8.8.10

ΚΕΙΜΕΝΑ
Α. Ποίηση 1948, Νίκος Εγγονόπουλος,
Β. Μανόλης Αναγνωστάκης, Στον Νίκο Ε…..1949
Νίκος Ἐγγονόπουλος (1910-1985) Μανόλης Ἀναγνωστάκης (1925)
Ποίηση 1948 Στόν Νίκο Ε.... 1949
τούτη ἡ ἐποχή Φίλοι
τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ Πού φεύγουν
δέν εἶναι ἐποχή Πού χάνονται μιά μέρα
για ποίηση Φωνές
κι ἄλλα παρόμοια: Τή νύχτα
σάν πάει κάτι Μακρινές φωνές
νά Μάνας τρελῆς στούς ἔρημους δρόμους
γραφεῖ Κλάμα παιδιοῦ χωρίς απάντηση
εἶναι Ἐρείπια
ὡς ἄν Σάν τρυπημένες σάπιες σημαῖες
νά γράφονταν
ἀπό τήν ἄλλη μεριά Ἐφιάλτες,
άγγελτηρίων θανάτου Στα σιδερένια κρεβάτια
Ὅταν τό φῶς λιγοστεύει
γι' αὐτό καί Τά ξημερώματα.
τά ποιήματά μου
εἶν' τόσο πικραμένα (Μά ποιός μέ πόνο θά μιλήσει γιά ὅλα αὐτά;).
(καί πότε-ἄλλωστε-δέν ἦσαν;)
κι εἶναι (Παρενθέσεις, 1949)
-πρό πάντων-
καί
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Τα δύο παραπάνω ποιήματα μας μεταφέρουν στην εποχή «του ἐμφυλίου σπαραγμοῦ». Πώς αποτυπώνει αυτήν την εποχή ένας υπερρεαλιστής ποιητής, ο Εγγονόπουλος και πώς ένας ποιητής που τη βίωσε προσωπικά και μάλιστα σε νεαρή ηλικία (Αναγνωστάκης); Μονάδες 15
2. Να σχολιάσετε τη στιχουργική, τη στίξη και τα διάκενα στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη, «Στον Νίκο Ε…… 1949». Τι επιδιώκει ο ποιητής με τις συγκεκριμένες επιλογές του; Μονάδες 20
3. α. Το ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη αποτελεί στο σύνολό του μια εικόνα της εποχής του Εμφυλίου. Ποιες επιμέρους εικόνες τη συνθέτουν;
β. Να εντοπίσετε τις παρομοιώσεις στα παραπάνω ποιήματα και να σχολιάσετε το ρόλο τους. Μονάδες 20
4. Πώς αντιλαμβάνεται το ρόλο της τέχνης σε μια ζωή που έχει γίνει κόλαση ο Εγγονόπουλος και πώς ο Αναγνωστάκης;
Μονάδες 20
5. Ο Τίτος Πατρίκιος βίωσε όπως και ο Αναγνωστάκης τη φρίκη του εμφυλίου. Ποιες εφιαλτικές μνήμες εμφανίζονται στο ποίημα του Αναγνωστάκη και ποιες στο παρακάτω ποίημα «Οφειλή» του Πατρίκιου; Πώς οι δύο ποιητές αντιλαμβάνονται το χρέος τους απέναντι σ’ αυτήν την ιστορική πραγματικότητα; Μονάδες 25
Τίτος Πατρίκιος
Οφειλή
Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κι έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ΄ τη ζωή των άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλίτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Στον Εγγονόπουλο επιβιώνουν οι υπερρεαλιστικές του καταβολές στη μορφή του ποιήματος τεμαχισμένος λόγος, λέξεις - θραύσματα, ελλειπτική διατύπωση. Αυτός ο τεμαχισμένος λόγος μοιάζει σα να σπαράχτηκε από το μακελειό. Στον Εγγονόπουλο επίσης, ο τίτλος «Ποίηση 1948» με το χρονικό προσδιορισμό που περιέχει, η αναφορά (στον εμφύλιο σπαραγμό) και ο υπαινιγμός (αγγελτήρια θανάτου) αποκαλύπτουν τα γνωρίσματα εκείνης της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, η λέξη σπαραγμός έχει ιδιαίτερο νοηματικό βάρος γιατί δηλώνει την αγριότητα του Εμφυλίου αλλά και τον ψυχικό πόνο (συντριβή) του ποιητή. 
Στον Αναγνωστάκη η εποχή αυτή εικονοποιείται και προσδιορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο: χαμός, θάνατος, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες κ.τ.λ. Ο Εμφύλιος λοιπόν παρουσιάζεται ως εκτελέσεις φίλων, μοιρολόγια, τρομοκρατία, κατάλυση κάθε δεσμού, υλικές καταστροφές, ηθική εξαχρείωση, τραυματική ψυχική εμπειρία και εφιαλτική αγωνία. Έτσι ο ποιητής όχι μόνο αποτυπώνει βιώματα, εμπειρίες και συναισθήματα από εκείνη την ιστορική πραγματικότητα αλλά την καταγγέλλει / την καταδικάζει ταυτόχρονα. Η παραπάνω εποχή θα σημαδέψει το νεαρό ποιητή για όλη την υπόλοιπη ζωή του, ενώ παράλληλα δίνει στο ποίημα το στίγμα της ποιητικής του στάσης: ποίηση βιωματική και κοινωνικά προσανατολισμένη.
Συμπερασματικά η εποχή του Εμφυλίου στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται και καθορίζεται υπαινικτικά ενώ στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο και παρουσιάζεται εξαντλητικά ως δείγμα της ρεαλιστικής γραφής του.

2. Το ποίημα εξελίσσεται σε 15 ελεύθερους, ανισοσύλλαβους και ανισομερώς καταμερισμένους στίχους. Χαρακτηριστικό των στίχων είναι ο τεμαχισμένος λόγος, ένδειξη της ψυχικής οδύνης του ποιητή, ο οποίος υπήρξε φορέας της τραυματικής εμπειρίας που καταγράφει. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μονολεκτικοί στίχοι οριοθετούν εικόνες (φίλοι, φωνές, ερείπια, εφιάλτες) υποβάλλοντας το κλίμα του εμφυλίου με τρόπο δραματικό, χωρίς ωστόσο υστερίες και μελοδραματισμούς. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι ότι ο κάθε στίχος ξεκινά με κεφαλαίο γράμμα, ένδειξη της συναισθηματικής φόρτισης που τον συνοδεύει αλλά και σε αντιπαράθεση με το ποιήμα του Εγγονόπουλου, όπου όλοι οι στίχοι αρχίζουν με μικρό. Η στίξη σχεδόν απουσιάζει, γεγονός που εξασφαλίζει ένα λόγο με ακατάσχετη ροή και ορμητικότητα. Έτσι, ο ποιητής απαριθμεί τα δεινά του Eμφυλίου με ύφος άμεσο, ρεαλιστικό, κοφτό και αποφασιστικό. Παράλληλα, η απουσία στίξης μαρτυρεί την ένταση, τη συναισθηματική φόρτιση, την οδύνη και την αγωνία του ποιητή. Ιδιαίτερος λόγος, βέβαια, πρέπει να γίνει για τη χρήση της παρένθεσης – συνηθισμένη άλλωστε στα ποιήματα του Αναγνωστάκη – η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση εσωκλείει μια ευθεία ερώτηση. Με την παρένθεση ο ποιητής αποστασιοποιούμενος για λίγο από τις παραπάνω περιγραφές, επιστρέφει με έμφαση και αγωνία επισημαίνοντας με ένα ερώτημα το χρέος των πνευματικών ανθρώπων για καταγραφή και καταγγελία των φρικαλεοτήτων του Εμφυλίου. Μ’ αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά «απαντά» στην άποψη της ποιητικής παραίτησης που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Τέλος, εντοπίζεται διάκενο ανάμεσα στις στροφικές ενότητες. Το διάκενο οριοθετεί τους χώρους των εμπειριών που καταγράφονται. Έτσι, τα δρώμενα στην πρώτη στροφή διεξάγονται σε χώρους κυρίως εξωτερικούς σε αντίθεση με τη δεύτερη στροφή η οποία μας μεταφέρει στον εσωτερικό χώρο του κελιού, - προσωπικό άλλωστε βίωμα του ποιητή – χαράματα πριν την εκτέλεση, κορυφώνοντας έτσι τη συναισθηματική φόρτιση ποιητή και αναγνώστη. Το δεύτερο διάκενο, απομονώνει το τελευταίο παρένθετο στίχο, όπου εκφράζεται ο εναγώνιος προβληματισμός του ποιητή, εντάσσοντας έτσι το ποίημα στα ποιήματα ποιητικής
3. α. Το ποίημα θα μπορούσε να χωριστεί σε τέσσερις ενότητες με βάση τις επί μέρους εικόνες που το αποτελούν. Οι εικόνες αυτές οριοθετούνται από αντίστοιχα άναρθρα ουσιαστικά (Φίλοι, Φωνές, Ερείπια, Εφιάλτες) και περισσότερο υποβάλλουν παρά περιγράφουν ξεκάθαρα τη φρίκη του Εμφυλίου. Με τη ρεαλιστικότητα και την ταυτόχρονη συμβολική τους διάσταση επιτρέπουν στον ποιητή να αποτυπώσει βιώματα και εμπειρίες μιας ιστορικής πραγματικότητας αλλά και να αποκαλύψει συναισθήματα, αποφεύγοντας ωστόσο να δώσει μελοδραματικό τόνο στην ποίησή του. Πιο συγκεκριμένα:
 Στην πρώτη εικόνα κυριαρχεί η ανάμνηση των φίλων (που φεύγουν – που χάνονται μια μέρα). Ο ποιητής με ήπιες εκφράσεις αναφέρεται σ’ έναν οδυνηρό και ανεξήγητο θάνατο. Οι παλιοί αγωνιστές της αντίστασης εκτελούνται από τους ομοεθνείς τους εκείνους που μαζί άλλοτε πολέμησαν για τα ίδια ιδανικά ενάντια στο φασισμό. Ο πόνος του ποιητή βουβός για τη μεγάλη απώλεια.
 Το παράλογο του Εμφυλίου συνεχίζεται και στη δεύτερη εικόνα όπου κυριαρχούν οι φωνές των ζωντανών εκείνων που μένουν πίσω. Ο ποιητής (καταδικασμένος σε θάνατο και φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ) της Θεσσαλονίκης ακούει μέσα στη νύχτα τις απόμακρες φωνές μιας μάνας που ψάχνει το παιδί της και του παιδιού που αναζητά μάταια τους δικούς του. Η εμπειρία, είτε ως βίωμα είτε ως ανάμνηση, καταγράφει για ακόμα μια φορά τα αθώα θύματα αυτού του σπαραγμού και αποτυπώνει τη δυστυχία, τον πόνο και την ερήμωση που τον συνοδεύουν.
 Στην τρίτη εικόνα γίνεται λόγος για τα ερείπια. Τα γκρεμισμένα σπίτια, τις κατεστραμμένες ζωές και τα όνειρα που έχουν συντριβεί. Τα σύμβολα του έθνους αλλά και τα λάβαρα των αντίπαλων πολιτικών παρατάξεων και των ιδανικών, τρύπια και σάπια, γίνονται έμβλημα του μίσους και του αλληλοσπαραγμού. Τα ιδανικά ξεφτίζουν και χρεοκοπούν. Η πίκρα του ποιητή έντονη για τα οράματα που χάνονται και η απογοήτευση έκδηλη.
 Στην τελευταία εικόνα ο ποιητής γυρίζει στο κελί της φυλακής. Οι ώρες της αναμονής στα «σιδερένια κρεβάτια» είναι εφιάλτες. Όσο χαράζει και απλώνει το φως της μέρας τόσο λιγοστεύουν οι ελπίδες για ζωή. Η ώρα της εκτέλεσης πλησιάζει για τους μελλοθάνατους κρατούμενους. Η αγωνία κορυφώνεται. Έχοντας ζήσει ο ίδιος πολλές τέτοιες στιγμές αναμονής και συνομιλώντας ώρες ατέλειωτες με τον εαυτό του έχει ξεκάθαρη άποψη πια για το ρόλο του ποιητή. Θεωρεί χρέος του όχι μόνο τη συμμετοχή αλλά και την καταγραφή – καταγγελία αυτής της πραγματικότητας με την ευαισθησία της ποιητική γραφής.
β. Στο ποίημα του Ν. Εγγονόπουλου η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 6 – 13 («… είναι ως σαν να γράφονταν από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου»). Η παρομοίωση αυτή εξυπηρετεί τη δομή του ποιήματος. Έχει προηγηθεί η θέση του ποιητή (στίχοι 1 – 5) και ακολουθεί η αιτιολόγησή της μέσω της παρομοίωσης. Συγκεκριμένα, η ποίηση παρομοιάζεται με την πίσω πλευρά των νεκρώσιμων αγγελτηρίων. Μ’ αυτόν τον τρόπο δηλώνεται η έντονη παρουσία του θανάτου, αποτέλεσμα του Εμφυλίου, με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για Τέχνη. Η οδύνη είναι παρούσα, ακόμα και στον ίδιο τον ποιητή, αποστεγνώνοντας κάθε διάθεση για ποιητική έκφραση. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ασχολείται ο δημιουργός με «ποίηση και άλλα παρόμοια» σε μια τόσο αντιποιητική εποχή.
Η παρομοίωση αυτή είναι ευρηματική και καταγγελτική συνάμα. Μέσα από αυτή απεικονίζεται η αιματηρή εποχή, γίνεται υπαινιγμός για τη δολοφονία και την περιθωριοποίηση των ποιητών/ πνευματικών ανθρώπων ενώ αποκαλύπτεται και το περιεχόμενο της ίδιας της ποίησης της εποχής αυτής (ποίηση για το θάνατο).
Στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη η παρομοίωση εντοπίζεται στους στίχους 9 – 10 (τοποθετείται αντίστοιχα όπως και στον Εγγονόπουλο στο τέλος της πρώτης στροφικής ενότητας). Μέσα από την παρομοίωση αυτή καταγράφονται όχι μόνο οι υλικές φθορές που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και η διάψευση των ονείρων και των ιδανικών των αντιστασιακών για μια ανανεωμένη και πολιτικά μεταπολεμική Ελλάδα. Η σημαία, σύμβολο εθνικής ενότητας αλλά και λάβαρο/σύμβολο των ιδανικών των δύο παρατάξεων είναι τρυπημένη, και σαπισμένη απόρροια του μίσους που δίχασε το λαό ήδη πριν την ολοκλήρωση του αντιστασιακού αγώνα. Τελικά, η φθορά και η διαφθορά κυριαρχούν, γεγονός που καταγράφεται με απογοήτευση και οδύνη.
4. Η διαφοροποίηση των ποιητών στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης
είναι έντονη. Συγκεκριμένα, ο Εγγονόπουλος ξεκινώντας από μια διάθεση έντονης αποστροφής και αποτροπιασμού μπροστά στην «εποχή του εμφυλίου σπαραγμού», διακηρύσσει την αναστολή και την αφωνία του ποιητικού λόγου. Αντίθετα ο Αναγνωστάκης έχει διαφορετική άποψη: ο ποιητικός λόγος ως πράξη καταγγελίας, θα πρέπει να μιλήσει για όλα τα τραγικά που συνθέτουν την εικόνα του εμφύλιου σπαραγμού.
Μέσα όμως σ’ αυτό τα αντιθετικό σχήμα: σιωπή του ποιητικού λόγου – καταγγελτική λειτουργία του ποιητικού λόγου δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι και οι δύο ποιητές καταγγέλλουν το ίδιο γεγονός επομένως η ποίηση και στις δύο περιπτώσεις γίνεται πράξη κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας και καταγγελίας. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Εγγονόπουλος υλοποιεί την πρόθεσή του με τη φράση «τούτη η εποχή δεν είναι για ποίηση» ενώ ο Αναγνωστάκης με το ερώτημα-«απάντηση»: «Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;». Σε αντίθεση με την ποιητική παραίτηση, έστω και σαν πράξη συνείδησης του ποιητή, την οποία προτείνει ο Εγγονόπουλος προβάλλοντάς τη ως πράξη υπεύθυνη, τολμηρή, δηλωτική της ευθυκρισίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας του ποιητή, ο Αναγνωστάκης είναι πιο κοντά στη ιδέα της στρατευμένης ποίησης. Περισσότερο αγωνιστικός, και με αριστερή πολιτική συνείδηση πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης-«καθρέπτη» της πραγματικότητας και στον κοινωνικό ρόλο του ποιητή που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή-καταγγελία του καιρού του. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία.
5. Οι δυο ποιητές, Μανόλης Αναγνωστάκης και Τίτος Πατρίκιος, έζησαν τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και πήραν ενεργό μέρος στα γεγονότα. Για τη συμμετοχή και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις διώχθηκαν και εξορίστηκαν. Αυτά τα βιώματα λοιπόν καταγράφονται / καταγγέλλονται στην ποίησή τους. Έτσι ο Αναγνωστάκης μιλάει για το θάνατο των αγαπημένων του φίλων και συναγωνιστών, για τις εφιαλτικές στιγμές στη φυλακή, για τις ατέλειωτες ώρες αναμονής των μελλοθανάτων, για τη δυστυχία και τον πόνο των αθώων θυμάτων, για τα ερείπια και την καταστροφή, για τα ανεκπλήρωτα ιδανικά. Αντίστοιχα, ο Πατρίκιος αναφέρεται στο θάνατο (από τους πολέμους, τις εκτελέσεις, την αρρώστια και την πείνα). Αλλά και στις θανατικές καταδίκες από στημένες «δίκες», στα «τυχαία» δυστυχήματα, στις πληρωμένες δολοφονίες, στις συκοφαντίες και στην υπόσκαψη τους κύρους και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων. Ο ποιητής μέσα σ΄ αυτό το σκηνικό του θανάτου νιώθει τυχερός που έζησε αλλά και ένοχος γι’ αυτούς που χάθηκαν. Νιώθει ότι η δική του ζωή οφείλεται εν μέρει στο δικό τους θάνατο. Μάλιστα, στο τέλος του ποιήματος αποκαλύπτει τι θεωρεί χρέος του, αντάλλαγμα στη ζωή που του χαρίστηκε: Να τους αφιερώσει την ποίηση του, να τους ιστορήσει και έτσι θα διασώσει τη μνήμη τους αιώνια.
Και οι δυο, λοιπόν, ποιητές θεωρούν χρέος τους να αποτυπώσουν στην τέχνη τους εκείνη την εποχή. Ο Αναγνωστάκης δικαιολογεί αυτήν την «υποχρέωση» εκτιμώντας ότι μόνο η ευαισθησία του ποιητή μπορεί να συλλάβει, να αποκαλύψει και να καταγγείλει τη φρίκη του εμφυλίου. Μια εποχή που, όπως περιγράφεται και από τους δύο δημιουργούς, χαρακτηρίζεται από την αποκτήνωση των ανθρώπων, την κυριαρχία του μίσους και τον αμοραλισμό. Ο Πατρίκιος, από την άλλη, θεωρεί χρέος / οφειλή την ποίησή του σ΄ εκείνους που έχασαν τη ζωή τους για να ζήσουν οι άλλοι. Μόνο «ιστορώντας» τους νεκρούς θα καταφέρει να ξεπληρώσει αυτή την «οφειλή» του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου