαυροπηγή διανεμήθηκαν κλήροι και οικόπεδα στους πρόσφυγες, τα έτη 1927 και 1978, όπου μοιράστηκαν 61 κλήροι (357 στρέμματα) και 58 οικόπεδα (76 στρέμματα) αντίστοιχα.
Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μεικτό μονοτάξιο Δημοτικό με δασκάλα την Κάπτση Φανή. Σύμφωνα με το μαθητολόγιο του έτους 1924, οι άποροι πρόσφυγες μαθητές κατάγονται από Πέργαμο Τραπεζούντας και από το Κάρς Καυκάσου, οι οποίοι αναφέρεται οτι έχουν ανάγκη ιματισμού και υπόδησης[7].
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Λύγκα. Μετονομάστηκε σε Μηλοχώρι με το Δ. 20.8.1927 ΦΕΚ Α 179/1927
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
558
520
774
695
756
600
632
796
743

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 22 πρόσφυγες, από τους οποίους 12 άνδρες και 10 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 77 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 321 άτομα.
Το 1927 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες του χωριού 107 κλήροι (2.292 στρέμματα), ενώ το 1979 δόθηκαν 56 οικόπεδα (223 στρέμματα).
Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον Ιωάννη Πιπιλιάγκα. Σύμφωνα με το μαθητολόγιο του σχολείου, το έτος 1924 οι άποροι πρόσφυγες μαθητές κατάγονται από Κερασούντα, Δέσμενα Τραπεζούντας και Τσαρσαμπά Σαμψούντας[8]. Το 2002 λειτουργούσε μονοθέσιο νηπιαγωγείο και τριθέσιο δημοτικό σχολείο (Τσολάκης, 2002: 649).
Στο χωριό υπάρχει ο Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 1933 από τον μητροπολίτη Πτολεμαΐδας Ιωακείμ Μαρτινιανό (Μανάδης, 1999: 339).

Αρχικά, ο οικισμός βρισκόταν 4 χιλ. βορειοδυτικότερα, πλησίον της Χειμαδίτιδος λίμνης. Εκεί υπάρχουν τα ερείπια των οικιών και των Ναών, καθώς και οι προγο­νικοί τάφοι. Πολλά αντικείμενα, κυρίως εικόνες Αγίων και ιερά σκεύη, έχουν περισυλλεγεί από την θέση αυτή.
Η καταστρο­φή του παλιού οικισμού και των Ναών του έγινε με την κατάληψη της Μακεδονίας απο τους Τούρκους. Οι κάτοικοι πού διασώθηκαν, έγιναν κολλήγοι του Τούρκου Μπέη, στον όποιο παραχωρήθηκε η περιοχή του χωρίου. Ο Μπέης, ανάγκασε τους κολλήγους να μετοικήσουν στην θέση του ση­μερινού χωρίου, για να βρίσκονται στο κέντρο της καλλιεργούμενης περιοχής. Οι κολλήγοι του Μπέη έκτισαν τις οικίες τους ενωμένες, σε ημικυκλικό σχήμα, για να προστατεύονται  από τις επιδρομές των ληστών και των Τουρκαλβανών. Όλες οι οικίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Ψηλός τοίχος έκλεινε το πρόσθιο μέρος του ημικυκλίου. Στο κέντρο του τοίχους αυτού υπήρχε η πύλη της εισόδου του οικισμού.
Κατά το 17ο αιώνα ποιμενικές οικογένειες από τη Βόρειο Ήπειρο εγκαταστάθηκαν στην περιοχή και ονόμασαν τον οικισμό Λεσκοβίκι. Στα χρόνια του Αλή Πασά το χωριό περιήλθε στην δικαιοδοσία του. Στη συνέχεια οι κολίγοι και οι κτηνοτρόφοι αγόρασαν τα κτήματα και δημιούργησαν ενιαίο οικισμό την «Κοινήν Χώραν», όπως αναφέρεται το χωριό σε μηνιαίο περιοδικό του Οκτωβρίου 1879 (Τσολάκης, 2002: 644).
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Ρακίτα. Μετονομάστηκε σε Ολυμπιάδα με το με το Δ. 31.8.1926 ΦΕΚ Α 301/1926-Δ 20.1.1927.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
592
796
984
1014
1054
720
698
889
693

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 28 πρόσφυγες, από τους οποίους 9 άνδρες και 19 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 23 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 77 άτομα.
Το 1982 διανεμήθηκαν στους κατοίκους οικόπεδα συνολικής έκτασης 22 στρεμμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσόνος το 1905 στο χωριό υπάρχει Δημοτική Σχολή και νηπιαγωγείο με 93 μαθητές. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον κ. Μιχ. Σιούγγαρη και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό την κα. Αφροδίτη Πετρίδου. Το 1970 υπάρχει στο χωριό τριθέσιο δημοτικό σχολείο και το 2002 λειτουργεί μονοθέσιο νηπιαγωγείο και τετραθέσιο δημοτικό σχολείο, υπό τη διεύθυνση του Πετρογιάννη Χαράλαμπου (Τσολάκης, 2002: 644).
 Επίσης κατά το 1938 αναφέρεται η λειτουργία της Νυχτερινής Σχολής Ολυμπιάδος κατά την οποία δίδαξαν οι παρακάτω δημοδιδάσκαλοι: Ηλίας τσαπάνης, Βασιλική Αθανασιάδου- νηπιαγωγός Μελπομένη Αγαπάλογλου. Τα μαθήματα άρχισαν 1 Δεκέμβρη και διακόπηκαν 16 Απριλίου[9].
Στην Ολυμπιάδα υπάρχει ο ναός του Αγίου Νικολάου, με έτος κτίσης το 1859. Εντός του Ιερού Ναού φυλάσσονται παλιά εκκλησιαστικά βιβλία με χειρόγραφες ρυθμίσεις και φορητές εικόνες καλλιτεχνικής αξία, έργα ζωγράφων 18ου και 19ου αιώνα. Μεταξύ αυτών οι εικόνες της θεομήτορος και του Σωτήρος Χριστού έ­τους 1793 και του Προφήτη Ηλία με το όνομα του δωρητού «Θωμά Παπαζήκου, 20.11.1863». Ιστορικό κειμήλιο είναι το ειλητό του Ναού.





Α.11. ΠΕΡΔΙΚΑΣ
 Το  χωριό βρίσκεται στο ΒΑ τμήμα του Νομού Κοζάνης της Επαρχίας Εορδαίας στα σύνορα με το νομό Φλώρινας. Είχε κατοικηθεί πριν από 3.000.000 χρόνια από αρχανθρώπους. Αυτό προκύπτει από τον παλαιοντολογικό ελέφαντα που βρέθηκε σε αμμόλοφους του χωριού και του οποίου ο σκελετός βρίσκεται σήμερα σε ένα μικρό μουσείο.
Τον οικισμό τον εγκατέλειψαν οι κάτοικοί του, πιθανόν λόγω της εμφάνισης λοιμού, και έχτισαν το χωριό νοτιότερα όπου βρίσκεται σήμερα. Η παλιά ονομασία του ήταν Ναλμπάν-Κιόι, που σημαίνει χωριό Πεταλοτάδων. Η ονομασία προέρχεται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι, την εποχή εκείνη, ασχολούνταν κυρίως με το πετάλωμα αλόγων. Ασχολία τους επίσης ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία.
Όταν το χωριό υποδουλώθηκε στους Τούρκους, οι Χριστιανοί Έλληνες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να καταφύγουν στα βουνά για να κρυφτούν. Οι Τούρκοι έκαψαν και κατέστρεψαν πολλά σπίτια και σε άλλα εγκαταστάθηκαν αυτοί.
Στα τέλη του 1600 το χωριό αναφέρεται στις σημειώσεις του Τούρκου περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή ως Ναλπάνκιόι. Έχει 150 σπίτια, Τζαμί, λουτρό και χάνι (Τσολάκης, 2002: 645).
Στις 16 Οκτώβρη 1912 δόθηκε μάχη στα νότια του χωριού μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, γνωστή ως «Η μάχη Ναλμπάνκιοϊ» όπου έπεσαν 5 Έλληνες αξιωματικοί και 51 οπλίτες. Η κοινότητα Περδίκα με τη μέριμνα των εφεδροπολεμιστικών οργανώσεων Πτολεμαΐδας στις 30 Ιουνίου 1927 ανήγειρε μνημείο στην άκρη του χωριού εις μνήμη των πεσόντων στη μεγάλη μάχη του Ναλμπάνκιοϊ το 1912 (Μανάδης, 1999: 286).
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Ναλμπάνκιοϊ. Μετονομάστηκε σε Περδίκκας με το Δ. 20.1.1927 ΦΕΚ Α 18/1927.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
820
1112
1256
1280
1455
1439
1663
1867
1854

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 65 πρόσφυγες, από τους οποίους 32 άνδρες και 33 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 175 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 710 άτομα.
Κλήροι διανεμήθηκαν το 1927 (184-11.016 στρέμματα), ενώ οικόπεδα το 1976 (197-603 στρέμματα).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσόνος το 1905 στο χωριό υπάρχει Δημοτική Σχολή με 42 μαθητές. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μεικτό μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον Γεράσιμος Λιναρδάτος και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό την Χαλεποπούλου Ουρανία. Το 2002 λειτουργούσε διθέσιο νηπιαγωγείο, επταθέσιο δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο με διευθυντή τον Παπά Γ. (Τσολάκης, 2002: 645).
Ο Περδίκκας έχει να επιδείξει μια πλούσια αθλητική και πολιτιστική δραστηριότητα με αποκορύφωση την διοργάνωση των Περδικίων, τα οποία είναι η μεγαλύτερη αθλητικο-πολιτιστική διοργάνωση της Δυτικής Μακεδονίας. Η δραστηριότητα αυτή εκφράζεται μέσα από τον εκπολιτιστικό όμιλο ‘ΔΟΞΑ ΠΕΡΔΙΚΚΑ’ που ιδρύθηκε το 1956. Τα «Περδίκεια» τελούνται τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για εκδηλώσεις,  που περιλαμ­βάνουν αθλητικούς αγώνες στίβου, εθνικούς χορούς   και   επιδείξεις.   Τελούνται   στο στάδιο του Περδίκκα. Συμμετέχουν σε αυτά : Αθλητικοί Σύλλογοι   Μακεδονίας, χορευτικά συγκροτήματα, τμήματα επιδεί­ξεων Στρατού και Χωροφυλακής  και  τμήματα προσκόπων και οδηγών. 
Είναι προάστιο της Πτολεμαΐδας και απέχει από αυτήν 4 χιλιόμετρα. Στα νότια δάσος από βελανιδιές, εκτάσεως 1000 στρεμμάτων, αποτελεί τον ζωογόνο πνεύμονα του χωριού. Η υπόλοιπη περιοχή του είναι γυμνή από πράσινο και εκτιθέμε­νη στους βορείους ανέμους. Το υπέδαφος κρύβει πλουσιότατα κοιτάσματα λιγνίτη. Το Προάστιο είναι κτισμένο με ρυμοτομικό σχέδιο. Θρησκευτική πανήγυρη, στην οποία συρρέουν πολλοί προσκυνητές, τελείται την 26η Οκτωβρίου
Το παλαιό όνομα του χωριού ήταν Δουρουτλάρ. Μετονομάστηκε σε Προάστιο με το Δ. 20.1.1927 ΦΕΚ Α 18/1927.
 Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ
394
495
662
659
750
702
829
829
863

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 11 πρόσφυγες, από τους οποίους 4 άνδρες και 24 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται από το Γραφείο Εποικισμού 56 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 226 άτομα.
Το 1926 αποτυπώθηκαν στο χωριό οι κλήροι από την ΕΑΠ, αλλά το 1976 διανεμήθηκαν τελικά οικόπεδα, συνολικής έκτασης 200 στρεμμάτων.
Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μεικτό μονοτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον Παύλος Νικολαΐδη. Σύμφωνα με το μαθητολόγιο του σχολείου το έτος 1924, οι άποροι πρόσφυγες μαθητές κατάγονται από τον Πόντο[10]. Το 2002 λειτουργούσε μονοθέσιο νηπιαγωγείο και εξαθέσιο σχολείο (Τσολάκης, 2002: 646).
Στο Προάστιο υπάρχει ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος ιδρύθηκε κατά την Τουρκοκρατία. Το  1924 το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο αναφέρει πως ο ναός είναι ετοιμόρροπος και απαιτείται χρηματική εισφορά για την επισκευή του (Μανάδης, 1999: 255).




Α.13. ΠΤΟΛΕΜΑΙΔΑ
Η Πτολεμαΐδα είναι πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, έδρα του ομώνυμου Δήμου του νομού Κοζάνης. Είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 600μ., στο βόρειο τμήμα του νομού Κοζάνης, κοντά στα σύνορα με το νομό Φλώρινας.
 Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας η πόλη ονομαζόταν Καιλάρια και ήταν κωμόπολη κυρίως τουρκική. Υπήρχαν δυο μεγάλες συνοικίες, το Άνω και το Κάτω Καιλάρι, οι οποίες χωρίζονταν από έναν μεγάλο βοσκότοπο. Αποτελούσε έδρα Καζά, που υπαγόταν στο Βιλαέτι του Μοναστηριού. Εδώ διέμεναν οι Τούρκοι Μπέηδες και ήταν έδρα του Τουρκικού Στρατού και Ιππικού. Τα Καιλάρια μνημονεύονται το 1661 από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή (Μανάδης, 2000: 30).
Ο ίδιος έρχεται στο Καιλάρι, όπου διαμένει ο ιεροδικαστής (καδής), από τον οποίο παραλαμβάνει τους καταλόγους για τη σύναξη των φόρων. Ο Τσελεμπής αναφέρει πως ήταν ένα χωριό μουσουλμανικό με διακόσια σπίτια, τζαμί, χάνι, λουτρό και μερικά καταστήματα.
Το παλαιό όνομα της πόλης ήταν Καιλάρια. Τα Καιλάρια απελευθερώνονται από την τουρκική κυριαρχία στις 15 Οκτωβρίου του 1912 και με διάταγμα της προσωρινής κυβερνήσεως της 11 Οκτωβρίου 1916 ανασυστάθηκαν ως επαρχία. Αναγνωρίζονται ως κοινότητα με το ΒΔ 19.12.1918 ΦΕΚ Α260/1918. Με πρόταση του Παντελή Μελανοφρύδη μετονομάζονται με το Δ. 20.11.1927 ΦΕΚ Α 18/1927 σε Πτολεμαΐδα, προς τιμήν του Πτολεμαίου του Λάγου, αρχηγού της Μακεδονικής δυναστείας του βασιλείου της Αιγύπτου και της κόρης του Πτολεμαΐδας. Η Κοινότητα αναγνωρίστηκε σε Δήμο με το Ν.Δ. 1726/8.9.1942 ΦΕΚ Α 228/1942.
Ο πληθυσμός της πόλης το 1905, 1911, 1914 σύμφωνα με τα στοιχεία (Μανάδης, 2000: 212) ανάγεται σε 4000 Τούρκους, 4000 Τούρκους και 200 ορθόδοξους Έλληνες, 4000 Τούρκους και 1600 ορθόδοξους Έλληνες αντίστοιχα. Η απογραφή του 1920 καταγράφει 7.103 κατοίκους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός της πόλης από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ.
7103
6442
7719
8816
12747
16588
22109
25125
28942

Το 1922 φθάνουν στην περιοχή 700 οικογένειες προσφύγων[11]. Σύμφωνα με την απογραφή των προσφύγων το 1923, στα Καιλάρια καταγράφονται 1267 πρόσφυγες, από τους οποίους 593 άνδρες και 674 γυναίκες. Το 1923 αναφέρεται πως τα καταχωρημένα στρέμματα και οικήματα των Οθωμανών οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τα Καιλάρια, αριθμούνται σε 19.500 και 1350 αντίστοιχα (Μανάδης, 2000: 142).
Το 1925 , σε συγκέντρωση των πολιτών των Καιλαρίων γα τη μετονομασία της πόλης τους, αναφέρεται η ύπαρξη Θρακών, Ποντίων, Καυκασίων και Μικρασιατών προσφύγων[12].
Το 1954 διανεμήθηκαν στους πρόσφυγες κατοίκους 1.474 κλήροι (43.303 στρέμματα) και το 1961 παραχωρήθηκαν 410 οικόπεδα, συνολικής έκτασης  1190 στρεμμάτων.
Στις 03.04.1927 πραγματοποιείται το Β΄ Αγροτικό συνέδριο στην Πτολεμαΐδα, όπου ο Πετρόπουλος Σωτ. αναφέρει οτι κτηματογραφήθησαν 400 χιλ στρέμματα και η όλη εργασία θα αποπερατωθή μέχρι τον Μαΐου 1928. Μετά την κτηματογράφηση ο κλήρος δεν υπερβαίνει τα 40 στρέμματα κατά οικογένεια[13].
Στους αγρότες πρόσφυγες καταμετρήθηκαν και δόθηκαν προς καλλιέργεια από την ΕΑΠ τα κτήματα που κάλυπταν τη θέση την επονομαζόμενη «Παντελές». Ωστόσο ενώ τα κτήματα αυτά θα περνούσαν στην κατοχή των προσφύγων, υπάρχει διαμαρτυρία οτι πλέον η κοινότητα δεν τους τα αναγνωρίζει και θέλει να τα θεωρεί κοινοτική περιουσία, στερώντας από τους πρόσφυγες τα εισοδήματά τους. (ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΦΩΝΗ, 17-5-36).
Την περίοδο 1919 υπάρχει μικτό Δημοτικό Σχολείο Ελλήνων και Τούρκων με Έλληνα και Τούρκο διδάσκαλο αντίστοιχα.
 Κατά την περίοδο 1921-1924 το 1ο Δημοτικό Σχολείων Καιλαρίων διαρθρώνεται ως εξής (Μανάδης, 2000: 197-198):

Σχολικόν έτος

Μαθηταί

Σύνολο


Διευθυντής

1921 - 1922

Α 42
Β 30
Γ 15
Δ 20
Ε 14
ΣΤ 6

127

Δ. Ασβεστάς
1922 - 1923

Α 100
Β 48
Γ 45
Δ 19
Ε 18
ΣΤ 9

239

Δ. Ασβεστάς
1923 - 1924

Α  άρρενες 98, θήλεις 106
Β       »       89,     »       56
Γ       »       49,      »      32
Δ      »        40,      »     19
Ε      »        14,      »      12
ΣΤ   »        18,      »      12

535

Δ. Ασβεστάς

Το έτος 1927 δάσκαλοι διετέλεσαν οι: Παπαδόπουλος Εμμ., Παπακωνσταντίνου Ευαγ., Φλιού Πήπη, Τέλιου Ευδοξία, Μαστρογιαννοπούλου Άρτεμις.
Ωστόσο το 1ο Δημοτικό Σχολείο εγκαινιάζεται στις 18 Μαΐου 1930, με δάσκαλο τον Τσιμπλούλη Ιωάννη. Τη Διδακτηριακή Επιτροπή αποτελούν ο Χατζημήτσος Σταύρος- πρόεδρος, Αθανασιάδης Ηλίας, Θεολογίδης Στέλιος και Δουλγερίδης Ηλίας.
Το 2ο  6/ξιο  Άνω Δημοτικό Σχολείο (Μανάδης, 2000: 204-210) Πτολεμαΐδας ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1924 για τους πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, του Πόντου και της Θράκης που έφθασαν μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Αρχικά στεγάστηκε σε τουρκικό πλινθόκτιστο τέμενος και παρέμεινε ως τέτοιο, μέχρι το 1949, όπου στεγάσθηκε στο νέο εξατάξιο διδακτήριο. Μέχρι το 1925 λειτούργησε ως διτάξιο, με διευθυντή τον Α. Ι. Κατσιμάνη. Το 1924-1925 οι 139 μαθητές του σχολείου κατάγονται σύμφωνα με το μαθητολόγιο, από Πέργαμο, Γιαλι-τσιφλίκ, Πόντο, Αδά –Παζάρ, Δαρδανέλλια, Μυσσέπολη, Καύκασο, Εξάστερον, Πλατύγυαλος και Ντούστσε Μ. Ασίας, Άγκυρα και Επιβάτες της Ανατολικής Θράκης. 
Τον Ιανουάριο του 1927 προήχθη σε 3τάξιο μέχρι το Φεβρουάριο του 1939 όπου προήχθη σε 5τάξιο (ΦΕΚ 43 τεύχος Α). Τον Οκτώβριο του 1939 προήχθη σε 6τάξιο (ΦΕΚ 451, τεύχος Α).
Στις 28 Ιουλίου 1929 ανεγείρεται εξατάξιο Δημοτικό σχολείο στην περιοχή, κατά το πρότυπο του σχολείου Αμυνταίου[14].
Το Ημιγυμνάσιο Καιλαρίων – ιδρύθηκε βάσει του Ν. 567/11-8-1923 με το Δ 8 ΦΕΚ 79/8.4.1924
Στις 4 Οκτωβρίου 1925 τελούνται τα εγκαίνια του Γυμνασίου Πτολεμαΐδας[15]. Η πρώτη τάξη του διτάξιου ημιγυμνασίου λειτούργησε το 1924-25 και η δεύτερη το 1925-1926, με διευθυντή τον Στογιαννόπουλο Παναγιώτη από την Κωνσταντινούπολη. Καθηγητές διετέλεσαν οι Κουνάβος Αντώνιος, και Στογιαννόπουλος Παναγιώτης.
Το 1929 ωστόσο το Γυμνάσιο που αριθμούσε 100 μαθητές, υποβιβάζεται σε δυο τάξεις[16]
Στις 4 Δεκεμβρίου 1932 ιδρύεται το Ιδιωτικό Γυμνάσιο Πτολεμαΐδας, υπό τη διεύθυνση του Καλλινδέρη Μιχαήλ[17]. Το 1934 το Ιδιωτικό Γυμνάσιο Πτολεμαΐδας έχει στην Γ΄ και Δ΄ τάξη 40 μαθητές, στην πλειοψηφία τους παιδιά αγροτών[18].  
Ωστόσο τα προβλήματα στέγασης των σχολείων αναγκάζουν το 1932 τη διδακτηριακή Επιτροπή Πτολεμαΐδας να στείλει αναφορά προς τον Υπουργό Προνοίας αναφερόμενη στα συγκεκριμένα προβλήματα. Σημειώνεται πως τα σχολεία στεγάσθηκαν σε παλαιά τεμένη και οικήματα, ωστόσο μετά από εννιά έτη δεν προχώρησαν οι εργασίες, παρόλο που εννιακόσιοι μαθητές στεγάζονται σε δυο ακατάλληλα και ανθυγιεινά ετοιμόρροπα οικήματα, με τέσσερις αίθουσες μόνο το καθένα[19].
Στην περιοχή της Πτολεμαΐδας υπάρχουν οι εξής εκκλησίες:
Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος: Μετά την απελευθέρωση της Πτολεμαΐδας αρχικά οι ακολουθίες γίνονταν σε τζαμί μέχρι και το 1932. Τα εγκαίνια της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας έλαβαν χώρα στις 23 Οκτωβρίου 1955 επί Μητροπολίτου κ. Ιωακείμ.
Στα Άνω Καιλάρια η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου θεμελιώνεται 23 Μαΐου 1971 υπό τον μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνου, του οποίου ναού η θαυματουργή εικόνα, προήλθε από η Μυσσέπολι της Μ. Ασίας. Στις 9 Μαΐου 1955 το τζαμί γκρεμίστηκε και ο ναός πρωτολειτούργησε στις 15 Μαΐου 1955. 
Στα Κάτω Καιλάρια υπάρχει η ενορία του Αγίου Στεφάνου του οποίου τα κειμήλια προήλθαν από τους επιβάτες της Ανατολικής Θράκης Εξάστερο και Επιβάτες.
Ι. Ναός Αγίας Σκέπης: ο θεμέλιος λίθος του ναού τέθηκε στις 30 Ιουλίου 1972.
Το 1929 αναφέρονται παράπονα των κατοίκων γιατί δεν έχουν αντάξιο μητροπολιτικό Ναό για την πόλη τους. Μέχρι το 1929 η λειτουργία γινόταν σε μια μικρή εκκλησία που εκκλησιάζονταν 100 χριστιανικές οικογένειες, ενώ τώρα  βρίσκονται 1500[20].
Το 1923 ιδρύεται ο Προσφυγικός Σύλλογος «Η Καρτερία» για την εγκατάσταση και περίθαλψη των προσφύγων. Πρόεδρος: Β. Χ’ Ευστρατίου, Αντιπρόεδρος: Χρ. Καζαντζής, Ταμίας: Ηλίας Χ΄ Σάββας, Γραμματέας: Ηλίας Αθανασιάδης, Σύμβουλοι: Καλαιτζόπουλος Ματθαίος, Ζαφείρου Ρουσίδου, Αθ. Πατκίδου[21].
Ο Προσφυγικός Ιερατικός Σύνδεσμος Καιλαρίων,  ιδρύθηκε από πρόσφυγες ιερείς το 1924 και είχε αναγνωριστεί από το πρωτοδικείο Κοζάνης. Πρόεδρος ο οικονόμος Παναγιωτίδης και γραμματέας ο Τσιροζίδης Σάββας[22].
Το 1932 ιδρύεται ο  Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Εορδαίας με σκοπό να ιδρύσει και να συντηρήσει στο Ημιγυμνάσιο Ιδιωτική τρίτη έως έκτη τάξεις του γυμνασίου[23].
Στις 24.08.1924, με αφορμή την επίσκεψη του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, ο πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Προκοπίδης Κοσμάς, τόνισε το ζήτημα της στεγάσεως των προσφύγων, καθώς πολλά οικήματα των ανταλλαχθέντων Οθωμανών είναι ετοιμόρροπα και απαιτούν άμεση επισκευή[24].
Το 1929 αναφέρεται πως η Κοινότητα Πτολεμαΐδας, κατόπιν αιτήσεως των αστών προσφύγων, αποφάσισε και παραχώρησε στην ΕΑΠ 36.37,98 τετράγωνα τα οποία ήταν προορισμένα για σχολείο και κήπο, για τη στέγαση των προσφύγων και για την πύκνωση του πληθυσμού της πόλεως[25].
Το πρόβλημα της ανέγερσης αστικού συνοικισμού έληξε στις 25.08.1929 καθώς η κοινότητα αρχίζει και κατασκευάζει κατοικίες εντός της πόλεως[26].
Με την επίσκεψη του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας κ. Γονατά στις 27.07.1931, οι κάτοικοι του αναφέρουν τα προβλήματά τους όσον αφορά πίστωση για τη στέγαση των προσφύγων, την αποξήρανση λίμνης Σαριγκιόλ, τη συμπλήρωση του Ημιγυμνασίου, πίστωση 500 χιλ. δραχμές για την αποπεράτωση του Διδακτηρίου, ίδρυση Γυμναστηρίου και οικονομική ενίσχυση για το υδραγωγείο[27].
Το 1930 αρχίζει του νέου Υδραγωγείου της πόλεως με τη βοήθεια και εργασία Ποντίων προσφύγων κατοίκων του Ανατολικού Εορδαίας (Πετρίδης Στ., Βασιλειάδης Ισ., Ιωσηφίδης Αρ., Αμανατίδης Αλκ., Σαββαίδης Θεοφ., Κοσκερίδης Κ.). Την πρόσοψη του υδραγωγείου κατασκεύασαν οι αδελφοί Γραμματικόπουλοι από την Ποντοκώμη,  Γιάννης και Αρκάδιος Ονούφριος.
Το χωριό Φούφας βρίσκεται 18 χλμ. δυτικά της Πτολεμαΐδας  Κατά το παρελθόν και μέχρι το 1932 το όνομα του χωρίου ήταν Παλαιοχώριον. Buyuk  Palyahor το αναφέρει ο Εβλιγιά Τσελεμπή το 1661[28].
Στο Παλαιοχώρι σημειώθηκε την 11η Μαΐου του 1907 σφοδρή μάχη. Από  Ελληνικής πλευράς ο Μακεδονομάχος Καπετάν Ζαχαρίας Ανδρούτσος ή Παπαδάς (Καπετάν Φούφας), ανθυπολοχαγός του Στρατού ,που καταγόταν από το Πλατανάκι του νομού Αρκαδίας. Έπεσε στη μάχη αγωνιζόμενος κατά των Κομιτατζήδων. Μαζί με αυτόν άφησαν την τελευταία τους πνοή και τέσσερις από τους συμπολεμιστές του. Σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης η Κοινότητα το 1932 μετονόμασε το χωριό από Παλαιοχώρι  σε Φούφας.
Στις 14 Μαΐου 1933 ανεγέρθηκε μνημείο εις μνήμη του θανάτου του πεσόντος στον Μακεδονικό Αγώνα Καπετάν Φούφα ή Ζαχαρία Ανδρούτσου Παπαδά[29].
Το χωριό μετονομάστηκε σε Φούφας με το Δ. 27.11.1932 ΦΕΚ Α 421/1932.
    Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, ο πληθυσμός του χωριού από το 1920 διαρθρώνεται ως εξής:
Έτος
1920
1928
1940
1951
1961
1971
1981
1991
2001
Πληθ.
876
458
1225
1197
1174
911
850
827
857

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 ήρθαν στην περιοχή 46 πρόσφυγες, από τους οποίους 22 άνδρες και 24 γυναίκες. Με τις μετονομασίες των κοινοτήτων το 1928 καταγράφονται απο το Γραφείο Εποικισμού 51 οικογένειες προσφύγων και συνολικά 195 άτομα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσόνος το 1905 στο χωριό υπάρχει Δημοτική Σχολή και νηπιαγωγείο με 63 μαθητές. Μέσα από την καταγραφή των δασκάλων και νηπιαγωγών της Εορδαίας, παρατηρούμε οτι το 1924-1925 υπάρχει μεικτό διτάξιο Δημοτικό με δάσκαλο τον Τζήμο Ευθύμιο και νηπιαγωγείο με νηπιαγωγό τη Βασιλική Μητσάκη. Σε τοπική εφημερίδα της εποχής αναφέρεται πως το 1931 λειτουργεί στο χωριό τετρατάξιο δημοτικό σχολείο[30]. Το 2002 λειτουργούσε μονοθέσιο νηπιαγωγείο και διθέσιο δημοτικό σχολείο[31].




[1]  Για την τοποθεσία και την ιστορία κάθε χωριού βλ. Ιστοσελίδα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κοζάνης, και Ιστορικός Τουριστικός Λαογραφικός Οδηγός Νομού Κοζάνης, Κοζάνη, 1970.
[2] Για την απογραφή των προσφύγων το 1928 βλ. Ε.Α.Π., Κατάλογος των Προσφυγικών συνοικισμών Μακεδονία με τας νέας ονομασίας, Θεσσαλονίκη, 1928.
[3] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαίδας, 11.08.1929.
[4] Εφ, Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, 8, 28.07.1929
[5] Εφ, Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, 136, 10.01.1929
[6] Εφ, Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, 8, 28.07.1929
[7]  ΓΑΚ – Αρχεία Κοζάνης, φ. 1057, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, 1924.
[8] ΓΑΚ – Αρχεία Κοζάνης, φ. 1057, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, 1924.
[9]  ΓΑΚ – Αρχεία Κοζάνης, φ. 1341, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, 1938.
[10] ΓΑΚ – Αρχεία Κοζάνης, φ. 1057, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, 1924.
[11] Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. 566, 23.10.1922.
[12] ΓΑΚ – Αρχεία Κοζάνης, φ. 882, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, 1925.
[13] Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. 755, 04.04.1927.
[14] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 8, 28.07.1929.
[15]  Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. 683, 10.08.1925.
[16]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 22, 03.11. 1929.
[17]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 183, 04.12.1932.
[18]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 286, 25.11. 1934.
[19]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 143, 28.02.1932..
[20]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 19, 13.10. 1929.
[21] Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας, φ. 597, 31.06.1923.
[22] Ν. Χρ. Μανάδη, Ιερά Μητρόπολις Νέας Πελαγονίας 1924 – 1930 ή Πτολεμαΐδας Εορδαίας 1930 – 1935, Εύξεινος Λέσχη Πτολεμαΐδας, Πτολεμαΐδα, 1999, σσ. 126 – 132.
[23] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 164, 24.07.1932.
[24] Εφ. Ηχώ της Μακεδονίας.
[25] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, 1929.
[26] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας.
[27] Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, 27.07.1931.
[28] Π. Τσολάκης, Από τις χαμένες πατρίδες στην Μητροπολιτική Ελλάδα, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 649.
[29] Ν. Χρ. Μανάδη, Ιερά Μητρόπολις Νέας Πελαγονίας 1924 – 1930 ή Πτολεμαΐδος Εορδαίας 1930 – 1935, Εύξεινος Λέσχη Πτολεμαΐδας, Πτολεμαΐδα, 1999, σ. 314.
[30]  Εφ. Επαρχιακή Φωνή Πτολεμαΐδας, φ. 105, 07.06.1931.
[31] Π. Τσολάκης, Από τις χαμένες πατρίδες στην Μητροπολιτική Ελλάδα, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 650.








Η συστηματική μελέτη ενός θέματος ή φαινομένου, η επιστήμη, στηρίζεται σε μια λογική. Αυτή η μελέτη γίνεται μέσω της μεθόδου και αποβλέπει στην αύξηση της γνώσης. Η μέθοδος αποτελεί κλάδο της επιστημολογίας, τον κλάδο δηλαδή της φιλοσοφίας που εξετάζει τις πηγές από τις οποίες προέρχεται η γνώση. Για αυτό και χρησιμοποιεί ορισμένες τεχνικές εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αποκτιέται αυτή η γνώση.
Η τεχνική και η μέθοδος δεν αποτελούν ταυτόσημες έννοιες. Από τη μία πλευρά η τεχνική είναι το εργαλείο που χρησιμοποιούμε στη μελέτη, από την άλλη η μέθοδος εξαρτάται από την ιδεολογική τοποθέτηση, από την πλευρά που εξετάζουμε. Ωστόσο, πολλές φορές μέθοδος και τεχνική συμπίπτουν στη παρατήρηση, στη συστηματική δηλαδή καταγραφή και παρατήρηση των γεγονότων. Το τελευταίο όμως δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το γεγονός ότι η επιστημονική παρατήρηση των κοινωνικών φαινομένων γίνεται από μελετητές, που είναι συγχρόνως και πρόσωπα με υποκειμενικές αξίες και κρίσεις για τα θέματα που ερευνούν, κάνουν την κοινωνιολογική έρευνα μια σύνθετη διαδικασία (Κυριαζή, 2002: 17-29).
Άλλωστε δεν υπάρχει μία ενιαία θεωρία που να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες επιλογές μεθόδων και τεχνικών για την επιστημονική μελέτη των κοινωνικών γεγονότων. Ανάλογα με το ερευνητικό θέμα και τη θεωρητική προσέγγιση του ερευνητή πάνω σε αυτό, επιλέγεται η καλύτερη μέθοδος (Κυριαζή, 2002: 29).
Η θεωρία αποτελεί πλαίσιο για τη συστηματική ερμηνεία των εμπειρικών δεδομένων. Μας δίνει τον λόγο. Ο λόγος που παράγει η θεωρία είναι λόγος συνθηκών ύπαρξης των πραγμάτων (Κυριαζή, 2002: 45). Τα πράγματα συνυπάρχουν (συν + υπάρχουν) γύρω μας και αυτός είναι λόγος. Η έρευνα από την άλλη πλευρά είναι διάλογος ιδεών και στοιχείων και έχει ως σκοπό την εξήγηση των κοινωνικών φαινομένων (Κυριαζή, 2002: 45 - 46).
Η έννοια του όρου λόγος (discourse στην αγγλική και discours στη γαλλική γλώσσα), βασίζεται στην άποψη ότι η γλώσσα αποτελεί πηγή κοινωνικά οριοθετημένων νοημάτων και όχι μέσο έκφρασης ατομικών ιδεών. Η συγκεκριμένη οπτική μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η διαφορά στους τρόπους ανάγνωσης μηνυμάτων και στις μορφές γλωσσικής παραγωγής δεν οφείλεται στις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές των ομιλητών μιας γλώσσας, αλλά συνδέεται με τη χρήση της στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνικών θεσμών, ο κάθε ένας από τους οποίους προσδιορίζει και προσδιορίζεται από τις πρακτικές, τις αξίες και τις έννοιες που συγκροτούν τον λόγο του (Μητσικοπούλου, 2000).
Για τον Fairclough τα γλωσσικά φαινόμενα είναι κοινωνικά φαινόμενα (ενός είδους) και τα κοινωνικά φαινόμενα είναι (εν μέρει) γλωσσικά φαινόμενα. Κάθε φορά που μιλάμε, ακούμε, διαβάζουμε ή γράφουμε, προσδιοριζόμαστε ταυτόχρονα κοινωνικά και ασκούμε με τη σειρά μας επίδραση στην κοινωνία. Επομένως, η γλώσσα θεωρείται ως μια μορφή κοινωνικής πρακτικής και αναλύεται ως συνεχής λόγος και όχι ως απλό κείμενο (Fairclough, 1989: 14). Πιο συγκεκριμένα, η διάκριση μεταξύ κειμένου (text) και συνεχούς λόγου (discource) έγκειται στο ότι το κείμενο αναφέρεται μόνο στις πραγματικές λέξεις που χρησιμοποιούνται, ενώ ο συνεχής λόγος αναφέρεται επιπλέον στις διαδικασίες παραγωγής και ερμηνείας του κειμένου (περίσταση επικοινωνίας, υπονοούμενα, προθέσεις ομιλητή, γνώσεις του κόσμου συνομιλητών κ.λπ.). Ο Fairclough επισημαίνει ότι τα κείμενα δεν έχουν απόλυτη σημασία αφ’ εαυτού. Οι άνθρωποι ερμηνεύουν τα κείμενα ανάλογα με τη γνώση του κόσμου που μεταφέρουν σ’ αυτά και με βάση την κοινωνική τους εμπειρία.
Ο κάθε λόγος όπως υποστηρίζει και ο Kress (1989: 7), είναι μια συστηματικά οργανωμένη ομάδα δυνάμει δηλώσεων μέσω των οποίων λεκτικοποιούνται τα νοήματα ενός θεσμού. Ο κάθε θεσμός (λ.χ. ο θεσμός της οικογένειας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των κομμάτων κ.λπ.) καθορίζει, περιγράφει και περιορίζει το τί είναι πιθανόν να ειπωθεί ή να γραφτεί και τί όχι (και κατά επέκταση, τί είναι εφικτό να γίνει και τί όχι). Ο λόγος του κάθε κοινωνικού θεσμού, δηλαδή, παρέχει ένα σύνολο δηλώσεων για μια συγκεκριμένη περιοχή γνώσης και πρακτικών, ενώ παράλληλα οργανώνει και διαγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα συζητηθεί ένα θέμα, μια διαδικασία κλπ. Με αυτή την έννοια, παρέχει, κανόνες, περιορισμούς και απαγορεύσεις για τους τρόπους (επικοινωνιακής) δράσης.
Η οπτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να βλέπουμε τον λόγο σε συνάρτηση με όλες τις άλλες κοινωνικές πρακτικές και να τον προσεγγίζουμε ως διαδικασία και δραστηριότητα -όχι ως κατάσταση ή αντικείμενο. Ως διαδικασία που εξελίσσεται στο πλαίσιο του πολιτισμικού γίγνεσθαι και ως κατεξοχήν κοινωνική δραστηριότητα, καθορίζεται από τις ευρύτερες κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες παραγωγής του. Επομένως, ο λόγος δεν είναι ένα φαινόμενο ατομικό.
Σε κάθε είδος λόγου, οι συμμετέχοντες έχουν τη δυνατότητα να υποδυθούν συγκεκριμένους μόνο ρόλους (Fairclough, 1989: 23). Για παράδειγμα, στο λόγο της σχολικής τάξης, υπάρχει ο ρόλος του μαθητή και ο ρόλος του δασκάλου. Κάθε φορά που ένας μαθητής ή ένας δάσκαλος παίρνει μέρος σε μια συνομιλία μέσα στην τάξη, ενδυναμώνει τη θεσμική σχέση δασκάλου-μαθητή. Κατά τη διάρκεια της καθημερινής τους επικοινωνίας είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τη γνώση των θεσμών που διαθέτουν για να κατανοήσουν το λόγο και να εισαχθούν σ’ αυτόν και διασφαλίζουν μ’ αυτό τον τρόπο τη συνέχιση της ύπαρξής του. Οι ρόλοι αυτοί που υποδύονται οι συμμετέχοντες σε κάθε είδος λόγου ονομάζονται θέσεις υποκειμένου. Οι συμμετέχοντες είναι υποχρεωμένοι να αναλάβουν συγκεκριμένες θέσεις υποκειμένου σε κάθε είδος λόγου και ότι οι λόγοι παρέχουν συγκεκριμένες θέσεις υποκειμένου για τους συμμετέχοντες.
Ο όρος υποκείμενο μπορεί να αναφέρεται: α) σε κάποιον που υπόκειται σε κάτι, π.χ. μια εξουσία πολιτικής ή άλλης φύσης, και άρα παίζει παθητικό ρόλο και υπόκειται σε διαμόρφωση και β) παράλληλα σε κάποιον/κάτι που έχει ενεργητικό ρόλο σε μια πράξη, π.χ. το υποκείμενο της πρότασης.
Διευκρινίζεται πως κάθε φορά που οι άνθρωποι παράγουν ή ερμηνεύουν ένα κείμενο, αναγκαστικά βασίζονται στα είδη λόγου και στις κοινωνικές δομές που ήδη γνωρίζουν και, επομένως, αναπαράγουν με τη σειρά τους αυτές τις δομές μέσω του λόγου. Οι άνθρωποι αναπαράγουν και συντελούν στη διατήρηση των ήδη υπαρχουσών κοινωνικών και θεσμικών δομών, με τη συμμετοχή τους σε λόγους που προϋποθέτουν παρόμοιες δομές ώστε να γίνουν κατανοητοί.

Η στάση αποτελεί μία νοητική, θεωρητική κατασκευή που δημιουργήθηκε για να εξηγήσει την κατεύθυνση, τη συνεκτικότητα και τη συνέπεια της συμπεριφοράς (Baker, 1992: 25). Συνηθίζουμε να ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά κάποιου σχετίζοντας τη με τις σταθερές διαθέσεις του [dispositions]. Μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για τον άλλον απλώς παρατηρώντας τη συμπεριφορά του (ντροπαλός: αυτός που αποτραβιέται από συζητήσεις και δε συμμετέχει, θρήσκος: αυτός που πηγαίνει κάθε Κυριακή στην Εκκλησία). Παρόλα αυτά, οι στάσεις - σε αντίθεση με τις συμπεριφορές - δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθούν, γεγονός που καθιστά τη μέτρησή τους ένα δύσκολο εγχείρημα. Τα συναισθήματα του ατόμου, οι σκέψεις του, το νοητικό σύστημα επεξεργασίας των σκέψεων αυτών και το μαύρο κουτί του μυαλού που τα περιπλέκει όλα μεταξύ τους, παραμένουν καλυμμένα κάτω από ένα πέπλο. Κατ' αυτό τον τρόπο, οι στάσεις υπάρχουν σε λανθάνον [latent] επίπεδο και γίνονται αντιληπτές εμμέσως, μέσα από την παρατήρηση της κατεύθυνσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Baker, 1992: 26).
Οι στάσεις αποτελούν ένα μέσο ερμηνείας των κινήτρων της συμπεριφοράς, καθώς επίσης και έναν τρόπο να συνοψίσει και να προβλέψει κανείς την ανθρώπινη αντίδραση. Γνωρίζοντας, για παράδειγμα, ότι η στάση ενός ατόμου είναι ρατσιστική απέναντι στους μετανάστες, σημαίνει ότι αυτό το άτομο έχει καταρχήν εκδηλώσει λεκτικά ή φυσικά μία τέτοια συμπεριφορά, ενώ, επίσης, είναι δυνατό να προβλεφθεί με κάποια πιθανότητα η κατεύθυνση της συμπεριφοράς του σε περίπτωση που αυτό βρεθεί εντός πλαισίου όπου θα υπάρχουν ή θα γίνεται αναφορά σε μετανάστες.
Η αρχική σημασία του όρου «στάση» διαφέρει αρκετά από την έννοια που της αποδίδουμε σήμερα. Ο όρος “attitude” που χρησιμοποιείται στη διεθνή επιστημονική έρευνα έχει λατινική ρίζα και προέρχεται από τη λατινική λέξη aptitude και την ιταλική λέξη atto (λατινικά: “actus”), οι οποίες μαζί της απέδωσαν το περιεχόμενο της «κλίσης/ τάσης για δράση». Η ελληνική λέξη στάση προέρχεται ετυμολογικά από το ρήμα ίστημι (ίσταμαι στην παθητική φωνή) το οποίο σημαίνει στήνω, στερεώνω αλλά και αναχαιτίζω. Σε διάφορες γλώσσες η λέξη στάση απέκτησε μία διττή σημασία η εξέλιξη της οποίας ακολούθησε μία πορεία, που ξεκινά με τη σημασία της πόζας/ σωματικής στάσης μιας φιγούρας στη ζωγραφική ή σε ένα θεατρικό δρώμενο και κατόπιν επεκτείνεται και στο νοητικό επίπεδο.
Ο πρώτος συγκροτημένος και επιστημονικός ορισμός της στάσης δόθηκε από τον Allport (1935 στο Baker, 1992) και θεωρείται πλέον κλασικός. Σύμφωνα με αυτόν:
«Στάση είναι μία πνευματική και νευρική κατάσταση ετοιμότητας [readiness], που οργανώνεται μέσω της εμπειρίας και ασκεί μία καθοδηγητική ή δυναμική επιρροή στον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιδρά στα αντικείμενα και τις καταστάσεις με τις οποίες σχετίζεται».
Οι στάσεις που διαμορφώνουμε απέναντι στους άλλους ανθρώπους περιλαμβάνουν πάντοτε το νοητικό, το συναισθηματικό και το συμπεριφοριστικό στοιχείο.
Οι στάσεις εξυπηρετούν έναν αριθμό ψυχολογικών λειτουργιών. Έτσι μπορούν να είναι συντελεστικές (γεννημένες από την επιθυμία μας να τακτοποιηθούν τα πράγματα έτσι, που να ικανοποιούν τις ανάγκες μας), γνωσιολογικές (διεπόμενες από την ανάγκη μας να καταλάβουμε τον κόσμο και τη ζωή μας), αξιολογικές (σχετιζόμενες με τα ηθικά μας πιστεύω και την αυτοαντίληψη μας) και κοινωνικά προσαρμοστικές (γεννημένες από την επιθυμία μας νιώσουμε μέλη της κοινωνικής και πολιτικής κοινότητας).
Η στάση είναι ένας όρος κοινής χρήσης. Στη ζωή όμως μίας γλώσσας «οι στάσεις απέναντι στη γλώσσα αυτή φαίνεται να έχουν μεγάλη σημασία για την αποκατάσταση, τη διατήρηση, την παρακμή ή το θάνατό της (Baker, 1992: 32). Και αυτό γιατί οι στάσεις απέναντι στη γλώσσα είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Το κύρος, η αξία και η σημασία μιας γλώσσας μετρούνται συχνά και πολύ εύκολα από τις στάσεις απέναντι στη γλώσσα αυτή. Αυτές μπορούν να μετρηθούν σε ατομικό επίπεδο, ενώ είναι δυνατό να εξαχθούν συμπεράσματα για τις κοινές στάσεις μιας ομάδας ατόμων ή μιας κοινότητας ή ακόμη και ολόκληρης της κοινωνίας.
Η έννοια της στάσης βέβαια δεν μπορεί να παρατηρηθεί άμεσα αλλά μόνο μέσα από τους τρόπους έκφρασής της. Ουσιαστικά, πρόκειται για τον τρόπο που ένα άτομο αντιμετωπίζει την καθημερινότητα, τον τρόπο που αντιδρά και συμπεριφέρεται σε συγκεκριμένες συνθήκες. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι οι στάσεις είναι λίγο πιο σύνθετες από τις αντιλήψεις ως έννοια, αφού εκτός από γνωστικές και συναισθηματικές δομές περιλαμβάνουν και κάποιες εκφράσεις συμπεριφοράς.
Η στάση λοιπόν φανερώνει την αντιμετώπιση που έχει ένα άτομο απέναντι στις αντιλήψεις του και δεν είναι καθορισμένη και στατική αλλά αντικατοπτρίζει τον τρόπο που έχουν πλαισιωθεί κάποια αντικείμενα στο μυαλό του και αναλόγως είναι θετική ή αρνητική.
Τέλος, σε σχέση με την έννοια των πρακτικών σημειώνουμε ότι αυτές ορίζονται ως ο τρόπος που δρα, που ενεργεί ή συμπεριφέρεται κάποιος, που εφαρμόζει κάτι στην πράξη. Την πράξη αποτελεί η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω, η επιτέλεση, η πραγματοποίηση ενός έργου, μιας πρόθεσης, μιας επιθυμίας αλλά και αυτό που επιτελείται, που πραγματοποιείται (http://www.greek-language.gr).
Εν κατακλείδι αναφέρουμε ότι σύμφωνα με τον Rokeach (Rokeach, 1968: 51), όλες οι αντιλήψεις είναι προδιαθέσεις των πράξεων.
Στον κλάδο της κοινωνικής ψυχολογίας ο όρος κοινωνικές αναπαραστάσεις έρχεται να αντικαταστήσει (Doise, 1978) τη στατική έννοια της κοινωνικής στάσης, η οποία είχε αγγίξει προ πολλού τα όρια της σε πολλαπλά επίπεδα.
Σύμφωνα με το Moscovici (1976: 30) οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν ένα «οργανωμένο corpus γνώσεων», μία «ψυχική δραστηριότητα» και ορίζονται ως: «το αποτέλεσμα μιας κοινωνικά επεξεργασμένης και κοινά αποδεκτής γνώσης, [...] μετάφραση της πραγματικότητας, ανοικοδόμηση του αντικειμένου με τρόπο ώστε να γίνεται από όλους κατανοητό, [...] εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα αντιλαμβάνεται και ιδιοποιείται τον περιβάλλοντα κόσμο, [...] κοινωνική πρόσληψη που παίζει σημαντικό ρόλο στο επίπεδο της επικοινωνίας και της συμπεριφοράς, [...] κοινωνιο-γνωστική διεργασία μέσα από την οποία το υποκείμενο πλησιάζει το αντικείμενο, το οποίο μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, ένα πράγμα, ένα γεγονός, μια ιδέα, μια θεωρία. Η κοινωνική αναπαράσταση είναι η αναπαράσταση ενός υποκειμένου για ένα αντικείμενο».
Η Denise Jodelet (1989: 131-132), εξετάζοντας την κοινωνική αναπαράσταση «ως προϊόν και διαδικασία μιας ψυχολογικής και κοινωνικής επεξεργασίας της πραγματικότητας», δίνει τον εξής ορισμό: «Η έννοια της κοινωνικής αναπαράστασης προσδιορίζει μια μορφή ειδικής γνώσης, τη γνώση της κοινής γνώμης, της οποίας τα περιεχόμενα δηλώνουν το εγχείρημα γεννητικών και λειτουργικών διαδικασιών, κοινωνικά σφραγισμένων. Πιο πλατιά, προσδιορίζει μια μορφή της κοινωνικής σκέψης. Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι τρόποι της πρακτικής σκέψης που προσανατολίζονται προς την επικοινωνία, την κατανόηση και τον έλεγχο του κοινωνικού, υλικού και ιδεατού περιβάλλοντος. Σαν τέτοιες, παρουσιάζουν ειδικά χαρακτηριστικά στο επίπεδο της οργάνωσης των περιεχομένων, των νοητικών εγχειρημάτων και της λογικής. Το κοινωνικό σφράγισμα των περιεχομένων ή των διαδικασιών της αναπαράστασης πρέπει να ανάγεται στις συνθήκες και στα πλαίσια μέσα από τα οποία αναδύονται οι αναπαραστάσεις, στις επικοινωνίες μέσω των οποίων κυκλοφορούν, στις λειτουργίες στις οποίες χρησιμεύουν στην αλληλεπίδραση με τον κόσμο και τους άλλους».
Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν μια ιδιαίτερη εκδοχή της γνώσης που γενικά χαρακτηρίζεται ως «γνώση του κοινού νου», της οποίας η ιδιομορφία έγκειται στον κοινωνικό χαρακτήρα των διαδικασιών που την παράγουν. Καλύπτουν λοιπόν το σύνολο των δοξασιών, των γνώσεων και των δομών τις οποίες παράγουν και ασπάζονται τα άτομα μιας ίδιας ομάδας για ένα συγκεκριμένο κοινωνικό αντικείμενο. Με την έννοια αυτή άλλωστε, όταν τις ορίζουμε, μιλάμε για απλοϊκές θεωρίες, αναφερόμενοι σε λίγο ή πολύ επεξεργασμένα οικοδομήματα τα οποία όμως έρχονται σε αντίθεση με αυτά του ειδικού ή του επιστήμονα. Αυτό το σημείο είναι θεμελιώδες. Γιατί σε αυτό είναι που οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν ένα προνομιακό χώρο όπου εκφράζεται η κοινωνική σκέψη. Σε αντίθεση με την κοινωνική νόηση, η οποία πρεσβεύει πως η κοινωνική σκέψη των ανθρώπων είναι ελεύθερη, η θεωρία των κοινωνικών αναπαραστάσεων προϋπέθετε ευθύς εξαρχής ότι η κοινωνική σκέψη είχε μια ιδιαίτερη λογική (Moscovici, 1981).
Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι απαραίτητες στην καθημερινή μας ζωή, στις σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους άλλους, στην επικοινωνία, στις ανθρώπινες γενικότερα δραστηριότητες. Είναι μέσα από αυτές που τα άτομα διαβάζουν, αποκωδικοποιούν και ελέγχουν κοινωνιογνωστικά την πραγματικότητα.
Ο όρος αυτός περικλείει οτιδήποτε έχει σχέση με την κοινή σκέψη. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινωνικά επεξεργασμένης και κοινά αποδεκτής γνώσης. Η στάση, λοιπόν, μέσω της μετουσίωσής της σε «κοινωνική αναπαράσταση» διευρύνεται και αποτελεί όχι μόνο το παράθυρο στα ενδότερα του ανθρώπινου νου, αλλά και το παράθυρο του κοινού νου, των αναπαραστάσεων της γλώσσας (βλ. Ροζάνης, 2002). Θα μπορούσε κανείς να την χαρακτηρίσει ως μια μετάφραση της πραγματικότητας, ένα εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα αντιλαμβάνεται και ιδιοποιείται τον περιβάλλοντα κόσμο. Η συγκεκριμένη κοινωνική πρόσληψη παίζει αδιαμφισβήτητα θεμελιώδη ρόλο στο επίπεδο της επικοινωνίας και της συμπεριφοράς (Moscovici, 1981).
Σύμφωνα με τον Moscovici οι κοινωνικές αναπαραστάσεις έχουν δύο όψεις:
• Την παθητική, που συνίσταται σε μια ομοιόμορφη αντιγραφή της εξωτερικής περιγραφής σαν μια φωτογραφία που κατοικεί στον ανθρώπινο εγκέφαλο.
• Την ενεργητική, που αποτελεί την αναπαραγωγή των ερεθισμάτων (πράξεις, καταστάσεις, αντικείμενα κ.ά.) που βρίσκονται σε συνεχή κοινωνική αλληλεπίδραση μεταξύ τους και την ανοικοδόμηση αυτών των ερεθισμάτων μέσα σε ένα πλαίσιο κανόνων και εννοιών με το οποίο βρίσκονται αλληλέγγυα.
Η κοινωνία μας αποτελείται από «ερασιτέχνες επιστήμονες» οι οποίοι, θέλοντας να ανακαλύψουν, να ελέγξουν, να κυριαρχήσουν, να επικοινωνήσουν με τον περιβάλλοντα κόσμο, καταγράφουν τα εξωτερικά ερεθίσματα, περισυλλέγουν διάφορες πληροφορίες και εικόνες, τις ταξινομούν, τις επεξεργάζονται, τις αναπροσαρμόζουν στο προϋπάρχον γνωστικό τους σύστημα. Τα συστατικά στοιχεία της κοινωνιογνωστικής δομής που αποτελεί η κοινωνική αναπαράσταση χαρακτηρίζονται σύμφωνα με τον Moscovici ως «ο κόσμος των απόψεων». Η οργάνωση αυτού του κόσμου εξαρτάται από την κοινωνιοψυχολογική ταυτότητα των υποκειμένων (κοινωνική τάξη, ηλικία, φύλο, μορφωτικό επίπεδο και άλλα) και από το αξιολογικό σύστημα κάθε κοινωνίας. Ο κόσμος των απόψεων φαίνεται να έχει τρεις διαστάσεις οι οποίες καθορίζουν τόσο το περιεχόμενο, όσο και την οργάνωση και σημασία των κοινωνικών αναπαραστάσεων. Οι διαστάσεις αυτές είναι:
• Η πληροφορία
Το ποιοτικό και ποσοτικό επίπεδο της γνώσης που έχει ένα άτομο ή μια ομάδα για ένα κοινωνικό αντικείμενο.
• Η στάση
Μια ψυχική δομή, σχετικά σταθερή, που εκφράζει τον γενικό προσανατολισμό, αρνητικό ή θετικό ενός ατόμου ή μιας ομάδας απέναντι στο αντικείμενο της κοινωνικής αναπαράστασης.
• Το πεδίο αναπαράστασης
Η οργάνωση και η ποσότητα του περιεχομένου της κοινωνικής αναπαράστασης που προϋποθέτει ένα minimum πληροφοριών τις οποίες συγκεντρώνει σε ένα εικονικό επίπεδο που προσπαθεί να οργανώσει.
Οι στάσεις έχουν αποδειχτεί επανειλημμένα πολύτιμες κατασκευές για τη θεωρία και την έρευνα, την πολιτική και την πρακτική. Ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη θρησκεία, τη φυλή, τον αθλητισμό, τις γλώσσες κ.ά. έχουν χρησιμοποιήσει τις στάσεις ως σημαντική ερμηνευτική μεταβλητή. Όπως ισχυρίζεται ο Marsh (1982), «το κλειδί για να χρησιμοποιήσουμε σωστά τα δεδομένα μιας έρευνας, έτσι ώστε να πάρουμε έγκυρες μαρτυρίες μιας αιτιακής διαδικασίας, είναι η υιοθέτηση ενός μοντέλου» Αυτό σημαίνει ότι μια έρευνα μπορεί να βοηθήσει στο να κατανοήσουμε τις κοινωνικές διαδικασίες. Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι οι στάσεις δεν είναι άμεσα παρατηρήσιμες. «Πρέπει κανείς να εντοπίσει έμμεσους «ενδείκτες», δηλ. συμπεριφορές που σχετίζονται με τις στάσεις, για να υποθέσει το βαθμό της ύπαρξής της» (Τσοπάνογλου, 2000).
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες θεωρίες για τη φύση και τη μελέτη των στάσεων που αφορούν τη γλώσσα (Fasold 1991), η νοησιαρχική και η συμπεριφοριστική. Η νοησιαρχική άποψη δημιουργεί προβλήματα στην πειραματική μέθοδο, γιατί, εάν «μια στάση είναι μια εσωτερική κατάσταση ετοιμότητας και όχι μια παρατηρήσιμη αντίδραση, θα πρέπει να εξαρτόμαστε από τις απαντήσεις του ατόμου για να καθορίσουμε το ποιες είναι οι στάσεις του ή να βγάλουμε συμπεράσματα για τις στάσεις έμμεσα από τα πρότυπα συμπεριφοράς» (Κωστούλα – Μακράκη, Ν. 2001: 110).
Από την άλλη η συμπεριφοριστική θεωρία θεωρεί ότι οι στάσεις θα βρεθούν απλώς από τις απαντήσεις των ανθρώπων σε κοινωνικές καταστάσεις. Η θεωρία αυτή διευκολύνει την έρευνα, μια και δεν απαιτεί έμμεσα συμπεράσματα. Έτσι κατά την έρευνα αυτή πρέπει να παρατηρήσουμε, να πινακοποιήσουμε και να αναλύσουμε την ανοιχτή συμπεριφορά. Το μειονέκτημα της μεθόδου αυτής είναι ότι οι πληροφορίες που μπορούν αντληθούν από τη συγκεκριμένη έρευνα δεν μπορούν να προβλέψουν άλλη συμπεριφορά ή να γενικευθούν. Για το λόγο αυτό η πλειοψηφία των ερευνών υιοθετεί την προσέγγιση της νοησιαρχικής θεωρίας, παρ’ όλες τις αδυναμίες της.


Β.5. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τους Glaser και Strauss και θα μπορούσε να οριστεί ως «μια γενική μεθοδολογία για τη δημιουργία ενός πορίσματος, που δομείται και βασίζεται σε δεδομένα που έχουν συλλεχθεί συστηματικά και αναλυθεί (Strauss & Corbin, 1994, στο Denzin: 273).
Οι Strauss και Corbin έβλεπαν τη μεθοδολογία της κοινωνικά θεμελιωμένης θεωρίας σαν μια γενική μέθοδο που απευθυνόταν και σε ποιοτικές και ποσοτικές έρευνες. Η μεγαλύτερη επιρροή της διαφαίνεται στις ποιοτικές. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι καμία θεωρητική υπόθεση δεν μπορεί να σταθεί έξω από την έρευνα. Οι οποιεσδήποτε γενικεύσεις αναφορικά με την θεωρία προκύπτουν από τις ίδιες τις συλλεχθείσες πληροφορίες.
Τα βασικότερα σημεία της θεωρίας αυτής συνίστανται στα εξής: πρώτον, ο ερευνητής αλληλεπιδρά συνεχώς με τις πληροφορίες και θέτει ερωτήματα, που έχουν δημιουργηθεί για να γενικευθεί η θεωρία και οι παρεμφερείς συλλογισμοί. Συγκρίνει, σκέφτεται ό,τι παρατηρεί, προβαίνει σε υποθέσεις και συνθέτει σχέδια, μέσω των οποίων ελέγχει τις πληροφορίες. Ο ερευνητής ακολουθεί, λοιπόν, ένα είδος «αποκωδικοποίησης και κατηγοριοποίησης» των διαρκώς παραγόμενων πληροφοριών κι έτσι το ερευνητικό ερώτημα προκύπτει ως φυσικό επακόλουθο.
Κατά δεύτερον, στη διάρκεια συλλογής των πληροφοριών, αρχίζει να συλλέγει πληροφορίες, οι οποίες του δίνουν τη δυνατότητα να καλύψει τα κενά στη θεωρητική του φόρμουλα. Σε τρίτη φάση, ο ερευνητής συλλαμβάνει πώς οι υποθετικοί κώδικες σχετίζονται μεταξύ τους σαν υποθέσεις, έτοιμες να αναπτυχθούν μέσα στη θεωρία. Κατά τέταρτον, προκειμένου να ξεχωρίσει τους πολυποίκιλους δεσμούς των χαρακτηριστικών της κάθε πληροφορίας, ο ερευνητής προβαίνει σε ερωτήσεις, όπως «ποιος», «πότε», «πού», «τι», «πώς», «πόσο πολύ» και «γιατί». Όσες περισσότερες πληροφορίες ο αναγνώστης μπορέσει να διακρίνει, τόσο ευκολότερα κατανοεί την εμπλοκή των σχέσεων και τη λεπτομερειακή τους κατανόηση και ανάλυση (Mertens, 1998: 170-171).
Η μεθοδολογία της κοινωνικά θεμελιωμένης θεωρίας βασίζεται σε ανταλλαγές, στις οποίες τα υποκείμενα μπορούν να μιλήσουν ξανά, να διευκρινίσουν και να εξηγήσουν περαιτέρω τις αντιλήψεις τους. Αυτές οι επεξηγήσεις δεν παρουσιάζουν απλώς ακαδημαϊκό ή ερευνητικό ενδιαφέρον (Rubin, 1995: 4) αλλά μπορούν να έχουν και πρακτικές συνδέσεις με το τι υπονοείται πραγματικά, τι κρύβεται πίσω από τα λεγόμενα.
Αυτή η μεθοδολογία σχηματοποιήθηκε αρχικά για την περιγραφή και θεμελίωση της θεωρίας, που βασίζεται σε εμπειρικές συζητήσεις. Στη βάση των απόψεων που τα υποκείμενα εκφράζουν, ο ερευνητής αναλαμβάνει την ευθύνη να ερμηνεύσει τις πληροφορίες και να τις χρησιμοποιήσει ως θεμέλιο λίθο για τη γενίκευση της θεωρίας, που γεννιέται. Σε αυτή του την προσπάθεια ξεπροβάλλουν ως αρωγοί τα «μέσα» (οι μέθοδοι) της «θετικιστικής» μεθοδολογίας, όπως τα ερωτηματολόγια, οι συνεντεύξεις, η παρατήρηση κ. ά.. Το ότι διαρκώς τίθεται υπό έλεγχο μια τέτοια θεωρία παρακινεί τον ερευνητή στη διαδικασία εύρεσης επιβεβαιώσεων και σταθερών για υποθέσεις που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της έρευνας (σε αντίθεση με άλλες ποιοτικές προσεγγίσεις που ίσως αυτή τη διαδικασία την αντιλαμβάνονται σαν επακόλουθο των ποσοτικών ερευνών). Όλα ξεκινούν από ένα αφηρημένο ερώτημα από την πλευρά του ερευνητή, σαν μια απορία που πρέπει να λυθεί. Ο ερευνητής εκφράζει ό, τι του κινούσε την περιέργεια αναφορικά με ένα συγκεκριμένο θέμα και επικεντρώνεται στο πώς μπορεί αυτό να μελετηθεί.
Η μεθοδολογία αυτή, σχετίζεται πολύ με την παρούσα έρευνα. Η ανάλυση που επιλέξαμε, περιέχει τόσο τμηματοποιήσεις των δεδομένων όσο και σύγκριση μεταξύ τους. Δεν περιέχει όμως απλές αφηγήσεις. Τα υποκείμενα μίλησαν όπως επιθυμούσαν, αλλά στη βάση μιας προδιαγεγραμμένης θεματολογίας ερωτήσεων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει συγκεκριμένη σειρά με την οποία γίνονταν οι ερωτήσεις. Ναι μεν, δεν ασκήσαμε πίεση στα υποκείμενα να εκφραστούν, αλλά οι ερωτήσεις μας ανήκαν στο μοντέλο της άμεσης και εις βάθος συνέντευξης. Η ελευθερία των υποκειμένων διαφαίνεται στις απαντήσεις τους, όμως επειδή εν προκειμένω δεν χρησιμοποιήσαμε βιογραφικές συνεντεύξεις, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ακολουθήσαμε κατά γράμμα τη μέθοδο της κοινωνικά θεμελιωμένης θεωρίας. Υπάρχουν άρα πολλά κοινά σημεία (καθώς και αρκετά αποκλίνοντα από τη μεθοδολογία της κοινωνικά θεμελιωμένης θεωρίας,) στην έρευνά μας, γι’ αυτό οφείλαμε να την παραθέσουμε.



Β.6. ΟΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Η συνέντευξη είναι ένα από τα βασικότερα εργαλεία της ποιοτικής μεθόδου. Πρόκειται για την αλληλεπίδραση, την επικοινωνία μεταξύ προσώπων, που καθοδηγείται από τον ερευνητή ή ερωτώντα με στόχο την απόσπαση πληροφοριών σχετιζομένων με το αντικείμενο της έρευνας (Cohen and Manion, 1992: 307-308).
Με άλλα λόγια πρόκειται για την μέθοδο που έχει ως αντικείμενό της να σχηματίσει ένα «νοητικό περιεχόμενο», να αποκαλύψει πτυχές της προσωπικότητας και να αναγνωρίσει συμπεριφορές. Βασικό εργαλείο της είναι η συνομιλία που λαμβάνει χώρα μεταξύ δύο ή και παραπάνω προσώπων.
Ο Tuckman (Tuckman, 1972) όρισε τις συνεντεύξεις ως δυνατότητα «εισόδου» στο τι διαδραματίζεται στο μυαλό του υποκειμένου. Οι συνεντεύξεις προβάλλουν τις γνώσεις που το υποκείμενο κατέχει (πληροφορίες και γνώσεις), τι του αρέσει και τι όχι (αξίες και προτιμήσεις) και κυρίως τι σκέπτεται (απόψεις και αντιλήψεις).
Η συνέντευξη μπορεί να γίνεται αρχικά αντιληπτή σαν μια απλή συζήτηση ανάμεσα στον ερευνητή και το υποκείμενο, με σκοπό την απόσπαση συγκεκριμένων πληροφοριών, όμως ακριβέστερα πρόκειται για κάτι πιο πολύπλοκο (Moser and Kalton, 1971: 271) και δεν είναι απλώς «αυθόρμητη επικοινωνία ή υποκειμενική εντύπωση» στο μυαλό του ερευνητή. Ένα στοιχείο που τη διαφοροποιεί από μια απλή συζήτηση, είναι ότι είναι το βασικό εργαλείο της έρευνας, ένας έμμεσος τρόπος συλλογής πληροφοριών αναφορικά με τις αντιλήψεις και τα «πιστεύω» των ανθρώπων που ερωτώνται. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο διάλογος λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε ανθρώπους που κατ’ ουσίαν είναι ξένοι μεταξύ τους και ένα τρίτο στοιχείο είναι πως οι συνεντεύξεις κατευθύνονται από τον ερευνητή κατά ένα μεγάλο ποσοστό, στοιχείο που βέβαια εξαρτάται και από το είδος της συνέντευξης (Rubin and Rubin, 1995: 2).
Η επιλογή του ερευνητή να ακολουθήσει συνεντεύξεις κρύβει ένα πολύ θετικό στοιχείο και για εκείνον και για την πλευρά του υποκειμένου: ενθαρρύνει και τις δύο πλευρές που λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία, να νιώσουν περισσότερο συνδεδεμένες με τη συζήτηση που διεξάγεται, ανατροφοδοτούμενη από τις απόψεις που εκφράζονται. Σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να αναφερθεί ότι η συνέντευξη βασίζεται στην παρακάτω θέση: η γνώση επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό μέσω καλής ακρόασης, έως και «ευγενούς αφουγκράσματος» των κόσμων των υποκειμένων, τα οποία ο ερευνητής οφείλει να έχει ενθαρρύνει να εκφραστούν. Για αυτό το λόγο ακόμα και τα πρώτα λεπτά της συνέντευξης είναι καθοριστικά.
Η συνέντευξη άρα είναι ένα απαραίτητο έργο για τον ερευνητή. Στο κάθε στάδιο οι καινούργιες πληροφορίες και τα περαιτέρω παράθυρα που ανοίγονται οδηγούν στον ενδότερο κόσμο των υποκειμένων και αντανακλούν τις προσωπικές σκέψεις και προβληματισμούς τους, τους οποίους αξιοποιεί ο ερευνητής. Μέσω της συνέντευξης ο ερευνητής μπορεί να σχηματοποιήσει στο μυαλό του γεγονότα στα οποία δεν έλαβε μέρος και να κατανοήσει καλύτερα τις εμπειρίες των υποκειμένων. Οι συνεντεύξεις, εν γένει, έχουν τη δυνατότητα να φέρνουν στην επιφάνεια και να προσεγγίζουν τις αντιλήψεις και τις ιδέες των υποκειμένων.
Το περιεχόμενο των συνεντεύξεων, εκτός των άλλων μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ελληνική κοινωνία. Τα στοιχεία αυτά δίνουν τη δυνατότητα στον ερευνητή να προσεγγίσει λεπτομερώς όχι μόνο το υποκείμενο και τα λεγόμενά του, αλλά και να τα αναγάγει στην ευρύτερη κοινωνική δομή και τα χαρακτηριστικά ομάδων ή θεσμών, στα οποία το υποκείμενο δρα.
Σύμφωνα με την Bell (Bell Judith, 1997: 143) ένα από τα θετικότερα στοιχεία των συνεντεύξεων είναι ότι προσαρμόζονται στις ανάγκες των υποκειμένων, στις προσωπικές απόψεις τους, στα συναισθήματα και τις πιθανές αντιδράσεις τους. Γι’ αυτό και αν επιχειρήσουμε να κάνουμε έναν ακόμα παραλληλισμό των συνεντεύξεων με έναν κανονικό διάλογο, θα πρέπει να αναφέρουμε πως η κάθε μία ερώτηση χτίζεται με βάση την προηγούμενη, με λογική συνέχεια. Ανακεφαλαιώνοντας και καταλήγοντας, πρέπει να αναφέρουμε ότι η συνέντευξη βρίσκεται στο κέντρο της ποιοτικής έρευνας και αφορά στην άμεση επικοινωνία μεταξύ ερευνητή και υποκειμένου. Η επαφή μεταξύ των δύο δεν είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις και λαμβάνει διαφορετικές διαστάσεις αναλόγως της επιστημονικής παράδοσης στην οποία ανήκει ο ερευνητής ή στη μέθοδο την οποία επέλεξε (Kvale, 1996: 127).
Σύμφωνα με τον Φίλια «η συνέντευξη είναι το αποτέλεσμα κάποιου είδους μεθοδολογικής στρατηγικής» και «η πληροφορία πραγματοποιείται μέσω δύο συνειδητοποιήσεων» (Φίλιας, 1993: 129). Οι δύο συνειδητοποιήσεις ανήκουν στον ερευνητή και στο υποκείμενο και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υιοθετήσαμε πολλούς τύπους συνεντεύξεων, εφ’ όσον αρκετές φορές χρειάστηκε να επεξηγήσουμε και να επαναπροσδιορίσουμε το τι εννοούμε κάθε φορά που ξεκινούσαμε να ασχολούμαστε με μια διαφορετική από την προηγούμενη θεματολογία.
Οι συνεντεύξεις κατά τον προηγούμενο συγγραφέα χωρίζονται σε δομημένες, μη δομημένες, άμεσες ή έμμεσες, επαναλαμβανόμενες, κλινικές και σε βάθος.
Στις δομημένες συνεντεύξεις ζητείται από τον ερωτώμενο να απαντήσει σε προκαθορισμένες ερωτήσεις, οι οποίες έχουν συγκεκριμένο αριθμό και περιεχόμενο.
Στις μη δομημένες λαμβάνει χώρα μια συζήτηση που είναι κατά μια έννοια ελεύθερη, αλλά που η ελευθερία της σχετίζεται με τη φύση της συζήτησης, το θέμα που ερευνάται και το βαθμό της δόμησης των ερωτήσεων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε τη διάκριση των μη δομημένων συνεντεύξεων σε εντοπισμένες ή όχι. Σε αυτή τη διάκριση σημαίνοντα ρόλο καταλαμβάνει ο βαθμός της δόμησης. Όταν την καταχωρούμε ως εντοπισμένη σημαίνει ότι ο ερευνητής κινεί τη συζήτηση προς μια συγκεκριμένη οδό, ορμώμενος από μια εμπειρία που έχει αναφέρει ο ερωτώμενος. Στο πλαίσιο αυτού του τύπου συνέντευξης, ο ερευνητής είναι εκείνος, ο οποίος δείχνει κατανόηση στα λεγόμενα του ερωτώμενου, την/τον βοηθά να εκφραστεί, να ερμηνεύσει αυτά που λέει και είναι σκόπιμο να γνωρίζει ψυχολογία.
Στις άμεσες και τις έμμεσες παίζει ρόλο ο διαχωρισμός που γίνεται καταρχάς από την πλευρά του ερευνητή και κατά συνέπεια και από την πλευρά του ερωτώμενου και αφορά στο σκοπό για τον οποίο πραγματοποιείται η συνέντευξη.
Οι επαναλαμβανόμενες γίνονται συνήθως σε γκρουπ ανθρώπων και ονομάζονται και Panel. Ονομάζονται έτσι γιατί χρειάζεται να επαναληφθούν αρκετές φορές μέχρι να καταλήξει η έρευνα στη συλλογή των δεδομένων και στα συμπεράσματά της. Τα άτομα που επιλέγονται έχουν ορισμένα κοινά κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά.
Η άμεση συνέντευξη στο έργο άλλων κοινωνικών επιστημόνων παρουσιάζεται ως συνέντευξη σε βάθος. Σύμφωνα με την Κυριαζή (Κυριαζή, 1998: 122) η συνέντευξη σε βάθος αφορά ένα σύνολο γενικών ερωτήσεων σε θέματα που ο ερευνητής έχει προκαθορίσει, αλλά τα οποία δεν τα θέτει με συγκεκριμένη σειρά, και τον «πρωταγωνιστικό» ρόλο τον κατέχει ο ερωτώμενος, με την παρουσία του ερευνητή ως βοηθητική και διακριτικά καθοδηγητική.
Σύμφωνα με την ίδια υπάρχουν άλλα τρία είδη συνεντεύξεων. Η τυποποιημένη, η ελεύθερη ή μη τυποποιημένη και η τηλεφωνική. Καταλήγουμε υπογραμμίζοντας ξανά, ότι, αναμφίβολα, πολλές ποιοτικές συνεντεύξεις συντίθενται από αρκετά αυστηρά σχεδιασμένα μέρη κι από μέρη όχι προσχεδιασμένα (Rubin and Rubin, 1995: 5) και πάντοτε υφίσταται αρμονική σύνδεση μεταξύ τους.
Οι συνεντεύξεις γενικά έχουν όμως και μειονεκτήματα τα οποία οφείλει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει ο ερευνητής. Ένα εκ των σημαντικότερων μειονεκτημάτων είναι ο κίνδυνος βεβιασμένων ερωτήσεων από μεριάς του ερευνητή με πιθανό αποτέλεσμα τις ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες.
Ο ερευνητής που επιλέγει ποιοτικές μεθόδους έρευνας και ειδικότερα συνεντεύξεις βρίσκεται αντιμέτωπος με τον εξής «πειρασμό»: πρέπει να πείσει ότι τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί βασίζονται σε καθαρά κριτική αξιολόγηση και όχι απλώς σε μερικές καλά διαλεγμένες ερωτήσεις (Silverman, 2000: 176). Ο ερευνητής μπορεί να μπει στο πειρασμό να εξάγει ορισμένα συμπεράσματα που θα οδηγούν σε μια ενδιαφέρουσα επιστημονική οδό. Οι αποδείξεις όμως που θα αποτελούν τη βάση για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, πρέπει να έχουν υποβληθεί σε κάθε πιθανή επεξεργασία. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει πάντοτε να λαμβάνει υπ’ όψη τον παράγοντα των προσωπικών ερμηνειών, που θα δίνει κάθε φορά και ο ίδιος ερευνητής θέτοντας την ερώτηση αλλά και ο ερωτώμενος – αποκρινόμενος, (Antaki and Rapley,1996: 293-316): ερμηνείες που πάντοτε έχουν ρευστά χαρακτηριστικά.
Αν θεωρήσουμε ότι η συνέντευξη αποτελεί ένα «γλωσσικό συμβάν» ή μια «γλωσσική δραστηριότητα» και επομένως ένα ιδιαίτερο είδος «ομιλίας-λόγου» (Mishler, 1996: 21), τότε, κατά τη στιγμή της συνέντευξης, η διάδραση μεταξύ ερευνητή και αφηγητή, εφόσον επιζητείται από τον ερευνητή η «επικοινωνιακή συμμετρία» (Habermas, 1971: 108), γίνεται «πιο αρμονική και λιγότερο εκλογικευμένη». Επιδιώκεται δηλαδή «η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέγγιση προς έναν καλής ποιότητας διάλογο». Τούτο σημαίνει ότι γίνεται προσπάθεια και από τα δύο μέρη προκειμένου να επιτευχθεί ένας κοινός τόπος συνεννόησης (αλλά και οικοδόμησης κοινών νοημάτων που δημιουργούνται στη διάρκεια της συνέντευξης) τόσο των νοημάτων της συνέντευξης αυτής καθαυτής όσο και του συνόλου των συνεντεύξεων (αν διεξάγουμε περισσότερες από μία συνεντεύξεις με το ίδιο άτομο). Επομένως, τα νοήματα μέσα στο διάλογο «δεν είναι ούτε μοναδικά ούτε σταθερά. Αντίθετα, οι όροι προσλαμβάνουν συγκεκριμένα νοήματα μέσα από το διάλογο, καθώς αυτός εξελίσσεται και διαπλάθεται από τους συνομιλητές» (Mishler, 1996: 105).
Η στιγμή λοιπόν της συνέντευξης εκτείνεται και πέρα από το συγκεκριμένο χρόνο της στιγμής της συνέντευξης και προσλαμβάνει όλους τους όρους και τα νοήματα που μπορεί να δημιουργούνται τόσο από την αναμονή και την προσδοκία της πράξης, του «συμβάντος», όσο και από το σύνολο της διαδικασίας. Δημιουργείται έτσι ένας τόπος συνάντησης των δύο δραστών που εμπεριέχονται και λαμβάνει χώρα η επεξεργασία και η διαχείριση, σε μια συνεχή διαδικασία παραγωγής νοήματος, ταυτοχρόνως και από τους δύο, των νοημάτων που θα «λεχθούν» στη διάρκεια των συνεντεύξεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ερευνητής που ακολουθεί τις ποιοτικές μεθόδους έρευνας και κυρίως τις συνεντεύξεις, οφείλει να έχει ορισμένα γνωρίσματα, τα οποία θα διευκολύνουν τη διαδικασία των συνεντεύξεων καθώς και τον ίδιο στην εξαγωγή συμπερασμάτων.
Ένα πρώτο στοιχείο είναι ότι ερευνητής οφείλει να παρουσιάζεται όσο το δυνατόν περισσότερο επαγγελματίας γίνεται. Οφείλει να κατέχει βασικές γνώσεις προκειμένου να γνωρίζει τις ερωτήσεις στις οποίες θα προβεί, γιατί η διατύπωση των ερωτήσεων δεν αποτελεί εύκολη διαδικασία (Bell, 1997: 145) και ο τρόπος που θα τεθούν κατέχει σημαίνοντα ρόλο στο αν και κατά πόσο θα επηρεαστεί το υποκείμενο. Οι ερωτήσεις κατά κύριο λόγο πρέπει να προβάλουν σαφείς, δηλαδή να αποδεικνύουν ό,τι πράγματι ψάχνουν.
Ένα από τα γνωρίσματα ενός ικανού συνεντευκτή είναι η δυνατότητα καλλιέργειας φιλικού κλίματος μεταξύ του ίδιου και του υποκειμένου. Το να είναι ο ερευνητής δεκτικός, ευχάριστος, ευαίσθητος, μόνο οφέλη μπορεί να αποδώσει στην έρευνα. Εξάλλου μέσα σ’ αυτή την αλληλεπίδραση δεν μπορεί το υποκείμενο ν’ αφεθεί στις ερωτήσεις, αν ο ίδιος ο ερευνητής δεν δώσει ορισμένα στοιχεία για τον εαυτό του πρώτα, εάν δεν αρχίσει ο ίδιος να αποκαλύπτεται κατά μία έννοια. Ο ερευνητής οφείλει πάντα να θυμάται πως οι περισσότερες ερωτήσεις προκύπτουν, καθώς ο ίδιος προσπαθεί να επικοινωνήσει και να αλληλεπιδράσει με το υποκείμενο (Silverman, 2000: 321) και πως το γνωστικό αντικείμενο πάνω στο οποίο γίνονται οι ερωτήσεις είναι περισσότερο οικείο στον ίδιο κι όχι τόσο στο υποκείμενο. Χωρίς αμφιβολία, ο ερευνητής δεν είναι ουδέτερος, απόμακρος, ή συναισθηματικά αποδεσμευμένος (Rubin and Rubin, 1995: 12).
Η σχέση που αναπτύσσεται με το υποκείμενο τον επηρεάζει και τον ίδιο. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να γίνει κατανοητή η θεωρία του Cicourel (Cicourel, 1964: 17), σύμφωνα με τον οποίο η καθημερινότητα επηρεάζει κατά πολύ και τον ίδιο τον ερευνητή παρά την προσπάθειά του να είναι συστηματικός και αντικειμενικός. Ο ερευνητής σε μια συνέντευξη στοχεύει περισσότερο στη διάγνωση του εσωτερικού κόσμου των υποκειμένων παρά στην ιεράρχηση και ταξινόμηση των πληροφοριών που του δίνονται εν προκειμένω για τη διεξαγωγή της έρευνας (Rubin and Rubin, 1995: 6).  Γίνεται αυτήκοος μάρτυρας, πολύ καλός ακροατής προσωπικών ιστοριών καθημερινότητας, προβλημάτων, απλών και σύνθετων σκέψεων, εμπειριών (Schutz, 1967: 74). Το υποκείμενο μιλά και εκτίθεται, κατά μία έννοια, για θέματα, τα οποία ίσως να μην είχε ποτέ άλλοτε μοιραστεί με κάποιον συνομιλητή. Κατ’ επέκταση ο ερευνητής οφείλει να μην προσδοκά απαντήσεις που ταυτίζονται με το «προσχέδιο» που έχει στο μυαλό του, αλλά να δει το υποκείμενο σε εντελώς ουδέτερη βάση, ανεπηρέαστα και να μην υπερεκτιμήσει ή υποτιμήσει την αλήθεια που πρεσβεύει ο κάθε ερωτώμενος (Cannell and Kahn, 1968: 52).
Μέσω της συνέντευξης ο ερευνητής έχει τη δυνατότητα να παρατηρήσει και τις εκφράσεις χεριών και προσώπου, τον τόνο της φωνής κ. ά., στοιχεία χρήσιμα για την αποφυγή επιφανειακών ερμηνειών. Τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο.
Σαν τελευταία υπενθύμιση δανειζόμαστε την άποψη των Rubin και Rubin (Rubin and Rubin, 1995: 13) οι οποίοι γράφουν πως υπάρχει πάντα ένα «εγώ» στην όλη διαδικασία κι όλα όσα διαδραματίζονται στη διάρκεια της συνέντευξης ή της ανάλυσής της, δεν παύουν να χρωματίζονται από αυτό.
Οι ερευνητικές μέθοδοι διακρίνονται σε ποιοτικές και ποσοτικές. Οι ποσοτικές αναλύουν την ποσότητα εμφάνισης του φαινομένου που εξετάζεται και οι ποιοτικές αναφέρονται στο είδος, στο συγκεκριμένο χαρακτήρα του φαινομένου (Kvale, 1996: 67). Και οι δύο μέθοδοι δίνουν τη δυνατότητα στον ερευνητή να προσεγγίσει ένα ερευνητικό πεδίο και να επικεντρωθεί σε αυτό.
Στην επιλογή της ποιοτικής μεθοδολογίας καταλήξαμε μελετώντας τις δυνατότητες που προσφέρει η συγκεκριμένη μέθοδος. Συγκεκριμένα, στη συνέχεια θα αναφερθούμε στα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν, τόσο την ποιοτική, όσο και την ποσοτική μεθοδολογία επιχειρώντας να τεκμηριωθεί η επιλογή μας.
Η ποσοτική έρευνα έχει σταθερή δομή. Δύσκολα ο σχεδιασμός της μπορεί να δεχθεί αλλαγές εφόσον η έρευνα έχει ξεκινήσει, ενώ υπάρχει η δυνατότητα στατιστικής ανάλυσης πολλών περιπτώσεων, αναδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό τις γενικές τάσεις που εμφανίζονται στο δείγμα. Οι αναλύσεις γίνονται με αριθμούς, δηλαδή με μετρήσεις. Γενικές θεωρητικές έννοιες, όπως η θρησκευτική πίστη, «μεταφράζονται» σε μεταβλητές και δείκτες, λόγου χάρη υπό μορφή ερωτήσεων, διερευνώνται εμπειρικά μέσω των υποθέσεων που πηγάζουν από τις εξειδικευμένες θεωρίες που υπάρχουν για τα υπό μελέτη θέματα, ώστε στη συνέχεια να οδηγήσουν τον ερευνητή στην ανάπτυξη γενικότερων θεωρητικών συστημάτων.
Η κοινωνιολογική γνώση θεμελιώνεται εμπειρικά. Η θεωρία είναι κυρίαρχη και ελέγχεται και κατά τον έλεγχο αυτό ακολουθείται μια σειρά από στάδια. Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν, ο ερευνητής μιας ποσοτικής μεθόδου ξεκινάει από την επιλογή της θεωρίας που αφορά το υπό έρευνα κοινωνικό φαινόμενο, διατυπώνει τις υποθέσεις που πηγάζουν από το συγκεκριμένο θεωρητικό πλαίσιο, σχεδιάζει την έρευνα (λόγου χάρη επιλογή δείγματος, τεχνική συγκέντρωσης στοιχείων) και στην ερευνητική του πορεία συγκεντρώνει τα δεδομένα, τα αναλύει και ερμηνεύει τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει. Το σχήμα αυτό είναι άκαμπτο, κάτι που όμως δεν ισχύει και στη ποιοτική έρευνα (Κυριαζή, 2002: 44-54, Μακράκης στο Παπαγεωργίου, 1998: 19-36).
Στη ποιοτική μέθοδο παρατηρείται μια ρευστότητα, μια ευελιξία στο σχήμα αυτό, γεγονός που επιτρέπει αλλαγές στα ερωτήματα που τίθενται, στο δείγμα που χρησιμοποιείται, καθώς και στον τρόπο συλλογής των δεδομένων. Ο σχεδιασμός της ποιοτικής έρευνας δεν προκαθορίζεται από τον ερευνητή, αλλά διαμορφώνεται, αναθεωρείται και αλλάζει με την εξέλιξη της έρευνας. Για παράδειγμα, οι τεχνικές συλλογής και ανάλυσης των στοιχείων μπορεί να μην είναι ίδιες κατά την ερευνητική διαδικασία.
Οι ποιοτικές μέθοδοι δίνουν την ευκαιρία στον ερευνητή να στοχεύσει στο τι σημαίνει για τα υποκείμενα η εμπειρία για την οποία μιλούν, με άλλα λόγια, να εμβαθύνει. Αυτό που συμβαίνει είναι μια «λεπτή» περιγραφή (Geertz, 1973) από την πλευρά των ερευνητών. Πέρα όμως από τη λεπτομερή ανάλυση, οι ποιοτικές μέθοδοι καταγράφουν τη «φωνή» του υποκειμένου και τις εκφράσεις του (Eisner, 1991).
Δεν περιγράφονται όμως μόνο τα υποκείμενα και οι αφηγήσεις τους στις ποιοτικές μεθόδους. Οι ποιοτικές μέθοδοι σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται από την κουλτούρα -πολιτισμό του ερευνητή. Ο ερευνητής καλείται να ερμηνεύσει τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί και να αναδείξει τα τελικά συμπεράσματα, χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις του. Το κείμενο αποδεικνύει πως δεν βρίσκεται πίσω από τις γραμμές μια μηχανή, αλλά ένας άνθρωπος και μερικές φορές ίσως είναι ανειλικρινές, υποκριτικό (Eisner, 1991) το ότι καλύπτεται πίσω από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ή το τρίτο ενικό (π.χ. «εμείς» ή «ο ερευνητής»).
Εκείνο λοιπόν που έχει βαρύτητα στις ποιοτικές μεθόδους είναι η κρίση του ερευνητή και όσων θα διαβάσουν την έρευνα (Eisner, 1991: 39). Πάντοτε όμως τα αποτελέσματα μιας έρευνας αποτελούν αφετηρία για μια σειρά ποιοτικών και ποσοτικών μεθοδολογικών προσπαθειών, γιατί τα ζητήματα προς μελέτη και ανάλυση δεν σταματούν να υφίστανται και τα αποτελέσματά τους θέτουν συνεχείς προβληματισμούς στους ερευνητές.
Σε αυτή τη μέθοδο οι αναλύσεις γίνονται με λόγια, μέσω των εννοιών. Η ποιότητα της έρευνας έχει σημασία και για αυτό γίνεται πιο βάθους ανάλυση σε μικρότερο μέρος του πληθυσμού. Οι ποιοτικές μέθοδοι δεν θέλουν να παράγουν στοιχεία που μπορεί εύκολα να μετατραπούν σε αριθμούς. Οι αριθμοί σπάνια χρησιμοποιούνται. Έχουν ταυτιστεί με την έρευνα πεδίου και με τη συμμετοχική παρατήρηση, ενώ οι παρατηρήσεις τους παρουσιάζονται με αφηγηματική τεχνική. Και σε αυτή τη μέθοδο γίνεται έλεγχος θεωρίας, αλλά ο ερευνητής περνάει από μία επαναδιατύπωση θεωρίας (Κυριαζή, 2002: 44-54, Μακράκης στο Παπαγεωργίου, 1998: 19-36).
Σε αντίθεση με τη ποσοτική μέθοδο όπου η συμφωνία αποτελεί πρόβλημα, στη ποιοτική έρευνα η ασυμφωνία είναι ευκαιρία για την επαναδιατύπωση θεωριών.
Οι Strauss και Corbin υποστηρίζουν πως αξιόλογη, χρήσιμη έρευνα, μπορεί να επιτευχθεί με ποικίλους συνδυασμούς ποσοτικών και ποιοτικών διαδικασιών. Προτρέπουν τους αναγνώστες να σκεφτούν με την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ ποσοτικών και ποιοτικών μεθόδων. Η μία μέθοδος, λένε, αλληλοσυμπληρώνει την άλλη. Οι ίδιοι υποστηρίζουν πως πράγματι κάποια εργαλεία που χρησιμοποιούνται στη συνέντευξη μπορούν να συμπληρωθούν από τη στατιστική ανάλυση, όπως και στατιστικά δεδομένα μπορούν κατά ένα μέρος να αναλυθούν ποιοτικά. Εξάλλου το πιο λειτουργικό σημείο είναι ότι η συλλογή δεδομένων και η ανάλυση μπορεί να υλοποιηθεί και με τις δύο μεθόδους και σε ποικίλους συνδυασμούς, κατά τα στάδια της ερευνητικής διαδικασίας. Για τους Anselm Strauss και Juliet Corbin, ο ερευνητής θα πρέπει να κάνει χρήση των μεθόδων που αυτός ή αυτή έχει στη διάθεσή του/της, έχοντας πάντα κατά νου ότι η αλληλεπίδραση των μεθόδων είναι απαραίτητη (Strauss, Corbin, 1998: 27-34).
Οι Denzin και Lincoln αναφέρουν πως η λέξη ποιοτικός υποδηλώνει μία έμφαση σε διαδικασίες και νοήματα που δεν έχουν εξετασθεί με ακρίβεια ή μετρηθεί, σε όρους ποσότητας, συχνότητας. Οι ερευνητές της ποιότητας τονίζουν την κοινωνικά δομημένη φύση της πραγματικότητας, τη στενή σχέση μεταξύ του ερευνητή και αυτού που μελετάει και τις καταστάσεις κάτω από τις οποίες γίνεται η μελέτη. Ψάχνουν απαντήσεις σε ερωτήσεις που δίνουν έμφαση στο πώς δημιουργείται η κοινωνική εμπειρία και τα μηνύματα που δίδονται. Σε αντίθεση, οι ποσοτικές μέθοδοι δίνουν έμφαση στη μέτρηση και ανάλυση των «τυχαίων» σχέσεων μεταξύ μεταβλητών, όχι διαδικασιών (Denzin, Lincoln, 1998: 8).
Από την άλλη πλευρά οι ερευνητές της ποιοτικής χρησιμοποιούν ιστορικές αφηγήσεις, ανθρώπινες ιστορίες, μυθοποιημένα γεγονότα και ακόμη φωτογραφίες, βιογραφικά και αυτοβιογραφικά «υλικά» ανάμεσα σε άλλες μεθόδους, αντίθετα από τους ερευνητές της ποσοτικής που κάνουν χρήση μαθηματικών τύπων, στατιστικών αποδείξεων και διαγραμμάτων, γράφοντας συχνά σε τρίτο πρόσωπο (Denzin, Lincoln, 1998: 9-11).
Παρατηρούμε λοιπόν ότι μεταξύ των μεθόδων υπάρχουν διαφορές, ενώ ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνει η μία την άλλη. Ο Βασίλης Μακράκης αναφέρει πως τόσο οι ποσοτικές όσο και οι ποιοτικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις είναι εμπειρικές, αφού στηρίζονται σε δεδομένα της εμπειρικής πραγματικότητας, ανεξάρτητα με το εάν ο τρόπος συλλογής αυτών των δεδομένων και η διαδικασία ανάλυσής τους είναι διαφορετική (Μακράκης στο Παπαγεωργίου, 1998: 21).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου