22.12.10

ΟΙ ΠΕΡΙΟΔΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΤΗΣ Γ ΛΥΚΕΙΟΥ
1.Επτανησιακή σχολή(1821-1880)
(εξεταζόμενο κείμενο: Ο Κρητικός- Διονύσιος Σολωμός)
Με τον όρο επτανησιακή σχολή εννοούμε τη λογοτεχνική παραγωγή των Ιονίων νήσων από
τις τελευταίες δεκαετίας του 18ου αι. έως το τέλος του 19ου αι. Ο όρος επτανησιακή σχολή
εισήχθη από τον Ροΐδη και τον Ασώπιο στο 2ο μισό του 19ου αιώνα και τον υιοθέτησε
αργότερα ο Κωστής Παλαμάς στα κριτικά του δοκίμια για τους επτανήσιους ποιητές.
Επίκεντρο αυτής της αξιόλογης παραγωγής είναι ο Διονύσιος Σολωμός.
Γενικά χαρακτηριστικά της ποιητικής παραγωγής
• σχεδόν αποκλειστική χρήση δημοτικής γλώσσας (και θεωρητική υποστήριξή της από
τους περισσότερους)
• έμπνευση από την ιταλική στιχουργία
• ιδεαλιστική αντίληψη της τέχνης
• ιδανισμός στην παρουσίαση της γυναίκας
• πατριδολατρεία
• αγάπη για την φύση(εξιδανίκευση αυτής)
• πλούσια φαντασία, δύναμη και ενέργεια εικόνων
• διάχυτη αγάπη για τον άνθρωπο και το κάλος
• βαθιά ειλικρίνεια και αισθηματικότητα
• ελευθερία και αγωνιστικότητα
• θρησκεία, αγάπη και χρέος
• σύνθεση κλασικισμού και ρομαντισμού
2. Νέα Αθηναϊκή σχολή( Γενιά του 1880)
Α. Πεζογραφία(1880-1930)
(εξεταζόμενα κείμενα: Το αμάρτημα της μητρός μου-Γεώργιος Βιζυηνός,
Όνειρο στο κύμα: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)
Από τη δεκαετία του 1880 εμφανίζεται μια μεγάλη αλλαγή στη νεοελληνική πεζογραφία. Ο
ρομαντισμός παύει να είναι το κυρίαρχο ρεύμα και οι λογοτέχνες "προσγειώνονται" σε πιο
οικεία θέματα, εμπνέονται από την ελληνική παράδοση, απεικονίζουν τη ζωή της υπαίθρου
αρχικά και έπειτα των αστικών κέντρων, και εμφανίζονται σποραδικά στην αρχή αλλά
εντονότερα από τις αρχές του 20ου αι. ρεαλιστικές και νατουραλιστικές τάσεις και
κοινωνικοπολιτικός προβληματισμός.
Διαμορφωτικοί παράγοντες των νέων τάσεων
Οι σημαντικότεροι παράγοντες που διαμόρφωσαν νέες τάσεις στην ελληνική πεζογραφία
μετά το 1880 ήταν η παρακμή του ρομαντισμού και η στροφή στα λογοτεχνικά ρεύματα του
ρεαλισμού και του νατουραλισμού, η ανάπτυξη της λαογραφίας και ο διαγωνισμός
διηγήματος του περιοδικού Εστία.
Αν και ο ρομαντισμός δεν ήταν η μοναδική τάση στην πεζογραφία της προηγούμενης
περιόδου (1830-1880), είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση κάποιων τάσεων, όπως τα
ερωτικά μυθιστορήματα με περιπετειώδη-μελοδραματική δομή . Η παρακμή και οι
αντιδράσεις προς τον ρομαντισμό συνοδεύτηκαν από τη στροφή προς νέα λογοτεχνικά
ρεύματα, του παρνασσισμού, του ρεαλισμού και του νατουραλισμού. Ορόσημο για την
εισαγωγή του ρεαλισμού στην Ελλάδα είναι η δημοσίευση το 1879 της μετάφρασης της Νανάς
του Εμίλ Ζολά από τον Ιωάννη Καμπούρογλου στον Ραμπαγά που προκάλεσε έντονες
αντιδράσεις λόγω του «προκλητικού» και «σκανδαλώδους» περιεχομένου και διακόπηκε. Η
αυτόνομη έκδοση του έργου το 1880 συνοδευόταν από μια «επιστολιμαία διατριβή» αντί
προλόγου, με την υπογραφή Α.Γ.Η., ο συντάκτης της οποίας παρουσίαζε τις αρχές του
ευρωπαϊκού νατουραλισμού και τις νέες ανάγκες της ελληνικής λογοτεχνίας, που θα
μπορούσε αυτό το ρεύμα να καλύψει.
Παράλληλα με τη στροφή προς νέες τεχνοτροπίες, εμφανίστηκε και στροφή προς νέους
θεματικούς κύκλους, δηλαδή την καθημερινή ζωή της υπαίθρου. Καθοριστική ήταν η
ανάπτυξη και η συστηματοποίηση της λαογραφικής έρευνας με τις εργασίες του Νικόλαου
Πολίτη, θεμελιωτή της ελληνικής λαογραφίας. Ο Ν. Πολίτης ήταν ένας από τους εμπνευστές
του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας το 1883 και πιθανότατα συγγραφέας της προκήρυξης
του διαγωνισμού, η καλούσε τους συγγραφείς να αξιοποιήσουν τις πλούσιες παραδόσεις, τα
ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού. Στην προκήρυξη ήταν φανερή η ηθικοπλαστική
διάθεση, αφού γινόταν λόγος για «αγνά» και «ευγενή» ήθη που ο ελληνικός λαός διέθετε
περισσότερο από άλλους λαούς, και για τόνωση της αγάπης για την πατρίδα. Τα
αποτελέσματα του διαγωνισμού δεν ήταν βέβαια εξαιρετικά σε ποιότητα, αφού πολλά από
τα έργα που παρουσιάστηκαν δεν ήταν καν διηγήματα, παρά απλές καταγραφές εθίμων,
παραδόσεων ή λαϊκών διηγήσεων. Ο διαγωνισμός όμως συνέβαλε και στη συστηματική
καλλιέργεια του διηγήματος, είδους που τις προηγούμενες δεκαετίας ήταν περιορισμένο,
αλλά στο τέλος του αιώνα ξεπέρασε την παραγωγή μυθιστορημάτων.
Γενικά χαρακτηριστικά
Σε αντίθεση με την ποίηση, στην πεζογραφία η δημοτική άργησε να καθιερωθεί. Η πρώτη
φάση, μέχρι το 1900 περίπου, είναι ακόμα η φάση της καθαρεύουσας: οι περισσότεροι
συγγραφείς χρησιμοποιούσαν την καθαρεύουσα στα αφηγηματικά μέρη και τη δημοτική,
συχνά με ιδιωματισμούς, στα διαλογικά (Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Κονδυλάκης,
Μωραϊτίδης). Μετά τη δημοσίευση του Ταξιδιού του Ψυχάρη, το παράδειγμά του
ακολούθησαν αμέσως οι Αργύρης Εφταλιώτης και Αλέξανδρος Πάλλης και αργότερα ο
Πέτρος Βλαστός, που ήταν και οι πιο «πιστοί» στις αρχές του. Την πεζογραφία σε δημοτική
ενίσχυσαν στη συνέχεια - και με μετριοπάθεια- οι Κωστής Παλαμάς, Ανδρέας Καρκαβίτσας
και αργότερα οι Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Αξιόλογη σε αυτόν
τον τομέα ήταν και η έκδοση των περιοδικών Η Τέχνη (1898-1899) και Ο Νουμάς το 1903.
Η γενική τάση που επικρατούσε ως το 1900 ήταν η ηθογραφία, η έμπνευση δηλαδή από την
καθημερινή ζωή της υπαίθρου (αρχικά) και η πιστή αναπαράσταση ηθών, εθίμων,
παραδόσεων. Η έμπνευση από την καθημερινή ζωή στην ελληνική πεζογραφία δεν ήταν κάτι
νέο: τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξαν συγγραφείς που παρουσίασαν με κριτική διάθεση
την καθημερινή ζωή, αλλά των αστικών κέντρων (όπως ο Γρηγόριος Παλαιολόγος στον
Ζωγράφο (1842) ή ο Ι. Πιτσιπιός στον Πίθηκο Ξουθ (1849), όμως η αποκλειστική εστίαση στην
αγροτική ζωή ήταν καινοτομία της μετά το 1880 περιόδου. Οι συγγραφείς στηρίχτηκαν στις
προσωπικές τους αναμνήσεις και βιώματα, γι' αυτό και τα περισσότερα έργα έχουν
χαρακτήρα αυτοβιογραφικό. Αρκετοί απ' αυτούς περιορίστηκαν σε απλή καταγραφή της
ζωής, χωρίς να εμβαθύνουν στην ψυχολογία των προσώπων ή να αναλύουν χαρακτήρες και
συχνά παρουσίαζαν την αγροτική ζωή με τρόπο ειδυλλιακό και εξιδανικευμένο,
αδιαφορώντας για τα κοινωνικά προβλήματα και τις συχνά άσχημες συνθήκες. (Για
παράδειγμα οι Γεώργιος Δροσίνης, Κώστας Κρυστάλλης). Οι πιο αξιόλογοι όμως συγγραφείς
παρουσίασαν και δείγματα είτε ψυχογραφικά (Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Κονδυλάκης, Ο
Πατούχας, Βιζυηνός), είτε νατουραλιστικά, με έντονη κριτική διάθεση (Καρκαβίτσας, Ο
Ζητιάνος,Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα).
Από το 1900 το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από την ύπαιθρο στα αστικά κέντρα, κυρίως την
Αθήνα. Αυτή η φάση ονομάζεται είτε απλά αστική, είτε αστική ηθογραφική, σε αντιδιαστολή
με την αγροτική ηθογραφική. Οι πρώτοι συγγραφείς που τοποθέτησαν τα έργα τους σε
αστικό περιβάλλον ήταν οι Γιάννης Ψυχάρης και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Το μυθιστόρημα
επανεμφανίστηκε με αξιόλογα δείγματα, όπως τα έργα του Χατζόπουλου και του Θεοτόκη.
Παράλληλα εμφανίστηκε και ο κοινωνικός προβληματισμός, τις περισσότερες φορές
ταυτισμένος με τη σοσιαλιστική ιδεολογία. (Εκπρόσωποι αυτού του είδους, εκτός από τους
Χατζόπουλο και Θεοτόκη, είναι και οι Δημοσθένης Βουτυράς, Κώστας Παρορίτης). Επιπλέον,
είναι αξιοσημείωτη και η επίδραση του ρεύματος του αισθητισμού στα έργα των Π.Νιρβάνα,
Κ.Χρηστομάνου, Ν.Επισκοπόπουλου.
Β. ΠΟΙΗΣΗ- Ο ΚΑΒΑΦΗΣ
(εξεταζόμενο κείμενο: Η μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν
Κομμαγηνή 595 μ.Χ. )
Ο Καβάφης, όπως κάθε ποιητής, λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Η τέχνη του είναι η
συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί
μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν,
ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή
και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ου
αιώνα με τη συλλογική συνείδηση[9].
Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά
επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την
τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί
του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις. Αναμφίβολα δεν είναι
εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η
ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν
πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε
ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους
χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή.
3. Η Γενιά του 1920
(εξεταζόμενο κείμενο: Μόνο γιατί μ αγάπησες- Μαρία Πολυδούρη)
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη γενιά του 1920, που καλλιέργησε το αίσθημα του
ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από
τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε
βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς επιδράσεις από τον έρωτα της ζωής της
Κώστα Καρυωτάκη αλλά και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και
συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν συχνά κάποιες τεχνικές αδυναμίες και
στιχουργικές ευκολίες του έργου της. Ο Κ. Σεργιόπουλος έχει πει για την Πολυδούρη: "Η
Μαρία Πολυδούρη έγραφε τα ποιήματά της όπως και το ατομικό της ημερολόγιο. Η μεταστοιχείωση
γινόταν αυτόματα και πηγαία {...}, γι'αυτήν η έκφραση εσήμαινε κατ' ευθείαν μεταγραφή των
γεγονότων του εσωτερικού της κόσμου στην ποιητική γλώσσα με όλες τις γενικεύσεις και τις υπερβολές,
που της υπαγόρευε η ρομαντική της φύση...".
4. Η Γενιά του 1930 και η λογοτεχνία μέχρι το τέλος του εμφυλίου- Η πρώτη
μεταπολεμική γενιά
(εξεταζόμενα κείμενα: Ποίηση 1948-Νίκος Εγγονόπουλος, Στον Νίκο Ε…-
Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα αντικλείδια_Γιώργης Παυλόπουλος)
Τα χρόνια γύρω στο 1930 είναι τα χρόνια εμφάνισης μοντερνιστικών τάσεων στην ποίηση
και την πεζογραφία, γι’ αυτό και οι συγγραφείς που πρωτοδημοσίευσαν έργα με ανανεωτική
διάθεση εκείνη την περίοδο ή και λίγο νωρίτερα, εντάσσονται στην λεγόμενη «Γενιά του ’30».
Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής ανανέωσης είναι η καθιέρωση του ελεύθερου
στίχου και η εισαγωγή του υπερρεαλισμού, ενώ στην πεζογραφία καλλιεργείται ιδιαιτέρως
το αστικό μυθιστόρημα και εμφανίζονται κάποιες μοντερνιστικές τάσεις όπως ο εσωτερικός
μονόλογος.
Η ποίηση της Γενιάς του '30
Η ποιητική γενιά του ’30 συνδέεται με την πλήρη αποδέσμευση από τον παραδοσιακό στίχο.
Δείγματα ελεύθερου στίχου πρωτοεμφανίστηκαν μέσα στην δεκαετία του ’20, με τα ποιήματα
του Τ.Κ. Παπατσώνη, ενώ γύρω στα τέλη της δεκαετίας και στις αρχές της δεκαετίας του ’30
πύκνωσαν οι εκδόσεις ποιημάτων με ελεύθερο στίχο: το 1929 εκδόθηκαν ποιήματα του
Αναστάσιου Δρίβα, το 1930 η συλλογή Στου γλυτωμού του χάζι του Θεόδορου Ντόρρου, το
1933 τα ποιήματα του Νικήτα Ράντου και το 1933 του Γιώργου Σαραντάρη. Αντίθετα ποιητές
που πρωταγωνίστησαν αργότερα στην «γενιά του ’30» με ποιήματα σε ελεύθερο στίχο
ξεκίνησαν με παραδοσιακό, όπως ο Γιώργος Σεφέρης στις δύο πρώτες συλλογές του, Στροφή
(1931) και Στέρνα (1932) και ο Γιάννης Ρίτσος στην συλλογή Τρακτέρ (1934) και τον Επιτάφιο
(1936).
Ο πιο σημαντικός σταθμός στην ποίηση της «γενιάς του ’30» είναι το έτος 1935. Εκείνη την
χρονιά, που κατά σύμπτωση δημοσιεύεται και η τελευταία συλλογή του Παλαμά, ιδρύεται το
περιοδικό Νέα Γράμματα, με το οποίο συνεργάζονται οι κυριότεροι εκπρόσωποι της γενιάς,
εκδίδεται το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη και
εισάγεται στην Ελλάδα ο υπερρεαλισμός με την Υψικάμινο του Εμπειρίκου. Μέσα στην ίδια
δεκαετία δημοσίευσαν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος και
πρωτοεμφανίστηκε και ο δεύτερος σημαντικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού, ο Νίκος
Εγγονόπουλος.
Η πεζογραφία της γενιάς του '30
Οι πεζογράφοι που εντάσσονται στην «Γενιά του '30» είναι σύνολο συγγραφέων με συχνά
διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά με κοινό στόχο την ανανέωση της πεζογραφίας. Οι
γενικές τάσεις που επικράτησαν μπορούν να διακριθούν σε τρεις ομάδες: πεζογράφους με
καταγωγή από την Μικρά Ασία, που εμφανίστηκαν ήδη από την δεκαετία του '20 και
έμειναν πιο κοντά στην παράδοση, εμπνεόμενοι κυρίως από τον τόπο καταγωγής τους και οι
οποίοι συχνά αποκαλούνται «Αιολική Σχολή» (Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Φώτης
Κόντογλου και Στρατής Δούκας), τους πεζογράφους που ακολούθησαν κυρίως την τάση του
αστικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος (Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Μ.
Καραγάτσης κ.α.) και τέλος πεζογράφους που εισήγαγαν μοντερνιστικές τάσεις όπως η
παραβίαση των ρεαλιστικών συμβάσεων και νέες αφηγηματικές τεχνικές όπως ο εσωτερικός
μονόλογος. Αυτή η ομάδα συχνά ονομάζεται «Σχολή της Θεσσαλονίκης», επειδή οι κύριοι
εκπρόσωποι (Στέλιος Ξεφλούδας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης κ.α.) έζησαν και έδρασαν στην
Θεσσαλονίκη.
Μία αξιοσημείωτη τάση που παρατηρείται στην πεζογραφία της γενιάς του '30 μετά την
δικτατορία του Μεταξά το 1936 είναι η στροφή πολλών συγγραφέων στο άμεσο ή απώτερο
παρελθόν, δηλαδή σε αναμνήσεις από την παιδική τους ηλικία (για παράδειγμα ο Λεωνής
του Θεοτοκά) ή ιστορικά μυθιστορήματα (όπως η Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ του Τερζάκη). Αυτή η
στροφή ερμηνεύεται ως εθελοντική «λογοκρισία» των συγγραφέων απέναντι στο καθεστώς
αλλά σχετίζεται και με την αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας και την αξιοποίηση της
παράδοσης.
Η μεταπολεμική λογοτεχνία
Μεταπολεμική ποίηση
Για τον χαρακτηρισμό της ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (αυτής δηλαδή που
εμφανίστηκε κατά την δεκαετία του 1950 αλλά και νωρίτερα) έχουν προταθεί διάφορες
κατηγοριοποιήσεις. Αναμφισβήτητα η πιο ευδιάκριτη ομάδα ποιητών είναι αυτή που γράφει
ποίηση που χαρακτηρίζεται ως «κοινωνική» ή «πολιτική», στην οποία ανήκουν ποιητές με
αριστερές πεποιθήσεις, οι οποίοι υπέστησαν διώξεις για τις ιδέες τους, όπως οι Μανόλης
Αναγνωστάκης, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος Πατρίκιος. Άλλοι ποιητές που ξεχώρισαν, χωρίς να
είναι εύκολο να ενταχθούν σε κάποια συγκεκριμένη τάση, είναι οι Μίλτος Σαχτούρης, Τάκης
Σινόπουλος, Νίκος Καρούζος. Η ποίηση των δύο πρώτων, που παρουσιάζει το κοινό στοιχείο
των εφιαλτικών εικόνων, της δυσφορίας και της οδύνης, έχει κατά καιρούς συνδεθεί με
εφαρμογή κάποιων αρχών του υπερρεαλισμού, η οποία αποδίδεται και στα έργα άλλων
ποιητών, όπως ο Γιάννης Δάλλας, ο Δημήτρης Παπαδίτσας ή η Ελένη Βακαλό, ενώ ο
Καρούζος συχνά χαρακτηρίζεται ως «θρησκευτικός» ή «φιλοσοφικός» ποιητής εξαιτίας της
στενής σχέσης του έργου του με την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση.
5.Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά (δημιουργοί που γεννήθηκαν μεταξύ 1929
και 1940)
Α. Η ποιήτρια Κική Δημουλά
(εξεταζόμενα κείμενα: Σημείο αναγνωρίσεως, Κονιάκ μηδέν αστέρων)
Θέματα που κυριαρχούν στα ποιήματά της είναι η απουσία, η φθορά, η απώλεια, η μοναξιά
και ο χρόνος. Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι η προσωποποίηση αφηρημένων
εννοιών, η ασυνήθιστη χρήση κοινών λέξεων και η πικρή φιλοπαίγμων διάθεση.
Β. Πεζογραφία και Γιώργος Ιωάννου
(εξεταζόμενα κείμενα: Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς, Στου Κεμάλ
το σπίτι)
Στοιχεία τεχνικής που χαρακτηρίζουν το έργο του Ιωάννου είναι η μονομερής αφήγηση, η
τεχνική του διασπασμένου θέματος και η σύνθεση του χρόνου. Η μονομερής ή μονοεστιακή
αφήγηση είναι μια μορφή αφήγησης, στην οποία τα πάντα μας δίνονται από την οπτική
γωνία ενός μόνο προσώπου, το οποίο άλλοτε μετέχει σε αυτά που εξιστορούνται και άλλοτε
είναι θεατής και τα αφηγείται. Η μορφή αυτή αφήγησης δεν είναι απαραίτητα σε πρώτο
πρόσωπο, αν και είναι το συνηθέστερο. Π.χ. και μολονότι σε όλα πεζά του Ιωάννου
ακολουθείται η μονομερής αφήγηση, άλλα είναι γραμμένα σε πρώτο, άλλα σε δεύτερο και
άλλα σε τρίτο πρόσωπο. Στην τεχνική του διασπασμένου θέματος, τα γεγονότα είναι ψηφίδες
που συνθέτουν το αφήγημα ενώ ταυτόχρονα παρεμβάλλονται σκέψεις και συναισθήματα
του συγγραφέα. Δεν υπάρχει δηλαδή η κλασική μορφή διηγήματος με αρχή, μέση, τέλος. Η
σύνθεση του χρόνου αποτελεί το τρίτο τεχνικό γνώρισμα των πεζών του Ιωάννου. Σύμφωνα
με αυτό η αφήγηση μπορεί να ξεκινά από το παρόν ή το παρελθόν, αλλά δεν προχωρεί
γραμμικά προς μεταγενέστερες στιγμές αφού η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν και
αντίστροφα είναι συνεχής.Επίσης σημαντικό ρόλο στο έργο του Ιωάννου παίζουν οι
εμπειρίες του από τα μέρη όπου έζησε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και το κοινωνικό του
περιβάλλον (η οικογένεια, οι φτωχογειτονιές, οι φίλοι, οι άνθρωποι που γνώρισε, κλπ).
Ιδιαίτερο ρόλο δε παίζει η γενέτειρά του η οποία δίνεται όχι μόνο ως ένας συγκεκριμένος
χώρος με τα μνημεία, τις γειτονιές, τους δρόμους, τους πρόσφυγες και την
πολυπολιτισμικότητα της, αλλά και ως χώρος στον οποίο έζησε τα παιδικά και νεανικά του
χρόνια ο Ιωάννου.(ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αν γεννημένος το 1927, ο Ιωάννου εντάσσεται στη δεύτερη
μεταπολεμική γενιά)

ΟΙ ΤΕΧΝΟΤΡΟΠΙΕΣ
1. Ο κλασικισμός. Είναι η μορφή της λογοτεχνίας, που θεωρεί ως ιδανικό την ελληνική
ρωμαϊκή αρχαιότητα. Θέλει να ξαναγυρίσουμε στα αρχαία πρότυπα και ιδανικά, την
τελειότητα. Στον κλασικισμό η λογική κυριαρχεί πάνω στο συναίσθημα και τη
φαντασία. Η έκφραση έχει πάντα την πληρότητα την αρτιότητα, την κυριολεξία, το
φυσικό και το απέριττο. Επιδιώκεται το τέλειο, το αρμονικό, το πλαστικό και η
ισορροπία. Ο όρος «κλασικισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη classicus που
σημαίνει αυτός που κατατάσσεται σε μια εξέχουσα τάξη (class).
Κλασικό ονομάζουμε ένα εξέχον έργο, κάθε τι που διαθέτει ανεξάντλητη δύναμη
αντίστασης στην πάροδο και την καταλυτική επίδραση του χρόνου, που αντέχει στην
κριτική όλων των ανθρώπων και αναγνωρίζεται ως τέλειο, έξοχο και πρότυπο, άξιο
μεγάλης προσοχής και βαθύτατου σεβασμού, όπως π.χ. ο Παρθενώνας, τα αγάλματα
του Φειδία, του Πραξιτέλη κ.α., αλλά και η μουσική του Μπετόβεν, τα έργα του
Σαίξπηρ κ.α.
2. Ο ρομαντισμός. Ρομαντισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που
δημιουργήθηκε αρχές 19ου αι. σ’ αντίθεση του διαφωτισμού και του κλασικισμού και
εκφράζει τη ρομαντική διάθεση. Είναι η λογοτεχνική εκείνη τεχνοτροπία και
γενικότερα η ιδιαίτερη εκείνη μορφή της ζωής, κατά την οποίαν κυριαρχούν το
συναίσθημα, η φαντασία, η εξιδανίκευση των πραγμάτων, η άρνηση της
πραγματικότητας και η ατονία της λογικής.
Ο όρος ρομαντισμός προέρχεται από τη λέξη roman των ρωμανικών γλωσσών
(Γαλλικής Ισπανικής, Ιταλικής κ.α.) που σημαίνει επική ή ερωτική ποίηση, όμως η λέξη
roman είναι παράγωγη από την ελληνική λέξη “έρως” > ιταλικά romanzo = διήγημα,
εποποιία, μυθιστόρημα… με ερωτική ιστορία, το ειδύλλιο).
Ρομαντικό λέγεται ένα έργο, όταν περιγράφει πρόσωπα, τοπία… με ονειρώδη,
ειδυλλιακή αίσθηση και διάθεση, όταν τα βλέπει όμορφα και ωραία και γενικά όπως ο
ερωτευμένος. Ο ρομαντικός συγγραφέας διαλέγει τα τοπία των πράξεων του έργου να
είναι πάρα πολύ γραφικά, ωραία, όμορφα, ήρεμα… ως αυτά που διαλέγουν οι
ερωτευμένοι (π.χ. ωραίες κοιλάδες, αρχαιολογικοί χώροι, αξιοθέατα, γραφικές
ταβέρνες, απόμερα και ήσυχα μέρη…). Ομοίως χρησιμοποιεί λόγια (γλώσσα)
τρυφερά, γλυκά, αγνά, όπως αυτά που λένε οι πολύ ερωτευμένοι. Ομοίως ως πρόσωπα
του έργου (βασικοί ήρωες) φέρει άτομα ωραία, λεπτά, τρυφερά, αγνά… στην
εμφάνιση και χαρακτήρα. Στο ρομαντισμό είναι έντονα η αίσθηση της εθνικής ζωής
και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα. Τα θέματα που απασχολούν τους ρομαντικούς
ποιητές είναι αυτά που τονίζουν τα εθνικά στοιχεία και την εθνική ζωή, τα
θρησκευτικά, τα πατριωτικά, τα ιπποτικά, τα ερωτικά κ.τ.λ. γεγονότα.
3. Ο ρεαλισμός. Ρεαλισμός λέγεται η λογοτεχνική πνευματική κίνηση που γεννήθηκε
μέσα 19ου αι. και εκφράζει την πραγματικότητα, την αντιρομαντική και
αντιιδεαλιστική διάθεση. Ο όρος «ρεαλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη res
που σημαίνει το πράγμα, το αντικείμενο, realismus = η πραγματικότητα, ο
αντικειμενισμός, η αλήθεια, o πραγματισμός, η πραγματοκρατία. Ρεαλιστικό λέγεται
ένα έργο, όταν παρου-σιάζει, περιγράφει, απεικονίζει κ.τ.λ. τα πρόσωπα του έργου, τις
πράξεις τους κ.τ.λ. ως έχουν πραγματικά και όχι με ωραιοποιήσεις, εξογκώσεις και
εξιδανικεύσεις ως επιβάλλει η αισθητική του ρομαντισμού ή με κακοποιήσεις,
αδιαφορία και δυσφορία, όπως επιβάλλει ο ιδεαλισμός. Όταν ο συγγραφέας
απεικονίζει την πραγματικότητα ή όταν περιγράφει και τον εσωτερικό και τον
εξωτερικό κόσμο των προσώπων του έργου, καλό ή κακό, με κριτική αισθησιακή.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ρεαλισμού είναι:
α) ο ρεαλισμός δείχνει μια τάση για αντικειμενικότητα,
β) αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν από μόνα τους,
γ) επιλέγει θέματα κοινά, από την καθημερινή ζωή και πραγματικότητα,
δ) παρουσιάζει κοινές εμπειρίες.
Ρεαλιστικά στοιχεία συναντάμε σε μεγάλους συγγραφείς όλων των εποχών, όμως η
ουσιαστική διαμόρφωση της τεχνοκρατίας αυτής συμπίπτει με την ανάπτυξη των
φυσικών επιστημών, της θετικής φιλοσοφίας και της λατρείας της επιστήμης, που
αρχίζουν να κυριαρχούν από τα μέσα του ιθ’ αιώνα. Τότε ο ρεαλισμός παρουσιάζεται
σαν οργανωμένη θεωρία και σχολή.
Ο ρεαλισμός διαφέρει ριζικά τόσο από τον κλασικισμό, όσο και από το ρομαντισμό.
Με τον πρώτο έχουν βέβαια σαν κοινό στοιχείο την αντικειμενική αναπαράσταση
προσώπων, πραγμάτων και καταστάσεων, χωρίς την προσωπική επέμβαση του
συγγραφέα, αλλά διαφέρουν βασικά στο σκοπό, τα μέσα και την τεχνική. Οι ρεαλιστές
μυθιστοριογράφοι δεν προβάλουν ηρωικά κατορθώματα και περιπέτειες, αλλά
συνηθισμένες πράξεις και καθημερινά θύματα της κοινωνίας. Ο ρεαλιστής
συγγραφέας διαλέγει τα θέμα-τα του να είναι από τη σύγχρονη, καθημερινή ζωή. Οι
ήρωες δεν τον απασχολούν, πρωταγωνιστές είναι οι κοινοί άνθρωποι και ο
κοινωνικός περίγυρος. Δεν επιδιώκει την εξιδανίκευση, αλλά την πιστή
αναπαράσταση της πραγματικότητας, γι’ αυτό η μορφή του είναι περιγραφική και
λεπτομερειακή, χωρίς λυρικές εξάρσεις και εξωραϊσμούς. Έτσι το ύφος του είναι απλό
και ξερό, δεν επιθυμεί να γοητεύσει, αλλά να πείσει.
Ο ρεαλισμός αντιτίθεται στην υπερβολή της φαντασίας, του συναισθήματος και της
ονειροπόλησης και δε χρησιμοποιεί τον πλούσιο και, πολλές φορές, υπερφορτωμένο
λόγο του ρομαντισμού. Κάποτε οι λογοτέχνες, για να αποδώσουν ρεαλιστικά
ορισμένες καταστάσεις ζωής και συμπεριφοράς, δε διστάζουν να απεικονίσουν
εξονυχιστικές λεπτομέρειες σχετικές με ερωτικές σχέσεις, τη βία και τις σεξουαλικές
διαστροφές , κάτι που δεν κάνει ο ρομαντισμός.
4. Ο νατουραλισμός. Ο θεμελιωτής του νατουραλισμού είναι ο Εμίλ Ζολά ανάμεσα στα
χρόνια 1860 – 1880. Ο όρος «νατουραλισμός» προέρχεται από τη λατινική λέξη natura
που σημαίνει η φύση, naturalismus = η φυσιοκρατία, η φυσικότητα. Ο νατουραλισμός
είναι κάτι πιο πάνω από το ρεαλισμό. Οι νατουραλιστές παρατηρούν και
περιγράφουν ανθρώπους ψυχρά, αμέτοχα, όπως ένα αντικείμενο, ένα ζώο ή μια
μηχανή. Επηρεασμένοι από τη δαρβινική θεωρεία υποβιβάζουν τον άνθρωπο στην
κατάσταση του ζώου. Η τεχνοτροπία αυτή επιδιώκει την άμεση και πιστή εφαρμογή
της φύσεως και της πραγματικότητας, άσχετα αν τα πράγμα-τα έχουν ατέλειες και
ασχήμιες. Έχει περιγραφικό χαρακτήρα, δηλ. παρατηρεί και καταγράφει τα
πράγματα όπως ακριβώς είναι και όπως βρίσκονται. Απεικονίζει φωτογραφικά τα
γεγονότα, επιπόλαια και με ρηχότητα. Μελετά την ανθρώπινη ψυχή και βρίσκει τα
κίνητρα και τους κόσμους της. Προσέχει κυρίως τις κακές και παθολογικές στιγμές της
ζωής τις οποίες παρακολουθεί και καταγράφει. Ο νατουραλισμός έχει όλα τα στοιχεία
του ρεαλισμού, υπερτονισμένα, όμως σε σημεία υπερβολής. Η όψη του κόσμου που
παρουσιάζει είναι ζοφερή κι η εικόνα του ανθρώπου θλιβερή κι απογοητευτική, καθώς
αυτός περιγράφεται σωματικά και ψυχικά ατελής και αδύναμος, δημιούργημα της
κληρονομικότητας και του περιβάλλοντος.
5. Ο παρνασσισμός. O Παρνασσισμός είναι μια τεχνοτροπία, που πρωτογεννήθηκε στη
Γαλλία και σήμερα είναι σε παρακμή. Παρνασσιακοί ονομάστηκαν οι νέοι ποιητές
που ποιήματά τους δημοσιεύθηκαν σε μια κοινή συλλογή το 1886 στο Παρίσι με τον
τίτλο «Σύγχρονος Παρνασσός». Η τεχνοτροπία αυτή επανέφερε στην τέχνη την
κλασσική ισορροπία, τη συμπύκνωση των νοημάτων, τη γαλήνη και την ακρίβεια,
όπως ο κλασικισμός. Θέλει την αυστηρή τήρηση των στιχουργικών κανόνων και
αποδίδει μεγάλη σημασία στην εξωτερική μόρφωση της ποίησης.
6. Ο συμβολισμός. Η τεχνοκρατία αυτή παρουσιάστηκε στο τέλος του ΙΘ αιώνα στη
Γαλλία σαν αντίδραση στο ρομαντισμό, στο νατουραλισμό και στον παρνασσισμό. Η
ονομασία αυτή δόθηκε γιατί στη νέα τούτη τεχνοτροπία ο καλλιτέχνης προσπαθεί να
εκφράσει τα πιο βαθιά συναισθήματα, ακόμη και τις πιο λεπτές τους αποχρώσεις, με
τη βοήθεια συμβόλων παρμένων από τον υλικό και τον πνευματικό κόσμο. Οι
συμβολιστές είναι κυρίως ποιητές που επιζητούν να δημιουργήσουν μια ποίηση, στην
οποία οι λέξεις θα έχουν μια υποβλητική μουσικότητα. Οι συμβολιστές ποιητές
γέννησαν τον ελεύθερο στίχο.
Ο συμβολισμός πίσω από κάθε φυσικό αντικείμενο, καλλιτέχνημα ή φαινόμενο,
βλέπει μια ιδέα, μια ψυχική και πνευματική ζωή. Ο υλικός κόσμος για το συμβολιστή
είναι σύμβολο, εικόνα, ή μορφοποίηση του νοητού κόσμου των ιδεών. Κύρια
χαρακτηριστικά του συμβολισμού είναι: o ρεμβασμός, η μουσικότητα, η φευγαλέα
εντύπωση και η υπερβολή. Για να το επιτύχει αυτό, χρησιμοποιεί τη γλωσσική
ελευθερία και τη νοηματική ασάφεια. Κύριος θεμελιωτής του συμβολισμού είναι ο
Γάλλος Βερλαίν και ο πρόδρομός του Μπωντλαίρ. Εκπρόσωπος του συμβολισμού
στην Ελλάδα είναι ο Κ. Χατζόπουλος.
7. Ο σουρεαλισμός ή υπερρεαλισμός. Η τεχνοκρατία αυτή αποβλέπει στην υπέρβαση
του πραγματικού και αισθητού κόσμου, ζητώντας την παράσταση και εξωτερίκευση
των υποσυνειδήτων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών εντυπώσεων. Δεν τηρεί
τάξη, ακρίβεια, ενότητα, συμφωνία και συμμετρία. Παρουσιάζει τα πράγματα και τις
ιδέες πολύ τολμηρά, πιο πέρα απ’ όσο βρίσκονται στην πραγματικότητα. Κυριότεροι
εκπρόσωποι του σουρεαλισμού στη Γαλλία υπήρξαν: ο Μπρετόν, ο Ελυάρ, ο Αραγκόν.
Στην Ελλάδα ο Εμπειρίκος και ο Εγγονόπουλος.
8. Ο ιδεαλισμός. Είναι η τεχνοτροπία εκείνη κατά την οποία ο λογοτέχνης επιδιώκει την
εξιδανίκευση της πραγματικότητας με την αναπαράσταση του ιδεώδους κάλλους.
OI ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚOI ΤΡΟΠΟI ΚΑΙ OI ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ
ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Καλό είναι να γνωρίζουμε ότι στη θεωρία της λογοτεχνίας οι αφηγηματικοί τρόποι είναι
διαφορετικοί από τις αφηγηματικές τεχνικές. Η διάκρισή τους όμως θα πρέπει να συνδέεται
άμεσα με τη σκοπιμότητα της αναζήτησής τους.
Αφηγηματικοί τρόποι ονομάζονται τα συστατικά στοιχεία που συναποτελούν μιαν
αφήγηση. Π.χ. έκθεση (καθαρή αφήγηση), διάλογος, περιγραφή, σχόλιο εσωτερικός
μονόλογος, ελεύθερο πλάγιο ύφος.
Οι αφηγηματικές τεχνικές σχετίζονται:
α) με τον αφηγητή, την υπόστασή του μέσα στο κείμενο, τις σχέσεις αφηγητή-προσώπων, την
οπτική γωνία του,
β) τη δομή της αφήγησης, το χρόνο, το χώρο,
γ) τη ρηματική άρθρωση της αφήγησης, τις συμβάσεις της. Θυμίζουμε τις αφηγηματικές
τεχνικές:
Αναδρομή: Είναι αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο αφηγητής μετατοπίζει την
αφήγησή του από το τώρα στο τότε της ιστορίας και ανάγεται σε γεγονότα προγενέστερα και
παλιότερα.
Αναδρομική αφήγηση: Είναι αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο αφηγητής μετατοπίζει
την αφήγησή του από το 2 τώρα στο τότε της ιστορίας και ανάγεται σε γεγονότα
προγενέστερα και παλιότερα.
Ανάληψη: Είναι αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο αφηγητής μετατοπίζει την αφήγησή
του από το τώρα στο τότε της ιστορίας και ανάγεται σε γεγονότα προγενέστερα και
παλιότερα.
Αυτοαναφορικότητα: είναι μια αφηγηματική τεχνική σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας
αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο σε πράγματα που αφορούν τον ίδιο.
Αυτόματη γραφή: είναι μια αφηγηματική τεχνική που πρώτοι χρησιμοποίησαν οι
υπερρεαλιστές ποιητές, κατά την οποία ο δημιουργός καταγράφει χωρίς καμιά παρέμβαση
της λογικής ό,τι του υπαγορεύει το υποσυνείδητό του.
Εγκιβωτισμός: Πολύ συχνά σ' ένα αφηγηματικό κείμενο η ιστορία που έχουμε ξεκινήσει
διακόπτεται για να αρχίσει μια άλλη ιστορία, ενδεχομένως μικρότερης έκτασης από την
αρχική και με την ολοκλήρωσή της επανερχόμαστε στην αρχική αφήγηση της ιστορίας. Το
φαινόμενο αυτό, της ενσωμάτωσης μιας άλλης αφήγησης μέσα στην κύρια αφήγηση,
ονομάζεται εγκιβωτισμός.
Ιn medias res: Η λατινική αυτή φράση κατά λέξη σημαίνει: στο μέσο των πραγμάτων, στο
μέσο της υπόθεσης, της πλοκής. Η ακριβής σημασία του όρου
ωστόσο είναι η εξής: Η αφήγηση δεν παρουσιάζει τα γεγονότα στη χρονική του διαδοχή και
αλληλουχία. Η αφήγηση ξεκινά από το κέντρο του μύθου, δηλαδή από το σημαντικότερο για
τον συγγραφέα περιστατικό το οποίο αποτελεί και την "καρδιά" της πλοκής.
Πρόδρομη αφήγηση: Αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο συγγραφέας αναφέρεται σε
γεγονότα που θα συμβούν μελλοντικά.
Προϊδεασμός: είναι ένας αφηγηματικός τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας μας δίνει μια
γενική ιδέα (κάπως αόριστη) ή έναν υπαινιγμό για κάτι που πρόκειται να συμβεί.
Πρόληψη: Αφηγηματική τεχνική κατά την οποία ο συγγραφέας αναφέρεται σε γεγονότα
που θα συμβούν μελλοντικά.
Προοικονομία: αφηγηματικός τρόπος ο οποίος σχετίζεται με την πλοκή του μύθου και των
γεγονότων. Ο συγγραφέας προετοιμάζει τον αναγνώστη ή τον θεατή για γεγονότα που
πρόκειται να ακολουθήσουν.
Ροή συνείδησης: είναι μια τεχνική, που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά ο Γουίλιαμ Τζέιμς,
με την οποία ο συγγραφέας επιδιώκει να δώσει στον αναγνώστη την εντύπωση της συνεχούς
ροής σκέψεων, αισθημάτων, διαθέσεων και αναμνήσεων, όπως έρχονται αναμεμειγμένα στη
συνείδηση, χωρίς κάποια λογική αλληλουχία.
Χρόνος αφήγησης: Ο χρόνος που ξετυλίχθηκαν τα γεγονότα της ιστορίας ονομάζεται
χρόνος της ιστορίας. Με το χρόνο αυτό εννοούμε την φυσική διαδοχή των γεγονότων. Ο
χρόνος αυτός παρουσιάζεται στην αφήγηση με διάφορους τρόπους και έτσι προκύπτει ο
χρόνος της αφήγησης (ή αφηγηματικός χρόνος). Ο χρόνος της αφήγησης γενικά δεν
συμπίπτει με τον χρόνο της ιστορίας, αφού τα γεγονότα παρουσιάζονται συνήθως με
διαφορετική χρονική σειρά, διάρκεια και συχνότητα απ' ότι διαδραματίζονται στην ιστορία.
Έτσι, συχνά ο συγγραφέας παραβιάζει τη χρονική σειρά, γι' αυτό έχουμε αναχρονίες
(αναδρομική - πρόδρομη), άλλοτε επιταχύνει ή επιβραδύνει την αφήγηση (επιτάχυνση ή
επιβράδυνση της αφήγησης) και άλλοτε παρουσιάζει ένα γεγονός περισσότερές από μια
φορές.
Χρόνος ιστορίας: Ο χρόνος που ξετυλίχθηκαν τα γεγονότα της ιστορίας ονομάζεται χρόνος
της ιστορίας. Με το χρόνο αυτό εννοούμε την φυσική διαδοχή των γεγονότων. Ο χρόνος
αυτός παρουσιάζεται στην αφήγηση με διάφορους τρόπους και έτσι προκύπτει ο χρόνος της
αφήγησης (ή αφηγηματικός χρόνος). Ο χρόνος της αφήγησης γενικά δεν συμπίπτει με τον
χρόνο της ιστορίας, αφού τα γεγονότα παρουσιάζονται συνήθως με διαφορετική χρονική
σειρά, διάρκεια και συχνότητα απ' ότι διαδραματίζονται στην ιστορία. Έτσι, συχνά ο
συγγραφέας παραβιάζει τη χρονική σειρά, γι' αυτό έχουμε αναχρονίες (αναδρομική -
πρόδρομη), άλλοτε επιταχύνει ή επιβραδύνει την αφήγηση (επιτάχυνση ή επιβράδυνση της
αφήγησης) και άλλοτε παρουσιάζει ένα γεγονός περισσότερές από μια
φορές.
Οι Αφηγηματικοί τρόποι:
α) Διήγηση
- Τριτοπρόσωπη αφήγηση
β) Μίμηση
- Πρωτοπρόσωπη αφήγηση
- Διάλογος
- Εσωτερικός μονόλογος
γ) Μεικτός τρόπος (Συνδυασμός διήγησης και μίμησης)
5) Περιγραφή
ε) Σχόλιο
στ) Ελεύθερο πλάγιο ύφος
Η Εστίαση:
[Αναφέρεται στη σχέση του αφηγητή με τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, τη γνώση τους
για την υπόθεση.]
• Μηδενική Ο αφηγητής ξέρει περισσότερα από ό,τι τα πρόσωπα,
είναι έξω από τη δράση (παντογνώστης). Αφηγητής >
Πρόσωπα
• Εσωτερική Ο αφηγητής ξέρει όσα και τα πρόσωπα.
Αφηγητής = Πρόσωπα
• Εξωτερική Ο αφηγητής ξέρει λιγότερα από τα πρόσωπα.
Αφηγητής < Πρόσωπα
Η Οπτική γωνία:
[Αναφέρεται στην προοπτική του αφηγητή απέναντι στην ιστορία, τη σχέση του με την
υπόθεση.]
• Εσωτερική Την ιστορία αφηγείται ο βασικός ήρωας ή ένα δευ
οπτική γωνία τερεύον πρόσωπο (αφηγείται μόνο όσα υποπίπτουν
στην αντίληψη του).
• Εξωτερική Ο αφηγητής βρίσκεται έξω από την υπόθεση,
οπτική γωνία αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο.
Ο τύπος του αφηγητή:
1. Με βάση τη συμμετοχή του στην ιστορία:
• Ομοδιηγητικός: Συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται είτε ως πρωτα-
γωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) είτε ως παρατηρητής ή αυτόπτης μάρτυρας.
• Ετεροδιηγητικός: Δεν έχει καμιά συμμετοχή στην ιστορία που αφηγείται.
2. Με βάση το αφηγηματικό επίπεδο:
• Ενδοδιηγητικός: Αφηγείται γεγονότα που ανήκουν στην κύρια αφήγηση.
• Εξωδιηγητικός: Αφηγείται γεγονότα και πράξεις ξένα προς το κύριο κείμενο της
αφήγησης (εισαγωγικές αφηγήσεις, πρόλογοι…)
• Μεταδιηγητικός: Αφηγείται γεγονότα που συνιστούν δευτερεύουσα αφήγηση (που
ενσωματώνεται στην κύρια αφήγηση, είναι αφήγηση μέσα στην αφήγηση),
εγκιβωτισμένη αφήγηση.
Ο αφηγητής δεν ταυτίζεται με το συγγραφέα. Σε όσες περιπτώσεις ταυτίζονται τα δύο
πρόσωπα μιλάμε για αυτοβιογραφία (αυτοδιηγητική αφήγηση).
Ο παντογνώστης αφηγητής:
Είναι ο αφηγητής που γνωρίζει τα πάντα, εποπτεύει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση,
δεν είναι δηλαδή ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Στον παντογνώστη αφηγητή
αντιστοιχεί η αφήγηση χωρίς εστίαση, η μηδενική εστίαση δεδομένου ότι αυτός είναι
πανταχού παρών σαν ένας «μικρός θεός».
Ο χρόνος στην αφήγηση:
• Ιστορικός: Δηλώνει το πόνε χρονολογικά συνέβησαν τα γεγονότα που παρουσιάζονται
(το πότε).
• Πραγματικός/Αφηγημένος: Δηλώνει το διάστημα που καλύπτουν τα γεγονότα που
παρουσιάζει η αφήγηση (το πόσο).
• Αφηγηματικός: Δηλώνει το πώς αξιοποιείται, πώς παρουσιάζεται ο χρόνος στη
διαδικασία της αφήγησης (το πώς):
α) ως προς τη σειρά παρουσίασης των γεγονότων:
- Ευθύγραμμος (όταν ακολουθεί τη φυσική σειρά των γεγονότων).
- Με αναχρονίες (όταν γίνονται ανακατατάξεις στη φυσική σειρά των γεγονότων):
• Αναδρομές ή αναδρομικές αφηγήσεις ή αναλήψεις ή FLASH BACK (επιστροφή στο
παρελθόν).
• πρόδρομες αφηγήσεις ή προλήψεις (αναφορές γεγονότων που θα συμβούν
αργότερα).
β) ως προς το ρυθμό παρουσίασης των γεγονότων:
- Επιτάχυνση.
- Επιβράδυνση.
- Παράλειψη ή έλλειψη.
γ) ως προς το σημείο έναρξης της υπόθεσης: ~ από την αρχή της
υπόθεσης-
- από τη μέση της υπόθεσης
Ο αφηγηματικός χρόνος:
Ο αφηγηματικός χρόνος είναι βασικό στοιχείο της αφήγησης και διακρίνεται:
- στο χρόνο του πομπού, δηλαδή την εποχή στην οποία ζει ο συγγραφέας,
- στο χρόνο του αφηγητή, που συνήθως ταυτίζεται με το χρόνο των γεγονότων της
αφήγησης, και
- στο χρόνο του δέκτη, δηλαδή την εποχή στην οποία ζει ο αναγνώστης.
Ο χρόνος αυτός είναι εξωκειμενικός και δεν έχει σχέση με την αφήγηση.
Ο εσωτερικός/εσωκειμενικός χρόνος μπορεί να διακριθεί στο χρόνο της ιστορίας
και στο χρόνο της αφήγησης:
. ο χρόνος της ιστορίας είναι ο φυσικός χρόνος στον οποίο εκτυλίσσεται η
ιστορία, η φυσική σειρά των γεγονότων.
• Ο χρόνος της αφήγησης δε συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας, γιατί τα
γεγονότα της αφήγησης δεν ακολουθούν πάντοτε τη φυσική χρονική σειρά. Ο
αφηγητής συχνά παραβιάζει την ομαλή χρονική πορεία για να γυρίσει
προσωρινά στο παρελθόν, ή αφηγείται ένα γεγονός που
πρόκειται να διαδραματιστεί αργότερα. Έτσι, προκύπτουν παραβιάσεις στη
φυσική σειρά των γεγονότων, που τις ονομάζουμε αναχρονίες και τις
διακρίνουμε σε:
- Αναδρομικές αφηγήσεις/αναδρομές ή αναλήψεις Είναι η τεχνική κατά την
οποία διακόπτεται η κανονική χρονική σειρά των συμβάντων για να
εξιστορηθούν γεγονότα του παρελθόντος. Η μετατόπιση αυτή του χρόνου της
αφήγησης και η επιστροφή στο αρχικό χρονικό σημείο μπορεί να είναι
σύντομη ή εκτεταμένη.
- Πρόδρομες αφηγήσεις/προλήψεις: Ο αφηγητής κάνει λόγο εκ των προτέρων
για γεγονότα που θα γίνουν αργότερα, αναφέρεται δηλαδή σε ένα μελλοντικό
σημείο της αφήγησης.
Άλλες τεχνικές με τις οποίες παραβιάζεται η ομαλή, φυσική χρονική σειρά:
In medias res(βλέπε παραπάνω).
• Εγκιβωτισμός: Σε κάθε αφηγηματικό κείμενο υπάρχει μια κύρια αφήγηση,
που αποτελεί την αρχική ιστορία, και μικρότερες, δευτερεύουσες αφηγήσεις
μέσα στην κύρια αφήγηση, που διακόπτουν την ομαλή ροή του χρόνου. Αυτή
η «αφήγηση μέσα στην αφήγηση» ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή
εγκιβωτισμός.
• Παρέκβαση/ παρέμβλητη (εμβόλιμη) αφήγηση: Είναι η προσωρινή
διακοπή της φυσικής ροής των γεγονότων και η αναφορά σε άλλο θέμα που δε
σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση του έργου.
• Προϊδεασμός/προσήμανση: Είναι η ψυχολογική προετοιμασία του
αναγνώστη από τον αφηγητή για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
• Προοικονομία: Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διευθετεί τα
γεγονότα και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η εξέλιξη της πλοκής
να είναι για τον αναγνώστη φυσική και λογική.
Ο χρόνος της αφήγησης, με κριτήριο τη διάρκεια των γεγονότων, έχει τις ακόλουθες σχέσεις
με το χρόνο της ιστορίας:
• Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μικρότερος από το χρόνο της
ιστορίας, όταν ο αφηγητής συμπυκνώνει το χρόνο (συστολή του χρόνου) και
παρουσιάζει συνοπτικά (σε μερικές σειρές) γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια.
Με τον τρόπο αυτό επιταχύνεται ο ρυθμός της
. αφήγησης.
• Ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το χρόνο της
ιστορίας, όταν ο αφηγητής επιμηκύνει το χρόνο (διαστολή του χρόνου) και
παρουσιάζει αναλυτικά γεγονότα που διαρκούν ελάχιστα. Με τον τρόπο αυτό
επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.
• Ο χρόνος της αφήγησης είναι ίσος με το χρόνο της ιστορίας, συνήθως σε
διαλογικές σκηνές.
Ανακεφαλαιώνοντας, οι τεχνικές με τις οποίες ο συγγραφέας συντομεύει το χρόνο
της αφήγησης είναι:
• Η επιτάχυνση: γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια παρουσιάζονται
σύντομα.
• Η παράλειψη: κάποια γεγονότα δεν αναφέρονται καθόλου, επειδή δε
σχετίζονται με την ιστορία.
• Η περίληψη: όταν τα ενδιάμεσα γεγονότα παρουσιάζονται συνοπτικά.
• Η έλλειψη ή το αφηγηματικό κενό: όταν ο αφηγητής παραλείπει ένα τμήμα
της ιστορίας ή κάποια γεγονότα που εννοούνται εύκολα ή δε συμβάλλουν
ουσιαστικά στην πλοκή.
Η τεχνική με την οποία ο συγγραφέας διευρύνει το χρόνο της αφήγησης είναι:
• Η επιβράδυνση: γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια παρουσιάζονται
εκτεταμένα.
Άλλες φορές παρατηρούμε μια φράση ή ένα βασικό θέμα να επαναλαμβάνεται
στερεότυπα, κατά διαστήματα, στο έργο. Τότε μιλάμε για ένα μοτίβο το οποίο έχει
κάποια συγκεκριμένη λειτουργία μέσα στην αφήγηση. Μπορεί δηλαδή να
κλιμακώνει τη δράση ή να περιγράφει μια ψυχική κατάσταση κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: